Χαρίζει σε ανθρώπους με προβλήματα όρασης το φως της λογοτεχνίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα κενό στον χώρο του βιβλίου για τους συνανθρώπους μας με προβλήματα όρασης έρχεται να καλύψει ο 25χρονος φοιτητής Απόστολος Γαρούφος από την Κοζάνη. Ο νεαρός φιλόλογος με μεταπτυχιακό στην Ειδική Αγωγή αποφάσισε να συνδυάσει τις σπουδές του με τον προγραμματισμό – που για πολλά χρόνια αποτελούσε το αγαπημένο του χόμπι – και να δημιουργήσει το MinaDot, ένα λογισμικό μέσω του οποίου κάθε χρήστης θα μπορεί εντελώς δωρεάν να μεταγράψει αμέτρητες σελίδες ελληνικών και αγγλικών βιβλίων  σε γραφή Μπράιγ.

«Πάντα μου άρεσαν οι κώδικες και, όταν διδάχτηκα κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου τη γραφή Μπράιγ, σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να διαδοθεί το συγκεκριμένο σύστημα. Προσπάθησα λοιπόν να περάσω ένα ολόκληρο 24ωρο ως άτομο με προβλήματα όρασης δένοντας ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια μου.  Διαπίστωσα ότι μπορούσα να χειριστώ το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, το πληκτρολόγιο του υπολογιστή, να καταλάβω τα φάρμακα που έχουν επάνω κώδικα Μπράιγ, αλλά δεν μπορούσα να διαβάσω λογοτεχνία, καθώς δεν υπάρχουν στη χώρα μας βιβλία για ανθρώπους με προβλήματα όρασης» μου λέει, εξηγώντας πώς εμπνεύστηκε την ιδέα για τη δημιουργία του συγκεκριμένου προγράμματος, το οποίο θα είναι διαθέσιμο μέσω διαδικτύου σε λίγους μήνες.

Πριν από λίγο καιρό και στο πλαίσιο μιας εργασίας για το πανεπιστήμιο μετέγραψε το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη, δίνοντας τη δυνατότητα σε τυφλούς πολίτες να διαβάσουν ένα από τα πλέον ερωτικά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κάτι ανάλογο έκανε και με το διαχρονικό αριστούργημα του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, «Ο Μικρός Πρίγκιπας». «Δυστυχώς, κάποιος που αντιμετωπίζει πρόβλημα όρασης είναι αποκλεισμένος από τη λογοτεχνία. Δεν υπάρχει εκδοτικός οίκος στη χώρα μας που να διαθέτει βιβλία για τους μη βλέποντες» λέει και εξηγεί πως, αν ένας πολίτης που δεν βλέπει θελήσει κάποιο βιβλίο ή περιοδικό, θα πρέπει να το παραγγείλει, να περιμένει ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να γίνει η μετάφραση και να χρυσοπληρώσει την εκτύπωση.

Πάντως, η πρωτοβουλία του να μεταγράψει λογοτεχνικά κείμενα προκειμένου να είναι προσβάσιμα σε τυφλούς παρακίνησε αρκετούς συγγραφείς, οι οποίοι τον προσέγγισαν για να μετατρέψει τα κείμενά τους. «Πολλοί μου λένε ότι για τους ανθρώπους με προβλήματα όρασης υπάρχουν τα ακουστικά βιβλία. Το να σου διαβάζει ο άλλος ένα κείμενο δεν είναι λογοτεχνία. Το ότι η τεχνολογία προχωρά δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχαστεί η Μπράιγ, είναι ένα σύστημα-θησαυρός και αρκετά χρήσιμο για πολλούς ανθρώπους εκεί έξω» καταλήγει.

«Σχολείο» για γονείς παιδιών με διατροφικές διαταραχές

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σ’ένα μικρό γραφείο της οδού Σανταρόζα στο κέντρο της Αθήνας πραγματοποιούνται δύο φορές το μήνα συναντήσεις της ομάδας «Επιστρέφω», η οποία αποτελείται από γονείς παιδιών με διατροφικές διαταραχές. Άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, κάθε 15 ημέρες μοιράζονται το γολγοθά που περνούν βλέποντας τα παιδιά τους να έρχονται αντιμέτωπα με τη μάστιγα της εποχής. Μαζί τους κάθε φορά βρίσκεται κι ένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχίατρος ή διατροφολόγος του Αιγινήτειου νοσοκομείου, του μοναδικού στην Ελλάδα που διαθέτει προσωπικό με ειδίκευση στη διαταραχή πρόσληψης τροφής.

«Ο αριθμός των γονέων με παιδιά που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία αυξάνεται όσο περνά ο καιρός. Έρχονται σε εμάς ακόμη και αυθημερόν από την επαρχία διότι δεν υπάρχει καμιά δομή με εξειδικευμένο προσωπικό στις διατροφικές διαταραχές στη χώρα μας κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα», μου λέει η πρόεδρος του συλλόγου Έφη Γλύνη. Το ίδιο παράπονο εξέφρασε και η 55χρονη κ. Στέλλα που τον τελευταίο χρόνο δεν έχει χάσει καμιά συνάντηση. Μόλις διαπίστωσε ότι η 30χρονη κόρης της πάσχει από βουλιμία, ζήτησε βοήθεια από γιατρούς που με τη σειρά τους την παρέπεμψαν στον σύλλογο «Επιστρέφω». «Έβλεπα το παιδί μου να καταστρέφεται. Έτρωγε απίστευτες ποσότητες φαγητού, ωστόσο διατηρούσε βάρος 48 κιλών. Όταν διαπίστωσα ότι προκαλούσε στον εαυτό της εμετό κάθε φορά, πανικοβλήθηκα», αναφέρει τονίζοντας πως οι συναντήσεις της με άλλους γονείς που αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα με τα παιδιά τους, την έχουν βοηθήσει πολύ. «Με βοήθησαν πάρα πολύ οι συναντήσεις. Γίνεται ένα είδος ψυχοθεραπείας σε εμάς τους γονείς ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η ψυχοσύνθεση των παιδιών μας. Η αλλαγή ξεκίνησε πρώτα από εμένα, έμαθα δηλαδή πως να προσεγγίζω σωστά το παιδί μου και μετά είδα τα πρώτα σημάδια βελτίωσης και επάνω του», σημειώνει. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία κατά την ίδια είναι η ενημέρωση του κόσμου προκειμένου το στενό περιβάλλον του πάσχοντα να αντιληφθεί έγκαιρα τα συμπτώματα. «Πρέπει να γίνει γνωστό πως πρόκειται για νόσο κι όχι για μια μόδα ή κακή συνήθεια που έχουν τα παιδιά. Η κόρη μου έχει εμμονή να τρώει μόνο σε μικρό πιάτο, τεμαχίζει σε πολύ μικρά κομμάτια τις τροφές και πάντα υπάρχει κρυμμένο φαγητό στο δωμάτιό της». Εκείνο που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός πως τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της μεγάλωσαν τα δυο τους παιδιά χωρίς να δίνουν καθόλου σημασία στην εμφάνιση. Μάλιστα, όπως λέει, η κόρη της είχε πάντα ένα καλλίγραμμο σώμα χωρίς να κοπιάζει ιδιαίτερα στο γυμναστήριο ή να ακολουθεί εξαντλητικές δίαιτες. «Πιθανότατα θέλει να καλύψει κάποια κενά συναισθηματικά, το σύμπτωμα είναι η βουλιμία αλλά από κάτω υποβόσκει κάτι άλλο».

Πλέον η κόρη της συνεχίζει να τρώει με τους ίδιους ρυθμούς αποβάλλοντας αμέσως την τροφή μετά την ολοκλήρωση του γεύματος, ωστόσο, όπως εξηγεί η μητέρα της, έκανε το πρώτο βήμα διότι δέχθηκε να τη δει γιατρός και να κάνει εξετάσεις προκειμένου να δει σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία της. «Σταμάτησα να την παρακολουθώ, ξέρω ότι το συνεχίζει αλλά τη βλέπω σε πολύ καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Ξέρει ότι είμαι στην ομάδα. Την έχει βοηθήσει πολύ το ότι την έχουμε ανακαλύψει διότι αισθάνεται ότι δεν είναι μόνη της. Έχει δεχθεί να πάει σε γιατρό, να κάνει εξετάσεις και να παρακολουθείται από έναν παθολόγο. Έχει γενικά μια βελτίωση στη ζωή της».

Η γαστρονομική πλευρά της προσφυγικής ροής στη Λέσβο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό εστιατόριο που δίνει τη δυνατότητα σε πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και γηγενείς που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια μέσα από την εργασία «παντρεύοντας» παράλληλα γεύσεις από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ελλάδα, λειτουργεί τους τελευταίους μήνες στη Λέσβο. Πρόκειται για το κοινωνικό εστιατόριο «ΝΑΝ» που σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες όπως ινδικά, πακιστανικά και φαρσί,  η ιδέα για το οποίο «γεννήθηκε» από τέσσερις εθελόντριες που σε καθημερινή βάση επισκέπτονταν τον καταυλισμό ΠΙΚΠΑ – απ’ όπου πέρασαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες – και θέλησαν μαζί με τον θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, να φέρουν τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε, να μιλήσουν αλλά και να δημιουργήσουν μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτήν που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. «Συναντήσαμε πάρα πολλούς ανθρώπους που ήρθαν στο νησί και εγκλωβίστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα να μη μπορεί να δει ο κόσμος την άλλη πλευρά των προσφύγων και να τους δει ως μονάδες. Άλλωστε, μόνο γύρω από ένα τραπέζι μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία κάποιου», μου λέει μια εκ των τεσσάρων ιδρυτριών, η κα. Λένα Αλτίνογλου και συνεχίζει: «Όνειρό μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όμορφο και φιλόξενο, όπου ο καθένας θα μπορεί να αναδείξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του. Ένα εστιατόριο που θα παρουσιάζει γεύσεις από άλλες πατρίδες και μέσα από τη συνύπαρξη θα δούμε πόσα κοινά υπάρχουν μεταξύ μας, παρά τις διαφορετικές μας ρίζες». Έτσι, στο ΝΑΝ σήμερα εργάζονται συνολικά δώδεκα άνθρωποι, έξι των οποίων είναι ντόπιοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, όπως μακροχρόνια ανεργία, ιατρικές παθήσεις ενώ οι υπόλοιποι προέρχονται από χώρες όπως τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Παράλληλα, εκτός από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, το εστιατόριο ΝΑΝ ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς από τους οποίους αγοράζει τις πρώτες ύλες για το φαγητό ενώ παράλληλα προωθεί τις αξίες και ιδέες της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της μη σπατάλης τροφίμων. Το φαγητό που περισσεύει δίνεται σε δομές και κοινωνικές κουζίνες για άπορους πολίτες.

«Δεν στηρίζουμε πολυεθνικές εταιρίες που μπορεί να έχουν φθηνότερα προϊόντα αλλά οι τεχνικές τους δε συνάδουν με το πνεύμα του εστιατορίου και το πνεύμα της ομάδας μας που ονειρεύτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει η κ. Αλτίνογλου.

Δυσκολίες

Όπως μου λέει, το εστιατόριο δεν έτυχε ευρείας ανταπόκρισης από την κοινωνία του νησιού, μεγάλο μέρος της οποίας βλέπει το εγχείρημα αυτό με καχυποψία. «Από νησί της αλληλεγγύης η Μυτιλήνη έχει μετατραπεί σε ένα φοβικό μέρος, όπου εκφράζονται φόβοι ότι θα αλλοιωθεί ο πληθυσμός, ότι οι άνθρωποι αποτελούν κίνδυνο. Έχουν συσσωρευτεί προβλήματα διότι έχουμε συνέχεια αφίξεις και καταλαβαίνω ότι αυτό έχει κουράσει κάποιο κόσμο», σημειώνει διευκρινίζοντας για ποιο λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι «κλέβουν» τις θέσεις εργασίας από τους γηγενείς.

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι εμπνευστές πιστεύουμε ότι η εργατική τους δύναμη είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται κανονικά με τις σχέσεις εργασίας που ορίζει το ελληνικό κράτος. Δεν κλέβουν δουλειές από κανέναν, απεναντίας δημιουργήσαμε θέσεις εργασίας, τις μισές από τις οποίες καταλαμβάνουν οι ντόπιοι. Επιπλέον, υπήρξε ένας κύκλος εργασιών που περιλάμβανε μια πολύ ευρύτερη ομάδα τεχνητών και εργατών, οι οποίοι δούλεψαν για το ΝΑΝ και πληρώθηκαν από αυτό, άρα δώσαμε πίσω στην κοινωνία», εξηγεί.

Στόχος είναι η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του καταστήματος, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του χάρη σε διάφορες δωρεές από οργανώσεις και φίλους αλλά και με τη βοήθεια εθελοντών, προκειμένου οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτό, να καταφέρουν να σταθούν στο πόδια τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Όπως χαρακτηριστικά λέει η κα. Αλτίνογλου, οι μόνοι που θα χάσουν σε περίπτωση που το ΝΑΝ δεν πάει καλά, είναι οι εργαζόμενοί του. «Ευελπιστούμε εκτός από εστιατόριο να αποτελέσει στο μέλλον κι έναν χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται δράσεις και θα γίνονται ζυμώσεις, να συζητιούνται τα θέματα που απασχολούν τη γειτονιά, την πόλη και να βρίσκονται λύσεις», καταλήγει. 

Ο βραβευμένος Ιορδανός φωτορεπόρτερ που ακολουθεί το δράμα των προσφύγων

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Τι κι αν είναι μόλις 37 ετών, ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Ιορδανός φωτορεπόρτερ Muhammed Muheisen έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή των κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την τελευταία δεκαπενταετία τη Μέση Ανατολή – από τον πόλεμο στο Ιράκ και την επανάσταση στην Υεμένη έως την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και το ξέσπασμα της Αραβικής «Άνοιξης»έχει βραβευθεί με δύο Πούλιτζερ και έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό TIME ως «ο καλύτερος φωτογράφος της χρονιάς» για το 2013. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του είναι εστιασμένη στην προσφυγική κρίση και με την κάμερά του ακολουθεί τους απανταχού εκτοπισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω συρράξεων και διώξεων. Πρόσφατα, βρέθηκε στα ελληνικά κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών και «αιχμαλώτισε» με την κάμερά του παιδικά πρόσωπα, οι φωτογραφίες των οποίων εκτέθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Άλλωστε, όπως μου λέει ο ίδιος, πιστεύει ότι τα παιδιά είναι τα πραγματικά θύματα του πολέμου και της φτώχειας. «Όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και εκείνα που ζουν σε εύφλεκτες ζώνες, αναζητούν ένα πράγμα μόνο, τη χαρά. Ακόμα και μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Πάντα »κουβαλώ» μαζί μου τη φωνή τους μέσα από τα πορτραίτα τους, όχι επειδή είναι πιο εύκολο να φωτογραφίσεις τα παιδιά αλλά επειδή είναι τόσο σημαντικό να ακουστεί η φωνή τους. Τα παιδιά ποτέ δεν λένε ψέματα και στα μάτια τους καθρεφτίζεται η αλήθεια τους».

Η 14χρονη Liyana από την Ιορδανία είναι καρκινοπαθής και ονειρεύεται να γίνει η καλύτερη σχεδιάστρια μόδας του κόσμου

Πόσο εύκολο είναι όμως να προσεγγίσει τις οικογένειες των παιδιών αυτών και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ώστε να δεχθούν να φωτογραφηθούν; Όπως μου λέει, η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα στη δουλειά του, ένα συναίσθημα που απαιτεί χρόνο αλλά και κόπο για να κερδηθεί. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να σέβεσαι τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις, να μην παραβιάζεις την ιδιωτικότητά τους, να μαθαίνεις συνεχώς πράγματα για την κουλτούρα και τις παραδόσεις τους ζώντας μαζί τους», σημειώνει τονίζοντας ότι προτού τους φωτογραφίσει, περνά αρκετό χρόνο με τις οικογένειες αυτές προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Ο σεβασμός είναι το κλειδί», προσθέτει.

Φωτογραφία που τράβηξε σε ελληνικό καταυλισμό

Μια από τις τελευταίες του φωτογραφίες που συγκίνησε τους ακόλουθούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι εκείνη που απεικονίζει την Κίραν, ένα εννιάχρονο κορίτσι που σκύβει στοργικά προς το νεογέννητο αδερφό της, ο οποίος είναι ξαπλωμένος σε μια αυτοσχέδια αιώρα στον αύλειο χώρο ενός εργοστασίου τούβλων στο Πακιστάν. Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια, η οποία είναι μια από τις πολλές εσωτερικά εκτοπισμένες της χώρας. «Έχοντας καλύψει αρκετές συγκρούσεις στο Πακιστάν, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο εστιάζω και θέλω να αναδείξω μέσα από τη δουλειά μου κι αυτό είναι οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πολίτες και τα παιδιά που εξαιτίας της ανελέητης φτώχειας αναγκάζονται να δουλέψουν από πολύ μικρή ηλικία για να επιβιώσουν. Η Κίραν και οι γονείς της αναγκάστηκαν να φύγουν από την επαρχιακή πόλη που ζούσαν εξαιτίας των πλημμυρών  και προκειμένου να επιβιώσουν, δουλεύουν όλοι μαζί στο εργοστάσιο. Η Κίραν λοιπόν δεν πηγαίνει σχολείο», σημειώνει και προσθέτει: «Όπως είπα και πριν, όταν περνάς ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μέρος, γίνεσαι αναπόφευκτα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί κι αυτοί της δικής σου. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για μια φωτογραφία αλλά για ένα μήνυμα από ένα παιδί στο συγκεκριμένο σημείο του κόσμου».

 

Η πολαρόιντ της γιαγιάς

Κομβικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει φωτορεπόρτερ και να μας χαρίζει μέσα από τις εικόνες του γνώσεις για τη ζωή σε εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη, έπαιξε μια πολαρόιντ κάμερα της γιαγιάς του. Αυτό το «μαγικό», όπως λέει, κουτί που όταν πατάς το κουμπί, εμφανίζεται αμέσως ένα κομμάτι χαρτιού που αποτυπώνει τη συγκεκριμένη στιγμή και το οποίο μπορείς να κουβαλάς μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής σου. «Συνειδητοποίησα τη σημασία της φωτογραφίας ως ένα εργαλείο αποτύπωσης και εξιστόρησης γεγονότων που μπορεί να ρίξει φως σε σημαντικά ζητήματα, να αλλάξει τα στερεότυπα αλλά και να βοηθήσει. Τα τελευταία χρόνια γυρίζω τον κόσμο προκειμένου να προβάλω ανείπωτες ιστορίες και αφανείς ήρωες», λέει και θυμάται την πρώτη του αποστολή ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ιράκ το 2003. «Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος αλλά τελικά δεν ήμουν. Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πόσο τυχερός είμαι που έζησα και μου δίνεται τώρα η δυνατότητα να σου μιλήσω γι’αυτό», λέει και καταλήγει: «Ο πόλεμος αυτός μου χάρισε το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ και παρά το γεγονός ότι μου άνοιξε το δρόμο προς την επιτυχία, δεν θα δίσταζα να το δώσω πίσω γιατί οι αναμνήσεις πίσω από αυτό με ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Το μάθημα ζωής που πάντα υπενθυμίζω στον εαυτό μου και στους ανθρώπους γύρω μου είναι πόσο τυχεροί είμαστε που στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα σπίτι, ένα κρεβάτι κι ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το αντίθετο δηλαδή από τους ανθρώπους τους οποίους φωτογραφίζω, οι οποίοι μην έχοντας τίποτα, παλεύουν ασταμάτητα προκειμένου να επιβιώσουν και να είναι χαρούμενοι».

 

Από την Οδύσσεια της ξενιτιάς, στην… Ιθάκη της «Σχεδίας»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ιστορία του 70χρονου Παναγιώτη Δημητρίου θα μπορούσε να αποτελέσει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Κι αυτό διότι η ζωή του είχε μεγάλες ανατροπές, δεν φοβόταν τις προκλήσεις, ταξίδεψε σε αρκετές χώρες του κόσμου και, κυρίως, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται ποτέ για να βρει την Ιθάκη του. Ήταν μόλις 12 ετών όταν τέλειωσε το δημοτικό σχολείο σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αίγιο, «ρίχτηκε» αμέσως στο μεροκάματο και λίγο πριν ενηλικιωθεί, μπάρκαρε στα καράβια, έζησε και εργάστηκε στη Δανία αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για αρκετά χρόνια όπου κατάφερε να δημιουργήσει και μια δική του επιχείρηση. Τον τελευταίο χρόνο χωρίς καμία μέριμνα για τα γεράματα και πέφτοντας θύμα του πάλαι ποτέ κραταιού κράτους πρόνοιας των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, ο 70χρονος κ. Παναγιώτης ήρθε στην Αθήνα, πάσχισε και τελικά δικαιώθηκε χάρη στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία».

«Το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν από την Κόρινθο στο Πρίντεζι. Δεν μου άρεσε καθόλου, έπλενα στοίβες από πιάτα αλλά από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω. Σκοπός μου ήταν να φύγω για Αμερική», μου λέει. Η στιγμή που δεν μπορεί ακόμη να ξεχάσει από τη θητεία του στα καράβια ήταν όταν ένα βράδυ κατά τη διάρκεια ταξιδιού από το Ρότερνταμ στη Σαγκάη μέσω Νοτίου Αφρικής, το πλοίο βρέθηκε στο έλεος του κυκλώνα. «Τα κύματα έφταναν το ύψος μιας επταόροφης πολυκατοικίας και δεν ήξερα καθόλου μπάνιο. Προσευχήθηκα στον Άγιο Νικόλα να βγω ζωντανός από εκεί μέσα και έδωσα όρκο πως δεν θα ξαναμπώ στη θάλασσα», διηγείται ο κ. Παναγιώτης. Λίγο καιρό μετά ήρθε η πολυπόθητη πρόταση από Αμερική και συγκεκριμένα από το Ντιτρόιντ του Μίσιγκαν, όπου εργάστηκε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως μάγειρας και μετά άνοιξε το δική του επιχείρηση εστίασης στο Σικάγο. Το ανήσυχο πνεύμα του ωστόσο δεν τον άφηνε να εγκαθίσταται στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό κι έτσι λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στη Χαβάη, «πάτησε» τον όρκο του και δούλεψε για δύο χρόνια στο «Πλοίο της Αγάπης» που έκανε καθημερινά το γύρο των νησιών για τους τουρίστες. «Ήταν ωραία εμπειρία, ερχόταν κόσμος από κάθε γωνιά της Γης. Μετά πήγα στη Δανία όπου δούλεψα ως μάγειρας σε ευρωπαϊκά εστιατόρια και λίγο πριν επιστρέψω πίσω, έζησα στον Καναδά».

«Έψαξα στον τηλεφωνικό κατάλογο να βρω ελληνικά εστιατόρια στο Κεμπέκ. Δούλεψα σε κάποιο, το οποίο σιχάθηκα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Όποια κατσαρόλα σήκωνα, έβλεπα κατσαρίδες», σημειώνει. Λίγο καιρό αργότερα βρήκε άλλη δουλειά πάλι στο χώρο της εστίασης, η οποία απαιτούσε να εργάζεται ως τα χαράματα. «Έπινα δώδεκα ποτήρια καφέ την ημέρα για να αντέξω ώσπου μια μέρα λιποθύμησα. Ο γιατρός μου είπε πως έπρεπε να αφήσω αυτή τη δουλειά αν ήθελα να είμαι υγιής». Από το 2006 έως και το 2017 που επέστρεψε στην Ελλάδα, ο κ. Παναγιώτης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε χρήματα για τους ανάπηρους. Όπως λέει, αν και αρχικά δυσκολεύτηκε, στη συνέχεια τα πήγε πολύ καλά και κατάφερε να καταρρίψει το ρεκόρ των συναδέλφων του μαζεύοντας τα περισσότερα χρήματα. «Ήμουν κοινωνικός και γλυκομίλητος. Το σκορ μου ήταν 1.300 δολάρια σε 2,5 ώρες».

Τον Ιούνιο του 2017 ήρθε στην Ελλάδα καθώς δεν ανανεώθηκε η άδεια παραμονής του και έχασε και μια μικρή σύνταξη που έπαιρνε από το καναδικό κράτος. Πλέον, ζει σε έναν ξενώνα για άστεγους και άπορους πολίτες στον Καρέα και βγάζει το χαρτζιλίκι του πουλώντας το περιοδικό δρόμου «Σχεδία». «Βρήκα τη χαμένη μου αξιοπρέπεια και μπορώ να ζω χωρίς να επιβαρύνω κανέναν γύρω μου. Βέβαια, για έναν άνθρωπο 70 χρονών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να στέκεται όρθιος στο δρόμο και να πουλά περιοδικό, αλλά από την άλλη νιώθω ευγνώμων που μου δόθηκε έστω κι αυτή η δυνατότητα», καταλήγει.