Νάσια Γκουβέρου: Η πρώτη γυναίκα στο μηχανοκίνητο τμήμα του ΕΚΑΒ

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό πρότυπο γυναίκας ενσαρκώνει η Νάσια Γκουβέρου, η οποία πηγαίνοντας κόντρα στα στερεότυπα που θέλουν το «αδύναμο» φύλο να μην ανταπεξέρχεται σε δουλειές προορισμένες για άνδρες, έγινε η πρώτη διασώστρια στο μηχανοκίνητο τμήμα του ΕΚΑΒ. Κάθε πρωί φορώντας την ειδική στολή και το κράνος της, «οργώνει» με τη μηχανή της την πρωτεύουσα παρέχοντας τις πρώτες βοήθειες σε έκτακτα περιστατικά. Η ίδια αποφάσισε πριν από περίπου έναν χρόνο να εγκαταλείψει την «ασφάλεια» που της παρείχε το ασθενοφόρο επί 13 συνεχόμενα έτη και να ασκήσει το επάγγελμά χωρίς συνοδό επάνω σε δύο τροχούς. «Στα ασθενοφόρα υπάρχουν πάντα δύο άνθρωποι μέσα στο όχημα ενώ ο μοτοσικλετιστής είναι και ενεργεί μόνος του χωρίς δεύτερη βοήθεια. Ήταν δική μου η απόφαση να το κάνω και παρά το γεγονός πως είμαι περισσότερο εκτεθειμμένη στον κίνδυνο με τη μηχανή, δεν το έχω μετανιώσει», μου λέει τονίζοντας πως πριν καν ξεκινήσει να εργάζεται στο νέο της πόστο, υπήρξε πληθώρα αρνητικών σχολίων ακόμη και από γυναίκες.

«Υπάρχει ένα ταμπού γύρω από τη θέση αυτή, κυρίως επειδή ο διασώστης πηγαίνει στα περιστατικά με μηχανή, ένα όχημα που παραδοσιακά είναι συνυφασμένο με τους άνδρες. Γι’ αυτό είμαι και η μόνη γυναίκα αυτή τη στιγμή στο τμήμα», εξηγεί και συνεχίζει: «Πολλοί είπαν ότι με την τοποθέτηση μιας γυναίκας στους μοτοσικλετιστές του ΕΚΑΒ ισοπεδώνονται τα πάντα ή ότι δεν θα τα καταφέρω επειδή είμαι γυναίκα. Ωστόσο το τμήμα μοτοσικλετιστών μου άνοιξε την αγκαλιά του και πλέον είμαστε οικογένεια. Τους ευχαριστώ θερμά για τη στήριξή τους».

Για τη Νάσια Γκουβέρου η δουλειά αυτή αποτελεί ένα αρκετά σημαντικό κομμάτι της ζωής της που της έχει χαρίσει συγκλονιστικές στιγμές. Όπως λέει, η ζωή ενός διασώστη δεν έχει ποτέ ρουτίνα καθώς κάθε μέρα αντιμετωπίζει κάτι καινούριο. «Ξυπνάω κάθε πρωί χαρούμενη επειδή θα πάω για δουλειά, αυτό είναι ευλογία», λέει και θυμάται κάποια περιστατικά που τη συγκίνησαν. «Από την επαφή μου με τους ανθρώπους για περισσότερο από μια δεκαετία, έχω λάβει πολλές συγκινήσεις. Όταν βλέπεις έναν καρδιακό ασθενή να σου λέει »σε παρακαλώ, μη με αφήσεις να πεθάνω» και σου φιλάει τα χέρια, είναι αδύνατον να το ξεχάσεις όσο ζεις. Επιπλέον, διαπίστωσα πόση ανάγκη έχουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι από μια καλή κουβέντα. Φωτίζεται το πρόσωπό τους όταν τους μιλώ με υποκοριστικά διότι νιώθουν ότι κάποιος τους νοιάζεται», σημειώνει.

Τέλος, σε ό,τι έχει να κάνει με τα ταμπού που σχετίζονται με το φύλο στον εργασιακό χώρο, προτρέπει τις γυναίκες να κλείσουν τα αυτιά τους στα πικρόχολα σχόλια και να προσηλωθούν στον στόχο τους. «Εγώ αυτό έκανα και δεν το μετάνιωσα στιγμή», καταλήγει.

Μαθητές Γυμνασίου συναναστρέφονται με ηλικιωμένους και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει την αλληλεγγύη, τον εθελοντισμό αλλά και υπενθυμίσει την ξεχασμένη αθωότητα των παιδικών χρόνων, το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων στη Θεσσαλονίκη φέρνει σε επαφή μαθητές από τα σχολεία της περιοχής με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Μάλιστα, η αλληλεπίδραση που έχουν μεταξύ τους οι δύο αυτές ηλικιακές ομάδες παρά το χάσμα που τις χωρίζει, είναι τόσο ευεργετική, που στο άμεσο μέλλον τα παιδιά θα έχουν τη δυνατότητα να «υιοθετήσουν» έναν παππού ή μια γιαγιά από τα ΚΗΦΗ.

«Ο κάθε μαθητής δηλαδή θα αναλάβει να επισκέπτεται δύο με τρεις φορές την εβδομάδα έναν ηλικιωμένο, τον οποίο θα βοηθά φέρνοντάς του φάρμακα ή κάνοντάς του διάφορες μικρές διευκολύνσεις. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία, η οποία θα βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια της αλληλεγγύης και να αντιληφθούν τη σοφία που κουβαλούν οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι. Όσο για τους ηλικιωμένους, η χαρά που παίρνουν κάθε φορά που περνούν χρόνο με παιδιά, είναι απερίγραπτη», εξηγεί στη «δημοκρατία» η πρόεδρος Πανελληνίου Συλλόγου Εργαζομένων στα ΚΗΦΗ κ. Εμμανουέλα Μαθιουδάκη. Όπως λέει, η επαφή των ηλικιωμένων με τους μαθητές, γνωστή και ως Διαγενεακή σύνδεση, ξεκίνησε αρκετό καιρό πριν, στα πλαίσια των μεγάλων εορτών, όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα και τα αποτελέσματα της αλληλεπίδρασης, ήταν θεαματικά. «Δυστυχώς πλέον οι νεότερες γενιές είναι προσκολλημένες σε οθόνες κινητών και υπολογιστών. Οι ηλικιωμένοι διδάσκουν στους μικρούς επισκέπτες τη συμπαράσταση αλλά και την επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους τα παλιά χρόνια, πράγματα που πια έχουν χαθεί ενώ πολλές φορές μαγειρεύουν μαζί, φυτεύουν λαχανικά και περνούν πολύ όμορφα», συμπληρώνει.

Ένας ακόμη σκοπός της συναναστροφής ανηλίκων με μεγαλύτερους ανθρώπους είναι η εξάλειψη του ρατσισμού για την τρίτη ηλικία, ένα φαινόμενο που, όπως σημειώνει η κ. Μαθιουδάκη, είναι ιδιαίτερα έντονο τα τελευταία χρόνια. «Πολλά παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι όταν βλέπουν έναν παππού ή μια γιαγιά τον αποκαλούν »γέρο» ή »γριά» κι αυτόματα στο μυαλό τους έρχεται η εικόνα ενός αδύναμου και πολλές φορές αντιπαθητικού ανθρώπου. Αυτό σταδιακά αλλάζει μέσα από τις συναναστροφές που πραγματοποιούνται στα ΚΗΦΗ», εξηγεί. Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχει βιώσει, είναι όταν κατά την επίσκεψη μαθητών στο Κέντρο Ημέρας, οι ηλικιωμένοι έδειχναν στα παιδιά με ποιο τρόπο μεταποιούσαν το πρόβειο μαλλί τα παλιότερα χρόνια προκειμένου να φτιάξουν την προίκα τους. «Έβλεπα τις γιαγιάδες να δείχνουν στους μαθητές πως έκαναν το ξάσιμο του μαλλιού, τους διηγούνταν ότι έπλεκαν τη φανέλα του στρατιώτη κι αυτά άκουγαν με προσοχή κι έκαναν διάφορες ερωτήσεις. Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να τα διηγούνται αυτά, θα διαβάζονται μόνο μέσα από βιβλία», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία»

Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο από το 1856

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το ημερολόγιο έδειχνε 31 Ιουλίου 1856 όταν για πρώτη φορά θεσπίστηκε η απαγόρευση του καπνίσματος στο νεοσύστατο τότε Ελληνικό κράτος. Με ένα σύντομο αλλά περιεκτικό διάταγμα που υπέγραφε «εν ονόματι του βασιλέως» η βασίλισσα Αμαλία, οι πολίτες απαγορεύονταν να καπνίζουν εντός δημοσίων κτηρίων και καταστημάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς. «Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε δια καπνοσυρίγκων (τσιμπουκίων), είτε δια σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων», διαβάζουμε μεταξύ άλλων στο βασιλικό «ελέω Θεού» διάταγμα.

Βασιλικό διάταγμα για απαγόρευση καπνίσματος

Τα χρόνια πέρασαν, οι επιστημονικές έρευνες που απεδείκνυαν τις ολέθριες επιπτώσεις του τσιγάρου στην υγεία άρχισαν να πληθαίνουν και το 2002 ψηφίζεται νόμος που απαγορεύει το κάπνισμα σε νοσοκομεία, δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εργασίας καθώς και μέσα μεταφοράς. Ωστόσο, οι ελλιπείς έλεγχοι καθιστούν το νόμο ανεφάρμοστο και το 2008 γίνεται ακόμη πιο αυστηρός με την αιτιολογία πως η Ελλάδα παρουσιάζει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, τα αποτελέσματα έρευνας του Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που έδειχναν πως το 7,32% των μαθητών είχε γευθεί τον καπνό του πρώτου τσιγάρου ήδη από το δημοτικό, είχε προκαλέσει πανελλήνιο σοκ.

«Από την 1η Ιουλίου η Ελλάδα σβήνει το τσιγάρο», διεμήνυε ο τότε υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος αφήνοντας ωστόσο κάποια παράθυρα … καπνού καθώς επέτρεπε τη δημιουργία κλειστών χώρων για καπνίζοντες σε νοσοκομεία, σχολεία και κτίρια δημόσιων υπηρεσιών. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος με έκταση μικρότερη των 70 τετραγωνικών μέτρων, έπρεπε να επιλέξουν εάν το μαγαζί τους θα ήταν ή όχι καπνιστών ενώ τα μεγαλύτερα κέντρα διασκέδασης όφειλαν να δημιουργήσουν καπνιστήρια για όσους δεν μπορούν να αποχωριστούν το τσιγάρο, αφού «δύναται να διαμορφωθούν χώροι καπνιζόντων που διαχωρίζονται από την υπόλοιπη αίθουσα και έχουν ειδικές εγκαταστάσεις εξαερισμού». Οι παραβάτες του νόμου αρχικά πλήρωναν κάποια τσουχτερά πρόστιμα αλλά όσο περνούσε ο καιρός οι έλεγχοι γινόντουσαν ολοένα και πιο αραιοί ενώ οι μαγαζάτορες σε μια προσπάθεια να «κουκουλώσουν» την ανομία, έδιναν στους θαμώνες βρεγμένη χαρτοπετσέτα ή τη μεταλλική θήκη της απόδειξης προκειμένου να σβήσουν τα τσιγάρα τους.

Παναγιώτης Μπεχράκης: «Είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων»

Μια από τις πρώτες εξαγγελίες του πρωθυπουργού μετά την εκλογή του τον περασμένο Ιούλιο ήταν η άμεση εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση του τσιγάρου, ανεβάζοντας τον πήχη των προσδοκιών της κοινωνίας για το μείζον αυτό θέμα της δημόσιας υγείας. Όντας και ο ίδιος φανατικός αντικαπνιστής δεσμεύθηκε τόσο από το βήμα της Βουλής όσο και από τους επίσημους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως αυτή τη φορά η νομοθεσία θα τεθεί σε εφαρμογή με εντατικοποίηση των ελέγχων, στους οποίους θα εμπλέκεται και η αστυνομία, καθώς και λειτουργία τηλεφωνικής γραμμής μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν να αναφέρουν περιστατικά παραβάσεων. «Πρόκειται για έναν νόμο που αποβλέπει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημόσιας υγείας ενώ παράλληλα αποτελεί ένα σαφές βήμα για τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό της χώρας μας», αναφέρει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο Πενυμονολόγος – Εντατικολόγος με πενταετή θητεία στο Χάρβαρντ ως Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Υγείας, Παναγιώτης Μπεχράκης.

Ο πνευμονολόγος – εντατικολόγος και πρόεδρος της επιτροπής εμπειοργνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος Παναγιώτης Μπεχράκης

Ο ίδιος αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση του υπουργού Υγείας, Βασίλη Κικίλια, να τεθεί επικεφαλής επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος καθώς, παρά τις αποτυχίες των προηγούμενων προσπαθειών, δηλώνει αισιόδοξος πως αυτή τη φορά η απαγόρευση θα είναι καθολική. «Τα προηγούμενα χρόνια έλειπε η πολιτική βούληση. Πλέον αυτή υπάρχει αλλά και η ίδια η κοινωνία είναι πιο ώριμη από ποτέ. Δεν αναμένει απλά την εφαρμογή του νόμου αλλά πλέον την απαιτεί», λέει και προσθέτει: «Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι μέσα σε έναν δημόσιο χώρο που κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, είναι πιθανό να υπάρχει μια έγκυος γυναίκα, κάποιος που έχει στεφανιαία νόσο, ένας άνθρωπος με χρόνια βρογχίτιδα ή άσθμα, ένας καρκινοπαθής ή κάποιος που έχει ζαχαρώδη διαβήτη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σήμερα αποκλείονται από τη διασκέδαση της καθημερινότητας. Αυτός ο αποκλεισμός δεν είναι τιμή για την κοινωνία μας», σημειώνει. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον ίδιο και το περιβάλλον εργασίας σε χώρους εστίασης καθώς δεν είναι λίγοι οι σερβιτόροι που ενώ έχουν επιλέξει να μην καπνίζουν, εκτίθενται για αρκετές ώρες της ημέρας στον καπνό των πελατών. «Τι πρέπει να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Να αφήσουν τη δουλειά τους; Αυτό που συμβαίνει είναι απαράδεκτο», συμπληρώνει ο Δρ. Μπεχράκης.

Με λέσχες καπνιζόντων «απαντούν» οι καταστηματάρχες

Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών καταστημάτων εστίασης, οι οποίοι φοβούνται πως η πιστή εφαρμογή του νόμου θα επιφέρει πτώση του τζίρου και σε πολλές περιπτώσεις λουκέτα. «Αν λοιπόν η νομοθεσία εφαρμοστεί κατά γράμμα, δε θα μπορούν οι πελάτες να καπνίσουν ούτε στον εξωτερικό σε περίπτωση που δεξιά κι αριστερά υπάρχουν άλλα μαγαζιά. Φανταστείτε για παράδειγμα έναν πεζόδρομο που έχει καφετέριες και μπαρ το ένα δίπλα από το άλλο. Βάσει νόμου, θα μπορούν να καπνίσουν στον εξωτερικό χώρο μόνο οι πελάτες του πρώτου και του τελευταίου μαγαζιού. Αυτό είναι απαράδεκτο», τονίζει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών, Εστίασης και Διασκέδασης (ΠΑΣΚΕΔΙ) Νίκη Κωνσταντίνου και διερωτάται: «Τα καταστήματα με ναργιλέ που αντιπροσωπεύουν μια κουλτούρα ολόκληρων αιώνων θα κλείσουν; Αυτό θέλουν, να χάσουμε τη δουλειά μας;».

Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών Εστίασης και Διασκέδασης Νίκη Κωνσταντίνου

Στα άμεσα σχέδια του Σωματείου είναι η νομιμοποίηση της δημιουργίας Λέσχεων Καπνιζόντων σε καφετέριες, μπαρ και κέντρα διασκέδασης προκειμένου να εξυπηρετούνται όλοι οι πελάτες. «Θα είναι χώροι με υαλοπετάσματα που θα κλείνουν ερμητικά. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στα αεροδρόμια, απλά σε μπαρ και καφετέριες θα είναι σαφώς μεγαλύτεροι οι χώροι και θα μπορούν να μπαίνουν μόνο μέλη της λέσχης», διευκρινίζει η πρόεδρος του ΠΑΣΚΕΔΙ. Η ίδια πιστεύει πως η αντικαπνιστική συνείδηση δεν είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί μέσω της απαγόρευσης αλλά απαιτεί δουλειά χρόνων και θα έπρεπε να διδάσκεται στα παιδιά από τη νηπιακή κιόλας ηλικία. «Έχουμε περάσει δέκα συναπτά έτη βαθιάς οικονομικής κρίσης με οδυνηρές συνέπειες. Γιατί θα πρέπει να επιβάλλεται πρόστιμο στις επιχειρήσεις και όχι στους γονείς που καπνίζουν μπροστά στα παιδιά τους; Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έχουν επωμιστεί μεγάλο βάρος μέσω της φορολογίας, δεν υπάρχει άλλο περιθώριο», λέει ξεκαθαρίζοντας πως τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι επαγγελματίες του κλάδου της είναι υποχρεωμένοι να σεβαστούν το νόμο. «Η άποψη μας είναι αντίθετη αλλά όταν μιλάμε για μια νομοθεσία, είμαστε οι πάντες κάτω από αυτή. Δεν συμφωνούμε με το νόμο. Αν υπάρξει όμως το παραμικρό νομικό περιθώριο αντίδρασής μας, προφανώς και θα το εκμεταλλευτούμε προς όφελός των επιχειρήσεών μας».

«Το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του»

Από την πλευρά του ο κ. Μπεχράκης υπογραμμίζει την ανάγκη συνεργασίας όλων των μελών της κοινωνίας προκειμένου να αντιμετωπιστεί το μεγάλο αυτό ζήτημα της δημόσιας υγείας. «Δεν πρόκειται για μια αντιπαράθεση καπνιζόντων και μη καπνιζόντων αλλά για έναν νόμο προστασίας της δημόσιας υγείας από το παθητικό κάπνισμα. Βάσει των δημοσκοπήσεων που έχουμε κάνει, το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του. Είναι ένας νόμος που βγαίνει από την ψυχή της κοινωνίας », καταλήγει.

Εκείνο που πλέον μένει να φανεί στην πράξη είναι αν τελικά η τρίτη και τελευταία αυτή προσπάθεια απαγόρευσης του τσιγάρου θα εφαρμοστεί οδηγώντας την Ελλάδα στο κλαμπ των χωρών της Ευρώπης που θέτουν κανόνες στο κάπνισμα ή αντίθετα, γι’ ακόμη μία φορά θα επικρατήσει το πάθος των «θεριακλήδων» για τον καπνό…

*Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 06-10-19