Κορονοϊός: Αύξηση της βίας έφερε ο εγκλεισμός στο σπίτι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σοβαρά προβλήματα στη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή την οικογένεια, έχει δημιουργήσει ο κορονοϊός, καθώς οι πρωτόγνωρες συνθήκες εγκλεισμού και τα συνακόλουθα οικονομικά προβλήματα που προκύπτουν, αποτελούν πρόσφορο έδαφος για άσκηση βίας σε βάρος παιδιών και γυναικών.

Όπως μου εξηγεί  ο ψυχολόγος από το «Χαμόγελο του Παδιού» Δημήτρης Μπουρσινός, τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μια αύξηση καταγγελιών που αφορούν σε παραμέληση και κακοποίηση ανηλίκων. «Οι περισσότερες αναφορές που έχουμε είναι από τρίτα πρόσωπα που παρατηρούν ή ακούν κάτι. Υπάρχουν καταγγελίες για γονείς που κλειδώνουν στο μπαλκόνι τα παιδιά προκειμένου να τα τιμωρήσουν και άλλες που προκύπτουν από φωνές ή ήχους που παραπέμπουν σε κακοποιητικές συμπεριφορές», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον κ. Μπουρσινό, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός όλων των μελών της οικογένειας μέσα στο σπίτι, δυσκολεύει την επικοινωνία, η οποία πολλές φορές μπορεί να εκφράζεται με την άσκηση βίας. «Ζούμε υπό συνθήκες φόβου και έντονου άγχους. Αυτό σημαίνει ότι ήδη υπάρχοντα οικογενειακά προβλήματα που υπήρχαν αλλά δεν ήταν τόσο έντονα, μπορεί να οξυνθούν. Η προσαρμογή σε νέες συνθήκες ποτέ δεν είναι εύκολη», σημειώνει.

Εκείνο που κατά τον ίδιο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός πως εκτός από τα τηλεφωνήματα για καταγγελίες, υπάρχουν κι εκείνα που γίνονται από γονείς, οι οποίοι ζητούν συμβουλές για το πώς να διαχειριστούν τη νέα αυτή πραγματικότητα. «Η κάθε οικογένεια πλέον είναι ένα χωνευτήρι που μαζέψει όλες τις δυσκολίες και το άγχος που έρχεται απ’ έξω και θα δοκιμαστεί. Ελπίζω ότι από αυτή τη δυσκολία θα βγούμε πιο δυνατοί και με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης».

«Εγκλωβισμένες» οι γυναίκες – θύματα βίας

Την ίδια ώρα, το σπίτι, στο οποίο οι αρμόδιοι φορείς μας συνιστούν να μένουμε, αποτελεί κολαστήριο για αρκετές γυναίκες θύματα – βίας. Ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των πολιτών δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση γι’ αυτές καθώς η διαρκής παρουσία του κακοποιητή τους στο σπίτι, δεν τους επιτρέπει να καταγγείλουν το περιστατικό.

«Δυστυχώς για τις γυναίκες αυτές η παρούσα κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη διότι η δυνατότητα να εγκαταλείψουν την εστία τους είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι ξενώνες έχουν μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία φιλοξενίας που περιλαμβάνει και ιατρικές εξετάσεις από δημόσιο νοσοκομείο, πράγμα που αυτή την εποχή είναι δύσκολο να γίνει», μου αναφέρει η ψυχολόγος και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τα Δικαιώματα Κική Πετρουλάκη. Επιπλέον, η τηλεφωνική καταγγελία είναι αδύνατη λόγω της διαρκούς παρουσίας του θύτη ενώ η αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων δεν καθιστά εφικτή τη σύλληψη του δράστη. «Ακόμη και να συλληφθεί κάποιος στα πλαίσια του αυτοφώρου μετά από καταγγελία μιας γυναίκας, σε λίγες ώρες θα είναι στο σπίτι του», προσθέτει.

Σύμφωνα με την κ. Πετρουλάκη, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα που να πιστοποιούν την αύξηση ή μη της κακοποίησης γυναικών εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού. «Ακόμη όμως κι αν βγουν κάποια στοιχεία, αυτά δεν θα είναι ενδεικτικά της κατάστασης διότι για να καταγγείλεις κάποιον που σε κακοποιεί μέσα στο σπίτι, θα πρέπει αυτός ο κάποιος να λείπει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αυτές τις ημέρες. Επομένως, δε θα μου φανεί καθόλου περίεργο εάν παρατηρηθεί μείωση των καταγγελιών και των συνακόλουθων στατιστικών αυτή την εποχή». Μια λύση θα ήταν, κατά την ίδια, να μεριμνήσει η εκάστοτε Περιφέρεια για τις γυναίκες αυτές, ώστε σε περίπτωση κακοποίησης να μπορούν να μεταβούν σε ειδικούς χώρους και να παραμένουν ασφαλείς. «Απαιτείται να βρεθεί μια λύση έκτακτης ανάγκης, όπως συμβαίνει και με τους άστεγους. Αντί να περιμένουμε από τις κακοποιημένες γυναίκες να σταματήσουν μόνες τους την κακοποίηση για τις ίδιες και τα παιδιά τους θα πρέπει εμείς να κάνουμε κάτι».

Από την πλευρά της η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων Μαρία Συρεγγέλα, διευκρινίζει πως η βίαιη συμπεριφορά δεν είναι αποτέλεσμα των περιόδων κρίσεων. «Είναι πιθανόν ένας βίαιος σύντροφος ή σύζυγος να εντείνει τα βίαια περιστατικά σε περιόδους κρίσεως αλλά θα ήταν ούτως ή άλλως αυτή η συμπεριφορά του», αναφέρει.

Σημειώνεται ότι οι γυναίκες θύματα βίας μπορούν να τηλεφωνήσουν στην γραμμή SOS 15900, η οποία λειτουργεί 24 ώρες, επτά ημέρες την εβδομάδα ή να στείλουν email στο : sos15900@isotita.gr

Επίσης, μπορούν να βρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματείας και των Δήμων, τις υπηρεσίες που προσφέρουν και τους τρόπους επικοινωνίας μαζί τους, στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας,  www.isotita.gr και στην ιστοσελίδα κατά της βίας των γυναικών, www.womensos.gr.

Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης: «Τα κρούσματα στην Ελλάδα μπορεί να φτάνουν τα 50.000»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σοβαρά ερωτήματα για τον πραγματικό αριθμό των νοσούντων από κορονοϊό στη χώρα μας, εγείρει  ο   διακεκριμένος καθηγητής Παθολογίας και Επιδημιολογίας και Πληθυσμιακής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής του πανεπιστημίου Στάνφορντ των Ηνωμένων Πολιτειών, Ιωάννης Ιωαννίδης. Συγκεκριμένα, ενώ τα επίσημα καταγεγραμμένα κρούσματα είναι μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές 387, ο  επιστήμονας που πριν από λίγα χρόνια χαρακτηρίστηκε ως ο πιο τολμηρός  κι ένας από τους σύγχρονους διανοητές με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να φτάνουν αυτή τη στιγμή ακόμη και τις 50.000.

«Αν έπρεπε να διακινδυνεύσω κάποια εκτίμηση, ο αριθμός των μολυσμένων ατόμων στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή μπορεί να ποικίλλει από 1.000 έως 50.000 άτομα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία άτομα που μέχρι στιγμής είναι χωρίς συμπτώματα ή με ελαφρά συμπτώματα και που δεν έχουν ελεγχθεί για τον ιό. Μέχρι τώρα οι θάνατοι από κορονοϊό είναι βέβαια ελάχιστοι σε σχέση με τους θανάτους από την απλή γρίπη, αλλά η πιθανότητα εκθετικής αύξησή τους δεν έχει αποκλειστεί», μου λέει χαρακτηριστικά.

Απαντώντας στο ερώτημα για το αν θα σημειωθεί ύφεση της νόσου όσο θα ανεβαίνει η θερμοκρασία, ο δρ. Ιωαννίδης ξεκαθαρίζει πως δεν υπάρχουν μέχρι αυτή τη στιγμή δεδομένα που να οδηγούν με ασφάλεια σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. «Οι άλλοι κορονοϊοί που ξέραμε μέχρι τώρα έχουν σαφή εποχικότητα, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι αυτό θα ισχύσει και για τον καινούργιο SARS-CoV-2. Μπορεί επίσης να μειωθούν τα κρούσματα όσο ζεσταίνει ο καιρός, αλλά να μην εξαλειφτεί τελείως και να επιστρέψει με το φθινόπωρο. Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς αυτό», σημειώνει τονίζοντας ότι θα πρέπει να παρακολουθούνται πολύ προσεκτικά τα δεδομένα  που συγκεντρώνονται από περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου όπως η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Σιγκαπούρη.

Σε ό,τι έχει να κάνει με το πολυπόθητο εμβόλιο που θα «δαμάσει» τον κινεζικό ιό, ο ομογενής καθηγητής Ιατρικής διευκρινίζει πως αν και ο χρόνος που απαιτείται για την παρασκευή ενός εμβολίου έχει επιταχυνθεί σημαντικά, θα χρειαστούν ένα με δύο χρόνια προκειμένου να γίνουν οι κατάλληλες κλινικές δοκιμές που θα δείξουν ότι είναι αποτελεσματικό και ασφαλές. «Άλλοι κορονοϊοί είναι γνωστοί εδώ και δεκαετίες αλλά δεν υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για να γίνει κάποιο εμβόλιο. Έγιναν βέβαια κάποιες  προσπάθειες αλλά δεν πήγαν μακριά. Πριν 30 χρόνια για παράδειγμα ένα εμβόλιο που δοκιμάστηκε για κορονοϊό της γάτας είχε αρνητικά αποτελέσματα γιατί οδηγούσε σε υπεραντίδραση και θάνατο αντί για προστασία μετά από έκθεση σε ιό. Άρα, αν και είμαι αισιόδοξος ότι θα υπάρξει τελικά κάποιο εμβόλιο, πρώτον δεν υπάρχει βεβαιότητα, δεύτερον δεν θα είναι διαθέσιμο σε αυτήν την οξεία φάση που διανύουμε, και τρίτον σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να βιαστούμε να δώσουμε εμβόλια στον πληθυσμό που δεν έχουμε ελέγξει τι κάνουν. Τα εμβόλια είναι από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας, όταν ξέρουμε ότι είναι αποτελεσματικά και ασφαλή».

Καραντίνα και λοιμοκαθαρτήρια στον ελλαδικό χώρο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Εις τα αρχάς κεφαλαλγία, οφθαλμοί στίλβοντες, γλώσσα κόκκινη εις την άκρην και λευκή εις την μέση, νάρκωσις, ενίοτε μεγάλη, ενίοτε μικροτέρα, άμεσος εμφάνισις βουβώνων, πότε ενός, και πότε δύο ομού, σχεδόν πάντοτε εμετός. Επομένως, αν η νόσος διαρκούσε, ηκολούθη πόνος δυνατός εις την κοιλίαν, γλώσσα πολλά κοκκίνη και ξηρά, δίψα, πρόσωπον κόκκινον. Τέλος, παράλήρησις και συχνότερα εις ύπνον καταφορά, οι βουβώνες αφανίζονται, θάνατος».

Με τα παραπάνω λόγια το 1837 ο αρχίατρος του ελληνικού κράτους περιγράφει τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι προσβεβλημένοι από πανώλη κατά την τελευταία επιδημία που έπληξε το νεότευκτο βασίλειο.  Οι πάσχοντες ή τα πιθανά κρούσματα έμπαιναν σε χώρους απομόνωσης, τα λεγόμενα λοιμοκαθαρτήρια, τα οποία δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό στον ελλαδικό χώρο από το 1456. Αργότερα, με την οριστικοποίηση των συνόρων του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους ιδρύονται μια σειρά από λοιμοκαθαρτήρια, κυρίως σε σημαντικά λιμάνια αλλά και χερσαίες πόλεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Πρόκειται για ένα είδος «υγειονομικής αστυνομίας» όπου πραγματοποιούταν κάθαρση ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων που προέρχονταν από περιοχές που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία ή περιοχές ύποπτες για ύπαρξη μεταδοτικών ασθενειών.

Κάτοψη του λοιμοκαθαρτηρίου της Αίγινας. Πηγή: Παπανικολάου – Κρίστενσεν Α.

Όπως μου εξηγεί  ο υποψήφιος διδάκτωρ νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννης Γονατίδης, οι άνθρωποι απομονώνονταν και «καθαρίζονταν» μέσω του αερισμού των παλιών τους ρούχων υπό την επιτήρηση ενός φύλακα. Τα εμπορεύματα εκτίθονταν στον αέρα, τα ζώα πλένονταν, ενώ τα γράμματα ανοίγονταν και, όπως κάθε γραπτό, καπνίζονταν με θειάφι.

«Φυσικά εάν κάποιος άνθρωπος ή εμπόρευμα προερχόταν από περιοχή που είχε ξεσπάσει μολυσματική νόσος, τότε περιοριζόταν κατευθείαν στο λοιμοκαθαρτήριο. Με την ολοκλήρωση της λοιμοκάθαρσης, οι ταξιδιώτες λάμβαναν πιστοποιητικό που βεβαίωνε πως υποβλήθηκαν σε καραντίνα και σημειωνόταν η ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το λοιμοκαθαρτήριο, καθώς και τα ποσά που πλήρωσαν για «δικαιώματα» κάθαρσης.

Έτος Πόλη Χρονικό Διάστημα Επιδημίας Θανόντες Ασθενείς Θνημότητα
1831 Κίμωλος Αρχές Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 27 29 0,93
1850 Κεφαλονιά Ιούλιος-Νοέμβριος 992 1858 0,53
1854 Πειραιάς 4 Ιουλίου-22 Αυγούστου 99 175 0,56
1854 Αθήνα Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1000
1854 Σύρος 500
1854 Μύκονος «εντός ολίγων ημερών» 29 39 0,74
1855 Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 611 1082 0,56
1855 Κεφαλονιά 7 Οκτωβρίου 1855-12 Ιανουαρίου 1856 79 174 0,45
1855 Κέρκυρα 23 Σεπτεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 480 884 0,54
1855 Αιτωλικό-Αγρίνιο Δεν σημειώνεται στην πηγή 456 794 0,57

Πηγές για τον πίνακα: (i) Χρήστος Λούκος, «Επιδημία και Κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)» (ii) Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (iii) Κώστας Κόμης, Χολέρα και λοιμοκαθαρτήρια (19ος – 20ος αιώνας). Το παράδειγμα της Σαμιοπούλας»

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια στον ελληνικό χώρο ιδρύθηκαν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, στο Ηράκλειο το 1456 και στη συνέχεια στα Χανιά, το Ρέθυμνο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η  βενετική διοίκηση ιδρύει λοιμοκαθαρτήρια και στα Επτάνησα.

«Οι διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις και προσαρτήσεις της Ελλάδας, μεταβάλουν διαρκώς το δίκτυο λοιμοκαθαρτηρίων. Λοιμοκαθαρτήρια ιδρύονται, ενεργοποιούνται και καταργούνται με Βασιλικά Διατάγματα που εκδίδονταν ανάλογα με την πληροφόρηση που υπάρχει για την εμφάνιση μολυσματικής νόσου σε κάποια περιοχή.  Σ’ αυτή την συνθήκη οφείλεται και το γεγονός πως δεν έχουν διασωθεί παρά σε μικρό βαθμό οι εγκαταστάσεις των λοιμοκαθαρτηρίων», σημειώνει ο δρ. Γονατίδης εξηγώντας πως η διάρκεια της καραντίνας που επιβάλλεται στα σύνορα του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα κυμαίνεται, ανάλογα με περιοχή από την οποία προέρχονται άνθρωποι και εμπορεύματα.«Για τους ανθρώπους μπορούσε να φτάσει τις 28 ημέρες και για τα εμπορεύματα έως και τις 40 μέρες», προσθέτει.

Το 1841 ολοκληρώνεται η κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο, το μεγαλύτερο του τότε ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα του Τύπου αναδεικνύονται συχνά οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των νοσούντων, όπως για παράδειγμα η έντονη μυρωδιά στα δωμάτια λόγω των αποπάτων, η εισδοχή βροχής,  η κακή ποιότητα τροφίμων καθώς και η αισχροκέρδεια στα προϊόντα πώλησης.

Δημοσίευμα από την εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», του 1903.

Ταξικές διαφορές στους χώρους εγκλεισμού

Στα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού διαβάζουμε μεταξύ άλλων την εμπειρία του από τον εγκλεισμό του στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, γνωστό και ως «νησί του διαβόλου» ή «Σπιναλόνγκα του Πειραιά». Ο εύπορος τραπεζίτης βρέθηκε σε καραντίνα στη νησίδα που βρίσκεται μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και τα όσα γράφει σε έναν φίλο του είναι αποκαλυπτικά των ταξικών διαφορών που υπήρχαν ακόμη και στους χώρους εγκλεισμού.

«[…]Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας, εν γένει ολόκληρον »σπιτικόν» οικογενείας μεσαίας τάξεως, και μοι ανήγγειλεν ότι όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανεχώρησα δια Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Άνθρωπο και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμενη την κάθαρσιν […]».

Όπως εξηγεί ο Γιαννης Γονατίδης, τα ταξικά ζητήματα στους χώρους απομόνωσης και εγκλεισμού ήταν έντονα διότι ο κάθε ταξιδιώτης όφειλε να καταβάλει ένα ποσό, γνωστό και ως «δικαίωμα κάθαρσης», κάτι που οι φτωχοί ταξιδιώτες αδυνατούσαν να κάνουν.

«Επιπλέον, τα έξοδα διαβίωσης εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν υψηλά και  οι αδύναμες κοινωνικο – οικονομικές ομάδες δεν τα κατέχουν, ενώ πολύ συχνά υπήρξαν καταγγελίες για αισχροκέρδεια επί της τιμής των βασικών ειδών διατροφής, όπως για παράδειγμα στο ψωμί. Όλα αυτά οδήγησαν συχνά σε αιτήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών να καλύψει το κόστος κάθαρσης και διαβίωσης των φτωχών ομάδων», λέει προσθέτοντας πως οι περισσότεροι εύποροι είχαν τη δυνατότητα ακόμη και να χρηματίσουν το προσωπικό προκειμένου να μείνουν λιγότερο εκεί.  «Η πολιτική δύναμη που είχαν ορισμένα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα διπλωμάτες ξένων κρατών, να παρακάμπτουν πλήρως τη διαδικασία της καραντίνας, εντάσσεται στο πλαίσιο των ταξικών διαφορών», συμπληρώνει.

Όψεις του λοιμοκαθαρτηρίου Κέρκυρας

Διαχρονική η κερδοσκοπία σε καιρούς επιδημίας

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, ήρθαν στο «φως» της δημοσιότητας ουκ ολίγα περιστατικά αισχροκέρδειας σε είδη πρώτης ανάγκης για την αντιμετώπιση του Covid-19, όπως μάσκες και αντισηπτικά που έφτασαν να πωλούνται σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και έναντι εκατοντάδων ευρώ.  Όπως εξηγεί ο κ. Γονατίδης, το φαινόμενο αυτό ήταν έντονα και κατά τη διάρκεια παλαιότερων επιδημιών.

«Η επιβολή καραντίνας ανθρώπων και εμπορευμάτων ωθεί στην αύξηση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο αναπτύσσεται γιατί, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που επικρατεί η επιδημία σε κάποια περιοχή παρατηρείται έλλειψη κάποιον προϊόντων και κατ’ επέκταση αύξηση της τιμής τους. Επομένως, εκεί εντοπίζεται η ευκαιρία για μεγαλύτερο κέρδος», λέει.

Εκτός όμως από τα λοιμακαθαρτήρια, σε περιόδους επιδημιών δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που επέλεγαν να… «πάρουν τα βουνά» προκειμένου να γλιτώσουν, μια δυνατότητα  βέβαια που δινόταν μόνο σε όσους διέθεταν κάρα για να φύγουν, δηλαδή τους αστούς. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες και οι φορές που οι κάτοικοι μιας «χτυπημένης» από μια ασθένεια πόλης, μετέβαιναν σε κοντινές περιοχές χωρίς ωστόσο να είναι καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους. Σύμφωνα με τον δρ. Γονατίδη, υπήρχε γενικότερα μια αντίληψη πως η ασθένεια ερχόταν απ’ έξω και κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να εγκατασταθεί κάπου αλλού, αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος. Ένας ακόμη λόγος που οι νεοφερμένοι ήταν ανεπιθύμητοι, ήταν ο φόβος εξάντλησης των προμηθειών.

Ερευνητικό πρόγραμμα θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή περίοδο

Αξίζει να σημειωθεί πως τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει το ερευνητικό πρόγραμμα «Γεωγραφία της επιτήρησης. Λοιμοκαθαρτήρια και υγειονομεία στο ελληνικό κράτος, 1821-1923» που θα υλοποιηθεί στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ρέθυμνο) υπό την επιστημονική επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας 19ου – 20ού αιώνα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Λήδας Παπαστεφανάκη και με την συνεργασία της υποψήφιας διδάκτόρισσας νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Μαρίας Παππά και του υπ. διδάκτορα νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννη Γονατίδη στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη νέων ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές» του Επιχειρησιακού προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση».

Τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου αναμένεται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την ιστορία των λοιμοκαθαρτηρίων, της καραντίνας και των επιδημιών στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1821-1923, ζητήματα για τα οποία μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε μια συνολική μελέτη.

*Κεντρική εικόνα: Η δημιουργία του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1980

Κορονοϊός: Ο Δρ. Χρήστος Κυρατσούς στη μάχη για το νέο φάρμακο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Καθημερινή μάχη με την πανδημία του κορονοϊού, που μέχρι στιγμής έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από έξι χιλιάδες ανθρώπους παγκοσμίως, ενώ παράλληλα έχει τρομοκρατήσει εκατομμύρια άλλους, δίνει μέσα στα εργαστήρια της φαρμακευτικής εταιρίας Regeneron ο ελληνικής καταγωγής ερευνητής, Χρήστος Κυρατσούς.

Ο 39χρονος επιστήμονας, τον οποίο το περιοδικό Business Insider συμπεριέλαβε στους 30 ανθρώπους παγκοσμίως που αναμένεται να μεταμορφώσουν το μέλλον των υπηρεσιών υγείας και ο οποίος πριν λίγα χρόνια βρήκε το φάρμακο κατά του Έμπολα, σώζοντας τη ζωή αρκετών ανθρώπων, που βρίσκονταν ένα βήμα πριν το θάνατο, μου εξηγεί πώς μέχρι το καλοκαίρι θα είναι έτοιμο το φάρμακο κατά του κορονοϊού

«Μαζί με την ομάδα μου στη Νέα Υόρκη ακολουθούμε την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και για τον αιμορραγικό ιό του Έμπολα. Σε έξι μήνες το πολύ τα αντισώματα που θα δίνονται στους ασθενείς με τη μορφή ένεσης, θα είναι έτοιμα. Οι πρώτες ομάδες που θέλουμε να διαφυλάξουμε είναι οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, αυτό που, στην ουσία, ο ίδιος και οι συνεργάτες του επιδιώκουν, είναι να μιμηθούν την αντίσταση του οργανισμού κάθε φορά που προσβάλλεται από έναν παθογόνο παράγοντα. «Αν για παράδειγμα κάποιος μολυνθεί από τον κορονοιό, το ανοσοποιητικό του σύστημα θα φτιάξει αντισώματα εναντίον του ιού αυτού. Εμείς προσπαθούμε να μιμηθούμε αυτή τη διαδικασία και να παραγάγουμε τα πιο αποτελεσματικά αντισώματα, τα οποία όταν χορηγηθούν σε κάποιον ασθενή, θα κολλήσουν επάνω στον ιό και θα σταματήσουν τη διασπορά του», σημειώνει.

Τα αντισώματα θα χορηγούνται στον οργανισμό υγειών αλλά και πασχόντων με ενέσεις, τις οποίες θα μπορεί κάποιος να κάνει μόνος του στο σπίτι, όπως για παράδειγμα αυτές της ινσουλίνης. Σε περίπτωση, όμως, που κάποιος χρειαστεί μεγάλη ποσότητα αντισωμάτων, η χορήγηση θα πραγματοποιείται σε νοσοκομεία με ενδοφλέβια έγχυση.

«Η παγκόσμια ανησυχία για τον Covid-19 οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για κάτι εντελώς καινούριο. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για εποχικό ιό και κατά πόσο θα επεκταθεί. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως εταιρίες και εργαστήρια δουλεύουν σκληρά, προκειμένου να παρασκευαστούν νέα φάρμακα ή και εμβόλια», λέει και ξεκαθαρίζει πως ο νέος κορωνοϊός δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη γρίπη του 1919, που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. «Και οι δύο προκαλούν λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος αλλά μοριακά είναι εντελώς διαφορετικοί», διευκρινίζει.

O άνθρωπος που νίκησε τον ιό Έμπολα

Ο διακεκριμένος επιστήμονας έφυγε από την Ελλάδα το 2004, προκειμένου να κάνει το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Όπως παραδέχεται, παρόλο που δεν ανήκει στη γενιά του brain drain, καθώς, την περίοδο που έφυγε η χώρα μας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της οικονομικής της ανάπτυξης, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφασή του.

«Ήταν μια συνειδητή επιλογή μου. Σίγουρα τότε η Ελλάδα ήταν σε καλύτερη μοίρα, όμως έφυγα για τους ίδιους λόγους που το κάνει κι ένας νέος σήμερα. Στην Αμερική μου δόθηκαν ευκαιρίες που δεν τολμούσα καν να φανταστώ στη χώρα μου», λέει.

Όσο για την πιο συγκινητική στιγμή της μέχρι τώρα ερευνητικής του πορείας, ο δρ. Κυρατσούς δηλώνει: «Πρόκειται αναμφισβήτητα για την ημέρα που διαπίστωσα ότι τα αντισώματα κατά του Έμπολα, που για καιρό παρασκευάζαμε, είχαν αποτέλεσμα και μάλιστα σε ετοιμοθάνατους ασθενείς. Καταφέραμε με την ομάδα μου να μειώσουμε δραματικά τη τη θνησιμότητα από τον ιό αυτό».