Ο άστεγος που βρήκε την Ιθάκη του μέσω «Σχεδίας»

 Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Στα ομηρικά έπη αποτέλεσε το μέσο διαφυγής, τον από μηχανής θεό που έσωζε τους Έλληνες από τη μέγγενη του πεπρωμένου. Ο λόγος για τη σχεδία που στο πέρασμα του χρόνου συνέχισε να αποτελεί τον φάρο για κάθε ναυαγό που αναζητούσε την δική του Ιθάκη. Εκείνη την Ιθάκη που συνάντησε και ο 64χρονος  Ορέστης μέσω του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», όταν πριν από λίγα χρόνια βρέθηκε στον άσσο.

Αφού έκανε ένα πέρασμα από ραδιόφωνα και εφημερίδες της συμπρωτεύουσας όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, στη συνέχεια εργάστηκε ως δάσκαλος ιππασίας και μετά αποφάσισε να ασχοληθεί με το εμπόριο, όμως, οι λάθος χειρισμοί είχαν σαν αποτέλεσμα να συσσωρευτούν τα χρέη του. Ο θάνατος της μητέρας του πριν από τρία χρόνια αποτέλεσε ένα μεγάλο πλήγμα για τον ίδιο, διότι εκτός από τον τραγικό χαμό της έπρεπε παράλληλα να έρθει αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της αστεγίας και τη βιαιότητα που μια τέτοια κατάσταση συνεπάγεται.

«Η ζωή μου πήρε την κάτω βόλτα, έμεινα στο δρόμο. Όμως οι διδαχές που πήρα από την κατάσταση αυτή μου είναι ιδιαίτερα πολύτιμες», μου λέει. Παίρνοντας ανά χείρας έναν υπνόσακο και κάποιες αλλαξιές ρούχων, βρήκε μια μικρή «φωλιά» για να περάσει το πρώτο του βράδυ. Όσο περνούσαν οι μέρες αναζητούσε πιο ανοιχτά μέρη, δίπλα στη θάλασσα, ενώ όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε, κοιμόταν σε ένα μικρό σπιτάκι παιδικής χαράς.

«Το να μείνει κανείς άστεγος είναι μια κατάσταση που δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί. Πολλοί βρίσκουν καταφύγιο στα ναρκωτικά μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τη νέα αυτή πραγματικότητα. Ο κόσμος τους κοιτάζει με περιφρόνηση στο δρόμο και τους αποκαλεί ‘’πρεζάκια’’. Αναρωτήθηκε άραγε κανείς πώς και γιατί αυτοί οι άνθρωποι κατέληξαν να είναι ‘’πρεζάκια’;’», διερωτάται με παράπονο.

Μια μέρα αποφάσισε να πάει με τα πόδια στη Χαλκιδική προκειμένου να βρει δουλειά σε κάποιο τουριστικό κατάλυμα ή στον τομέα της εστίασης. Η σεζόν όμως βρισκόταν προς το τέλος, οι θέσεις εργασίας είχαν προ πολλού καλυφθεί  κι έτσι γύρισε πίσω στη Θεσσαλονίκη, άπραγος και τρομερά κουρασμένος μια και είχε διανύσει με τα πόδια δεκάδες χιλιόμετρα.

Για καλή του τύχη εντάχθηκε σε ένα πρόγραμμα της οργάνωσης «Άρση» κι έτσι βρήκε έναν χώρο όπου θα μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια. Παράλληλα, πουλούσε βιβλία στο δρόμο, όμως, η εμπειρία αυτή ήταν για τον ίδιο δραματική. «Μπορώ με απόλυτη σιγουριά να σας πω πως κινδυνεύεις περισσότερο όταν πουλάς βιβλία στο δρόμο παρά όταν κοιμάσαι αδέσποτος στα σοκάκια. Με συνέλαβε η αστυνομία επειδή δεν είχα άδεια μικροπωλητή και με έκλεισαν φυλακή», λέει με παράπονο.

Όταν τελείωσε κι αυτός ο εφιάλτης του, ο Ορέστης έμαθε για το περιοδικό δρόμου «Σχεδία» κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του κι εκεί. «Είναι ακριβώς μια σχεδία, ένα στήριγμα για εμένα. Δεν θα βγάλω περιουσία πουλώντας το περιοδικό αλλά κερδίζω ένα αξιοπρεπές μεροκάματο», επισημαίνει. Όσο για την εμπειρία του ως πωλητής του περιοδικού, το να γίνεται αόρατος από τους περαστικούς είναι κάτι που έχει συνηθίσει και το οποίο δικαιολογεί. «Όταν κάποιος δεν μπορεί να αγοράσει το έντυπο, είναι λογικό να περνάει από μπροστά σου και να χαμηλώνει το βλέμμα, να κάνει πως δε σε βλέπει. Νιώθει αμηχανία, είναι ανθρώπινο», λέει και προσθέτει πως σε γενικές γραμμές ο κόσμος ενδιαφέρεται για τους άπορους και άστεγους πολίτες και μάλιστα με το παραπάνω.

Ο ίδιος δεν θεωρεί πλέον απίθανο το ενδεχόμενο να βρεθεί ξανά στο δρόμο. Είναι κάτι που σίγουρα απεύχεται, όμως, αυτό που έχει μάθει στα 64 χρόνια της ζωής του είναι, όπως χαρακτηριστικά λέει,  πως όλα είναι πιθανά. «Η ζωή έχει πολλά σκαμπανεβάσματα κι αυτό το βίωσα με πολύ σκληρό τρόπο. Ό,τι και να συμβεί από δω και στο εξής θα το αντιμετωπίσω», λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής και δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω.