Φίνος: Ο ριζοσπάστης κινηματογραφιστής μέσα από τις διηγήσεις του πιο στενού του συνεργάτη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία και τέχνη που μετρά δύο γενιές, το ισόγειο στούντιο του 80χρονου κινηματογραφιστή Νίκου Καβουκίδη σε μια γωνιά της λεωφόρου Καρέα, μπορεί ακόμα ν’ αντιστέκεται στο χρόνο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η αυστηρή φιγούρα του πρωτοπόρου Φιλοποίμενος  Φίνου, κάμερες από τη δεκαετία του ’30 με τις οποίες κινηματογραφήθηκαν τα ιστορικά γεγονότα στο Μέτωπο και αργότερα στην Αθήνα, παραμένουν αλώβητα για να θυμίζουν σε όλους τα χρόνια τα παλιά. Άλλωστε, ο κ. Καβουκίδης είναι από τους ελάχιστους εναπομείναντες συνεργάτες του «πατριάρχη» – όπως του αρέσει να τον αποκαλεί – του κινηματογράφου και μετέπειτα ιδρυτή της Finos Film αλλά κι ένας άνθρωπος που τον έζησε από πολύ κοντά, μια και από την ηλικία των 15 ετών παράτησε το σχολείο και δούλευε στα στούντιο του Φίνου στα Εξάρχεια.

«Έχω κλείσει 63 χρόνια στον κινηματογράφο και θεωρώ τον Φίνο πνευματικό μου πατέρα», μου λέει. Κατά τον αγώνα ενάντια στην ιταλική επίθεση ο πατέρας του κ. Καβουκίδη, Γιώργος – πρωτοπόρος κινηματογραφιστής της εποχής-, τραβούσε πλάνα με το Φίνο από την προσπάθεια των Ελλήνων στο Μέτωπο. Τα περισσότερα από αυτά καταστράφηκαν από τους Γερμανούς με την έναρξη της Κατοχής, ωστόσο κάποια – που παρουσιάζονται στο παρών site – διασώθηκαν.

Εικόνα από πλάνα που τράβηξε κατά την περίοδο της Κατοχής ο Φίνος με τον Γιώργο Καβουκίδη

Εικόνες από τα πλάνα του Φιλοποίμενα Φίνου και Γιώργου Καβουκίδη που διασώθηκαν

Ωστόσο, ο Φίνος δεν πτοήθηκε από το περιστατικό αυτό και η ακαταμάχητη επιθυμία του να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο τον οδήγησε το 1942, μια περίοδο σκληρής Γερμανικής Κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε πείνα και εκτελέσεις, στη δημιουργία της πρώτης ταινίας του με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς». «Ο πατέρας μου είχε αρκετές λίρες τότε και χρηματοδότησε την ταινία με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και τον Αιμίλιο Βεάκη. Έβαλε βέβαια και ο Φίνος λεφτά. Ήταν η πρώτη ταινία της Κατοχής και έγινε εθνικό θέμα», σημειώνει ο κ. Καβουκίδης. Μάλιστα, ο ενθουσιασμός των Αθηναίων ήταν τέτοιος που η πρεμιέρα στον κινηματογράφο Rex πήρε χαρακτηριστικά συλλαλητηρίου με λαμπάδες στην οδό Πανεπιστημίου, πράγμα που εξόργισε τους Γερμανούς.

Όπως εξηγεί ο κ. Καβουκίδης, η λαμπρή πορεία του Φίνου στον ελληνικό κινηματογράφο οφείλεται πρωτίστως στο πάθος που διέκρινε τον Έλληνα παραγωγό ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. «Ήταν παθιασμένος με αυτό που έκανε. Ζούσε γι’ αυτό. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν στο στούντιο. Δεν έβγαινε ούτε για να φάει», αναφέρει και τονίζει ότι από τα εργαστήριά του Φίνου πέρασαν και αναδείχτηκαν όλες οι λαμπρές προσωπικότητες του ελληνικού κινηματογράφου. «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκος Αλεξανδράκης αλλά και σκηνοθέτες, όπως ο σπουδαίος Αλέκος Σακελλάριος και ο Νίκος Τσιφόρος ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Φίνο». Μάλιστα, ο καλλιτέχνης των επιτυχιών Αλέκος Σακελλάριος ασχολήθηκε με το αντικείμενο έπειτα από παρότρυνση του Φίνου. Όπως θυμάται ο κ. Καβουκίδης, όταν ο Έλληνας παραγωγός ήθελε το 1948 να γυρίσει την ταινία ‘’Οι Γερμανοί ξανάρχονται’’  με  τους Βασίλη Λογοθετίδη και Γεωργία Βασιλειάδου, πρότεινε στον τότε θεατρικό συγγραφέα Σακελλάριο να σκηνοθετήσει. «Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει ιδέα, δεν ήθελε να το κάνει αλλά ο Φίνος επέμενε, του έβαλε δίπλα τον Ντίνο Καρύδη που ήξερε να στήνει τα πλάνα και να χειρίζεται τις μηχανές και κάπως έτσι ξεκίνησε τη μεγάλη του καριέρα στη σκηνοθεσία ο Σακελλάριος. Μαζί του έκανα την ταινία ‘’Δόλωμα’’ με τη Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Η Τζένη Καρέζη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία «Κοντσέρτο για Πολυβόλα»

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του σπουδαίου παραγωγού που αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας, ήταν η συνέπειά του απέναντι στους συνεργάτες του, τους οποίους πλήρωνε κάθε 15 μέρες. Όταν όμως γύρισε την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν, για την οποία δαπάνησε ένα αρκετά μεγάλο ποσό, δεν μπόρεσε να πληρώσει τους συνεργάτες του διότι οι εισπράξεις ήταν πολύ χαμηλές. «Ζήτησε δανεικά για να μας πληρώσει, τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Φίνος», αναφέρει με συγκίνηση ο κ. Καβουκίδης και συνεχίζει: «Είπε τότε στον Αλέκο Σακελλάριο να κάνουμε μια ταινία γρήγορα, προκειμένου η Finos Film να πάρει τα πάνω της. Έγραψε λοιπόν ο Σακελλάριος τον ‘’Ηλία του 16ου’’ και μέσα σε πέντε εβδομάδες τη γυρίσαμε, τη μοντάραμε και βγήκε στις αίθουσες. Μας είχε δώσει βιταμίνες ο Φίνος για να αντέξουμε τις πολλές ώρες εργασίας. Η ταινία έσκισε και η Finos Film επανήλθε στα καλά της».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία »Το ξύλο βγήκε απ’τον Παράδεισο»

«Ο κατσαβιδάκιας»

Ένα από τα πολλά παρατσούκλια που είχαν βγάλει οι συνεργάτες του στο Φίνο ήταν αυτό του «κατσαβιδάκια». Κι αυτό διότι, όπως διηγείται ο κ. Καβουκίδης, του άρεσε να επισκευάζει όλες τις κάμερες που αγόραζε. «Δεν λυπόταν τα χρήματα, έπαιρνε πάντα τα καλύτερα μηχανήματα από Γαλλία και Γερμανία, αλλά τα αγόραζε μεταχειρισμένα για να τα φτιάχνει ο ίδιος μετά με το κατσαβίδι του. Έπιαναν πολύ τα χέρια του», λέει τονίζοντας ότι όταν ο Φίνος έφερε στην Ελλάδα τα μαγνητόφωνα Nagra ξεκίνησε να τα λύνει με το κατσαβίδι του κι έστειλε επιστολή στην ελβετική εταιρία μέσω της οποίας παρότρυνε τους τεχνικούς να προβούν σε μα διόρθωση. «Ο κατασκευαστής Στέφαν Κουντέλσκι ανέφερε ότι η συγκεκριμένη διόρθωση προήλθε ύστερα από επισήμανση του Φίνου αλλά ο ίδιος δε ζήτησε ποτέ χρήματα γι’αυτό. Δεν ήταν καθόλου φιλάργυρος», αναφέρει και θυμάται ένα περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας «Κλωτσοσκούφι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

«Στην ταινία αυτή ήμουν οπερατέρ και η μισή γυρίστηκε με πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Νικουλινάκο. Όταν μετά είδε τα πλάνα ο Φίνος, αποφάσισε ότι δεν του άρεσε ο Νικουλινάκος, φώναξε τον Αλέκο Αλεξανδράκη και γυρίσαμε από την αρχή τα πλάνα. Αυτή η διαδικασία είχε πολλά έξοδα αλλά ο Φίνος δε λογάριαζε τίποτα. Η τελειομανία του στο θέμα της ποιότητας των ταινιών του ήταν πρωτόγνωρη».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας ο κύριος Καβουκίδης φανερά συγκινημένος θυμήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φιλοποίμενα Φίνου, τα οποία όπως είπε, τα πέρασε μέσα στο στούντιό του. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο ο Φίνος αγόρασε την πρώτη του ολοκαίνουρια κάμερα, την οποία είχε δίπλα στο κρεβάτι του και την »ψαχούλευε». «Ήταν μια μορφή πολύπλευρη, ένας διορατικός κινηματογραφιστής που όμοιός του δεν υπήρχε στην Ευρώπη. Νιώθω ευτυχής από την καριέρα μου στην 7η τέχνη κι αυτό το οφείλω στον Φίνο», καταλήγει.

Καραντίνα και λοιμοκαθαρτήρια στον ελλαδικό χώρο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Εις τα αρχάς κεφαλαλγία, οφθαλμοί στίλβοντες, γλώσσα κόκκινη εις την άκρην και λευκή εις την μέση, νάρκωσις, ενίοτε μεγάλη, ενίοτε μικροτέρα, άμεσος εμφάνισις βουβώνων, πότε ενός, και πότε δύο ομού, σχεδόν πάντοτε εμετός. Επομένως, αν η νόσος διαρκούσε, ηκολούθη πόνος δυνατός εις την κοιλίαν, γλώσσα πολλά κοκκίνη και ξηρά, δίψα, πρόσωπον κόκκινον. Τέλος, παράλήρησις και συχνότερα εις ύπνον καταφορά, οι βουβώνες αφανίζονται, θάνατος».

Με τα παραπάνω λόγια το 1837 ο αρχίατρος του ελληνικού κράτους περιγράφει τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι προσβεβλημένοι από πανώλη κατά την τελευταία επιδημία που έπληξε το νεότευκτο βασίλειο.  Οι πάσχοντες ή τα πιθανά κρούσματα έμπαιναν σε χώρους απομόνωσης, τα λεγόμενα λοιμοκαθαρτήρια, τα οποία δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό στον ελλαδικό χώρο από το 1456. Αργότερα, με την οριστικοποίηση των συνόρων του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους ιδρύονται μια σειρά από λοιμοκαθαρτήρια, κυρίως σε σημαντικά λιμάνια αλλά και χερσαίες πόλεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Πρόκειται για ένα είδος «υγειονομικής αστυνομίας» όπου πραγματοποιούταν κάθαρση ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων που προέρχονταν από περιοχές που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία ή περιοχές ύποπτες για ύπαρξη μεταδοτικών ασθενειών.

Κάτοψη του λοιμοκαθαρτηρίου της Αίγινας. Πηγή: Παπανικολάου – Κρίστενσεν Α.

Όπως μου εξηγεί  ο υποψήφιος διδάκτωρ νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννης Γονατίδης, οι άνθρωποι απομονώνονταν και «καθαρίζονταν» μέσω του αερισμού των παλιών τους ρούχων υπό την επιτήρηση ενός φύλακα. Τα εμπορεύματα εκτίθονταν στον αέρα, τα ζώα πλένονταν, ενώ τα γράμματα ανοίγονταν και, όπως κάθε γραπτό, καπνίζονταν με θειάφι.

«Φυσικά εάν κάποιος άνθρωπος ή εμπόρευμα προερχόταν από περιοχή που είχε ξεσπάσει μολυσματική νόσος, τότε περιοριζόταν κατευθείαν στο λοιμοκαθαρτήριο. Με την ολοκλήρωση της λοιμοκάθαρσης, οι ταξιδιώτες λάμβαναν πιστοποιητικό που βεβαίωνε πως υποβλήθηκαν σε καραντίνα και σημειωνόταν η ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το λοιμοκαθαρτήριο, καθώς και τα ποσά που πλήρωσαν για «δικαιώματα» κάθαρσης.

Έτος Πόλη Χρονικό Διάστημα Επιδημίας Θανόντες Ασθενείς Θνημότητα
1831 Κίμωλος Αρχές Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 27 29 0,93
1850 Κεφαλονιά Ιούλιος-Νοέμβριος 992 1858 0,53
1854 Πειραιάς 4 Ιουλίου-22 Αυγούστου 99 175 0,56
1854 Αθήνα Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1000
1854 Σύρος 500
1854 Μύκονος «εντός ολίγων ημερών» 29 39 0,74
1855 Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 611 1082 0,56
1855 Κεφαλονιά 7 Οκτωβρίου 1855-12 Ιανουαρίου 1856 79 174 0,45
1855 Κέρκυρα 23 Σεπτεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 480 884 0,54
1855 Αιτωλικό-Αγρίνιο Δεν σημειώνεται στην πηγή 456 794 0,57

Πηγές για τον πίνακα: (i) Χρήστος Λούκος, «Επιδημία και Κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)» (ii) Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (iii) Κώστας Κόμης, Χολέρα και λοιμοκαθαρτήρια (19ος – 20ος αιώνας). Το παράδειγμα της Σαμιοπούλας»

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια στον ελληνικό χώρο ιδρύθηκαν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, στο Ηράκλειο το 1456 και στη συνέχεια στα Χανιά, το Ρέθυμνο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η  βενετική διοίκηση ιδρύει λοιμοκαθαρτήρια και στα Επτάνησα.

«Οι διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις και προσαρτήσεις της Ελλάδας, μεταβάλουν διαρκώς το δίκτυο λοιμοκαθαρτηρίων. Λοιμοκαθαρτήρια ιδρύονται, ενεργοποιούνται και καταργούνται με Βασιλικά Διατάγματα που εκδίδονταν ανάλογα με την πληροφόρηση που υπάρχει για την εμφάνιση μολυσματικής νόσου σε κάποια περιοχή.  Σ’ αυτή την συνθήκη οφείλεται και το γεγονός πως δεν έχουν διασωθεί παρά σε μικρό βαθμό οι εγκαταστάσεις των λοιμοκαθαρτηρίων», σημειώνει ο δρ. Γονατίδης εξηγώντας πως η διάρκεια της καραντίνας που επιβάλλεται στα σύνορα του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα κυμαίνεται, ανάλογα με περιοχή από την οποία προέρχονται άνθρωποι και εμπορεύματα.«Για τους ανθρώπους μπορούσε να φτάσει τις 28 ημέρες και για τα εμπορεύματα έως και τις 40 μέρες», προσθέτει.

Το 1841 ολοκληρώνεται η κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο, το μεγαλύτερο του τότε ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα του Τύπου αναδεικνύονται συχνά οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των νοσούντων, όπως για παράδειγμα η έντονη μυρωδιά στα δωμάτια λόγω των αποπάτων, η εισδοχή βροχής,  η κακή ποιότητα τροφίμων καθώς και η αισχροκέρδεια στα προϊόντα πώλησης.

Δημοσίευμα από την εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», του 1903.

Ταξικές διαφορές στους χώρους εγκλεισμού

Στα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού διαβάζουμε μεταξύ άλλων την εμπειρία του από τον εγκλεισμό του στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, γνωστό και ως «νησί του διαβόλου» ή «Σπιναλόνγκα του Πειραιά». Ο εύπορος τραπεζίτης βρέθηκε σε καραντίνα στη νησίδα που βρίσκεται μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και τα όσα γράφει σε έναν φίλο του είναι αποκαλυπτικά των ταξικών διαφορών που υπήρχαν ακόμη και στους χώρους εγκλεισμού.

«[…]Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας, εν γένει ολόκληρον »σπιτικόν» οικογενείας μεσαίας τάξεως, και μοι ανήγγειλεν ότι όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανεχώρησα δια Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Άνθρωπο και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμενη την κάθαρσιν […]».

Όπως εξηγεί ο Γιαννης Γονατίδης, τα ταξικά ζητήματα στους χώρους απομόνωσης και εγκλεισμού ήταν έντονα διότι ο κάθε ταξιδιώτης όφειλε να καταβάλει ένα ποσό, γνωστό και ως «δικαίωμα κάθαρσης», κάτι που οι φτωχοί ταξιδιώτες αδυνατούσαν να κάνουν.

«Επιπλέον, τα έξοδα διαβίωσης εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν υψηλά και  οι αδύναμες κοινωνικο – οικονομικές ομάδες δεν τα κατέχουν, ενώ πολύ συχνά υπήρξαν καταγγελίες για αισχροκέρδεια επί της τιμής των βασικών ειδών διατροφής, όπως για παράδειγμα στο ψωμί. Όλα αυτά οδήγησαν συχνά σε αιτήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών να καλύψει το κόστος κάθαρσης και διαβίωσης των φτωχών ομάδων», λέει προσθέτοντας πως οι περισσότεροι εύποροι είχαν τη δυνατότητα ακόμη και να χρηματίσουν το προσωπικό προκειμένου να μείνουν λιγότερο εκεί.  «Η πολιτική δύναμη που είχαν ορισμένα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα διπλωμάτες ξένων κρατών, να παρακάμπτουν πλήρως τη διαδικασία της καραντίνας, εντάσσεται στο πλαίσιο των ταξικών διαφορών», συμπληρώνει.

Όψεις του λοιμοκαθαρτηρίου Κέρκυρας

Διαχρονική η κερδοσκοπία σε καιρούς επιδημίας

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, ήρθαν στο «φως» της δημοσιότητας ουκ ολίγα περιστατικά αισχροκέρδειας σε είδη πρώτης ανάγκης για την αντιμετώπιση του Covid-19, όπως μάσκες και αντισηπτικά που έφτασαν να πωλούνται σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και έναντι εκατοντάδων ευρώ.  Όπως εξηγεί ο κ. Γονατίδης, το φαινόμενο αυτό ήταν έντονα και κατά τη διάρκεια παλαιότερων επιδημιών.

«Η επιβολή καραντίνας ανθρώπων και εμπορευμάτων ωθεί στην αύξηση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο αναπτύσσεται γιατί, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που επικρατεί η επιδημία σε κάποια περιοχή παρατηρείται έλλειψη κάποιον προϊόντων και κατ’ επέκταση αύξηση της τιμής τους. Επομένως, εκεί εντοπίζεται η ευκαιρία για μεγαλύτερο κέρδος», λέει.

Εκτός όμως από τα λοιμακαθαρτήρια, σε περιόδους επιδημιών δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που επέλεγαν να… «πάρουν τα βουνά» προκειμένου να γλιτώσουν, μια δυνατότητα  βέβαια που δινόταν μόνο σε όσους διέθεταν κάρα για να φύγουν, δηλαδή τους αστούς. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες και οι φορές που οι κάτοικοι μιας «χτυπημένης» από μια ασθένεια πόλης, μετέβαιναν σε κοντινές περιοχές χωρίς ωστόσο να είναι καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους. Σύμφωνα με τον δρ. Γονατίδη, υπήρχε γενικότερα μια αντίληψη πως η ασθένεια ερχόταν απ’ έξω και κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να εγκατασταθεί κάπου αλλού, αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος. Ένας ακόμη λόγος που οι νεοφερμένοι ήταν ανεπιθύμητοι, ήταν ο φόβος εξάντλησης των προμηθειών.

Ερευνητικό πρόγραμμα θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή περίοδο

Αξίζει να σημειωθεί πως τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει το ερευνητικό πρόγραμμα «Γεωγραφία της επιτήρησης. Λοιμοκαθαρτήρια και υγειονομεία στο ελληνικό κράτος, 1821-1923» που θα υλοποιηθεί στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ρέθυμνο) υπό την επιστημονική επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας 19ου – 20ού αιώνα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Λήδας Παπαστεφανάκη και με την συνεργασία της υποψήφιας διδάκτόρισσας νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Μαρίας Παππά και του υπ. διδάκτορα νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννη Γονατίδη στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη νέων ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές» του Επιχειρησιακού προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση».

Τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου αναμένεται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την ιστορία των λοιμοκαθαρτηρίων, της καραντίνας και των επιδημιών στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1821-1923, ζητήματα για τα οποία μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε μια συνολική μελέτη.

*Κεντρική εικόνα: Η δημιουργία του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1980

Σε απόγνωση οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας

Τον δικό τους αγώνα δίνουν καθημερινά οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας, οι οποίοι καλούνται σε συνθήκες πανδημίας να φέρουν εις πέρας ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Παρά την χρόνια υποστελέχωση, πρέπει εκτός από τη φροντίδα των ασθενών να διαχειριστούν παράλληλα την υπερδιέγερση ψυχικά πασχόντων που βρίσκονται σε οξεία φάση και να διαφυλάξουν τη σωματική ακεραιότητα των ίδιων αλλά και των υπόλοιπων ασθενών.

«Υπάρχουν τρόφιμοι  που βλέπουν το αντισηπτικό σαν δηλητήριο κάθε φορά που προσπαθούμε να τους απολυμάνουμε τα χέρια. Κάποιοι άλλοι αντιδρούν ακόμη πιο έντονα και μας φτύνουν. Εκεί ο ρόλος του νοσηλευτή ψυχικής υγείας δεν είναι εύκολος, χρειάζεται υπομονή και επιμονή για να τους πείσουμε πως είναι για το καλό τους. Αν  αναλογιστεί κανείς και τις τραγικές ελλείψεις ακόμη και σε ατομικά μέτρα προστασίας, αντιλαμβάνεται πόσο δύσκολα βιώνουμε την πανδημία», αναφέρει ο Χάρης Ι., νοσηλευτής στο ΔΑΦΝΙ για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Ο ίδιος αγόρασε μάσκες και γυαλιά προστασίας βάζοντας χρήματα από την τσέπη του καθώς στο νοσοκομείο οι μάσκες, δίνονταν, όπως χαρακτηριστικά λέει, με το σταγονόμετρο.

«Μας ζητούσαν να φοράμε μάσκες μιας χρήσης για οκτώ ώρες. Αυτές μετά από περίπου δύο ώρες υγραίνονται και δεν παρέχουν καμιά απολύτως προστασία. Είναι σα να μην τις φοράς. Για να προστατέψω λοιπόν τον εαυτό μου προμηθεύτηκα μάσκες με προστατευτικό φίλτρο και γυαλιά από το φαρμακείο. Όταν έρχεσαι σε επαφή με ασθενείς που βρίσκονται σε υπερδιέγερση και ορισμένες φορές αντιδρούν και σε φτύνουν, πρέπει να προστατευτείς. Κι αφού το κράτος δεν φροντίζει γι’ αυτό, το κάνω μόνος μου», εξηγεί.

Υποστελέχωση

Όπως λέει, το κράτος έχει αφήσει ξεκρέμαστους τόσο τους ίδιους όσο και τους ψυχικά νοσούντες καθώς οι ελλείψεις σε προσωπικό είναι τέτοιες που από τύχη δεν έχουν αποβεί μοιραίες για τους τροφίμους του ψυχιατρείου. «Τη Μεγάλη Πέμπτη είχα βάρδια μαζί με δύο άλλους συναδέλφους και είχαμε υπό την εποπτεία μας δεκάδες ασθενείς. Ένας από αυτούς έκανε απόπειρα απαγχονισμού με τα κορδόνια των παπουτσιών του, ευτυχώς τον προλάβαμε», λέει τονίζοντας πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα μπορούσε σήμερα να ήταν νεκρός αν οι νοσηλευτές δεν αντιλαμβάνονταν έγκαιρα τι είχε συμβεί. «Τον σώσαμε καθαρά από τύχη. Όταν έχουμε υπό την εποπτεία μας τόσους ασθενείς, δεν είναι πάντα αυτονόητο ότι θα προλάβουμε αντίστοιχες περιπτώσεις», σημειώνει.

Τους τελευταίους δύο μήνες η κοινή γνώμη εξήρε το έργο των νοσηλευτών στα νοσοκομεία αναφοράς για τον αγώνα που δίνουν νυχθημερόν ενάντια στον Covid -19. Για τα ψυχιατρικά νοσοκομεία όμως δεν υπήρχε καμιά απολύτως μέριμνα και για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι στο ΔΑΦΝΙ πήραν την πρωτοβουλία να αδειάσουν δύο κλινικές κι εκεί να μένουν για 14 ημέρες τα νέα περιστατικά. «Ήταν ο μόνος τρόπος να προστατέψουμε τους υπόλοιπους ασθενείς αλλά και τους εαυτούς μας. Δεν ξέραμε εάν το κάθε νέο περιστατικό είχε ή όχι κορονοϊό καθώς δεν προβλεπόταν η διεξαγωγή τεστ», σημειώνει ο Γιώργος Αβραμίδης, νοσηλευτής στο ΔΑΦΝΙ και πρόεδρος του Συλλόγου Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων ΕΣΥ Ν. Αττικής.  Οι πρώτες ημέρες της εξάπλωσης του ιού στη χώρα μας, ήταν, όπως λέει ιδιαίτερα στρεσογόνες για τους ίδιους. «Βλέπαμε το κάθε νέο περιστατικό σαν ύποπτο κρούσμα. Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για ασθενείς που στην πλειονότητά τους δεν αντιλαμβάνονται τι εστί πανδημία. Σε ακολουθούν όπου πας, έρχονται κοντά σου κι εσύ το μόνο που έχει σαν μέτρο προστασίας είναι η μάσκα μιας χρήσης», καταλήγει.

Ακρίτες στο έλεος της πανδημίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ανησυχία και προβληματισμό προκαλούν τα απόνερα της τεράστιας υγειονομικής κρίσης του κορονοϊού στα ακριτικά νησιά. Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σε συνδυασμό με τα αρνητικά μηνύματα που εκπέμπονται στο μέτωπο του τουρισμού, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που απειλεί να «τινάξει στον αέρα» τις λιγοστές οικογένειες που έχουν απομείνει στις εσχατιές του Αιγαίου.

Ο 33χρονος Νικήτας Καμπούρης που διατηρεί στην Κάσο κατάστημα εστίασης έχει αρχίσει ήδη να βλέπει τα πρώτα σημάδια της ύφεσης. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως μου λέει, είναι στην πλειονότητά τους άνω των 65 ετών και δεν βγαίνουν από τα σπίτια τους λόγω του φόβου για τον ιό. «Εμείς, οι ελάχιστοι εναπομείναντες νέοι, τους βοηθάμε πηγαίνοντάς τους στο σπίτι τα φάρμακα και τα τρόφιμα. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη στο νησί αλλά η κατάσταση αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη τους επόμενους μήνες», σημειώνει. Τα τελευταία χρόνια η Κάσος είχε παρουσιάσει αύξηση του τουρισμού, κυρίως με ταξιδιώτες από Ιταλία, όμως ,φέτος οι ντόπιοι ελπίζουν στον εσωτερικό τουρισμό.

«Το νησί μας προσφέρει κάτι διαφορετικό, την ηρεμία. Κάθε χρόνο έχουμε λιγοστούς επισκέπτες από Κρήτη και Ρόδο, ελπίζουμε λοιπόν σε αυτούς», λέει προσθέτοντας πως αρκετοί Κασιώτες που διατηρούν εξοχικά στο νησί και μένουν στο εξωτερικό, έχουν ήδη ακυρώσει το φετινό ταξίδι στο νησί. Ο μεγαλύτερός του φόβος είναι πως με το πέρασμα των χρόνων η Κάσος θα αδειάσει καθώς όλο και περισσότεροι νέοι το εγκαταλείπουν μη μπορώντας να εργαστούν στον τόπο τους.

Η ακριτική Κάσος από ψηλά.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στους Λειψούς, όπου η βασικότερη πηγή εσόδων των ντόπιων είναι ο τουρισμός. «Έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά. Δεν πρόκειται απλά για ένα συμπλήρωμα αλλά για την κύρια ασχολία των κατοίκων», μου λέει ο δήμαρχος του νησιού Φώτης Μάγγος. Οι εκτιμήσεις του για το φετινό καλοκαίρι είναι δυσοίωνες όχι μόνο εξαιτίας της απουσίας ξένων επισκεπτών αλλά και διότι οι Έλληνες πολίτες έχουν ήδη εξουθενωθεί οικονομικά από τις συνέπειες της πανδημίας. «Δεν ξέρω κατά πόσο θα έχουν την άνεση να ταξιδέψουν φέτος».

Περίπου τρία μίλια νοτιότερα, στους Αρκιούς το κλίμα δεν διαφέρει και πολύ. Οι ελάχιστοι κάτοικοι του νησιού τους τελευταίους μήνες δεν βγαίνουν από το σπίτι. «Η συντριπτική πλειοψηφία είναι άνω των 70 ετών και ανήκει στις ευπαθείς ομάδες», τονίζει η Μαρία Τσιαλέρα, η δημοφιλής δασκάλα στο σχολείο του νησιού που έχει έναν μόλις μαθητή. Οι επισκέψεις ξένων τουριστών τα τελευταία δύο χρόνια είχαν αυξηθεί κατά 200%, συνεπώς  η επέλαση του κορονοϊού θα αφήσει τα σημάδια της και στο ακριτικό αυτό νησί.

«Στους Αρκιούς ο πρωτογενής τομέας έχει ατονήσει. Αυτό δεν οφείλεται σε αδιαφορία των ντόπιων αλλά στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν πια νέοι στο νησί, μόνο ηλικιωμένοι», σημειώνει η δασκάλα που δύο φορές την εβδομάδα πηγαινοέρχεται από τους Λειψούς όπου μένει, προκειμένου να ανταποκριθεί όσο το δυνατόν καλύτερα στα καθήκοντά της. «Αν και έχω μόνο έναν μαθητή, τα μαθήματα γίνονται μέσω τηλεφώνου, ακόμη κι όταν βρίσκομαι στους Αρκιούς. Τα περιοριστικά μέτρα ισχύουν για όλους», υπογραμμίζει επισημαίνοντας πως της προκαλεί θλίψη το άδειο καράβι κάθε φορά που ταξιδεύει. «Με τη σχετική άδεια του υπουργείου Παιδείας, έχω τη δυνατότητα να έρχομαι στους Αρκιούς από τους Λειψούς. Πέφτει το ηθικό μου όταν βλέπω την άδεια καμπίνα, όμως είμαι αισιόδοξη πως στο τέλος θα πάνε όλα καλά».

Στο άδειο πλοίο της γραμμής με προορισμό τους Αρκιούς.

Ο καρκίνος την εποχή του κορονοϊού

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Εκατομμύρια καρκινοπαθείς κάθε ηλικίας δίνουν σκληρή και άνιση πολλές φορές μάχη για να κερδίσουν μια ακόμη ευκαιρία για ζωή, όμως, η πανδημία του Covid -19 που «χτύπησε» ξαφνικά την πόρτα του πλανήτη, αποτέλεσε ένα ψυχολογικό «χαστούκι» για τους ίδιους. Οι συστάσεις των ειδικών για τις ευπαθείς ομάδες κατέκλυσαν τους τελευταίους μήνες τις ζωές μας με αποτέλεσμα οι πιο ευάλωτοι να νιώθουν εντελώς μετέωροι μπροστά στους δύο αυτούς αόρατους εχθρούς.

Τα νέα ωστόσο, δεν είναι τόσο δραματικά κι αυτό διότι, σύμφωνα με τον ελληνικής καταγωγής καθηγητή  Ογκολογίας  και επικεφαλής της έρευνας για τον καρκίνο στο ερευνητικό κέντρο Robert H. Lurie στο Northwestern University του Σικάγο, Λεωνίδα Πλατανιά, δεν είναι λίγοι οι καρκινοπαθείς που προσβλήθηκαν από τον Covid -19 στις ΗΠΑ και ανάρρωσαν από τον ιό. «Δεν είναι όλες οι μορφές καρκίνου ίδιες» διευκρινίζει και εξηγεί: «Ασθενείς με οξεία λευχαιμία,  άτομα που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών καθώς και όσοι υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία, χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία έχουν σίγουρα αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις, όμως, αυτό δεν σημαίνει πως όποιος καρκινοπαθής νοσήσει από τον ιό αυτό, θα έχει σοβαρές επιπλοκές».

Υψίστης σημασίας είναι σύμφωνα με τον ίδιο η αυστηρή τήρηση των μέτρων προφύλαξης και, φυσικά, η τακτική επίσκεψη στο νοσοκομείο για την καθιερωμένη θεραπεία. Ο φόβος του κορονοϊού, λέει, δεν θα πρέπει να μας κρατήσει μακριά από τους γιατρούς καθώς η διακοπή της θεραπείας για έναν καρκινοπαθή μπορεί να αποβεί μοιραία για τη ζωή του. «Απαιτείται συνεννόηση με το γιατρό. Δεν πρέπει ο ασθενής να παίρνει πρωτοβουλίες και να διακόπτει τη θεραπεία επειδή φοβάται να πάει στο νοσοκομείο. Όσοι υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία επιβάλλεται να έχουν ένα πρόγραμμα με το γιατρό τους και να συνεχίσουν τη θεραπεία τους», λέει.

Η περίοδος της πανδημίας αποτελεί αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερα τρομακτική εμπειρία για τους καρκινοπαθείς καθώς ζουν διαρκούς υπό τον φόβο της νόσησης. Σπουδαίο ρόλο στις περιπτώσεις αυτές παίζει, όπως λέει , το οικογενειακό περιβάλλον που οφείλει να είναι υποστηρικτικό και προστατευτικό. «Ο καρκίνος δεν είναι θανατική καταδίκη, όπως ήταν παλιά», υπογραμμίζει.

Αν και η επιστήμη και ειδικότερα ο κλάδος της Ιατρικής έχει αναμφισβήτητα σημειώσει μεγάλη πρόοδο με αποτέλεσμα ασθένειες που κάποτε οδηγούσαν τον πάσχοντα στο θάνατο, σήμερα να ελέγχονται πλήρως με φαρμακευτική αγωγή,  το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα και που λίγο πολύ όλους μας έχει απασχολήσει, είναι για ποιο λόγο αφού η επιστήμη έχει κάνει άλματα, δεν έχει βρεθεί ακόμη θεραπεία για τον καρκίνο. «Ο καρκίνος δεν είναι μια οντότητα, μια αρρώστια μόνο. Είναι πολλά είδη και μορφές που έχουν διαφορετική συμπεριφορά και ανταπόκριση στις θεραπείες. Κάποιες μορφές του όπως για παράδειγμα ο καρκίνος του μαστού στα αρχικά στάδια θεραπεύονται πλήρως, κάποιες άλλες όχι. Είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε ότι η επιστήμη έχει νικήσει τον καρκίνο.  Δε θα είναι κάτι μαγικό που θα συμβεί πολύ γρήγορα. Θα πάρει σίγουρα πολλά χρόνια αλλά βλέπουμε σημαντικές προόδους σε κάποια είδη», εξηγεί.

«Η Ελλάδα πέτυχε κάτι εντυπωσιακό»

Αναφερόμενος στην περίπτωση της χώρας μας, ο δρ. Πλατανιάς δήλωσε εντυπωσιασμένος από τον χειρισμό της κυβέρνησης και την ανταπόκριση των Ελλήνων πολιτών στην έκτακτη αυτή κατάσταση που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν. «Έγινε εξαιρετική δουλειά και οι μικροί, συγκριτικά με άλλες χώρες, αριθμοί κρουσμάτων και θανάτων οφείλονται αναμφισβήτητα στο Lockdown που έγινε πολύ γρήγορα», σημειώνει.

Τέλος, σχολιάζοντας τις απόψεις διάφορων επιστημόνων και μη που εκτιμούν πως η γρίπη είναι πιο θανατηφόρα από τον Covid – 19, ο ομογενής επιστήμονας λέει: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για εμένα πως ο κορονοϊός είναι πολύ χειρότερος από τη γρίπη. Εκτός από την εξαιρετικά γρήγορη μετάδοσή του, το 20% των νοσούντων στις ΗΠΑ παρουσιάζουν πολύ σοβαρά συμπτώματα και η κλινική τους εικόνα είναι πολύ βαριά», λέει και καταλήγει: «επιστήμονες από κάθε γωνιά του κόσμου κάνουν αγώνα δρόμου για το εμβόλιο. Ελπίζω σύντομα να το έχουμε στη διάθεσή μας».