Καραντίνα και λοιμοκαθαρτήρια στον ελλαδικό χώρο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Εις τα αρχάς κεφαλαλγία, οφθαλμοί στίλβοντες, γλώσσα κόκκινη εις την άκρην και λευκή εις την μέση, νάρκωσις, ενίοτε μεγάλη, ενίοτε μικροτέρα, άμεσος εμφάνισις βουβώνων, πότε ενός, και πότε δύο ομού, σχεδόν πάντοτε εμετός. Επομένως, αν η νόσος διαρκούσε, ηκολούθη πόνος δυνατός εις την κοιλίαν, γλώσσα πολλά κοκκίνη και ξηρά, δίψα, πρόσωπον κόκκινον. Τέλος, παράλήρησις και συχνότερα εις ύπνον καταφορά, οι βουβώνες αφανίζονται, θάνατος».

Με τα παραπάνω λόγια το 1837 ο αρχίατρος του ελληνικού κράτους περιγράφει τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι προσβεβλημένοι από πανώλη κατά την τελευταία επιδημία που έπληξε το νεότευκτο βασίλειο.  Οι πάσχοντες ή τα πιθανά κρούσματα έμπαιναν σε χώρους απομόνωσης, τα λεγόμενα λοιμοκαθαρτήρια, τα οποία δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό στον ελλαδικό χώρο από το 1456. Αργότερα, με την οριστικοποίηση των συνόρων του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους ιδρύονται μια σειρά από λοιμοκαθαρτήρια, κυρίως σε σημαντικά λιμάνια αλλά και χερσαίες πόλεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Πρόκειται για ένα είδος «υγειονομικής αστυνομίας» όπου πραγματοποιούταν κάθαρση ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων που προέρχονταν από περιοχές που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία ή περιοχές ύποπτες για ύπαρξη μεταδοτικών ασθενειών.

Κάτοψη του λοιμοκαθαρτηρίου της Αίγινας. Πηγή: Παπανικολάου – Κρίστενσεν Α.

Όπως μου εξηγεί  ο υποψήφιος διδάκτωρ νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννης Γονατίδης, οι άνθρωποι απομονώνονταν και «καθαρίζονταν» μέσω του αερισμού των παλιών τους ρούχων υπό την επιτήρηση ενός φύλακα. Τα εμπορεύματα εκτίθονταν στον αέρα, τα ζώα πλένονταν, ενώ τα γράμματα ανοίγονταν και, όπως κάθε γραπτό, καπνίζονταν με θειάφι.

«Φυσικά εάν κάποιος άνθρωπος ή εμπόρευμα προερχόταν από περιοχή που είχε ξεσπάσει μολυσματική νόσος, τότε περιοριζόταν κατευθείαν στο λοιμοκαθαρτήριο. Με την ολοκλήρωση της λοιμοκάθαρσης, οι ταξιδιώτες λάμβαναν πιστοποιητικό που βεβαίωνε πως υποβλήθηκαν σε καραντίνα και σημειωνόταν η ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το λοιμοκαθαρτήριο, καθώς και τα ποσά που πλήρωσαν για «δικαιώματα» κάθαρσης.

Έτος Πόλη Χρονικό Διάστημα Επιδημίας Θανόντες Ασθενείς Θνημότητα
1831 Κίμωλος Αρχές Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 27 29 0,93
1850 Κεφαλονιά Ιούλιος-Νοέμβριος 992 1858 0,53
1854 Πειραιάς 4 Ιουλίου-22 Αυγούστου 99 175 0,56
1854 Αθήνα Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1000
1854 Σύρος 500
1854 Μύκονος «εντός ολίγων ημερών» 29 39 0,74
1855 Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 611 1082 0,56
1855 Κεφαλονιά 7 Οκτωβρίου 1855-12 Ιανουαρίου 1856 79 174 0,45
1855 Κέρκυρα 23 Σεπτεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 480 884 0,54
1855 Αιτωλικό-Αγρίνιο Δεν σημειώνεται στην πηγή 456 794 0,57

Πηγές για τον πίνακα: (i) Χρήστος Λούκος, «Επιδημία και Κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)» (ii) Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (iii) Κώστας Κόμης, Χολέρα και λοιμοκαθαρτήρια (19ος – 20ος αιώνας). Το παράδειγμα της Σαμιοπούλας»

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια στον ελληνικό χώρο ιδρύθηκαν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, στο Ηράκλειο το 1456 και στη συνέχεια στα Χανιά, το Ρέθυμνο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η  βενετική διοίκηση ιδρύει λοιμοκαθαρτήρια και στα Επτάνησα.

«Οι διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις και προσαρτήσεις της Ελλάδας, μεταβάλουν διαρκώς το δίκτυο λοιμοκαθαρτηρίων. Λοιμοκαθαρτήρια ιδρύονται, ενεργοποιούνται και καταργούνται με Βασιλικά Διατάγματα που εκδίδονταν ανάλογα με την πληροφόρηση που υπάρχει για την εμφάνιση μολυσματικής νόσου σε κάποια περιοχή.  Σ’ αυτή την συνθήκη οφείλεται και το γεγονός πως δεν έχουν διασωθεί παρά σε μικρό βαθμό οι εγκαταστάσεις των λοιμοκαθαρτηρίων», σημειώνει ο δρ. Γονατίδης εξηγώντας πως η διάρκεια της καραντίνας που επιβάλλεται στα σύνορα του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα κυμαίνεται, ανάλογα με περιοχή από την οποία προέρχονται άνθρωποι και εμπορεύματα.«Για τους ανθρώπους μπορούσε να φτάσει τις 28 ημέρες και για τα εμπορεύματα έως και τις 40 μέρες», προσθέτει.

Το 1841 ολοκληρώνεται η κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο, το μεγαλύτερο του τότε ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα του Τύπου αναδεικνύονται συχνά οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των νοσούντων, όπως για παράδειγμα η έντονη μυρωδιά στα δωμάτια λόγω των αποπάτων, η εισδοχή βροχής,  η κακή ποιότητα τροφίμων καθώς και η αισχροκέρδεια στα προϊόντα πώλησης.

Δημοσίευμα από την εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», του 1903.

Ταξικές διαφορές στους χώρους εγκλεισμού

Στα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού διαβάζουμε μεταξύ άλλων την εμπειρία του από τον εγκλεισμό του στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, γνωστό και ως «νησί του διαβόλου» ή «Σπιναλόνγκα του Πειραιά». Ο εύπορος τραπεζίτης βρέθηκε σε καραντίνα στη νησίδα που βρίσκεται μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και τα όσα γράφει σε έναν φίλο του είναι αποκαλυπτικά των ταξικών διαφορών που υπήρχαν ακόμη και στους χώρους εγκλεισμού.

«[…]Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας, εν γένει ολόκληρον »σπιτικόν» οικογενείας μεσαίας τάξεως, και μοι ανήγγειλεν ότι όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανεχώρησα δια Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Άνθρωπο και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμενη την κάθαρσιν […]».

Όπως εξηγεί ο Γιαννης Γονατίδης, τα ταξικά ζητήματα στους χώρους απομόνωσης και εγκλεισμού ήταν έντονα διότι ο κάθε ταξιδιώτης όφειλε να καταβάλει ένα ποσό, γνωστό και ως «δικαίωμα κάθαρσης», κάτι που οι φτωχοί ταξιδιώτες αδυνατούσαν να κάνουν.

«Επιπλέον, τα έξοδα διαβίωσης εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν υψηλά και  οι αδύναμες κοινωνικο – οικονομικές ομάδες δεν τα κατέχουν, ενώ πολύ συχνά υπήρξαν καταγγελίες για αισχροκέρδεια επί της τιμής των βασικών ειδών διατροφής, όπως για παράδειγμα στο ψωμί. Όλα αυτά οδήγησαν συχνά σε αιτήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών να καλύψει το κόστος κάθαρσης και διαβίωσης των φτωχών ομάδων», λέει προσθέτοντας πως οι περισσότεροι εύποροι είχαν τη δυνατότητα ακόμη και να χρηματίσουν το προσωπικό προκειμένου να μείνουν λιγότερο εκεί.  «Η πολιτική δύναμη που είχαν ορισμένα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα διπλωμάτες ξένων κρατών, να παρακάμπτουν πλήρως τη διαδικασία της καραντίνας, εντάσσεται στο πλαίσιο των ταξικών διαφορών», συμπληρώνει.

Όψεις του λοιμοκαθαρτηρίου Κέρκυρας

Διαχρονική η κερδοσκοπία σε καιρούς επιδημίας

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, ήρθαν στο «φως» της δημοσιότητας ουκ ολίγα περιστατικά αισχροκέρδειας σε είδη πρώτης ανάγκης για την αντιμετώπιση του Covid-19, όπως μάσκες και αντισηπτικά που έφτασαν να πωλούνται σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και έναντι εκατοντάδων ευρώ.  Όπως εξηγεί ο κ. Γονατίδης, το φαινόμενο αυτό ήταν έντονα και κατά τη διάρκεια παλαιότερων επιδημιών.

«Η επιβολή καραντίνας ανθρώπων και εμπορευμάτων ωθεί στην αύξηση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο αναπτύσσεται γιατί, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που επικρατεί η επιδημία σε κάποια περιοχή παρατηρείται έλλειψη κάποιον προϊόντων και κατ’ επέκταση αύξηση της τιμής τους. Επομένως, εκεί εντοπίζεται η ευκαιρία για μεγαλύτερο κέρδος», λέει.

Εκτός όμως από τα λοιμακαθαρτήρια, σε περιόδους επιδημιών δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που επέλεγαν να… «πάρουν τα βουνά» προκειμένου να γλιτώσουν, μια δυνατότητα  βέβαια που δινόταν μόνο σε όσους διέθεταν κάρα για να φύγουν, δηλαδή τους αστούς. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες και οι φορές που οι κάτοικοι μιας «χτυπημένης» από μια ασθένεια πόλης, μετέβαιναν σε κοντινές περιοχές χωρίς ωστόσο να είναι καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους. Σύμφωνα με τον δρ. Γονατίδη, υπήρχε γενικότερα μια αντίληψη πως η ασθένεια ερχόταν απ’ έξω και κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να εγκατασταθεί κάπου αλλού, αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος. Ένας ακόμη λόγος που οι νεοφερμένοι ήταν ανεπιθύμητοι, ήταν ο φόβος εξάντλησης των προμηθειών.

Ερευνητικό πρόγραμμα θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή περίοδο

Αξίζει να σημειωθεί πως τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει το ερευνητικό πρόγραμμα «Γεωγραφία της επιτήρησης. Λοιμοκαθαρτήρια και υγειονομεία στο ελληνικό κράτος, 1821-1923» που θα υλοποιηθεί στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ρέθυμνο) υπό την επιστημονική επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας 19ου – 20ού αιώνα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Λήδας Παπαστεφανάκη και με την συνεργασία της υποψήφιας διδάκτόρισσας νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Μαρίας Παππά και του υπ. διδάκτορα νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννη Γονατίδη στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη νέων ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές» του Επιχειρησιακού προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση».

Τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου αναμένεται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την ιστορία των λοιμοκαθαρτηρίων, της καραντίνας και των επιδημιών στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1821-1923, ζητήματα για τα οποία μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε μια συνολική μελέτη.

*Κεντρική εικόνα: Η δημιουργία του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1980

Ιωαννίδης (Στάνφορντ): Στο 0,15% η θνητότητα της Covid-19

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Νέα και άκρως αποκαλυπτικά δεδομένα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πανδημία του κορονοϊού αλλά και στις μεθόδους που η Πολιτεία χρησιμοποιεί  για να την αντιμετωπίσει εφαρμόζοντας ολέθρια για την οικονομία μέτρα, φέρνει η νέα έρευνα του διακεκριμένου καθηγητή Ιατρικής του Στάνφορντ, Ιωάννη Ιωαννίδη.

Συγκεκριμένα, ο ομογενής επιστήμονας που θεωρείται «γκουρού» στο πεδίο της Στατιστικής Ιατρικής παγκοσμίως, συνέλεξε δεδομένα από 82 συνολικά μελέτες σχετικά με την θνητότητα του SARS- CoV- 2, και διαπίστωσε πως το ποσοστό θανάτων όσων έχουν νοσήσει από τον ιό, ανέρχεται μόλις σε 0,23% στο γενικό πληθυσμό και στο 0,05% στα άτομα κάτω των 70 ετών.

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο ίδιος στην εν λόγω μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες στο επίσημο επιστημονικό περιοδικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός πως οι 82 μελέτες αφορούν περισσότερο πληθυσμούς σε χώρες με υψηλό φορτίο θανάτων, αντιλαμβάνεται πως η πραγματική μέση θνητότητα ανά τον κόσμο, είναι ακόμη πιο χαμηλή. Σε παγκόσμιο επίπεδο, θεωρεί, ότι ανέρχεται στο 0,15% συνολικά και το 0,03% έως 0,04% στα άτομα κάτω των 70.

Όπως μου εξηγεί, το γεγονός πως εν τέλει η θνητότητα είναι χαμηλότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις, αποτελεί αναμφισβήτητα μια αισιόδοξη είδηση, που  δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγήσει σε χαλάρωση και εφησυχασμό.

«Σημασία στην επιστήμη έχει να ανακαλύπτουμε και να κοινωνούμε την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή, καλή ή κακή. Το να προσπαθούμε να πετύχουμε συμμόρφωση των ανθρώπων με διάφορα μέτρα, κάποια από τα οποία μάλιστα είναι εξαιρετικά σκληρά,  χρησιμοποιώντας διογκωμένα δεδομένα – φόβητρα που δεν έχουν σχέση με την αλήθεια, δεν οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα. Μάλλον ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει αργά ή γρήγορα. Τα δεδομένα που έχουμε πλέον είναι αισιόδοξα», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως τα νέα αυτά δεδομένα μας δίνουν την ευκαιρία να δομήσουμε μια φυσιολογική ζωή, διατηρώντας λογικές προφυλάξεις για όλους και προστατεύοντας με πιο έντονα μέτρα ένα περίπου 10% του πληθυσμού.

Ερωτηθείς για την πολυπόθητη «ανοσία της αγέλης», μια έννοια ζωτικής σημασίας που θα σπάσει την αλυσίδα μετάδοσης του ιού και θα οδηγήσει στην κανονικότητα, ο δρ. Ιωαννίδης διευκρινίζει πως για να επιτευχθεί δεν είναι απαραίτητο να μολυνθεί το 60% του πληθυσμού, όπως γνωρίζαμε έως τώρα.

«Το ποσοστό αυτό το βλέπουμε σε πληθυσμούς με πολύ έντονη μίξη, όπως για παράδειγμα σε φτωχογειτονιές στην Ινδία ή τη Λατινική Αμερική, αλλά στους περισσότερους ανθρώπινους πληθυσμούς δεν ισχύει ότι όλοι οι άνθρωποι θα συναντηθούν με όλου του άλλους», υπογραμμίζει, εξηγώντας ότι σε κανονικές συνθήκες, το επιδημικό κύμα μπορεί να καμφθεί με ένα ποσοστό της τάξης του 40%, 30% ή ακόμα και με 10%  μόλυνσης του πληθυσμού.  Επιπλέον, επισημαίνει πως δεν υπάρχει ακόμη μια ξεκάθαρη θέση της επιστημονικής κοινότητας αναφορικά με το κατά πόσο είναι αποτελεσματική μια προϋπάρχουσα κυτταρική ανοσία από πιθανές εκθέσεις σε παλιότερους κορονοϊούς.

«Αποφυγή συγχρωτισμού. Οι μάσκες δεν κάνουν θαύματα»

Ο δρ. Ιωαννίδης, πάντως, παίρνει θέση και για ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που έχει απασχολήσει, και ,αρκετές φορές ταλαιπωρήσει, την κοινή γνώμη: τη χρήση της μάσκας και κατά πόσο αυτή είναι ικανή από μόνη της να προστατεύσει τους πολίτες από την πανδημία. Επ’ αυτού σημειώνει πως οι μάσκες έχουν χρησιμότητα για κάποιον που είναι μολυσμένος καθώς και για όσους έρχονται σε επαφή μαζί του.

«Τόσο οι δικές μου έρευνες, όσο και άλλων επιστημόνων δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των μολυσμένων ατόμων με τον νέο κορονοϊό δεν έχουν διαγνωστεί, είτε γιατί δεν έχουν καθόλου συμπτώματα, είτε γιατί έχουν ελαφρά συμπτώματα και δεν έχουν ελεγχθεί,  και επειδή τουλάχιστον ένας στους δέκα ασυμπτωματικούς/ολιγοσυμπτωματικούς μπορεί να μεταδώσει τον ιό, οι μάσκες είναι χρήσιμες γενικότερα όταν έχουμε ένα ενεργό επιδημικό κύμα, όπως σήμερα στην Ελλάδα, σε όλες τις περιστάσεις όπου υπάρχει συγχρωτισμός ή όπου δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συγχρωτισμός διατηρώντας αποστάσεις. Από την άλλη πλευρά, η χρήση της μάσκας δεν έχει απόλυτη αποτελεσματικότητα και, επιπλέον, στην καθημερινή χρήση, επειδή συχνά η μάσκα δεν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να μην προστατεύει όσο θα θέλαμε. Άρα καλό είναι κάποιος να αποφεύγει όσο μπορεί τον μεγάλο συγχρωτισμό και να μην περιμένει από τις μάσκες να κάνουν θαύματα»..

Τέλος, προλαβαίνοντας  όλους όσους θα σπεύσουν να τον χαρακτηρίσουν για ακόμη μία φορά ως «αιρετικό», «ακραίο», ακόμη και «αγαπημένο επιστήμονα των αρνητών της μάσκας», όπως συμβαίνει κάθε φορά που εκφράζει την, τεκμηριωμένη επιστημονικά, άποψή του σε διεθνή και ελληνικά μέσα ενημέρωσης, απαντά: «Αυτό που εμφανώς είναι ακραίο φαινόμενο είναι η μη εποικοδομητική τρομολαγνία και επίσης τα διάφορα σκληρά, τυφλά μέτρα είναι συνήθως ακρότητες που κάνουν περισσότερο καλό παρά καλό. Και τα δύο θα πρέπει να αποφευχθούν. Νομίζω ότι η μεγάλη πλειοψηφία της σοβαρής επιστημονικής κοινότητας συμμερίζεται τις απόψεις μου και αναζητά λιγότερο βλαβερές λύσεις στη διαχείριση της πανδημίας», λέει και καταλήγει: «Αν ξέρετε κάποιον σοβαρό επιστήμονα που με έχει χαρακτηρίσει ως ακραίο, θα χαρώ να ακούσω το όνομά του και ελπίζω να μην παραμείνει ανώνυμος ή ψευδώνυμος, άλλα να προσπαθήσει να διορθώσει τα συμπεράσματά μου στην επιστημονική βιβλιογραφία – εκεί όπου όλα  δημοσιεύονται με διαφάνεια. Είμαι πάντα ευγνώμων απέναντι σε όσους διορθώνουν τα πιθανά λάθη μου».

Βρέθηκε στέγη για την 90χρονη που πέταξαν στο δρόμο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Αντιμέτωποι με το βαρύ τίμημα του κοινωνικού αποκλεισμού και της οικονομικής εξαθλίωσης που φέρνει η εξάπλωση της πανδημίας στη χώρα μας, βρίσκονται χιλιάδες Έλληνες πολίτες. Μετά από μια δεκαετία ανέχειας και φτωχοποίησης ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, ο ιός έρχεται τώρα να «χτυπήσει» τους πιο ευάλωτους,  στερώντας τους τη δυνατότητα να καλύψουν ακόμη και τα βασικά τους έξοδα.

Όπως  μου εξηγεί ο επί χρόνια πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Νικήτας Κανάκης, η περίπτωση της 90χρονης που υπέστη έξωση πριν από λίγες ημέρες για οφειλόμενα ενοίκια ύψους 1.200 ευρώ είναι μία από τις πολλές που καταφθάνουν το τελευταίο χρονικό διάστημα στα γραφεία της Ακαδημίας Πλάτωνος, όπου στεγάζεται το Υπνωτήριο Αστέγων. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των περιπτώσεων είναι πως πρόκειται για ανθρώπους που έμειναν ολομόναχοι στον κόσμο ή έχουν ξεκοπεί από τα παιδιά τους.

«Υπάρχει ένας αυξημένος αριθμός κυρίως ηλικιωμένων ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Πλέον δεν υπάρχουν  δημόσια γηροκομεία, όπως παλιά και οι οίκοι ευγηρίας ζητούν ποσά, τα οποία όσα μικρά και να είναι, είναι σίγουρα αναντίστοιχα με μια μικρή σύνταξη που μπορεί να παίρνει κάποιος. Η 90χρονη είχε μια στοιχειώδη σύνταξη, υπάρχουν όμως άνθρωποι που δεν έχουν καταφέρει να την πάρουν, είτε διότι χρωστούν στα ταμεία, είτε διότι δεν έχουν συμπληρώσει τα ένσημα και βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος της κοινωνίας και στη βοήθεια των γειτόνων», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι πλέον είμαστε αντιμέτωποι με ένα καινούριο πρόβλημα που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.

«Αρχίζουμε να βλέπουμε κοινωνίες, οι οποίες γυρίζουν την πλάτη στον γηραιότερο πληθυσμό. Θυμίζω ότι σε κάποιες χώρες της Ευρώπης μίλησαν για ευθανασία ή για περιορισμό των δικαιωμάτων των ηλικιωμένων. Ας θυμηθούμε τι έγινε πέρυσι με τη γιαγιά που τη συνέλαβαν επειδή  πουλούσε τερλίκια στη λαϊκή. Όλοι αντιδράσαμε στο ότι συνελήφθη, αλλά κανένας δεν αναρωτήθηκε τι κάνει μια τόσο μεγάλη γυναίκα στη λαϊκή».

Την έδιωξαν βίαια

Όταν το βράδυ του Σαββάτου ο ίδιος ενημερώθηκε για την περίπτωση της 90χρονης γυναίκας που με τόσο βίαιο τρόπο εκδιώχθηκε από το διαμέρισμα που νοίκιαζε επί δέκα χρόνια, έσπευσε στο υπνωτήριο αστέγων των Γιατρών του Κόσμου για να τη συναντήσει.

«Όπως μου είπε η γιαγιά, την έβγαλαν έξω από το σπίτι με τη ρόμπα και τις παντόφλες της. Δεν της επέτρεψαν να πάρει μαζί της ούτε κάποια βασικά πράγματα και δεν την άφησαν να διανυκτερεύσει ούτε στην είσοδο της πολυκατοικίας ώστε να είναι προστατευμένη. Κοιμήθηκε για δύο βράδια στο δρόμο μαζί με το μικρόσωμο σκυλί της και τον 25χρονο εγγονό της», σημειώνει ο κ. Κανάκης.

Η μηνιαία σύνταξη της ηλικιωμένης ανέρχονταν στο εξευτελιστικό ποσό των 290 ευρώ και με τα μεροκάματα που κατά καιρούς έκανε ο εγγονός της τα έβγαζαν πέρα. Τους τελευταίους μήνες ωστόσο εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, ο 25χρονος δεν έβρισκε εύκολα δουλειά, με αποτέλεσμα τα χρήματα της σύνταξης να μην αρκούν για την εξόφληση του ενοικίου.

«Ήταν μια νοικοκυρά που ξαφνικά βρέθηκε να κοιμάται στο παγκάκι. Νιώθει θλίψη και ντροπή. Ας βάλουμε όλοι τον εαυτό μας στη θέση αυτής της γυναίκας. Φανταστείτε τα πράγματα τελικά να μην πάνε όπως τα είχαμε προβλέψει και να κληθούμε να διανυκτερεύσουμε στην πλατεία της γειτονιάς μας. Όταν ακούμε πως ένας άνθρωπος 90 ετών που θα έπρεπε να ζει τουλάχιστον με ηρεμία, κοιμάται στο παγκάκι, σημαίνει ότι κάτι δεν κάνουμε καλά ως κοινωνία».

Η 90χρονη που φιλοξενείται προσωρινά με τον εγγονό της στο υπνωτήριο αστέγων των Γιατρών του Κόσμου, σύντομα θα ζει και πάλι σε ένα κανονικό σπιτικό. Κι αυτό χάρις την ευαισθητοποίηση ενός κατοίκου του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος προσφέρθηκε να παραχωρήσει στην 90χρονη και τον εγγονό της μια μονοκατοικία, χωρίς αντίτιμο. Την ανακαίνιση του σπιτιού θα αναλάβουν οι Γιατροί του Κόσμου αξιοποιώντας τα έσοδα που συγκεντρώθηκαν τις δύο προηγούμενες ημέρες από τους πολίτες.

«Θέλουμε να της δώσουμε πίσω την αξιοπρέπεια που στερήθηκε με τόση βιαιότητα στα 90 της χρόνια και της δείξουμε πως οι κοινωνίες τελικά  δεν είναι μόνο σκληρές αλλά υπάρχει και ανθρωπιά εκεί έξω. Κι αυτό είναι κάτι που λαμβάνω από το βράδυ του Σαββάτου, οπότε και γνωστοποιήθηκε το περιστατικό».

Αναμένεται αύξηση των αστέγων το χειμώνα

Αυτή την περίοδο στο υπνωτήριο αστέγων φιλοξενούνται περίπου 50 άνθρωποι που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας βρέθηκαν στο δρόμο. Όπως εκτιμά ο κύριος Κανάκης, οι ερχόμενοι μήνες θα είναι ακόμη πιο δύσκολοι καθώς αναμένεται να αυξηθούν οι άστεγοι συμπολίτες μας.

«Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που χρωστούν πολλά ενοίκια, πρόκειται για ανθρώπους του μεροκάματου που άλλαξε τελείως η ζωή τους μετά την πανδημία. Πολλοί λοιπόν ζουν σε επ’ απειλούμενη στέγη, με το άγχος της έξωσης. Όσοι έχασαν τη δουλειά τους και τα έβγαζαν ούτως ή άλλως πέρα με δυσκολία, θα βρεθούν σε πολύ δύσκολες καταστάσεις το προσεχές διάστημα. Ήδη κάποιες οικογένειες στην Αττική ζουν χωρίς ρεύμα και νερό», λέει και καταλήγει πως τόσο ο ίδιος όσο και οι συνάδελφοί του θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή προκειμένου να προσφέρουν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, βοήθεια.

«Είμαστε γιατροί, γιατροί του κόσμου, όλου του κόσμου. Αυτό αρκεί».