Λέβιθα: Στο «ξερονήσι» του Αιγαίου υπάρχει ακόμη ζωή

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σε μια μικρή κουκκίδα γης στη μέση του Αιγαίου μια οικογένεια φυλάει Θερμοπύλες από το μακρινό 1820. Πλέον, ο Μανώλης Καμπόσος και οι συγγενείς του όντες οι μόνοι συνεχιστές μιας μακράς παράδοσης 200 χρόνων, αρνούνται κατηγορηματικά να εγκαταλείψουν τα Λέβιθα, το μικρό αυτό νησί που πριν λίγες ημέρες ήρθε στο προσκήνιο για τους λάθος λόγους και το οποίο σύμφωνα με ταξιδιωτικό βιβλίο της Τουρκίας, είναι από τους δέκα καλύτερους καλοκαιρινούς προορισμούς για ξεκούραση και ηρεμία.

Η προαναγγελία για δημιουργία κλειστής δομής για πρόσφυγες και μετανάστες στην εσχατιά του Αιγαίου, προκάλεσε αντιδράσεις ενώ παράλληλα «ξύπνησε» μνήμες από το κολαστήριο της Γυάρου. Ο 43χρονος Μανώλης Καμπόσος που ζει εκεί με τους γονείς και τον αδερφό του και διατηρούν μια μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα με εκατοντάδες αιγοπρόβατα, ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους πως δεν φεύγει τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, έστω κι αν για κάποιους μήνες το χρόνο αναγκάζεται να ζει μακριά από τη σύζυγο και τα παιδιά του, οι οποίοι μεταβαίνουν στην Πάτμο λόγω έλλειψης σχολείου στο νησί.

«Έμαθα από τις ειδήσεις για το ενδεχόμενο δημιουργίας δομής. Λυπάμαι πολύ διότι από το 2011 προσπαθώ να αποδείξω πως ο τόπος κατοικείται και δεν είναι βραχονησίδα, όπως τον χαρακτηρίζουν κάποιοι προκείμενου να δημιουργηθεί εδώ αιολικό πάρκο. Ξαφνικά ακούω πως θα έρθουν πρόσφυγες και μετανάστες εδώ. Άρα θέλουν να φέρουν τόσους αλλοδαπούς σε μια βραχονησίδα;», διερωτάται από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ο ίδιος θεωρεί καταστροφική την εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών στο νησί ενώ τα βάζει με την Πολιτεία καθώς, όπως λέει, παλεύει για χρόνια να λύσει ζητήματα που για άλλες περιοχές της χώρας είναι αυτονόητα. «Δεν υπάρχει καν γιατρός εδώ. Πριν από μια δεκαετία ο πατέρας μου παρουσίασε καρδιακό επεισόδιο, κάλεσα το Λιμενικό για να στείλει πλωτό σκάφος προκειμένου να τον μεταφέρω στο νοσοκομείο και μου απάντησαν πως για να έρθουν θέλουν βεβαίωση γιατρού. Τελικά δεν ήρθαν ποτέ. Αντί λοιπόν το ελληνικό κράτος να λύσει αυτά τα ζητήματα, ασχολείται με τη δημιουργία κλειστής δομής στην περιοχή», μου λέει.

Η ζωή στα Λέβιθα είναι αρκετά δύσκολη  και όπως εκτιμά, ακόμη κι αν τελικά δημιουργηθεί δομή για πρόσφυγες και μετανάστες, δεν θα αντέξουν ούτε οι ίδιοι. «Σε λιγότερο από μια εβδομάδα θα βουτήξουν στη θάλασσα για να φύγουν. Τι θα κάνουν εδώ; Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Φανταστείτε το λίγο. Θα τρελαθούν στο τέλος», σημειώνει.

Εκείνο που όπως λέει τον θλίβει, είναι το γεγονός πως κάθε καλοκαίρι οι τουρίστες από την Αγγλία που επισκέπτονται με τα σκάφη τους το νησί, του λένε πως στη δική τους χώρα το κράτος επιδοτεί τους κατοίκους για να πάνε να ζήσουν σε μικρά νησιά προκειμένου να υπάρχει ΑΟΖ. «Η Πολιτεία μας έχει εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού. Αντί το ελληνικό κράτος να φροντίσει να αξιοποιήσει τα Λέβιθα και άλλα ακριτικά νησιά, κάνει τα πάντα για να μας διώξει από εδώ, από τον τόπο που γεννηθήκαμε. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό δε μπορώ να καταλάβω αλλά με πονάει πολύ».

Έλληνας καθηγητής του Κολούμπια ανακάλυψε το νέο φάρμακο για τη σχιζοφρένεια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν ακόμη παιδί όταν στα γραφικά σοκάκια της Κομοτηνής όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας με συνομήλικούς του, «ρίζωσε» μέσα του η ιδέα της Ιατρικής. Παρόλο που στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος γιατρός, η ανάγκη του να βοηθά τον κόσμο γύρω του τον οδήγησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και εν συνεχεία στο περιβόητο Χάρβαρντ. Ο λόγος για τον διακεκριμένο πλέον καθηγητή Φυσιολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Ιωσήφ Γκώγκο, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε εκατομμύρια πάσχοντες από σχιζοφρένεια να ονειρευτούν ξανά μια ζωή λειτουργική αποκαθιστώντας τη δυνατότητά τους στη σκέψη και την εργασία.

Κι αυτό διότι πριν λίγο καιρό ο ομογενής ερευνητής κατάφερε να αποκαταστήσει σε τρωκτικά τη διαταραχή της λεγόμενης εργαζόμενης μνήμης, ένα από τα βασικότερα συμπτώματα της νόσου και υπεύθυνο για την αδυναμία των σχιζοφρενών να ανακαλούν άμεσα στο μυαλό τους χρήσιμες πληροφορίες. Πρόκειται για μια δυσλειτουργία που έχει υπάρξει αδύνατο να θεραπευτεί με τα υπάρχοντα φάρμακα, τα οποία είναι σε θέση μόνο να ελέγχουν κάποιες ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες.

Όπως μου εξηγεί ο ίδιος, με τον τρόπο αυτό οι πάσχοντες θα μπορούν να σκέφτονται, να αντιλαμβάνονται και να αποφασίζουν ορθότερα γεγονός που θα έχει αντίκτυπο σε καθημερινές εργασίες και στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. 

«Από τη στιγμή που γίνεται διάγνωση της σχιζοφρένειας, η κύρια αντιμετώπισή της είναι τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία ανακαλύφθηκαν τυχαία κατά τη δεκαετία του ’50, αρχικά σαν καταπραϋντικά για  προεγχειρητικούς ασθενείς. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την ασθένεια είναι παραλλαγές αυτών των αρχικών, τα οποία όμως δυστυχώς δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη μνήμη και κατά συνέπεια να καταστήσουν τον ασθενή λειτουργικό», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Έλληνας επιστήμονας προσθέτοντας ότι τα σκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά έχουν πολλές παρενέργειες με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να διακόπτουν την αγωγή.

Έχοντας ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με το αντικείμενο, αισθάνεται ιδιαίτερα δικαιωμένος για τη δουλειά του και ευτυχής για την ανακάλυψη στην οποία προχώρησε με την ερευνητική του ομάδα. «Είμαι αισιόδοξος πως σε λίγα χρόνια η θεραπεία που εφαρμόσαμε στα τρωκτικά καταφέροντας να αποκαταστήσουμε τη μνήμη τους, θα βοηθήσει και τους ανθρώπους», λέει διευκρινίζοντας πως το αμέσως επόμενο διάστημα θα ξεκινήσουν οι κλινικές δοκιμές κατά τις οποίες η αγωγή θα δοκιμαστεί σε έναν συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών προκειμένου να προσδιοριστεί σε πρώτη φάση η τοξικότητά της. «Οι κλινικές αυτές δοκιμές είναι μακροχρόνιες και δαπανηρές. Θα χρειαστούμε δηλαδή πέντε έως δέκα χρόνια αλλά θα σημειωθεί μεγάλη πρόοδος ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της σχιζοφρένειας που θα οδηγήσει με τη σειρά της στην εξέλιξη των φαρμάκων».

«Μπορούμε να προβλέψουμε τη νόσο»

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι κατά τον ίδιο το γεγονός πως πλέον μέσω του προγεννητικού ελέγχου μπορεί να διαπιστωθεί εάν το μωρό που κυοφορεί η γυναίκα, θα παρουσιάσει σχιζοφρένεια. Ήδη στην Αμερική αρκετές μητέρες έχουν προχωρήσει σε διακοπή της εγκυμοσύνης γι’ αυτόν το λόγο. Βέβαια, όπως εξηγεί ο ομογενής επιστήμονας, η εμφάνιση ή μη της νόσου δεν μπορεί να προβλεφθεί εκατό τις εκατό. «Μπορούμε μέσω του προγεννητικού ελέγχου να ανακαλύψουμε εάν υπάρχουν πιθανότητες το παιδί να εμφανίσει σε κάποια φάση της ζωής του σχιζοφρένεια. Είναι μια κατεξοχήν γενετική ασθένεια και μπορεί κάποιο ζευγάρι να μην έχει στο ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον κάποιον σχιζοφρενή ωστόσο να παρουσιαστούν μεταλλαγές στα γενετικά κύτταρα και το παιδί να γεννηθεί άρρωστο».

Το στίγμα

Σύμφωνα με τον δρα. Γκώγκο οι ασθενείς με τη συγκεκριμένη ψυχιατρική νόσο δεν είναι βίαοι και κατ’ επέκταση επικίνδυνοι για τους γύρω τους παρά μόνο για τον εαυτό τους, γι’ αυτό άλλωστε και ένα μεγάλο ποσοστό πασχόντων αυτοκτονεί. Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τρόμο στους περισσότερους ανθρώπους στο άκουσμα και μόνο της λέξης «σχιζοφρένεια»; «Η δαιμονοποίηση της νόσου ωφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη ενημέρωσης αλλά σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τον κινηματογράφο, όπου συχνά βλέπουμε πρωταγωνιστές με σχιζοφρένεια να παρουσιάζονται ως »τέρατα» που σκοτώνουν οποιονδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη προσέγγιση της νόσου η οποία απλά ενισχύει το στίγμα και τα στερεότυπα σε βάρος των πασχόντων», διευκρινίζει επισημαίνοντας ωστόσο πως ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να αναπτύξει επιθετική συμπεριφορά επειδή ακούει φωνές που του επιτάσσουν να κάνει κάτι βίαιο. «Δυστυχώς όμως αυτές είναι οι περιπτώσεις που ακούμε ή διαβάζουμε με αποτέλεσμα να δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση που έχει σήμερα ο περισσότερος κόσμος για τη σχιζοφρένεια», συμπληρώνει.

Μια γυναίκα τρόφιμος
του Δρομοκαΐτειου προσπάθησε να αποτυπώσει στον πίνακα το πώς ένιωθε η ίδια ως σχιζοφρενής. Ο πίνακας εκτίθεται σήμερα στο μουσείο του Ψυχιατρικού νοσοκομείου

Εκείνο που σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε να προκαλεί τρόμο, είναι το γεγονός πως πρόκειται για μια ασθένεια που αρχίζει εντελώς ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, στο τέλος της εφηβείας στους άνδρες και λίγο μετά την ηλικία των 25 στις γυναίκες. «Κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμοι να »απογειωθούν», να ξεκινήσουν δηλαδή μια ανεξάρτητη ζωή και να κάνουν τη δική τους οικογένεια».

«Δεν θα επέστρεφα στην Ελλάδα»

Ο 56χρονος σήμερα επιστήμονας έφυγε από τη χώρα μας μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ιατρική Αθηνών κι έκτοτε επιστρέφει μόνο για διακοπές. Όπως λέει, πρόκειται για μια πάρα πολύ σωστή απόφαση, η οποία τον εξέλιξε και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που δεν φανταζόταν καν ότι υπήρχαν. Όσο για τον αν σκέφτεται να γυρίσει μόνιμα πίσω στην πατρίδα του, η απάντησή του είναι καταγορηματική: «Σε καμία περίπτωση δε θα επέστρεφα στην Ελλάδα και οι λόγοι σχετίζονται καθαρά με την επιστήμη μου. Στην Αμερική αυτή τη στιγμή μου δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχω σε έρευνες και να ανακαλύπτω διαρκώς νέα δεδομένα γύρω από τη συγκεκριμένη ψυχιατρικη ασθένεια. Κάτι δηλαδή που στην Ελλάδα δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να κάνω», τονίζει.

Εκείνο που όλοι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνάντησε στη ζωή του τού είπαν, είναι πως υποφέρουν. Κι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του δρα. Γκώγκου. Να βάλει δηλαδή τέλος στον εφιάλτη τους με την ανακάλυψη νέων θεραπειών. «Όπως και με τον καρκίνο, ειναι απίθανο να βρούμε μια πανακεια, ένα φάρμακο δηλαδή για όλους τους ασθενείς με σχιζοφρένεια. Το πιο πιθανό ειναι ότι θα χρειαστούν περισσότερα απο ένα φάρμακα που θα στοχοποιούν ομάδες από ασθενείς, ίσως ανάλογα με την τις γενετικές μεταλλαγές που φέρουν στο DNA τους ή τον ακριβή τρόπο δυσλειτουργίας του εγκεφάλου τους», καταλήγει.

Νάσια Γκουβέρου: Η πρώτη γυναίκα στο μηχανοκίνητο τμήμα του ΕΚΑΒ

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό πρότυπο γυναίκας ενσαρκώνει η Νάσια Γκουβέρου, η οποία πηγαίνοντας κόντρα στα στερεότυπα που θέλουν το «αδύναμο» φύλο να μην ανταπεξέρχεται σε δουλειές προορισμένες για άνδρες, έγινε η πρώτη διασώστρια στο μηχανοκίνητο τμήμα του ΕΚΑΒ. Κάθε πρωί φορώντας την ειδική στολή και το κράνος της, «οργώνει» με τη μηχανή της την πρωτεύουσα παρέχοντας τις πρώτες βοήθειες σε έκτακτα περιστατικά. Η ίδια αποφάσισε πριν από περίπου έναν χρόνο να εγκαταλείψει την «ασφάλεια» που της παρείχε το ασθενοφόρο επί 13 συνεχόμενα έτη και να ασκήσει το επάγγελμά χωρίς συνοδό επάνω σε δύο τροχούς. «Στα ασθενοφόρα υπάρχουν πάντα δύο άνθρωποι μέσα στο όχημα ενώ ο μοτοσικλετιστής είναι και ενεργεί μόνος του χωρίς δεύτερη βοήθεια. Ήταν δική μου η απόφαση να το κάνω και παρά το γεγονός πως είμαι περισσότερο εκτεθειμμένη στον κίνδυνο με τη μηχανή, δεν το έχω μετανιώσει», μου λέει τονίζοντας πως πριν καν ξεκινήσει να εργάζεται στο νέο της πόστο, υπήρξε πληθώρα αρνητικών σχολίων ακόμη και από γυναίκες.

«Υπάρχει ένα ταμπού γύρω από τη θέση αυτή, κυρίως επειδή ο διασώστης πηγαίνει στα περιστατικά με μηχανή, ένα όχημα που παραδοσιακά είναι συνυφασμένο με τους άνδρες. Γι’ αυτό είμαι και η μόνη γυναίκα αυτή τη στιγμή στο τμήμα», εξηγεί και συνεχίζει: «Πολλοί είπαν ότι με την τοποθέτηση μιας γυναίκας στους μοτοσικλετιστές του ΕΚΑΒ ισοπεδώνονται τα πάντα ή ότι δεν θα τα καταφέρω επειδή είμαι γυναίκα. Ωστόσο το τμήμα μοτοσικλετιστών μου άνοιξε την αγκαλιά του και πλέον είμαστε οικογένεια. Τους ευχαριστώ θερμά για τη στήριξή τους».

Για τη Νάσια Γκουβέρου η δουλειά αυτή αποτελεί ένα αρκετά σημαντικό κομμάτι της ζωής της που της έχει χαρίσει συγκλονιστικές στιγμές. Όπως λέει, η ζωή ενός διασώστη δεν έχει ποτέ ρουτίνα καθώς κάθε μέρα αντιμετωπίζει κάτι καινούριο. «Ξυπνάω κάθε πρωί χαρούμενη επειδή θα πάω για δουλειά, αυτό είναι ευλογία», λέει και θυμάται κάποια περιστατικά που τη συγκίνησαν. «Από την επαφή μου με τους ανθρώπους για περισσότερο από μια δεκαετία, έχω λάβει πολλές συγκινήσεις. Όταν βλέπεις έναν καρδιακό ασθενή να σου λέει »σε παρακαλώ, μη με αφήσεις να πεθάνω» και σου φιλάει τα χέρια, είναι αδύνατον να το ξεχάσεις όσο ζεις. Επιπλέον, διαπίστωσα πόση ανάγκη έχουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι από μια καλή κουβέντα. Φωτίζεται το πρόσωπό τους όταν τους μιλώ με υποκοριστικά διότι νιώθουν ότι κάποιος τους νοιάζεται», σημειώνει.

Τέλος, σε ό,τι έχει να κάνει με τα ταμπού που σχετίζονται με το φύλο στον εργασιακό χώρο, προτρέπει τις γυναίκες να κλείσουν τα αυτιά τους στα πικρόχολα σχόλια και να προσηλωθούν στον στόχο τους. «Εγώ αυτό έκανα και δεν το μετάνιωσα στιγμή», καταλήγει.

Μαθητές Γυμνασίου συναναστρέφονται με ηλικιωμένους και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει την αλληλεγγύη, τον εθελοντισμό αλλά και υπενθυμίσει την ξεχασμένη αθωότητα των παιδικών χρόνων, το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων στη Θεσσαλονίκη φέρνει σε επαφή μαθητές από τα σχολεία της περιοχής με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Μάλιστα, η αλληλεπίδραση που έχουν μεταξύ τους οι δύο αυτές ηλικιακές ομάδες παρά το χάσμα που τις χωρίζει, είναι τόσο ευεργετική, που στο άμεσο μέλλον τα παιδιά θα έχουν τη δυνατότητα να «υιοθετήσουν» έναν παππού ή μια γιαγιά από τα ΚΗΦΗ.

«Ο κάθε μαθητής δηλαδή θα αναλάβει να επισκέπτεται δύο με τρεις φορές την εβδομάδα έναν ηλικιωμένο, τον οποίο θα βοηθά φέρνοντάς του φάρμακα ή κάνοντάς του διάφορες μικρές διευκολύνσεις. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία, η οποία θα βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια της αλληλεγγύης και να αντιληφθούν τη σοφία που κουβαλούν οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι. Όσο για τους ηλικιωμένους, η χαρά που παίρνουν κάθε φορά που περνούν χρόνο με παιδιά, είναι απερίγραπτη», εξηγεί στη «δημοκρατία» η πρόεδρος Πανελληνίου Συλλόγου Εργαζομένων στα ΚΗΦΗ κ. Εμμανουέλα Μαθιουδάκη. Όπως λέει, η επαφή των ηλικιωμένων με τους μαθητές, γνωστή και ως Διαγενεακή σύνδεση, ξεκίνησε αρκετό καιρό πριν, στα πλαίσια των μεγάλων εορτών, όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα και τα αποτελέσματα της αλληλεπίδρασης, ήταν θεαματικά. «Δυστυχώς πλέον οι νεότερες γενιές είναι προσκολλημένες σε οθόνες κινητών και υπολογιστών. Οι ηλικιωμένοι διδάσκουν στους μικρούς επισκέπτες τη συμπαράσταση αλλά και την επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους τα παλιά χρόνια, πράγματα που πια έχουν χαθεί ενώ πολλές φορές μαγειρεύουν μαζί, φυτεύουν λαχανικά και περνούν πολύ όμορφα», συμπληρώνει.

Ένας ακόμη σκοπός της συναναστροφής ανηλίκων με μεγαλύτερους ανθρώπους είναι η εξάλειψη του ρατσισμού για την τρίτη ηλικία, ένα φαινόμενο που, όπως σημειώνει η κ. Μαθιουδάκη, είναι ιδιαίτερα έντονο τα τελευταία χρόνια. «Πολλά παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι όταν βλέπουν έναν παππού ή μια γιαγιά τον αποκαλούν »γέρο» ή »γριά» κι αυτόματα στο μυαλό τους έρχεται η εικόνα ενός αδύναμου και πολλές φορές αντιπαθητικού ανθρώπου. Αυτό σταδιακά αλλάζει μέσα από τις συναναστροφές που πραγματοποιούνται στα ΚΗΦΗ», εξηγεί. Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχει βιώσει, είναι όταν κατά την επίσκεψη μαθητών στο Κέντρο Ημέρας, οι ηλικιωμένοι έδειχναν στα παιδιά με ποιο τρόπο μεταποιούσαν το πρόβειο μαλλί τα παλιότερα χρόνια προκειμένου να φτιάξουν την προίκα τους. «Έβλεπα τις γιαγιάδες να δείχνουν στους μαθητές πως έκαναν το ξάσιμο του μαλλιού, τους διηγούνταν ότι έπλεκαν τη φανέλα του στρατιώτη κι αυτά άκουγαν με προσοχή κι έκαναν διάφορες ερωτήσεις. Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να τα διηγούνται αυτά, θα διαβάζονται μόνο μέσα από βιβλία», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία»

Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο από το 1856

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το ημερολόγιο έδειχνε 31 Ιουλίου 1856 όταν για πρώτη φορά θεσπίστηκε η απαγόρευση του καπνίσματος στο νεοσύστατο τότε Ελληνικό κράτος. Με ένα σύντομο αλλά περιεκτικό διάταγμα που υπέγραφε «εν ονόματι του βασιλέως» η βασίλισσα Αμαλία, οι πολίτες απαγορεύονταν να καπνίζουν εντός δημοσίων κτηρίων και καταστημάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς. «Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε δια καπνοσυρίγκων (τσιμπουκίων), είτε δια σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων», διαβάζουμε μεταξύ άλλων στο βασιλικό «ελέω Θεού» διάταγμα.

Βασιλικό διάταγμα για απαγόρευση καπνίσματος

Τα χρόνια πέρασαν, οι επιστημονικές έρευνες που απεδείκνυαν τις ολέθριες επιπτώσεις του τσιγάρου στην υγεία άρχισαν να πληθαίνουν και το 2002 ψηφίζεται νόμος που απαγορεύει το κάπνισμα σε νοσοκομεία, δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εργασίας καθώς και μέσα μεταφοράς. Ωστόσο, οι ελλιπείς έλεγχοι καθιστούν το νόμο ανεφάρμοστο και το 2008 γίνεται ακόμη πιο αυστηρός με την αιτιολογία πως η Ελλάδα παρουσιάζει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, τα αποτελέσματα έρευνας του Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που έδειχναν πως το 7,32% των μαθητών είχε γευθεί τον καπνό του πρώτου τσιγάρου ήδη από το δημοτικό, είχε προκαλέσει πανελλήνιο σοκ.

«Από την 1η Ιουλίου η Ελλάδα σβήνει το τσιγάρο», διεμήνυε ο τότε υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος αφήνοντας ωστόσο κάποια παράθυρα … καπνού καθώς επέτρεπε τη δημιουργία κλειστών χώρων για καπνίζοντες σε νοσοκομεία, σχολεία και κτίρια δημόσιων υπηρεσιών. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος με έκταση μικρότερη των 70 τετραγωνικών μέτρων, έπρεπε να επιλέξουν εάν το μαγαζί τους θα ήταν ή όχι καπνιστών ενώ τα μεγαλύτερα κέντρα διασκέδασης όφειλαν να δημιουργήσουν καπνιστήρια για όσους δεν μπορούν να αποχωριστούν το τσιγάρο, αφού «δύναται να διαμορφωθούν χώροι καπνιζόντων που διαχωρίζονται από την υπόλοιπη αίθουσα και έχουν ειδικές εγκαταστάσεις εξαερισμού». Οι παραβάτες του νόμου αρχικά πλήρωναν κάποια τσουχτερά πρόστιμα αλλά όσο περνούσε ο καιρός οι έλεγχοι γινόντουσαν ολοένα και πιο αραιοί ενώ οι μαγαζάτορες σε μια προσπάθεια να «κουκουλώσουν» την ανομία, έδιναν στους θαμώνες βρεγμένη χαρτοπετσέτα ή τη μεταλλική θήκη της απόδειξης προκειμένου να σβήσουν τα τσιγάρα τους.

Παναγιώτης Μπεχράκης: «Είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων»

Μια από τις πρώτες εξαγγελίες του πρωθυπουργού μετά την εκλογή του τον περασμένο Ιούλιο ήταν η άμεση εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση του τσιγάρου, ανεβάζοντας τον πήχη των προσδοκιών της κοινωνίας για το μείζον αυτό θέμα της δημόσιας υγείας. Όντας και ο ίδιος φανατικός αντικαπνιστής δεσμεύθηκε τόσο από το βήμα της Βουλής όσο και από τους επίσημους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως αυτή τη φορά η νομοθεσία θα τεθεί σε εφαρμογή με εντατικοποίηση των ελέγχων, στους οποίους θα εμπλέκεται και η αστυνομία, καθώς και λειτουργία τηλεφωνικής γραμμής μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν να αναφέρουν περιστατικά παραβάσεων. «Πρόκειται για έναν νόμο που αποβλέπει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημόσιας υγείας ενώ παράλληλα αποτελεί ένα σαφές βήμα για τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό της χώρας μας», αναφέρει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο Πενυμονολόγος – Εντατικολόγος με πενταετή θητεία στο Χάρβαρντ ως Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Υγείας, Παναγιώτης Μπεχράκης.

Ο πνευμονολόγος – εντατικολόγος και πρόεδρος της επιτροπής εμπειοργνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος Παναγιώτης Μπεχράκης

Ο ίδιος αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση του υπουργού Υγείας, Βασίλη Κικίλια, να τεθεί επικεφαλής επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος καθώς, παρά τις αποτυχίες των προηγούμενων προσπαθειών, δηλώνει αισιόδοξος πως αυτή τη φορά η απαγόρευση θα είναι καθολική. «Τα προηγούμενα χρόνια έλειπε η πολιτική βούληση. Πλέον αυτή υπάρχει αλλά και η ίδια η κοινωνία είναι πιο ώριμη από ποτέ. Δεν αναμένει απλά την εφαρμογή του νόμου αλλά πλέον την απαιτεί», λέει και προσθέτει: «Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι μέσα σε έναν δημόσιο χώρο που κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, είναι πιθανό να υπάρχει μια έγκυος γυναίκα, κάποιος που έχει στεφανιαία νόσο, ένας άνθρωπος με χρόνια βρογχίτιδα ή άσθμα, ένας καρκινοπαθής ή κάποιος που έχει ζαχαρώδη διαβήτη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σήμερα αποκλείονται από τη διασκέδαση της καθημερινότητας. Αυτός ο αποκλεισμός δεν είναι τιμή για την κοινωνία μας», σημειώνει. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον ίδιο και το περιβάλλον εργασίας σε χώρους εστίασης καθώς δεν είναι λίγοι οι σερβιτόροι που ενώ έχουν επιλέξει να μην καπνίζουν, εκτίθενται για αρκετές ώρες της ημέρας στον καπνό των πελατών. «Τι πρέπει να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Να αφήσουν τη δουλειά τους; Αυτό που συμβαίνει είναι απαράδεκτο», συμπληρώνει ο Δρ. Μπεχράκης.

Με λέσχες καπνιζόντων «απαντούν» οι καταστηματάρχες

Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών καταστημάτων εστίασης, οι οποίοι φοβούνται πως η πιστή εφαρμογή του νόμου θα επιφέρει πτώση του τζίρου και σε πολλές περιπτώσεις λουκέτα. «Αν λοιπόν η νομοθεσία εφαρμοστεί κατά γράμμα, δε θα μπορούν οι πελάτες να καπνίσουν ούτε στον εξωτερικό σε περίπτωση που δεξιά κι αριστερά υπάρχουν άλλα μαγαζιά. Φανταστείτε για παράδειγμα έναν πεζόδρομο που έχει καφετέριες και μπαρ το ένα δίπλα από το άλλο. Βάσει νόμου, θα μπορούν να καπνίσουν στον εξωτερικό χώρο μόνο οι πελάτες του πρώτου και του τελευταίου μαγαζιού. Αυτό είναι απαράδεκτο», τονίζει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών, Εστίασης και Διασκέδασης (ΠΑΣΚΕΔΙ) Νίκη Κωνσταντίνου και διερωτάται: «Τα καταστήματα με ναργιλέ που αντιπροσωπεύουν μια κουλτούρα ολόκληρων αιώνων θα κλείσουν; Αυτό θέλουν, να χάσουμε τη δουλειά μας;».

Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών Εστίασης και Διασκέδασης Νίκη Κωνσταντίνου

Στα άμεσα σχέδια του Σωματείου είναι η νομιμοποίηση της δημιουργίας Λέσχεων Καπνιζόντων σε καφετέριες, μπαρ και κέντρα διασκέδασης προκειμένου να εξυπηρετούνται όλοι οι πελάτες. «Θα είναι χώροι με υαλοπετάσματα που θα κλείνουν ερμητικά. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στα αεροδρόμια, απλά σε μπαρ και καφετέριες θα είναι σαφώς μεγαλύτεροι οι χώροι και θα μπορούν να μπαίνουν μόνο μέλη της λέσχης», διευκρινίζει η πρόεδρος του ΠΑΣΚΕΔΙ. Η ίδια πιστεύει πως η αντικαπνιστική συνείδηση δεν είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί μέσω της απαγόρευσης αλλά απαιτεί δουλειά χρόνων και θα έπρεπε να διδάσκεται στα παιδιά από τη νηπιακή κιόλας ηλικία. «Έχουμε περάσει δέκα συναπτά έτη βαθιάς οικονομικής κρίσης με οδυνηρές συνέπειες. Γιατί θα πρέπει να επιβάλλεται πρόστιμο στις επιχειρήσεις και όχι στους γονείς που καπνίζουν μπροστά στα παιδιά τους; Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έχουν επωμιστεί μεγάλο βάρος μέσω της φορολογίας, δεν υπάρχει άλλο περιθώριο», λέει ξεκαθαρίζοντας πως τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι επαγγελματίες του κλάδου της είναι υποχρεωμένοι να σεβαστούν το νόμο. «Η άποψη μας είναι αντίθετη αλλά όταν μιλάμε για μια νομοθεσία, είμαστε οι πάντες κάτω από αυτή. Δεν συμφωνούμε με το νόμο. Αν υπάρξει όμως το παραμικρό νομικό περιθώριο αντίδρασής μας, προφανώς και θα το εκμεταλλευτούμε προς όφελός των επιχειρήσεών μας».

«Το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του»

Από την πλευρά του ο κ. Μπεχράκης υπογραμμίζει την ανάγκη συνεργασίας όλων των μελών της κοινωνίας προκειμένου να αντιμετωπιστεί το μεγάλο αυτό ζήτημα της δημόσιας υγείας. «Δεν πρόκειται για μια αντιπαράθεση καπνιζόντων και μη καπνιζόντων αλλά για έναν νόμο προστασίας της δημόσιας υγείας από το παθητικό κάπνισμα. Βάσει των δημοσκοπήσεων που έχουμε κάνει, το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του. Είναι ένας νόμος που βγαίνει από την ψυχή της κοινωνίας », καταλήγει.

Εκείνο που πλέον μένει να φανεί στην πράξη είναι αν τελικά η τρίτη και τελευταία αυτή προσπάθεια απαγόρευσης του τσιγάρου θα εφαρμοστεί οδηγώντας την Ελλάδα στο κλαμπ των χωρών της Ευρώπης που θέτουν κανόνες στο κάπνισμα ή αντίθετα, γι’ ακόμη μία φορά θα επικρατήσει το πάθος των «θεριακλήδων» για τον καπνό…

*Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 06-10-19

Άγγελος Τσιάρας: »Είμαστε κοντά στην ανακάλυψη εξωγήινης ζωής»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια σπουδαία ανακάλυψη που αλλάζει άρδην όσα γνωρίζαμε μέχρι πρότινος, προχώρησε πριν από λίγες ημέρες ο 28χρονος αστροφυσικός  Άγγελος Τσιάρας. Ο νεαρός επιστήμονας από τη Δράμα μετά από έρευνα που διήρκεσε ενάμισι χρόνο, εντόπισε νερό σε υγρή μορφή στην ατμόσφαιρα ενός πλανήτη που έχει με θερμοκρασία παρόμοια με της Γης. Πρόκειται για τον εξωπλανήτη Κ2-18b, ο οποίος είναι δύο φορές μεγαλύτερος και οκτώ φορές βαρύτερος από τη Γη και η απόσταση που τους χωρίζει είναι 110 έτη φωτός.

«Οι προηγούμενοι πλανήτες στους οποίους είχαμε βρει νερό, ήταν αέριοι γίγαντες, σαν τον Δία ή τον Κρόνο, δεν έχουν καν επιφάνεια και συνεπώς δεν είναι φιλικοί προς εμάς. Όμως ο εξωπλανήτης Κ2-18b είναι ο πρώτος που από τους 4.000 που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, ο οποίος έχει τόσες ομοιότητες με τη Γη. Έχει δηλαδή τη σωστή θερμοκρασία για να έχει ωκεανούς και επιπλέον είναι ο πρώτος που ξέρουμε ότι έχει νερό. Είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην αποκάλυψη μιας εξωγήινης μορφής ζωής», μου λέει ο ο επικεφαλής ερευνητής,της Ομάδας Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής και Αστρονομίας του University College του Λονδίνου (UC L).

Όπως εξηγεί, ξεκίνησε την έρευνά του έχοντας αρκετές αμφιβολίες απέναντι στα διθυραμβικά σχόλια που κατά καιρούς διάβαζε από την επιστημονική κοινότητα για τον  Κ2-18b. «Είχα έναν δισταγμό και θεωρούσα ίσως υπερβολικό όλον αυτό τον »θόρυβο» που είχε δημιουργηθεί γύρω από αυτόν τον εξωπλανήτη. Τελικά εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα πως είναι η πρώτη φορά που εντοπίζονται σημάδια νερού, του πιο σημαντικού στοιχείου για τη ζωή δηλαδή, σε έναν τέτοιο πλανήτη. Το συναίσθημά μου εκείνη τη στιγμή ήταν μοναδικό».

«Ο εποικισμός σε άλλους πλανήτες είναι σχεδόν αδύνατος»

Την ώρα που οι επιστημονικές ανακαλύψεις έχουν «φουντώσει» τη συζήτηση για το μέλλον της ανθρωπότητας σε πλανήτες εκτός της Γης αφήνοντας τη φαντασία μικρών και μεγάλων να καλπάζει, ο δρ. Τσιάρας είναι ξεκάθαρος: «Το ενδεχόμενο αυτό αγγίζει την επιστημονική φαντασία. Οι πλανήτες που είναι εκτός του ηλιακού μας συστήματος είναι πολύ μακρυά, δε μπορούμε να φτάσουμε εκεί», λέει τονίζοντας ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να σπαταληθούν πάρα πολλοί πόροι προκειμένου να δημιουργηθεί σε έναν αφιλόξενο χώρο, ένα φιλόξενο περιβάλλον. «Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Θεωρώ πως είναι καλύτερο να προσπαθήσουμε να μην καταντήσουμε τον δικό μας πλανήτη αφιλόξενο».

Η ενασχόλησή του με την αστρονομία δεν προέκυψε τυχαία αλλά αποτελούσε όνειρό του από τα  μαθητικά κιόλας χρόνια. Όπως διηγείται, θυμάται τον εαυτό του από μικρό παιδί να γοητεύεται από τον έναστρο ουρανό και τους πλανήτες αλλά ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί με το αντικείμενο αυτό επαγγελματικά. «Στο Λύκειο διακρίθηκα στην Παγκόσμια Ολυμπιάδα Αστρονομίας και γνώρισα τον μετέπειτα καθηγητή μου στο Αριστοτέλειο, τον κ. Γιάννη Σειραδάκη. Μπήκα στο τμήμα της Φυσικής έχοντας σκοπό να ασχοληθώ με την Αστρονομία. Ήθελα να απαντήσω σε ερωτήματα που ακόμη και σήμερα έχω αναπάντητα μέσα μου και δεν έχω στιγμή μετανιώσει για την επιλογή μου».

Επόμενος στόχος για τον Δραμινό επιστήμονα είναι η επιστροφή του στην Ελλάδα προκειμένου να προσφέρει σε εκπαιδευτικό επίπεδο, όσες πολύτιμες γνώσεις αποκόμισε από τις σπουδές αλλά και τις έρευνες που διεξήγαγε στο εξωτερικό. «Το αντικείμενο της αστρονομίας δεν υπάρχει στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Αν μπορούσαμε κάποιοι άνθρωποι να έρθουμε στη χώρα και να δημιουργήσουμε μια ομάδα, αυτό θα ήταν ιδανικό για εμένα. Κανείς δε μπορεί να κάνει μόνος του επιστήμη σήμερα», λέει σημειώνοντας πως το συναίσθημα που τον συνδέει με την πατρίδα του, είναι κάτι που του βγαίνει αβίαστα. «Δεν είναι κάτι που το σκέφτεσαι, απλά το νιώθεις. Θέλω πάρα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα και να προσφέρω ό,τι μπορώ σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Στην Ελλάδα ολοκλήρωσα το προπτυχιακό μου στο τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μάλιστα δωρεάν, κι αυτό είναι κάτι που δεν είναι δεδομένο σε άλλες χώρες», καταλήγει.

 

 

Τα «παιδιά των βρεφοδόχων» που υιοθετήθηκαν στην Αμερική

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν αρχές του 1950, τότε που η χώρα επιχειρούσε απεγνωσμένα να μαζέψει τα συντρίμμια της από τα καταστροφικά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου, όταν ξεκίνησε ένα μαζικό και εν πολλοίς άγνωστο κύμα υιοθεσίας ελληνόπουλων από εύπορα ζευγάρια Αμερικανών.

Ξεκληρισμένες οικογένειες που είχαν «γονατίσει» από τα δραματικά γεγονότα που αιματοκύλισαν τη χώρα, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νεογέννητα μωρά τους τοποθετώντας τα στην ειδική βρεφοδόχο κι από εκεί ξεκινούσε ένα αλισβερίσι αρκετών χιλιάδων δολαρίων μεταξύ ομογενών δικηγόρων και άτεκνων ζευγαριών από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το φαινόμενο της εγκατάλειψης παιδιών που αρχικά είχε καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά και αφορούσε κατά κανόνα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να καλύπτει όλο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της χώρας. Έτσι, με όχημα τα κοινωνικά ταμπού και τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής, το δρόμο για την αμερικανική ήπειρο πήραν και παιδιά εύπορων οικογενειών που αποτελούσαν καρπούς κάποιου απαγορευμένου έρωτα. Μάλιστα, το εύρος αυτών των υιοθεσιών ήταν τέτοιο που μέσα σε δεκατρία χρόνια, από το 1949 έως το 1962, όσο δηλαδή διήρκεσε το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών, υπολογίζεται πως το ταξίδι για την Αμερική έκαναν περισσότερα από 3.200 βρέφη.

Την άγνωστη αυτή σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας που απέκοψε από τη γενέτειρά τους χιλιάδες ανθρώπους και αποστέρησε τη χώρα από αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, φέρνει στο φως η Βελγίδα Γκόντα Φαν Στιν, κάτοχος της έδρας «Κοραή» στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου με ειδικότητα στις νεοελληνικές σπουδές και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου. Η έρευνά της κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψε αρκετές φορές στην Ελλάδα, όπου «ξεσκόνισε» αρχεία δημόσιων υπηρεσιών που αφορούσαν στην έκδοση διαβατηρίων και βίζας εκείνη την εποχή ενώ παράλληλα ήρθε σε επαφή με αρκετούς από τους ανθρώπους που υιοθετήθηκαν τότε και που τώρα αναζητούν εναγωνίως τις ρίζες τους. Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζει πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά τη βοήθησε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στην έρευνά της καθώς πολλά από τα έγγραφα των περασμένων δεκαετιών ήταν στην καθαρεύουσα. Η ίδια ξεκίνησε να μελετά σε βάθος το θέμα των μαζικών υιοθεσιών το2013, όταν δίδασκε αρχαία και νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα. Τότε ένας φοιτητής της ζήτησε βιβλιογραφία για το θέμα αυτό καθώς η μητέρα του και η θεία του ήταν υιοθετημένες από την Ελλάδα.

Η Βελγίδα καθηγήτρια Γκόντα Βαν Στιν

«Η πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου των Ελλήνων όταν ακούν για τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι το παιδομάζωμα του εμφυλίου ή το παιδοφύλαγμα. Δεν έχει όμως καμία σχέση καθώς εδώ πρόκειται για αθρόα υιοθεσία παιδιών αφού ολοκληρώθηκε ο πόλεμος. Από το 1949 έως το 1962 υιοθετήθηκαν περίπου 3.200 Ελληνόπουλα. Οι λόγοι αρχικά ήταν πολιτικοί καθώς οι οικογένειες κυρίως αριστερών δεν είχαν καμιά απολύτως στήριξη και είχαν εξαντληθεί οικονομικά. Από το 1955 και μετά ξεκινά η ακμή του κύματος υιοθεσιών με τις κοινωνικές προκαταλήψεις να αποτελούν την πρωταρχική αιτία εγκατάλειψης των παιδιών από τους φυσικούς τους γονείς», αναφέρει η ίδια στη «κυριακάτικη δημοκρατία». Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός πως τα άτεκνα ζευγάρια εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες στιγματίζονταν κοινωνικά καθώς η στειρότητα θεωρούταν ντροπή, οδήγησαν στην άνθιση των τεκνοθεσιών. Όπως εξηγεί η ελληνίστρια και ακαδημαϊκός, οι Αμερικανοί υποψήφιοι γονείς ήταν όλοι τους λευκοί, οικονομικά ευκατάστατοι και ήθελαν λευκά παιδιά. Αρχικά υιοθετούσαν βρέφη από την Κορέα αλλά επειδή τα χαρακτηριστικά τους δεν είχαν καμιά σχέση με αυτά των Αμερικανών, τα Ελληνόπουλα έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή. Τη διόλου εύκολη διαδικασία της υιοθεσίας αναλάμβαναν μεσάζοντες, κυρίως ομογενείς δικηγόροι που γνώριζαν καλά τη λειτουργία του ελληνικού και αμερικανικού δημοσίου, έναντι αδρής αμοιβής. «Το να μπορείς να τοποθετήσεις ένα ελληνόπουλο σε αμερικανική οικογένεια δεν ήταν εύκολη υπόθεση γι’ αυτό και όποιος το έκανε λάμβανε το εξωφρενικό για την εποχή ποσό των 3.000 δολαρίων για κάθε βρέφος». Εκείνο που κατά την ίδια είναι ιδιαίτερα θλιβερό, είναι το γεγονός πως το κίνητρο των μεσαζόντων ήταν καθαρά χρηματικό και δε γινόταν κανένας απολύτως έλεγχος στις οικογένειες των Αμερικανών. «Γνώρισα κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους που κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά έπεσαν θύματα βιασμού ή άγριου ξυλοδαρμού από τους θετούς τους γονείς. Το να μείνει ένα παιδί σε ίδρυμα σίγουρα δεν είναι καλό αλλά ο έλεγχος στις οικογένειες ήταν απαραίτητος».

«Κλεμμένα παιδιά»

«Ελληνοαμερικανοί φοβούνται πως μπορεί να υπήρξαν παιδιά μαύρης αγοράς», «Ιστορίες κλεμμένων παιδιών και χαμένων ταυτοτήτων. Απόηχοι ενός ελληνικού σκανδάλου στη Νέα Υόρκη», «Τα μωρά της Ελλάδας που έγιναν αντικείμενο μαύρης αγοράς επιστρέφουν στην πατρίδα. Κλεμμένα παιδιά απαιτούν να μάθουν την ιστορία τους», είναι κάποιοι από τους τίτλους δημοσιευμάτων κορυφαίων αμερικανικών εντύπων για το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών. Το σενάριο ωστόσο περί κλεμμένων παιδιών υποστηρίζουν, σύμφωνα με τη Βελγίδα ερευνήτρια, και αρκετοί από τους ανθρώπους που δόθηκαν για υιοθεσία τα ταραγμένα μετεμφυλιακά χρόνια. «Έχω γνωρίσει πολλούς Έλληνες που πιστεύουν ότι είναι κλεμμένα παιδιά. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς, στις περισσότερες υιοθεσίες έβαζε η ίδια η μητέρα του βρέφους την υπογραφή της. Η μητέρα ήξερε τι έκανε απλώς δεν είχε άλλη επιλογή, είτε επειδή δε μπορούσε να συντηρήσει το παιδί λόγω οικονομικής ανέχειας είτε επειδή δεχόταν απειλές από τον περίγυρό της ότι θα βρεθεί στο δρόμο αν δεν εγκαταλείψει το παιδί, ειδικότερα αν επρόκειτο για καρπό απαγορευμένου έρωτα. Αυτό δεν μπορείς να το θεωρήσεις κλεμμένο παιδί», διευκρινίζει.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Μαρίας Χέκινγκερ που γεννήθηκε στην Πάτρα έπειτα από βιασμό που υπέστη η 17χρονη τότε μητέρα της. «Ήταν συνεσταλμένο κορίτσι που μεγάλωσε στη Λευκάδα κι όταν η εγκυμοσύνη της και ο τρόπος που αυτή προέκυψε έγιναν γνωστά, ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι διότι ντρεπόταν. Εκείνη περιπλανιόταν μόνη της στην Πάτρα για δύο μήνες, ζούσε στο δρόμο και ζητιάνευε για το φαγητό της. Όταν γεννήθηκα αναγκαστικά με παρέδωσε σε ορφανοτροφείο, καθώς ήταν αδύνατον να με συντηρήσει», εξομολογείται η ίδια στην «κυριακάτικη δημοκρατία». Η 66χρονη σήμερα συνταξιούχος δασκάλα δεν έχει καθόλου μνήμες από τις ημέρες που έζησε σε ορφανοτροφείο στην Πάτρα αλλά θυμάται με ιδιαίτερη τρυφερότητα και αγάπη τα παιδικά της χρόνια δίπλα στους θετούς της γονείς στην Αμερική. Σε ηλικία 30 ετών ταξίδεψε από την Ουάσινγκτον στη χώρα μας και έπειτα από αρκετή έρευνα κατάφερε να συναντήσει την πραγματική της μητέρα. Όταν έμαθε πως αποτελεί παιδί – προϊόν βιασμού αρχικά σοκαρίστηκε αλλά στη συνέχεια ήθελε να μάθει τα πάντα για τη ζωή των φυσικών της γονιών. «Η γνωριμία μου με την πραγματική μου μητέρα ήταν για εμένα η σημαντικότερη ημέρα της ζωής μου. Μου διηγήθηκε όλες τις δυσκολίες που βίωσε τριγυρίζοντας ολομόναχη στους δρόμους μιας, παντελώς άγνωστης για εκείνη, πόλης, όπως ήταν η Πάτρα αλλά και για τη συμφωνία που είχε γίνει με τους ιθύνοντες του ορφανοτροφείου ότι η τοποθέτησή μου εκεί θα ήταν προσωρινή. Όσο για τον πατέρα μου, θα ήθελα να τον συναντήσω αλλά δυστυχώς έχει πεθάνει. Θα του ζητούσα αρχικά να μου εξηγήσει γιατί φέρθηκε με τόσο βίαιο τρόπο σε ένα κορίτσι 17 χρονών κι έπειτα θα τον ρωτούσα αν μας σκέφτηκε ποτέ του όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν». Η ίδια μετά από απανωτά ταξίδια στην Ελλάδα επί δέκα συναπτά έτη, συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες γύρω από το παρελθόν της και κατέγραψε την ιστορία της σε βιβλίο με τίτλο »Beyond the Third Door: Based On a True Story», το οποίο αποτελείται από τρία μέρη, την αφήγηση της φυσικής της μητέρας, της θετής αλλά και της δικής της.

Η Μαρία Χέκινγκερ με τη βιολογική της μητέρα

Σύμφωνα με την Γκόντα Φαν Στιν, η κ. Χέκινφκερ ανήκει στους τυχερούς που πρόλαβαν να συναντήσουν τους πραγματικούς τους γονείς σε αντίθεση με τους περισσότερους που παραμένουν κολλημένοι στον γραφειοκρατικό δαίδαλο των ελληνικών υπηρεσιών ή έρχονται αντιμέτωποι με την απροθυμία πολλών υπαλλήλων να τους εξυπηρετήσουν. «Οι περισσότεροι άνθρωποι που υιοθετήθηκαν τότε, σήμερα είναι γύρω στα 50, έχουν περισσότερες ερωτήσεις από ποτέ σε αυτή την ηλικία, καθώς βγήκαν στη σύνταξη, ο ελεύθερός τους χρόνος είναι αρκετός και σκέπτονται διαρκώς τις ρίζες τους. Το θέμα είναι ότι ενώ ταξιδεύουν στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό, δεν υπάρχει βοήθεια από υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών, πολλές πόρτες είναι κλειστές», λέει τονίζοντας πόσο πολύτιμη μπορεί να καταστεί η συνεισφορά της ελληνικής Πολιτείας. «Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έκαναν αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι, κι ενώ έχουν μαζί τους το έγγραφο του Πρωτοδικείου που αποδεικνύει ότι δόθηκαν για υιοθεσία, αρκετοί υπάλληλοι δεν είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στους φακέλους τους. Κάποιοι κατάφεραν να γνωρίζουν τους γονείς τους που έτυχε να είναι ακόμη ζωντανοί αλλά πόσοι θα τους προλάβουν ακόμη;», διερωτάται η φλαμανδόφωνη καθηγήτρια.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «δημοκρατία» στις 15 – 09 -19

Κορυφαίος προορισμός για γάμους οι Λειψοί

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Πόλο έλξης για νεονύμφους από Ευρώπη και Αφρική αποτελούν τα τελευταία χρόνια οι Λειψοί, καθώς όλο και περισσότεροι τουρίστες επιλέγουν το ακριτικό αυτό νησί για να δώσουν όρκους αιώνιας αγάπης. Το έναυσμα για την «καθιέρωση» της μικρής αυτής κουκκίδας γης ως γαμήλιου προορισμού έδωσε το 2015 ο Ιταλός παγκόσμιος πρωταθλητής ιστιοπλοΐας ανοιχτής θάλασσας Τζιοβάνι Φαμπρίτσιο Μαρία Σολντίνι, όταν επέλεξε τους Λειψούς για να παντρευτεί με την αγαπημένη του.

Οπως μου λέει ο δήμαρχος Φώτης Μάγγος, σε διάστημα τριών χρόνων έχουν τελεστεί συνολικά 25 γάμοι ζευγαριών από διάφορες χώρες. «Ανθρωποι από Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία αλλά και Νότια Αφρική παντρεύονται εδώ. Οι ξένοι έλκονται κυρίως από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό και κυρίως ανέγγιχτο νησί που δεν έχει βιομηχανοποιηθεί τουριστικά, όπως τα υπόλοιπα».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η τέλεση των γάμων στο νησί έχει ως αποτέλεσμα την τόνωση της μικροοικονομίας αλλά και τη διασκέδαση των λιγοστών μόνιμων κατοίκων που συμμετέχουν κάθε φορά στο γλέντι: «Για καθέναν γάμο έρχονται γύρω στους 70 με 80 επισκέπτες κι αυτό αποτελεί ανάσα για τον τζίρο του νησιού, ενώ παράλληλα δημιουργεί εορταστικό κλίμα. Οι επισκέπτες εντυπωσιάζονται από τα αγνά τοπικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στα καταστήματα της περιοχής, από τα καθαρά νερά αλλά και από τη δυνατότητα που τους δίνεται να συνδυάσουν ένα άλλο είδος τουρισμού, όπως αυτό της πεζοπορίας και της ορεινής ποδηλασίας».

Πάντως, δεν είναι λίγες οι φορές που προσκεκλημένοι των ζευγαριών που βρέθηκαν στους Λειψούς μαγεύτηκαν από το μέρος και επέστρεψαν την επόμενη χρονιά είτε για διακοπές είτε για να τελέσουν τον δικό τους γάμο. «Από την ώρα που έρχονται εδώ για έναν γάμο, δεν φοβόμαστε. Γνωρίζουμε ότι κάποιοι θα επιστρέψουν, όπως και συμβαίνει» συμπληρώνει ο κ. Μάγγος.

Ο ίδιος, στην προσπάθειά του να προβάλει τους Λειψούς ως έναν εναλλακτικό προορισμό διακοπών, οργάνωσε στις αρχές του καλοκαιριού μια φωτογραφική καμπάνια σε 17 σταθμούς του μετρό αλλά και σε μεγάλο εμπορικό κατάστημα των βορείων προαστίων.

Φυλακές Κορυδαλλού: Αναδρομή στην ταραχώδη ιστορία του «ελληνικού Αλκατράζ»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Ελληνικό Αλκατράζ», «κράτος εν κράτει», «αποθήκη ψυχών», είναι κάποιοι μόνο από τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς έχουν αποδοθεί στις φυλακές Κορυδαλλού, τις μεγαλύτερες της χώρας. Από αυτές έχουν περάσει ή βρίσκονται ακόμη εκεί οι πλέον διαβόητοι κακοποιοί, μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Ν, πραξικοπηματίες και παντός είδους παραβάτες του νόμου. Από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα έχουν ουκ ‘ολίγες φορές μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, άλλοτε για τις κινηματογραφικές αποδράσεις που έλαβαν χώρα στο εσωτερικό τους και άλλοτε για τις άγριες συμπλοκές που πολλές φορές κατέληξαν σε δολοφονίες. Πριν λίγες ημέρες όμως, η εξαγγελία του  πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της Βουλής για την κατεδάφισή τους και τη δημιουργία στη θέση τους ενός πάρκου που θα περιλαμβάνει χώρους άθλησης και πολιτισμού, ήχησε σαν…όνειρο στα αυτιά των κατοίκων της περιοχής. Κι αυτό διότι σε απόσταση αναπνοής από τις φυλακές βρίσκονται βρεφονηπιακοί σταθμοί, δημοτικά σχολεία, γυμνάσια και λύκεια και δεν είναι λίγες οι φορές που οι μαθητές έχουν βιώσει εξεγέρσεις, επιθέσεις και αποδράσεις κρατουμένων.

»Το κελί δεν θα διαφέρει κατά τίποτα από ένα δωμάτιο σχετικών καλού ξενοδοχείου»

Το σωτήριον έτος 1961 η ανέγερση νέων φυλακών στον αραιοκατοικημένο τότε Κορυδαλλό, γίνεται πρώτο θέμα στα έντυπα της εποχής και παρουσιάζεται ως ένα μεγαλόπνοο έργο που αναμένεται να αλλάξει τον τρόπο σωφρονισμού των φυλακισμένων. Ο τότε υπουργός Κωνσταντίνος Καλλίας δήλωνε ιδιαίτερα περήφανος για τις εγκαταστάσεις που είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα αντίστοιχων  φυλακών σε χώρες τις δυτικής Ευρώπης. Το κόστος για την κατασκευή του άγγιξε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των  28,6 εκατομμυρίων δραχμών, εκ των οποίων τα 16 προέρχονταν από τις δημόσιες επενδύσεις, 11 από τις πωλήσεις οικοπέδων στην περιοχή του Άγιου Σώστη και 1,6 από τον προϋπολογισμό.
«Κελιά με νιπτήρα, ατομικόν λουτρόν, γραφείον και μικροφωνικάς εγκαταστάσεις. Όταν ολοκληρωθεί η επίπλωσις δεν θα διαφέρει κατά τίποτα από ένα δωμάτιο σχετικώς καλού ξενοδοχείου», ανέφεραν κάποια από τα  ρεπορτάζ της εποχής.

Έξι χρόνια αργότερα, το 1967 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών αποφασίστηκε η επέκταση του σωφρονιστικού καταστήματος, ώστε να περιλαμβάνει και γυναικεία πτέρυγα. Οι φυλακές καταλαμβάνουν και πάλι κεντρικό ρόλο στα μέσα ενημέρωσης όταν το  κατώφλι τους πέρασαν οι πρωταίτιοι της Χούντας με πρώτο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Στις 30 Ιανουαρίου 1984 ο ίδιος μέσα από το κελί του στον Κορυδαλλό  θα απευθύνει στον ελληνικό λαό μαγνητοφωνημένο διάγγελμα  1.581 λέξεων μέσα από το οποίο  γνωστοποιεί την  ίδρυση της ΕΠΕΝ.  Μια δεκαετία αργότερα, το 1995, μια αιματηρή εξέγερση φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το σωφρονιστικό κατάστημα της οδού Σολωμού, όταν ο έλεγχος των φυλακών περνά στους κρατούμενους  ενώ ο γιατρός, ο νοσηλευτής και κάποιοι υπάλληλοι κρατούνται όμηροι. Φωτιές, σπασίματα και ουρλιαχτά από τραυματισμένους κρατούμενους συνθέτουν το σκηνικό εντός των τειχών. Τρεις βαρυποινίτες πεθαίνουν από υπερβολική χρήση ναρκωτικών ενώ ένας άλλος δολοφονείται από τους συγκρατούμενούς τους, οι οποίοι αφού του τρύπησαν την καρδιά, τον σπλήνα και τους πνεύμονες, τον κρέμασαν με σεντόνι κι έβαλαν φωτιά στις τρύπες που προκάλεσαν στο κορμί του. Το 2002 το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης στρέφεται στον Κορυδαλλό, όταν τις πύλες του περνούν οι διαβόητοι τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη. Στα υπόγεια κελιά κρατούνται ο «Λουκάς» και ο «Λάπμπρος» κατά κόσμον Δημήτρης Κουφοντίνας και Αλέξανδρος Γιωτόπουλος. Ο πρώτος λίγα χρόνια αργότερα θα μεταφερθεί στις αγροτικές φυλακές Βόλου προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ  ενώ ο δεύτερος παραμένει ακόμη εκεί.

Κινηματογραφικές αποδράσεις

Στο πέρασμα του χρόνου δεν ήταν λίγοι οι κρατούμενοι που με διάφορους τρόπους κατάφεραν να σπάσουν τα δεσμά τους και να πετάξουν προς την ελευθερία. Πολλοί μάλιστα ενέπνευσαν με τα κατορθώματά τους και αρκετούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους της μεγάλης οθόνης. Ποιος δε θυμάται άλλωστε τη θρυλική ταινία «Απόδραση από το Αλκατράζ», όπου ο Κλιντ Ίστγουντ υποδύεται με αριστοτεχνικό τρόπο τον Φρανκ Μόρις, τον ληστή τραπεζών που επινόησε το τρομερά λεπτομερές και τελικά ιδιαίτερα πετυχημένο σχέδιο απόδρασης. Δεν πρόκειται όμως για την μοναδική αληθινή ιστορία απόδρασης που έγινε ταινία. Ο καρδιοκατακτητής Θεόδωρος Βερνάρδος ή αλλιώς ο «ληστής με τις γλαδιόλες» που λατρεύτηκε από το γυναικείο κοινό και έγινε λαϊκός ήρωας, ενέπνευσε το 1981 τον Γιάννη Φαφούτη. Ο τζεντλεμαν με το εντυπωσιακό παρουσιαστικό τον Απρίλιο του 1974 κατακτά κεντρική θέση στις εφημερίδες της εποχής καθώς κατάφερε να αποδράσει από τον Κορυδαλλό. Όλα συνέβησαν μέσα σε λίγα λεπτά, όταν κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα στον αύλειο χώρο των φυλακών η μπάλα πέφτει έξω. Μόλις ο φρουρός βγήκε για να την πιάσει, ο Βερνάρδος, ως γνήσιος εραστής της ελευθερίας, σκαρφαλώνει σαν αίλουρος τη μάντρα, πηδά από ύψος τεσσάρων μέτρων και πλέον είναι ελεύθερος. Οι φύλακες διαπίστωσαν τι είχε συμβεί από τα δυνατά χειροκροτήματα των κρατουμένων που φώναζαν «Μπράβο Βερνάρδε».

Την ιστορία των φυλακών Κορυδαλλού σημάδεψε αναμφισβήτητα και ο Βασίλης Παλαιοκώστας. Ένας από τους πιο περιβόητους κακοποιούς της Ευρώπης, θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί και ως «μετρ των αποδράσεων», όχι τόσο για τις φορές που κατάφερε να ξεφύγει αλλά για τον επεισοδιακό τρόπο που κάθε φορά επινοούσε για να το κάνει. Η πρώτη ήταν το καλοκαίρι του 2006 όταν το ελικόπτερο προσγειώθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού και παρέλαβε μαζί με τον Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Αλκέτ Ριζάι. Στις 22 Φεβρουαρίου του 2009 και πάλι ελικόπτερο πήρε από τη φυλακή τους δυο βαρυποινίτες. Το ελικόπτερο κατέβηκε χαμηλά πάνω από τα κελιά της απομόνωσης του Κορυδαλλού και οι συνεργοί των δυο κακοποιών τους πέταξαν μια σκάλα με την οποία τους τράβηξαν πάνω. Εξίσου επεισοδιακές αποδράσεις πραγματοποίησαν ο Βαγγέλης Ρωχάμης, ο Κώστας Πάσαρης – γνωστός και ως «πεταλούδας» για την ικανότητά του να ξεφεύγει από τα στενά όρια των φυλακών –  καθώς και η Όλια Κρίκοβιτς μέλος  της συμμορίας των «Ροζ Πανθήρων» και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να δραπετεύσει.

 

Σήμερα βασιλεύει ο νόμος της ζούγκλας και των σκληρών ποινικών

Σήμερα το Κατάστημα Κράτησης του Κορυδαλλού δε θυμίζει σε τίποτα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπως προμήνυαν οι αρμόδιοι τη δεκαετία του ’60. Υπερπληθυσμός, στοιβαγμένοι κρατούμενοι, ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής, διακίνηση ναρκωτικών και «αλισβερίσι» κινητών και τάμπλετ είναι κάποια μόνο από τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το σκηνικό πίσω από τις σφαλιστές πύλες των φυλακών.

Όσοι πέρασαν έστω και λίγους μήνες από τη ζωή τους στα σκοτεινά κελιά της οδού Σολωμού, κάνουν λόγο για μια «τεράστια Ομόνοια», όπου η εγκληματικότητα ανθεί και το εμπόριο ναρκωτικών έχει πάρει διαστάσεις μεγαλύτερες ακόμη και από τις πιο κακόφημες γειτονιές της Αθήνας. Το κράτος έχει πάψει προ πολλού να έχει τον έλεγχο και κουμάντο κάνουν κάποιοι σκληροί ποινικοί ακολουθώντας το »νόμο του ισχυρότερου». Υπάρχουν, όμως, και προνομιούχοι κρατούμενοι που κατά καιρούς απολαμβάνουν ανέσεις πολυτελούς ξενοδοχείου με υπηρέτες, καζίνο, συνδρομητική τηλεόραση και φαγητά από εστιατόρια της ευρύτερης περιοχής. Πρόκειται για όσους εκτίουν την ποινή τους στην περίφημη πτέρυγα VIP, όπου μεταξύ άλλων φιλοξενήθηκε ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ Άκης Τσοχατζόπουλος.

Σε κάθε περίπτωση, οι  ιστορίες των χιλιάδων ψυχών που βίωσαν την εμπειρία των φυλακών είναι ανεξάντλητες και ανεξάρτητα από την παραμονή τους ή όχι στον Κορυδαλλό, θα συνεχίζουν να «στοιχειώνουν» τη γειτονιά θυμίζοντας σε κατοίκους και περαστικούς ότι μέσα από τα συρματοπλέγματα  γράφτηκαν κάποιες γραμμές από την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Μάτι: «Έμεινα 4 ώρες στη θάλασσα κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μας και η Πολιτεία δεν μας βοήθησε καθόλου, μας έχει παρατήσει εντελώς». Με τα παραπάνω λόγια ο Γιάννης Σταμπέλος, ιδιοκτήτης της μοναδικής ταβέρνας που έχει απομείνει στην πληγείσα περιοχή, περιγράφει στη «δημοκρατία» την αδράνεια του κρατικού μηχανισμού σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που σημειώθηκαν στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Ο  ίδιος χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να ανακαινίσει ένα μέρος του καταστήματός του που καταστράφηκε ολοσχερώς λαμβάνοντας από το κράτος αποζημίωση ύψους 8.000 ευρώ. «Από αυτά τα χρήματα, τα 7.000 ευρώ ξοδεύτηκαν μόνο για τις τέντες, τα υπόλοιπα τα κάλυψα μόνος μου. Κι αν σκεφτείτε ότι φέτος ο τζίρος είναι πεσμένος κατά 70%, μπορείτε να φανταστείτε το μέγεθος του προβλήματος», λέει τονίζοντας πως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οι υποσχέσεις για χρηματοδότηση από προγράμματα ΕΣΠΑ έπεφταν … βροχή  ωστόσο, πάντα κάποιοι φρέναραν τη διαδικασία.

Περί τα τέλη Μαΐου και πηγαίνοντας κόντρα στη «μαυρίλα» που είναι πλέον χαρακτηριστικό της περιοχής, ο κ. Σταμπέλος αποφάσισε να ανοίξει ξανά τις πόρτες της «Αργυρής Ακτής», της ταβέρνας στην οποία εγκαταστάθηκε ο στρατός πριν από έναν χρόνο προκειμένου να προσφέρει φαγητό στους πληγέντες. «Το μαγαζί το κληρονόμησα από τον παππού μου, είναι στην περιοχή από το 1960 και αποτελεί τη μοναδική πηγή εσόδων μου. Δεν είχα περιθώρια να το παρατήσω στην τύχη του», σημειώνει. Πλέον, μοναδικοί του πελάτες είναι κάποιοι, λιγοστοί, κάτοικοι που θέλουν να ζωντανέψει ξανά το Μάτι και οι τουρίστες των ξενοδοχείων. «Οι κάτοικοι θέλουν να επιστρέψουν στην περιοχή, το αγαπάμε το Μάτι, εδώ περάσαμε τα πιο όμορφα καλοκαίρια μας. Δυστυχώς οι άδειες για να μπορέσουν να χτίσουν ξανά τα σπίτια τους οι πυρόπληκτοι δεν βγήκαν ακόμη. Είμαστε απαισιόδοξοι επειδή ακούμε συνέχεια υποσχέσεις αλλά στο τέλος δεν γίνεται τίποτα ουσιαστικό».

Η ταβέρνα «Αργυρά Ακτή» σήμερα, μετά την ανακαίνιση

Οι εφιαλτικές στιγμές

Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 ο ίδιος δούλευε στην ταβέρνα μαζί με τη μητέρα του, όταν μέσα σε λίγα λεπτά ένα πυκνό σύννεφο καπνού τύλιξε το μαγαζί. «Μπήκα στη θάλασσα για να γλιτώσω, ήμασταν 500 περίπου άτομα μέσα στο νερό. Έμεινα εκεί για τέσσερις ώρες κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου που είχε ασπρίσει και βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Θυμάμαι να βλέπουμε το μαγαζί μας να καίγεται και να προσπαθώ να την εμψυχώσω λέγοντάς της πως θα το ξαναχτίσουμε, αρκεί να βγούμε ζωντανοί», αναφέρει ενθυμούμενος την πιο δύσκολη μέρα που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει. Όταν η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο, επί επτά συνεχόμενες ώρες γέμιζε έναν κουβά με νερό από τη θάλασσα, προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά από το μαγαζί του. «Προσπαθούσα να σώσω την περιουσία μου και παράλληλα έδινα στους ανθρώπους τραπεζομάντιλα για να σκεπαστούν, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν πάθει υποθερμία. Εφιαλτικές στιγμές που θα μας σημαδεύουν για πάντα».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 23-07-19