Παλαιοπωλείο ανθρωπιάς από άστεγους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν πριν από κάποια χρόνια έχασε τη δουλειά του, ο 68χρονος Λεωνίδας Κουρσούμης, απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και πρώην εργαζόμενος σε εκδοτικό οίκο, δεν φανταζόταν την τροπή που θα έπαιρνε η ζωή του. Αρχικά έκανε δουλειές του ποδαριού, οι οποίες όμως δεν επαρκούσαν για να καλύψει τα βιοποριστικά έξοδά του, και όταν το οικονομικό απόθεμά του τέλειωσε, έμεινε άστεγος.

Στη διάρκεια της βίαιης αυτής πραγματικότητας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει μάζευε βιβλία από κάδους σκουπιδιών, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι προκειμένου να βγάζει κάποια χρήματα. Πριν από περίπου δύο μήνες σκέφτηκε να απευθύνει μέσα από τη σελίδα του στο facebook έκκληση προς τους διαδικτυακούς φίλους του προκειμένου να του δωρίσουν βιβλία που δεν χρειάζονται πια.

Στόχος του είναι μαζί με άλλους δύο ανέστιους άνδρες να δημιουργήσουν ένα αυτοοργανωμένο παλαιοπωλείο προκειμένου να καταφέρουν να σταθούν και πάλι στα πόδια τους. «Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν συγκινητική, έχω μαζέψει χιλιάδες βιβλία. Προτιμούσα να κρατώ μικρό καλάθι, αλλά ο κόσμος έδειξε την ανθρωπιά του», μου λέει.

Το προσεχές Σαββατοκύριακο 16 και 17 Μαρτίου στο νούμερο 132 της οδού Πειραιώς θα διοργανώσει ένα παζάρι με τα βιβλία που έχει ως τώρα μαζέψει. «Σκοπός μας είναι να δημιουργηθεί ένας μόνιμος χώρος, ένα παλαιοπωλείο, όπου θα δουλέψουμε δύο άνθρωποι προκειμένου να έχουμε ένα μεροκάματο, να μείνουμε κάπου. Στην πορεία θα δούμε με ποιον τρόπο αυτό μπορεί να εξελιχθεί» σημειώνει.

Πάντως, η απόφασή του να μιλήσει δημόσια για την κατάστασή του μέσα από το προφίλ του δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όπως παραδέχεται, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάστηκε να ζει, ούτε καν στους πιο κοντινούς του. «Ντρεπόμουν τι θα πουν οι φίλοι και οι γνωστοί, οι οποίοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον όσο καιρό έψαχνα δουλειά. Όταν μίλησα για την κατάστασή μου, απελευθερώθηκα. Τελικά, κατάλαβα ότι μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε, δεν είναι ντροπή να είσαι άστεγος» καταλήγει.

Εικονική ξενάγηση στο «μουσείο» του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Από κάποιους έχει χαρακτηριστεί ως η σημαντικότερη γλυπτοθήκη της Ελλάδας καθώς κοσμείται από έργα υψηλής αισθητικής που φιλοτέχνησαν σπουδαίοι εκπρόσωποι του είδους ενώ άλλοι το έχουν ονομάσει «υπαίθριο σχολείο Ιστορίας» διότι εντός του κείτονται οι εμβληματικότερες προσωπικότητες που πέρασαν από τον τόπο τον περασμένο αιώνα. Διασχίζοντας κανείς την είσοδο του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών, εκτός από τη γαλήνη που θα αισθανθεί από τα τεράστια υπεραιωνόβια δέντρα, θα νιώσει σίγουρα δέος μπροστά στους μεγαλοπρεπής τάφους του Μιχαήλ Τοσίτσα και του Γεωργίου Αβέρωφ, δύο μόνο από τα απαράμιλλης ομορφιάς έργα που βρίσκονται εκεί.

Ο επιβλητικός τάφος του Μιχαήλ Τοσίτσα

 

Ο τάφος του εθνικού μας ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ

 σπάνια αυτή ομορφιά αλλά και η μεγάλη, γεμάτη ανατροπές, ιστορία που τα συνοδεύει, ώθησε δύο γυναίκες, τη Λίντα Θεοδώρου και τη Φίλια Ξυλά – Παττακού να ξεκινήσουν πριν από τρία χρόνια μια προσπάθεια χαρτογράφησης του Πρώτου Νεκροταφείου στο διαδίκτυο, μέσα από το μπλογκ τους : «Το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών: Σμιλεύοντας τις Προσωπικότητες» που θα βρείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: athensfirstcemeteryingreek.blogspot.com. «Τον πρώτο μήνα ερχόμασταν κυριολεκτικά κάθε μέρα προκειμένου να μάθουμε το χώρο, ο οποίος είναι χαοτικός και είναι πολύ εύκολο να χαθείς», μου λένε οι ίδιες ενώ παράλληλα με ξεναγούν στο τμήμα Πολυτελείας του νεκροταφείου. Εμπνευσμένες από το Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ στο Παρίσι, το οποίο βρίσκεται στη λίστα με τα δέκα μέρη που πρέπει να επισκεφθεί ένας τουρίστας στην πόλη του Φωτός, πήραν ανά χείρας τη φωτογραφική τους μηχανή και ένα σημειωματάριο και ξεκίνησαν τη δουλειά. «Είναι κρίμα να μην υπάρχει στον τουριστικό χάρτη της Αθήνας το Πρώτο Νεκροταφείο, πρόκειται για έναν θησαυρό που οι τουρίστες αλλά και οι Αθηναίοι λάτρεις της Ιστορίας θα χαρούν να ανακαλύψουν», αναφέρουν ενώ σταματάμε μπροστά από την περίφημη Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά. Η ιστορία του όμορφου αυτού αγάλματος είναι λίγο πολύ γνωστή, όχι μόνο λόγω της καλαισθησίας του αλλά και εξαιτίας του μύθου που έχει δημιουργηθεί γύρω του. Σύμφωνα λοιπόν με την πρώτη εκδοχή, η 18χρονη Σοφία Αφεντάκη που ήταν μια από τις πιο όμορφες κοπέλες της Αθήνας στα τέλη του 19ου αιώνα, ήπιε δηλητήριο και αυτοκτόνησε εξαιτίας ενός έρωτα. Το δεύτερο σενάριο κάνει λόγο για φυματίωση, από την οποία προήλθε και ο θάνατος της 18χρονης. Το γλυπτό που δημιούργησε ο Γιαννούλης Χαλεπάς έπειτα από παραγγελία των γονιών της το 1880, κρατά έως σήμερα ζωντανή τη φήμη του Τήνιου καλλιτέχνη.

Το αριστούργημα του Γιαννούλη Χαλεπά στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη

«Το κοιμητήριο αυτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα του εξωτερικού. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας αναλυτικός χάρτης στην είσοδο, ο οποίος θα εξηγεί σε ποιο σημείο βρίσκεται το καθετί. Απαραίτητοι επίσης είναι και οι ξεναγοί που θα αναλύουν στους επισκέπτες την ιστορία του προσώπου που είναι θαμμένο στο κάθε σημείο». Αυτό ακριβώς κάνουν η Λίντα Θεοδώρου και η Φίλια Παττακού στο μπλογκ τους, το οποίο είναι γραμμένο στα ελληνικά και τα αγγλικά. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, ειδικότερα για την κ. Παττακού που τα πρωινά εργάζεται σε υπηρεσία του υπουργείου Εσωτερικών. «Όλο αυτό απαιτεί πολλές ώρες μελέτης της ελληνικής Ιστορίας και, φυσικά, συνεχή παρουσία στο νεκροταφείο διότι τα γλυπτά είναι κυριολεκτικά πάρα πολλά», σημειώνει.

Εκτός από τις πολύτιμες γνώσεις που τους έχει χαρίσει η ενασχόληση με την καταγραφή των σπουδαίων προσωπικοτήτων των Γραμμάτων και των Τεχνών που θάφτηκαν εκεί, βίωσαν και κάποιες ιδιαίτερα συγκινητικές στιγμές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση ενός κυρίου που στεκόταν προσοχή μπροστά από τον τάφο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. «Παρατηρούσα αυτόν τον άνθρωπο και το δέος με το οποίο στεκόταν μπροστά από το σημείο που κείτεται ο Γέρος του Μοριά και προσπαθούσα να διαβάσω τη σκέψη του. Σίγουρα εκείνη την ώρα περνούσε από το μυαλό του ολόκληρη η ιστορία της Επανάστασης του 1821», περιγράφει βουρκωμένη η κ. Παττακού.

Ο τάφος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ανταπόκριση

Το μπλογκ τους που ξεκίνησε με πολύ μεράκι το 2016, σήμερα, τρία σχεδόν χρόνια μετά, δέχεται επισκέψεις και σχόλια από κάθε γωνιά του κόσμου, γεγονός που μαρτυρά το μέγεθος της σημασίας και της ομορφιάς που περικλείεται στα 170 στρέμματα του κοιμητηρίου. «Οι αναγνώσεις στο αγγλόφωνο μπλογκ έχουν ξεπεράσει τις 18.000 και τα σχόλια που λαμβάνουμε είναι πολύ ενθαρρυντικά. Άνθρωποι από Ευρώπη, Ρωσία, Αμερική, ακόμη και Ινδία διαβάζουν για την ιστορία του τόπου μας και εντυπωσιάζονται. Ανάλογη ανταπόκριση έχει όμως και το ελληνόφωνο μπλογκ», εξηγούν οι δύο γυναίκες. Στόχος τους είναι να ολοκληρώσουν τη χαρτογράφηση του νεκροταφείου και να δουν κάποια στιγμή στο μέλλον τυπωμένο το έργο τους.

Ο τάφος της Σοφίας Βέμπο με το επίγραμμα του Μίμη Τραϊφόρου. «Σοφία μου αλύγιστη, η δόξα σου είναι τόση, που δεν μπορεί, δεν γίνεται πιο πάνω να ψηλώσει.Και η ψυχή σου ανέβηκε τόσο ψηλά απ’ το σώμα, που είσαι, Σοφία μου, ουρανός, δεν είσαι πλέον χώμα!»

Τελειώνοντας την ξενάγηση στο νεκροταφείο, κατευθυνόμαστε προς το σημείο που είναι θαμμένοι εκείνοι που άφησαν το δικό τους, μοναδικό, αποτύπωμα στην Τέχνη. Κυβέλη, Κάρολος Κουν, Μάνος Κατράκης, Μενέλαος Λουντέμης, Άγγελος Σικελιανός και Κωστής Παλαμάς είναι κάποιοι μόνο από τους εκπροσώπους του καλλιτεχνικού στερεώματος που «συναθροίζονται» εκεί. Οι περισσότεροι από τους τάφους αυτούς είναι λιτοί και σχεδόν παρατημένοι, εκτός από εκείνον της Έλλης Λαμπέτη, στον οποίο κάποιος, θέλοντας να αποτίσει φόρο τιμής στην «ιέρεια» της Υποκριτικής, φύτεψε πρόσφατα μια τριανταφυλλιά.

Ο τάφος του Άγγελου Σικελιανού

 

Ο τάφος της Κυβέλης. Ήταν μια από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς

Τρεις σύγχρονοι «Ροβινσώνες» στο Αιγαίο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Αποκομμένα από τον σύγχρονο πολιτισμό σε ένα μικρό νησί μόλις 350 στρεμμάτων στα Δωδεκάνησα κατοικούν μόνα τους τρία αδέρφια ηλικίας 60, 65 και 77 ετών. Ζώντας σαν σύγχρονοι Ροβινσώνες Κρούσοι, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους και τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, αρνούμενοι πεισματικά να εγκαταλείψουν το Μαράθι, τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Ένας εξ αυτών, ο 65χρονος Μιχάλης Κάβουρας, που κάθε πρωί υψώνει τη γαλανόλευκη στο μικρό λιμάνι του νησιού, ακούγεται με δυσκολία στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, καθώς η περιοχή είναι δύσβατη και το σήμα αδύναμο. «Ένας κεραυνός πριν από έναν μήνα έκαψε τα πάντα και δεν έχω πια τηλεόραση και σταθερό τηλέφωνο. Εγώ και τα αδέρφια μου είμαστε πλήρως αποκομμένοι από τον κόσμο» αναφέρει, τονίζοντας ότι παρά τις αλλεπάλληλες κρούσεις που έκανε στην εταιρία παροχής κανένας δεν έχει ενδιαφερθεί.

«Αν χρειαστούμε οτιδήποτε το βράδυ, βγαίνουμε έξω από το σπίτι με τον φακό, καθώς δεν έχουμε ρεύμα τον τελευταίο χρόνο, και ανεβαίνουμε στο βουνό προκειμένου να βρούμε σήμα. Αναβιώνουμε στιγμές περασμένων δεκαετιών» συμπληρώνει. Όμως, τα προβλήματα για τον κ. Μιχάλη και τα αδέρφια του δεν σταματούν εδώ. Ο τόπος διαμονής τους, στον οποίο το ρεύμα έφτασε πριν από μόλις έξι χρόνια (!), είναι ξεχασμένος από τον Πολιτεία.

Ο ίδιος, έχοντας επιζήσει από δύο εμφράγματα, προσεύχεται καθημερινά να βγει η μέρα χωρίς προβλήματα, διότι στο νησί δεν υπάρχει γιατρός. Μάλιστα, στην ταβέρνα που διατηρεί στο Μαράθι και η οποία λειτουργεί μόνο λίγες ημέρες κάθε Αύγουστο, ένας νεαρός τουρίστας έχασε τη ζωή του.

«Δεν υπάρχει γιατρός εδώ ή στους Αρκιούς, που είναι πολύ κοντά, και ώσπου να βρούμε βάρκα και να τον μεταφέρουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο που απέχει δύο ώρες πέθανε. Και τα άλλα δύο αδέρφια μου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά κανείς δεν μας δίνει σημασία» λέει με παράπονο. Το έσοδά τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα και προέρχονται κατά κύριο λόγο από την ταβέρνα που λειτουργούν λίγες ημέρες τον Αύγουστο.

Τα τρία αδέρφια επιβιώνουν με μεγάλη δυσκολία και η διατροφή τους βασίζεται κυρίως στα ψάρια.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι ο καιρός θα μας επιτρέψει να λάβουμε τρόφιμα. Φέτος τον χειμώνα το καΐκι έκανε έως και 15 μέρες να μας φέρει ψωμί. Ωστόσο, εγώ όχι μόνο πληρώνω τον ίδιο φόρο με κάποιον που ζει σε χωριό ή πόλη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάει να αγοράσει τα τρόφιμα που θέλει, αλλά καλούμαι να δώσω και πέντε ευρώ στο καΐκι, το οποίο είναι ήδη επιδοτούμενο» λέει και καταλήγει: «Είμαι τόσο αγανακτισμένος, που φοβάμαι πως καμιά μέρα θα μου στρίψει και θα υψώσω την τουρκική σημαία».

Ιστορικός θησαυρός στο Δρομοκαΐτειο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Μετεβλήθη εντός μου κι ο ρυθμός του κόσμου», έγραψε μέσα από  τα αφιλόξενα δωμάτια του Δρομοκαΐτειου, όπου νοσηλεύτηκε σε ηλικία 42 ετών και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης και συγγραφέας του διηγήματος «Το αμάρτημα της μητρός μου», Γεώργιος Βυζηινός.

Ο παράφορος έρωτάς του για μια 14χρονη μαθήτριά του, τη Μπετίνα, την οποία πολιορκούσε διαρκώς επιθυμώντας να την παντρευτεί, αποτέλεσε την αφορμή για τον στενό του φίλο και τότε διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, να τον μεταφέρει στο ψυχιατρείο. Βλέποντας ότι η κατάσταση του Βυζηινού χειροτέρευε, του υποσχέθηκε πως θα τον παντρέψει με την αγαπημένη του λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Του φόρεσε γαμπριάτικο κοστούμι, καπέλο και με ένα κάρο τον οδήγησε στο «Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο» στις  9 Απριλίου 1892.  Η γνωμάτευση ήταν «γενική παράλυση των φρένων».

Το πρώτο ποίημα που έγραψε εντός των τειχών του ψυχιατρείου καθώς και πολλά άλλα ανέκδοτα έργα σπουδαίων προσώπων των γραμμάτων και των τεχνών που νοσηλεύτηκαν εκεί, στον κόσμο της παράνοιας,  τίθενται σήμερα στη διάθεση του κοινού στο μουσείο που στεγάζεται στον αύλειο χώρο του Δρομοκαΐτειου, στις παρυφές της Ιεράς Οδού.

«Ο επισκέπτης μπορεί να δει έργα τέχνης επιφανών ζωγράφων  όπως των Ανδρέα Κρυστάλλη και  Βαλεντίνου Ίλβες που φιλοτέχνησαν ενώ νοσηλεύονταν εδώ, πιστοποιητικά, ερωτικές επιστολές, χαμένα αντικείμενα ασθενών και πολλά άλλα», μου λέει ο υπεύθυνος του μουσείου Κώστας Παντελάκης. Ο ίδιος εργάζεται στην τεχνική υπηρεσία του νοσοκομείου τα τελευταία 30 χρόνια και ανέλαβε μαζί με έναν συνάδελφό του να συλλέξουν τον ιστορικό αυτό θησαυρό που ήταν παραπεταμένος στα πιο απίθανα σημεία εντός και εκτός του ψυχιατρείου. «Η έρευνά μας κράτησε πέντε περίπου χρόνια. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη κάθε φορά που έβρισκα κάτι που φανέρωνε την ιστορία του νοσοκομείου. Ένα από τα αντικείμενα μεγάλης σημασίας για την πορεία της ψυχιατρικής που εντόπισα πεταμένο σε ένα παλιό κλιμακοστάσιο, είναι μια συσκευή ηλεκτροσοκ», λέει περήφανα και προσθέτει: «τα αντικείμενα των ασθενών τα βρήκαμε σε δύο μεγάλες σακούλες σκουπιδιών. Δαχτυλίδια, ρολόγια, μουσικά όργανα, όλα ήταν ανακατεμένα με περιττώματα ποντικιών. Τα καθαρίσαμε, τα συντηρήσαμε και σήμερα εκτίθενται στο κοινό».

Προπολεμικά χαρτονομίσματα ασθενών

 

Τα πρώτα βιομηχανικά ψυχοτρόπα φάρμακα το 1950

Ανέκδοτες ερωτικές επιστολές του Κωστή Παλαμά

Στο μουσείο ο επισκέπτης θα δει μεταξύ άλλων χειρόγραφες επιστολές του Κωστή Παλαμά από την περίοδο που ήταν έφηβος. Μια καλοκαιρινή επίσκεψή του στο Αργοστόλι το 1876, τον έφερε αντιμέτωπο με τον πρώτο του έρωτα, την Ισαβέλλα. Μόλις επιστρέφει στην Αθήνα, εξομολογείται στον φίλο του και ποιητή Νικόλαο Καμπά τα συναισθήματά του για τη νεαρή κοπέλα και αποφασίζουν να γράψουν ο καθένας τους από μία ακροστιχίδα που φέρει το όνομα της Ισαβέλλας. Σε εκείνη την ακροστιχίδα ο Νικόλαος Καμπάς υπογράφει ως «Ωρίων».

 

Ακολούθησαν κι άλλα, πολλά ποιήματα και επιστολές που ο εθνικός μας ποιητής και μια από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας, έστειλε στην αγαπημένη του. Σαράντα χρόνια μετά, η 17χρονη ανιψιά της Ισαβέλλας, περνά το κατώφλι του ψυχιατρείου προκειμένου να νοσηλευτεί. Μαζί της κουβαλούσε ως καύχημα τις επιστολές αυτές που είχαν αποδέκτη τη θεία της όμως οι φύλακες του νοσοκομείου κράτησαν τα προσωπικά της αντικείμενα.

Ερωτική επιστολή του Κωστή Παλαμά προς την Ισαβέλλα

Ανάμεσα από τα ερωτικά γράμματα του Κωστή Παλαμά και τα πιστοποιητικά εισαγωγής του Γεωργίου Βιζυηνού, υπάρχουν δεκάδες επιστολές του Έλληνα λόγιου και πρώτου προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Δημήτριου Βικέλα. «Μετά τον θάνατο του Ζώρζη Δρομοκαΐτη, ο οποίος διέθεσε τα χρήματα για την ανέγερση του ψυχιατρείου, ο Δημήτριος Βικέλας που βρισκόταν στη Γαλλία έστειλε οδηγίες για την ανέγερση του κτιρίου. Είχε εμπειρία από ψυχιατρεία διότι η σύζυγός του νοσηλευόταν σ’ένα τέτοιο νοσοκομείο στη Γαλλία», επισημαίνει ο κ. Παντελάκης.

Ιστορία της ψυχιατρικής

Μέσα στο κτίριο του μουσείου ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με παλιές, καταδικαστέες πλέον από την επιστημονική κοινότητα, πρακτικές τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι γιατροί  προκειμένου να «θεραπεύσουν» τους ψυχικά νοσούντες. Οι ζουρλομανδύες και η μέθοδος της ψυχρολουσίας είναι κάποιες από αυτές. «Χρησιμοποιώντας πήλινες κάνουλες οι γιατροί έριχναν με μεγάλη πίεση πάγο στα σώματα των ασθενών. Τότε δεν υπήρχαν φάρμακα και οι ψυχίατροι πίστευαν πως με αυτό το σοκ ο οργανισμός του ψυχασθενούς θα συνερχόταν. Μετά την ψυχρολουσία έβαζαν τους ασθενείς να περπατούν για δέκα περίπου λεπτά προκειμένου να κυκλοφορήσει ξανά το αίμα στο σώμα τους. Η πρακτική αυτή άρχισε να εφαρμόζεται το 1903 και στο μουσείο ο επισκέπτης θα βρει εκτός από τις πήλινες κάνουλες και ειδικό εγχειρίδιο της εποχής για γιατρούς και νοσηλευτές», υπογραμμίζει ο κ. Παντελάκης.

Μέσα από αυτές τις κάνουλες έριχναν πάγο με πίεση στα σώματα των ψυχικά ασθενών

 

Ζουρλομανδύας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 δύο Ιταλοί ψυχίατροι εφεύρουν τη μέθοδο του ηλεκτροσοκ, η οποία πολύ σύντομα εξαπλώνεται στην Αμερική και αργότερα στην Ευρώπη. Στο Δρομοκαΐτειο το ηλεκτροσοκ έχει καταργηθεί τα τελευταία 30 χρόνια, ωστόσο, στο μουσείο υπάρχουν όλες οι συσκευές που χρησιμοποιούσαν οι γιατροί του νοσοκομείου στο παρελθόν προκειμένου να διοχετεύσουν ηλεκτρικό ρεύμα στον εγκέφαλο των ψυχικά ασθενών. «Έχουν δει πολλά τα μάτια μου όσα χρόνια δουλεύω εδώ. Ευτυχώς η επιστήμη προχώρησε και πλέον τα φάρμακα κάνουν θαύματα», καταλήγει ο κ. Παντελάκης.

Ο Βαλεντίνο Ίλβες το 1952 ζωγραφίζει σε θάλαμο του νοσοκομείου

 

Η πρώτη συσκευή ηλεκτροσόκ που χρησιμοποιήθηκε στο Δρομοκαΐτειο

 

*Στην κεντρική εικόνα του κειμένου βλέπετε τη γενική άποψη του Δρομοκαΐτειου το 1902. Στο βάθος η μικρή τότε Αθήνα και ο χωματόδρομος που διασχίζει είναι η αρχέγονη Iερά Οδός.

SOS εκπέμπει η ακριτική Ψέριμος: «Είμαστε δύο μήνες χωρίς ρεύμα»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε απόγνωση βρίσκονται οι λιγοστοί κάτοικοι της Ψερίμου καθώς στο νησί – που βρίσκεται ανάμεσα στην Κάλυμνο, την Κω και τα τουρκικά παράλια – τους τελευταίους δύο μήνες δεν υπάρχει ρεύμα στους δρόμους και η περιοχή «βυθίζεται» στο σκοτάδι μόλις πέσει ο ήλιος. Μάλιστα, δεν φτάνει η ταλαιπωρία που υφίστανται οι 24 κάτοικοι του νησιού, ήρθε και η τουλάχιστον προκλητική απάντηση του δημάρχου (το νησί υπάγεται στον Δήμο Καλυμνίων) στο αίτημά τους για αποκατάσταση της βλάβης. «Επί 60 σχεδόν ημέρες μας λένε πως δεν υπάρχει άτομο να μας στείλουν για να βάλει το ρεύμα. Το βράδυ στο λιμάνι μπορεί να μπει όποιος θέλει χωρίς να καταλάβουμε τίποτα», μου λέει η 60 χρονη κ. Φωτεινή τονίζοντας πως οι Ψεριμιώτες έχουν συνειδητά λησμονηθεί από την Πολιτεία.

Εκτός όμως από τη βλάβη του ρεύματος, οι κάτοικοι της Ψερίμου, γνωστοί και ως «ερημίτες του Αιγαίου» καλούνται καθημερινά να αντιμετωπίσουν πλήθος προβλημάτων, τα οποία όπως λένε, προκύπτουν από την αδιαφορία των ιθυνόντων. «Ακτοπλοϊκή σύνδεση με τα άλλα νησιά έχουμε μόνο τρεις φορές την εβδομάδα ενώ όταν η θάλασσα έχει φουρτούνες, το καϊκι κάνει έως και 5 ημέρες να μας εφοδιάσει με τρόφιμα», σημειώνει η κ. Φωτεινή και προσθέτει πως μια ακόμη «πληγή» του νησιού είναι η έλλειψη γιατρού. «Έχασα τον άντρα μου πέρυσι στη μέση του πελάγους ενώ τον μεταφέραμε με φουσκωτό στην Κάλυμνο. Η ζωή μας είναι δραματική, μας έχουν εγκαταλείψει όλοι».  Σε μια προσπάθεια να ζωντανέψει το νησί και να «αναστηθεί» το σχολείο που για χρόνια παραμένει ερμητικά κλειστό και εγκαταλελειμμένο λόγω της έλλειψης μαθητών, ο Καλύμνιος ομογενής της Αυστραλίας Γιάννης Χαλίκος, πρότεινε σε οικογένειες που κατάγονται από την Ψέριμο, να τους δώσει 1.000 ευρώ προκειμένου να επιστρέψουν πίσω μαζί με τα παιδιά τους. Όπως εξηγεί η κ. Φωτεινή, η προσπάθειά του έπεσε στο κενό καθώς ενώ βρέθηκαν γονείς πρόθυμοι να γυρίσουν πίσω, η έλλειψη γιατρού τους αποθάρρυνε. «Πως θα έρθει να ζήσει εδώ μια μητέρα ξέροντας ότι σε περίπτωση που πάθει κάτι το παιδί της, δεν υπάρχει γιατρός;», διερωτάται η 60χρονη γυναίκα.

Ένα επιπλέον «αγκάθι» στη ζωή των κατοίκων στη μικρή αυτή κουκίδα γης αποτελεί  η γεωγραφική θέση του νησιού που βρίσκεται δέκα μόλις μίλια από τα τουρκικά παράλια και ένα τέταρτο από τα Ίμια, πράγμα που τους γεμίζει με αίσθημα ανασφάλειας. «Ο κοντινότερος φύλακας που υπάρχει, απέχει δύο ώρες από εδώ. Ώσπου να φτάσε σε εμάς σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, θα μας έχουν σφάξει όλους. Κάθε πρωί όταν ξημερώνει το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να προσευχηθούμε στην Παναγία για να περάσει η μέρα χωρίς απώλειες για το νησί μας», λέει ο 35χρονος Γιώργος, ένας εκ των δύο νέων ανθρώπων που έχουν απομείνει στην Ψέριμο. Μια από τις στιγμές που τόσο ο ίδιος όσο και η κ. Φωτεινή δεν μπορούν να ξεχάσουν, είναι όταν πριν από περίπου έναν χρόνο ένας Τούρκος διακινητής προσφύγων βρήκε καταφύγιο στην Ψέριμο επειδή το φουσκωτό με το οποίο τους μετέφερε  διαλύθηκε εν μέσω πελάγους. «Είχαμε πάρει εντολή από το λιμενικό να κλειδωθούμε στα σπίτια μας διότι δεν ήξεραν αν οπλοφορεί. Τελικά τον έπιασαν μετά από δύο μέρες ερευνών», θυμάται η κ. Φωτεινή.

Η ηρωίδα δασκάλα του Αιγαίου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Κάθε πρωί στις οκτώ ο εννιάχρονος Χρήστος πηγαίνει στο σχολείο, όπου τον περιμένει η δασκάλα του και αφού χτυπήσουν συμβολικά το κουδούνι, κάνουν προσευχή κι έπειτα ξεκινά το μάθημα. Ο Χρήστος είναι ο μοναδικός μαθητής στο πολύπαθο σχολείο των Αρκιών, το μικρότερο της Ευρώπης, όπου τον τελευταίο ενάμισι χρόνο η 50χρονη Μαρία Τσιαλέρα εκτελεί τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα κάνοντάς το παράλληλα γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Όπως μου λέει, ζήτησε η ίδια να υπηρετήσει στην εσχατιά του Αιγαίου και παρά το γεγονός ότι πλέον βλέπει το σύζυγό της μόνο τα Σαββατοκύριακα που ο καιρός επιτρέπει τη μετακίνησή της, χαίρεται πολύ που επιτέλους το επαγγελματικό της όνειρο έγινε πραγματικότητα. Μάλιστα, το μέγεθος του λειτουργήματός της γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός πως η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, έναν τόπο εκ διαμέτρου αντίθετο με το ακριτικό νησί των 34 κατοίκων.

«Είχα πόθο να εργαστώ εδώ από το 2007. Παρακολουθούσα την πορεία του σχολείου, γνώριζα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι αλλά και το πόσο αδικημένα είναι τα παιδιά που ζουν στο νησί. Δεν μετάνιωσα στιγμή για την απόφασή μου. Αντιθέτως, αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες, οι οποίες με έχουν πεισμώσει και θέλω ακόμη περισσότερο να αγωνιστώ για τα αυτονόητα δικαιώματα του μοναδικού μαθητή στους Αρκιούς», δηλώνει χαρακτηριστικά. Πριν από λίγο καιρό η Ακαδημία Αθηνών τίμησε την 50χρονη δασκάλα  για την αφοσίωση και τη συνέπεια με την οποία εκτελεί τα καθήκοντα της. «Είναι σίγουρα τιμητικό αλλά δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου το γεγονός ότι θα βραβευτώ επειδή κάνω τη δουλειά μου, το αυτονόητο δηλαδή», σημειώνει. Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας της εργάστηκε σε ολιγοθέσια σχολεία ανά την Ελλάδα αλλά πρώτη φορά διδάσκει σε μονοθέσιο  αναλαμβάνοντας παράλληλα εκτός από το ρόλο της δασκάλας, εκείνον της συμμαθήτριας και της φίλης. «Το νησί δεν έχει άλλα παιδιά και ο Χρήστος δεν κοινωνικοποιείται. Μετά το πέρας των μαθημάτων παίζουμε μαζί κάποιο επιτραπέζιο και κουβεντιάζουμε για ό,τι μας απασχολεί. Μόλις τελειώσει το δημοτικό θα πρέπει είτε να αρχίσει να δουλεύει, είτε να μετακομίσει στο κοντινότερο νησί που υπάρχει γυμνάσιο. Το κράτος με αντισυνταγματικό τρόπο καταδικάζει τα παιδιά των Αρκιών καθώς δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση».

Προβλήματα

Εκτός όμως από τη μοναχικότητα, ο εννιάχρονος μαθητής φέτος κλήθηκε να αντιμετωπίσει και τις επιπτώσεις της έντονης κακοκαιρίας καθώς το κτίριο του σχολείου έχει υποστεί τόσες φθορές με το πέρασμα του χρόνου που πλέον πλημμυρίζει με την πρώτη βροχόπτωση. «Υπάρχουν μέρες που φορά το μπουφάν του από τις οκτώ το πρωί έως το μεσημέρι που σχολάει. Το παιδί τρέμει ολόκληρο από την υγρασία», λέει η δασκάλα του καταγγέλλοντας το γεγονός πως ενώ έγινε αυτοψία στο κτίριο το περασμένο καλοκαίρι, οι ζημιές δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί.

Νερά της βροχής στάζουν στον τοίχο της σχολικής αίθουσας

Μάλιστα, εκτός από τους κινδύνους που ενέχει μια τέτοια κατάσταση για την υγεία της ίδιας και του μαθητή της, πολλές φορές αναγκάζονται να ακυρώσουν τα μαθήματα των αγγλικών που για πρώτη φορά φέτος γίνονται στο σχολείο των Αρκιών σε συνεργασία με κέντρο ξένων γλωσσών στους Λειψούς. «Τα μαθήματα αυτά γίνονται ηλεκτρονικά όμως όταν βρέχει βγάζουμε από την πρίζα τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό διότι το νερό στάζει στους τοίχους και υπάρχει πιθανότητα βραχυκυκλώματος. Είναι αδιανόητο να ζούμε εν έτη 2019 σε μια γωνιά του Αιγαίου σε συνθήκες λίγο καλύτερες απ’ότι στην Κατοχή», αναφέρει.

Ένα ακόμη πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν για χρόνια οι κάτοικοι του νησιού, είναι η έλλειψη γιατρού με αποτέλεσμα να χάνονται ζωές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του παππού του εννιάχρονου Χρήστου, ο οποίος τον περασμένο Απρίλη παρουσίασε έντονη αδιαθεσία και λίγες ώρες αργότερα εξέπνευσε.

«Αν υπήρχε κάποιος γιατρός εδώ, ενδεχομένως να ζούσε σήμερα. Είμαστε ξεχασμένοι από την Πολιτεία κι αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που το νησί σιγά σιγά ερημώνει. Πως θα έρθει μια νέα γυναίκα εδώ να κάνει οικογένεια όταν γνωρίζει πως αν πάθει κάτι η ίδια ή το παιδί της θα είναι στο έλεος του Θεού εξαιτίας της έλλειψης γιατρού;», διερωτάται.

Ωστόσο, παρά τις αντιξοότητες η 50χρονη δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη έχει επιλέξει να υπηρετήσει το πόστο της υποδειγματικά και όνειρό της, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, είναι να μην κλείσει το σχολείο των Αρκιών. Αυτό επιθυμεί και ο εννιάχρονος μαθητής της Χρήστος που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει δάσκαλος και να επιστρέψει στο νησί του. «Θα παλέψουμε όσο μπορούμε γι’αυτό το σχολείο διότι το πονάμε. Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου μας επισκέπτονται το καλοκαίρι και δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε ένα τόσο απομονωμένο μέρος υπάρχει σχολείο. Μας βγάζουν φωτογραφίες και όταν φεύγουν κρατούν επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας».

 

Η τουρίστρια της Αμοργού που έγινε μοναχή και «ανέστησε» εγκαταλελειμμένη μονή από το 1757

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν μετά από είκοσι ώρες ταξίδι, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την… άγονη τότε Αμοργό προκειμένου να περάσει εκεί τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αρκετά χρόνια μετά, το 2011, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, ως μοναχή πια, αναβιώνοντας παράλληλα τη μονή του Αγίου Γεωργίου Βαρσαμίτη που ήταν κλειστή από το 1757. Ο λόγος για τη γερόντισσα Ειρήνη, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θείο της κάλεσμα, όπως το αποκαλεί, αφιερώνοντας τη ζωή της στο Χριστό και τον συνάνθρωπο.

«Μόλις κατέβηκα από το πλοίο, ένιωσα κάτι πολύ οικείο. Τότε το νησί ήταν διαφορετικό, δεν είχε αναπτυχθεί τουριστικά, εξέπεμπε μια ηρεμία που με αιχμαλώτισε», μου διηγείται η ίδια. Τότε, ήταν υπάλληλος σε εταιρία μάρκετινγκ στην Αθήνα, ωστόσο το ανήσυχο πνεύμα της την οδηγούσε συνεχώς σε νέες εσωτερικές αναζητήσεις. Παράλληλα λοιπόν με την εργασία της, μελετούσε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και διαπίστωσε ότι είχε πολλές απορίες. «Κάποια στιγμή βρήκα τον πνευματικό μου που ήταν καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και μέσα από μια διαδικασία βαθιάς αναζήτησης, »γνώρισα» τον Χριστό. Στο πρόσωπό του βρήκα τις ιδιότητες που πάντα έψαχνα στη ζωή μου, δηλαδή την απόλυτη αγάπη, τη συγχώρεση και την ειρήνη», εξηγεί. Κάπως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, εκείνο του μοναχισμού και από το 2011, όταν έγινε η κουρά της, ζει μόνιμα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην Αμοργό που ήταν κλειστό για δυόμισι αιώνες. Μάλιστα, το συντηρεί η ίδια αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνεί.

Η γερόντισσα Ειρήνη μετέτρεψε την άλλοτε εγκαταλελειμμένη μονή σε επίγειο παράδεισο

«Η τελευταία μοναχή που ζούσε εδώ, η Φιλαρέτη, πέθανε το 1757 και ο τάφος της είναι μέσα στο ναό. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, το μοναστήρι »ζωντάνεψε» και τους περισσότερους μήνες του χρόνου σφύζει από ζωή», αναφέρει. Πράγματι, ο άλλοτε εγκαταλελειμμένος ναός, έχει μετατραπεί σε επίγειο παράδεισο γεμάτο λουλούδια και δέντρα που φύτεψε η ίδια και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας που πραγματοποιείται κάθε Σάββατο, οι πιστοί κάθονται γύρω από το τραπέζι και τρώνε όλοι μαζί. «Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έρχονται άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μόλις μπαίνουν στο μικρό ναό μου λένε ότι αισθάνονται μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εγώ δεν το καταλαβαίνω διότι ζω μόνιμα σε αυτή την γλυκιά ειρήνη».

Η καθημερινότητα

Η μοναχή ξυπνά καθημερινά στις πέντε το πρωί και αφού προσευχηθεί για δύο ώρες, πίνει τον καφέ της και στη συνέχεια φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες, μέσα από τις οποίες συντηρεί το ναό. «Το πρόγραμμα είναι γεμάτο μέχρι το βράδυ. Φέρτε μου κάποιον με κατάθλιψη εδώ και θα γίνει καλά», λέει τονίζοντας πως η σωματική εργασία σε συνδυασμό με την προσφορά στο συνάνθρωπο και την επαφή με τη φύση, δεν αφήνει περιθώρια ψυχικής κατάπτωσης. Εκείνο που κάθε φορά προτρέπει τους πιστούς που συρρέουν στο γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, είναι να προσπαθήσουν να γνωρίσουν το Χριστό. «Λέω στους ανθρώπους να διαβάσουν την Καινή Διαθήκη και αφού «γνωριστούν» μαζί Του, μετά ας Του πουν με την ελευθερία της βούλησής τους »χάρηκα που σε γνώρισα» ή »γεια χαρά, δε χάρηκα». Μόνο μέσα από τη γνώση μπορείς να αποδεχθείς ή να απορρίψεις κάτι», καταλήγει.

 

Χαρίζει σε ανθρώπους με προβλήματα όρασης το φως της λογοτεχνίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα κενό στον χώρο του βιβλίου για τους συνανθρώπους μας με προβλήματα όρασης έρχεται να καλύψει ο 25χρονος φοιτητής Απόστολος Γαρούφος από την Κοζάνη. Ο νεαρός φιλόλογος με μεταπτυχιακό στην Ειδική Αγωγή αποφάσισε να συνδυάσει τις σπουδές του με τον προγραμματισμό – που για πολλά χρόνια αποτελούσε το αγαπημένο του χόμπι – και να δημιουργήσει το MinaDot, ένα λογισμικό μέσω του οποίου κάθε χρήστης θα μπορεί εντελώς δωρεάν να μεταγράψει αμέτρητες σελίδες ελληνικών και αγγλικών βιβλίων  σε γραφή Μπράιγ.

«Πάντα μου άρεσαν οι κώδικες και, όταν διδάχτηκα κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου τη γραφή Μπράιγ, σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να διαδοθεί το συγκεκριμένο σύστημα. Προσπάθησα λοιπόν να περάσω ένα ολόκληρο 24ωρο ως άτομο με προβλήματα όρασης δένοντας ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια μου.  Διαπίστωσα ότι μπορούσα να χειριστώ το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, το πληκτρολόγιο του υπολογιστή, να καταλάβω τα φάρμακα που έχουν επάνω κώδικα Μπράιγ, αλλά δεν μπορούσα να διαβάσω λογοτεχνία, καθώς δεν υπάρχουν στη χώρα μας βιβλία για ανθρώπους με προβλήματα όρασης» μου λέει, εξηγώντας πώς εμπνεύστηκε την ιδέα για τη δημιουργία του συγκεκριμένου προγράμματος, το οποίο θα είναι διαθέσιμο μέσω διαδικτύου σε λίγους μήνες.

Πριν από λίγο καιρό και στο πλαίσιο μιας εργασίας για το πανεπιστήμιο μετέγραψε το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη, δίνοντας τη δυνατότητα σε τυφλούς πολίτες να διαβάσουν ένα από τα πλέον ερωτικά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κάτι ανάλογο έκανε και με το διαχρονικό αριστούργημα του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, «Ο Μικρός Πρίγκιπας». «Δυστυχώς, κάποιος που αντιμετωπίζει πρόβλημα όρασης είναι αποκλεισμένος από τη λογοτεχνία. Δεν υπάρχει εκδοτικός οίκος στη χώρα μας που να διαθέτει βιβλία για τους μη βλέποντες» λέει και εξηγεί πως, αν ένας πολίτης που δεν βλέπει θελήσει κάποιο βιβλίο ή περιοδικό, θα πρέπει να το παραγγείλει, να περιμένει ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να γίνει η μετάφραση και να χρυσοπληρώσει την εκτύπωση.

Πάντως, η πρωτοβουλία του να μεταγράψει λογοτεχνικά κείμενα προκειμένου να είναι προσβάσιμα σε τυφλούς παρακίνησε αρκετούς συγγραφείς, οι οποίοι τον προσέγγισαν για να μετατρέψει τα κείμενά τους. «Πολλοί μου λένε ότι για τους ανθρώπους με προβλήματα όρασης υπάρχουν τα ακουστικά βιβλία. Το να σου διαβάζει ο άλλος ένα κείμενο δεν είναι λογοτεχνία. Το ότι η τεχνολογία προχωρά δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχαστεί η Μπράιγ, είναι ένα σύστημα-θησαυρός και αρκετά χρήσιμο για πολλούς ανθρώπους εκεί έξω» καταλήγει.

Η γαστρονομική πλευρά της προσφυγικής ροής στη Λέσβο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό εστιατόριο που δίνει τη δυνατότητα σε πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και γηγενείς που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια μέσα από την εργασία «παντρεύοντας» παράλληλα γεύσεις από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ελλάδα, λειτουργεί τους τελευταίους μήνες στη Λέσβο. Πρόκειται για το κοινωνικό εστιατόριο «ΝΑΝ» που σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες όπως ινδικά, πακιστανικά και φαρσί,  η ιδέα για το οποίο «γεννήθηκε» από τέσσερις εθελόντριες που σε καθημερινή βάση επισκέπτονταν τον καταυλισμό ΠΙΚΠΑ – απ’ όπου πέρασαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες – και θέλησαν μαζί με τον θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, να φέρουν τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε, να μιλήσουν αλλά και να δημιουργήσουν μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτήν που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. «Συναντήσαμε πάρα πολλούς ανθρώπους που ήρθαν στο νησί και εγκλωβίστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα να μη μπορεί να δει ο κόσμος την άλλη πλευρά των προσφύγων και να τους δει ως μονάδες. Άλλωστε, μόνο γύρω από ένα τραπέζι μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία κάποιου», μου λέει μια εκ των τεσσάρων ιδρυτριών, η κα. Λένα Αλτίνογλου και συνεχίζει: «Όνειρό μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όμορφο και φιλόξενο, όπου ο καθένας θα μπορεί να αναδείξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του. Ένα εστιατόριο που θα παρουσιάζει γεύσεις από άλλες πατρίδες και μέσα από τη συνύπαρξη θα δούμε πόσα κοινά υπάρχουν μεταξύ μας, παρά τις διαφορετικές μας ρίζες». Έτσι, στο ΝΑΝ σήμερα εργάζονται συνολικά δώδεκα άνθρωποι, έξι των οποίων είναι ντόπιοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, όπως μακροχρόνια ανεργία, ιατρικές παθήσεις ενώ οι υπόλοιποι προέρχονται από χώρες όπως τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Παράλληλα, εκτός από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, το εστιατόριο ΝΑΝ ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς από τους οποίους αγοράζει τις πρώτες ύλες για το φαγητό ενώ παράλληλα προωθεί τις αξίες και ιδέες της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της μη σπατάλης τροφίμων. Το φαγητό που περισσεύει δίνεται σε δομές και κοινωνικές κουζίνες για άπορους πολίτες.

«Δεν στηρίζουμε πολυεθνικές εταιρίες που μπορεί να έχουν φθηνότερα προϊόντα αλλά οι τεχνικές τους δε συνάδουν με το πνεύμα του εστιατορίου και το πνεύμα της ομάδας μας που ονειρεύτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει η κ. Αλτίνογλου.

Δυσκολίες

Όπως μου λέει, το εστιατόριο δεν έτυχε ευρείας ανταπόκρισης από την κοινωνία του νησιού, μεγάλο μέρος της οποίας βλέπει το εγχείρημα αυτό με καχυποψία. «Από νησί της αλληλεγγύης η Μυτιλήνη έχει μετατραπεί σε ένα φοβικό μέρος, όπου εκφράζονται φόβοι ότι θα αλλοιωθεί ο πληθυσμός, ότι οι άνθρωποι αποτελούν κίνδυνο. Έχουν συσσωρευτεί προβλήματα διότι έχουμε συνέχεια αφίξεις και καταλαβαίνω ότι αυτό έχει κουράσει κάποιο κόσμο», σημειώνει διευκρινίζοντας για ποιο λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι «κλέβουν» τις θέσεις εργασίας από τους γηγενείς.

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι εμπνευστές πιστεύουμε ότι η εργατική τους δύναμη είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται κανονικά με τις σχέσεις εργασίας που ορίζει το ελληνικό κράτος. Δεν κλέβουν δουλειές από κανέναν, απεναντίας δημιουργήσαμε θέσεις εργασίας, τις μισές από τις οποίες καταλαμβάνουν οι ντόπιοι. Επιπλέον, υπήρξε ένας κύκλος εργασιών που περιλάμβανε μια πολύ ευρύτερη ομάδα τεχνητών και εργατών, οι οποίοι δούλεψαν για το ΝΑΝ και πληρώθηκαν από αυτό, άρα δώσαμε πίσω στην κοινωνία», εξηγεί.

Στόχος είναι η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του καταστήματος, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του χάρη σε διάφορες δωρεές από οργανώσεις και φίλους αλλά και με τη βοήθεια εθελοντών, προκειμένου οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτό, να καταφέρουν να σταθούν στο πόδια τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Όπως χαρακτηριστικά λέει η κα. Αλτίνογλου, οι μόνοι που θα χάσουν σε περίπτωση που το ΝΑΝ δεν πάει καλά, είναι οι εργαζόμενοί του. «Ευελπιστούμε εκτός από εστιατόριο να αποτελέσει στο μέλλον κι έναν χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται δράσεις και θα γίνονται ζυμώσεις, να συζητιούνται τα θέματα που απασχολούν τη γειτονιά, την πόλη και να βρίσκονται λύσεις», καταλήγει. 

Ο βραβευμένος Ιορδανός φωτορεπόρτερ που ακολουθεί το δράμα των προσφύγων

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Τι κι αν είναι μόλις 37 ετών, ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Ιορδανός φωτορεπόρτερ Muhammed Muheisen έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή των κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την τελευταία δεκαπενταετία τη Μέση Ανατολή – από τον πόλεμο στο Ιράκ και την επανάσταση στην Υεμένη έως την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και το ξέσπασμα της Αραβικής «Άνοιξης»έχει βραβευθεί με δύο Πούλιτζερ και έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό TIME ως «ο καλύτερος φωτογράφος της χρονιάς» για το 2013. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του είναι εστιασμένη στην προσφυγική κρίση και με την κάμερά του ακολουθεί τους απανταχού εκτοπισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω συρράξεων και διώξεων. Πρόσφατα, βρέθηκε στα ελληνικά κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών και «αιχμαλώτισε» με την κάμερά του παιδικά πρόσωπα, οι φωτογραφίες των οποίων εκτέθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Άλλωστε, όπως μου λέει ο ίδιος, πιστεύει ότι τα παιδιά είναι τα πραγματικά θύματα του πολέμου και της φτώχειας. «Όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και εκείνα που ζουν σε εύφλεκτες ζώνες, αναζητούν ένα πράγμα μόνο, τη χαρά. Ακόμα και μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Πάντα »κουβαλώ» μαζί μου τη φωνή τους μέσα από τα πορτραίτα τους, όχι επειδή είναι πιο εύκολο να φωτογραφίσεις τα παιδιά αλλά επειδή είναι τόσο σημαντικό να ακουστεί η φωνή τους. Τα παιδιά ποτέ δεν λένε ψέματα και στα μάτια τους καθρεφτίζεται η αλήθεια τους».

Η 14χρονη Liyana από την Ιορδανία είναι καρκινοπαθής και ονειρεύεται να γίνει η καλύτερη σχεδιάστρια μόδας του κόσμου

Πόσο εύκολο είναι όμως να προσεγγίσει τις οικογένειες των παιδιών αυτών και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ώστε να δεχθούν να φωτογραφηθούν; Όπως μου λέει, η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα στη δουλειά του, ένα συναίσθημα που απαιτεί χρόνο αλλά και κόπο για να κερδηθεί. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να σέβεσαι τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις, να μην παραβιάζεις την ιδιωτικότητά τους, να μαθαίνεις συνεχώς πράγματα για την κουλτούρα και τις παραδόσεις τους ζώντας μαζί τους», σημειώνει τονίζοντας ότι προτού τους φωτογραφίσει, περνά αρκετό χρόνο με τις οικογένειες αυτές προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Ο σεβασμός είναι το κλειδί», προσθέτει.

Φωτογραφία που τράβηξε σε ελληνικό καταυλισμό

Μια από τις τελευταίες του φωτογραφίες που συγκίνησε τους ακόλουθούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι εκείνη που απεικονίζει την Κίραν, ένα εννιάχρονο κορίτσι που σκύβει στοργικά προς το νεογέννητο αδερφό της, ο οποίος είναι ξαπλωμένος σε μια αυτοσχέδια αιώρα στον αύλειο χώρο ενός εργοστασίου τούβλων στο Πακιστάν. Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια, η οποία είναι μια από τις πολλές εσωτερικά εκτοπισμένες της χώρας. «Έχοντας καλύψει αρκετές συγκρούσεις στο Πακιστάν, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο εστιάζω και θέλω να αναδείξω μέσα από τη δουλειά μου κι αυτό είναι οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πολίτες και τα παιδιά που εξαιτίας της ανελέητης φτώχειας αναγκάζονται να δουλέψουν από πολύ μικρή ηλικία για να επιβιώσουν. Η Κίραν και οι γονείς της αναγκάστηκαν να φύγουν από την επαρχιακή πόλη που ζούσαν εξαιτίας των πλημμυρών  και προκειμένου να επιβιώσουν, δουλεύουν όλοι μαζί στο εργοστάσιο. Η Κίραν λοιπόν δεν πηγαίνει σχολείο», σημειώνει και προσθέτει: «Όπως είπα και πριν, όταν περνάς ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μέρος, γίνεσαι αναπόφευκτα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί κι αυτοί της δικής σου. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για μια φωτογραφία αλλά για ένα μήνυμα από ένα παιδί στο συγκεκριμένο σημείο του κόσμου».

 

Η πολαρόιντ της γιαγιάς

Κομβικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει φωτορεπόρτερ και να μας χαρίζει μέσα από τις εικόνες του γνώσεις για τη ζωή σε εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη, έπαιξε μια πολαρόιντ κάμερα της γιαγιάς του. Αυτό το «μαγικό», όπως λέει, κουτί που όταν πατάς το κουμπί, εμφανίζεται αμέσως ένα κομμάτι χαρτιού που αποτυπώνει τη συγκεκριμένη στιγμή και το οποίο μπορείς να κουβαλάς μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής σου. «Συνειδητοποίησα τη σημασία της φωτογραφίας ως ένα εργαλείο αποτύπωσης και εξιστόρησης γεγονότων που μπορεί να ρίξει φως σε σημαντικά ζητήματα, να αλλάξει τα στερεότυπα αλλά και να βοηθήσει. Τα τελευταία χρόνια γυρίζω τον κόσμο προκειμένου να προβάλω ανείπωτες ιστορίες και αφανείς ήρωες», λέει και θυμάται την πρώτη του αποστολή ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ιράκ το 2003. «Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος αλλά τελικά δεν ήμουν. Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πόσο τυχερός είμαι που έζησα και μου δίνεται τώρα η δυνατότητα να σου μιλήσω γι’αυτό», λέει και καταλήγει: «Ο πόλεμος αυτός μου χάρισε το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ και παρά το γεγονός ότι μου άνοιξε το δρόμο προς την επιτυχία, δεν θα δίσταζα να το δώσω πίσω γιατί οι αναμνήσεις πίσω από αυτό με ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Το μάθημα ζωής που πάντα υπενθυμίζω στον εαυτό μου και στους ανθρώπους γύρω μου είναι πόσο τυχεροί είμαστε που στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα σπίτι, ένα κρεβάτι κι ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το αντίθετο δηλαδή από τους ανθρώπους τους οποίους φωτογραφίζω, οι οποίοι μην έχοντας τίποτα, παλεύουν ασταμάτητα προκειμένου να επιβιώσουν και να είναι χαρούμενοι».