«Στην Ελλάδα αγνοούν την Παρηγορική Ιατρική»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν το μακρινό 1986 όταν η Αθηνά Βαδαλούκα, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Αναισθησιολογίας, Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών σήμερα , ίδρυσε στο Αρεταίειο νοσοκομείο το πρώτο Εκπαιδευτικό  Κέντρο Πόνου, με σκοπό την θεραπεία των καρκινοπαθών που υπέφεραν από  βασανιστικούς  πόνους αλλά και των οικογενειών τους. Η απώλεια ενός δικού της προσώπου και η εικόνα που είχε από τα άλλα κράτη όπου ταξίδευε διαρκώς για μετεκπαιδεύσεις, την έκαναν να πάρει αυτή την πρωτοβουλία και 11 χρόνια μετά, μαζί με άλλους επιστήμονες ίδρυσε την Ελληνική Εταιρία Θεραπείας Πόνου και Παρηγορικής Φροντίδας (ΠΑΡΗ.ΣΥ.Α).

Σήμερα, τρεισήμισι δεκαετίες  μετά από την ημέρα που γνώρισε στους πάσχοντες και τους οικείους τους την θεραπεία  του πόνου, η ίδια έχει αμέτρητες ιστορίες να διηγηθεί αλλά κι ένα μεγάλο παράπονο διότι το ελληνικό κράτος, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά, αρνείται πεισματικά να συμπεριλάβει την Παρηγορική Ιατρική στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

«Η Παρηγορική Ιατρική ανακουφίζει το υποφέρειν. Απευθύνεται σε άτομα που πάσχουν από καταληκτικές για τη ζωή ασθένειες, όπως καρκίνος, νεφροπάθειες, καρδιακά νοσήματα , νευρολογικές παθήσεις και άλλα. Στόχος είναι να δώσει στον ασθενή μια ποιότητα ζωής, θεραπεύοντας τον πόνο και τα συνοδά συμπτώματα, ενώ παράλληλα προσφέρεται και ψυχολογική υποστήριξη καθώς και εναλλακτικές θεραπείες», μου αναφέρει χαρακτηριστικά  η γιατρός, τονίζοντας πως σε άλλες χώρες αποτελεί ξεχωριστή ειδικότητα της Ιατρικής ενώ στην Ελλάδα δεν υπάρχει καν στον εθνικό σχεδιασμό.

«Δυστυχώς, εδώ δεν δίνεται σημασία στην  ποιότητά της  ανθρώπινης ζωής από τους έχοντες θέσεις εξουσίας. Πρέπει να αλλάξει εκ θεμελίων το υγειονομικό μας σύστημά», σημειώνει.

Η Αθηνά Βαδαλούκα, αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αναισθησιολογιας,Θεραπειας Πονου και Παρηγορικης Φροντιδας και Προεδρος Ευρωπαικης Συνομοσπονδιας κατα του Πονου(EuLAP)

Σήμερα υπάρχουν συνολικά 57 Κέντρα Πόνου στην Ελλάδα, τα οποία στελεχώνονται αποκλειστικά από εθελοντές γιατρούς, νοσηλευτές, φυσικοθεραπευτές, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Δυστυχώς, δεν υπάρχει μονάδα μέτρησης που να μας δείχνει την ανακούφιση που προσφέρουν όλα αυτά τα χρόνια, ωστόσο, τα μηνύματα που λαμβάνουν από τους ασθενείς είναι ενδεικτικά του έργου που προσφέρουν και, μάλιστα, αφιλοκερδώς.

«Δε με νοιάζει να πεθάνω, αλλά δε θέλω να πεθάνω με πόνους»

«Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια κοπέλα 38 ετών, με καρκίνο στο συκώτι. Τα είχε δοκιμάσει όλα αλλά ο πόνος δεν υποχωρούσε κι έτσι ήρθε σε εμάς. Αφού της έβαλα αντλία επισκληρίδιας έγχυσης, ανακουφίστηκε. Την επόμενη ημέρα που συμπωματικά ήταν και τα γενέθλιά της με πήρε τηλέφωνο για να με ευχαριστήσει, λέγοντάς μου πως της έκανα το καλύτερο δώρο διότι κατάφερε να βγει για φαγητό με τον σύζυγο και τα δυο της παιδιά. Οι φρικτοί πόνοι που είχε ως τότε, δεν της επέτρεπαν να βγαίνει. Μετά από λίγες ημέρες πέθανε, όμως, το γεγονός ότι χάρη σε εμάς πέρασε τα τελευταία της γενέθλια όπως τα ήθελε, είναι σπουδαίο», διηγείται η κ. Βαδαλούκα.

Ένας άλλος ασθενής για πολλούς μήνες ούρλιαζε από τους πόνους και δεν  μπορούσε να ξαπλώσει ανάσκελα. Όταν απευθύνθηκε στην ΠΑΡΗ.ΣΥ.Α ο πόνος υποχώρησε και η ικανοποίηση τόσο του ίδιου όσο και της οικογένειάς του που τον έβλεπε να υποφέρει, ήταν τεράστια.

«Τώρα ζω σαν άνθρωπος και όχι σαν εγκαταλελειμμένο ζώο, τον θυμάμαι να μου λέει», εξηγεί συγκινημένη η γιατρός.

Όπως εξηγεί, οι φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δείχνουν εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον για την Παρηγορική Ιατρική, ωστόσο το γεγονός πως στην Ελλάδα δεν υπάρχει σαν ειδικότητα, αποτελεί τεράστιο πλήγμα τόσο για τον ίδιο τον κλάδο όσο και για τους ασθενείς. «Είναι ξεκάθαρα θέμα πολιτικής βούλησης», λέει κατηγορηματικά η ίδια και μετά από μια μικρή παύση προσθέτει: «Έχω όμως ελπίδα, αλίμονο αν δεν είχα μετά από 35 χρόνια αγώνα. Δεν ξέρω αν θα ζω για να δω το όραμά μου να υλοποιείται αλλά θέλω να πιστεύω ότι κάποτε θα γίνει».

«Πήρα πίσω τη ζωή μου»

Ενδεικτική της αναγκαιότητας της Θεραπείας Πόνου και  Παρηγορικής Ιατρικής για τους βαρέως πάσχοντες είναι η περίπτωση του 52χρονου Γιώργου Μπέριου που τον περασμένο Ιανουάριο διαγνώστηκε με καρκίνο στον οισοφάγο.

Οι απανωτές χημειοθεραπείες του προκαλούσαν μουδιάσματα σε χέρια και πόδια που σταδιακά απλώνονταν σε όλο του το κορμί καθώς και έναν έντονο πόνο που έδινε, όπως λέει, την αίσθηση ότι τον διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα.

«Επί 20 χρόνια γυμναζόμουν σε καθημερινή βάση και ξαφνικά το σώμα μου δεν μπορούσε να υπακούσει στις εντολές μου. Αδυνατούσα ακόμη και να σταθώ όρθιος αν δεν υποβασταζόμουν από δύο άτομα. Φανταστείτε το σοκ που υπέστην, η ψυχολογία μου έφτασε στο ναδίρ», λέει και προσθέτει πως τα πάντα άλλαξαν όταν ο γαστρεντερολόγος του τού συνέστησε την ΠΑΡΗ.ΣΥ.Α

«Μέσα από ειδικά μασάζ κι ένα χάπι για τον πόνο η κατάστασή μου άλλαξε θεαματικά και πλέον είμαι λειτουργικός στην καθημερινότητά μου. Το γιατί ο γιατρός που μου έκανε τις χημειοθεραπείες τόσους μήνες δε μου συνέστησε το χάπι αυτό, είναι απορίας άξιο. Δυστυχώς, διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει συνεννόηση μεταξύ γιατρών», λέει.

Εκείνο που τον συγκλόνισε είναι το γεγονός πως η κ. Βαδαλούκα ήταν δίπλα του εθελοντικά και μάλιστα μπορούσε να τη βρει στο κινητό της τηλέφωνο οποιαδήποτε ώρα της ημέρας χρειαζόταν βοήθεια.

«Δεν πίστευα πως εκεί έξω υπάρχουν γιατροί που είναι πρώτα άνθρωποι και μετά επιστήμονες. Μέσα λοιπόν από τη χειρότερη εμπειρία της ζωής μου που ήταν ο καρκίνος, έμαθα ότι δεν είναι όλοι οι γιατροί ίδιοι. Κι ευχαριστώ θερμά την κυρία Βαδαλούκα γι΄αυτό το ‘’μάθημα’’», καταλήγει.

Ένας έγκλειστος εν καιρώ πανδημίας εξομολογείται…

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Παντελής έλλειψη ατομικών μέσων προστασίας, όπως γάντια, μάσκες και αντισηπτικά, διακοπή νερού για πολλές ώρες σε καθημερινή βάση και απουσία τεστ, συνθέτουν το σκηνικό στις ελληνικές φυλακές εν μέσω πανδημίας. Παρά τις μεγαλόστομες δηλώσεις περί του αντιθέτου από τη  Γενική Γραμματέα Αντεγκληματικής Πολιτικής Σοφία Νικολάου, οι κρατούμενοι καταγγέλλουν πως το μόνο που έχουν λάβει από την έναρξη της υγειονομικής κρίσης έως σήμερα είναι ένα μπουκάλι…. χλωρίνης!

«Δε μας έφεραν ποτέ αντισηπτικά, ούτε μάσκες. Μας συμπεριφέρονται σα να είμαστε σκουπίδια», μου λέει ο Σ., κρατούμενος στη φυλακή Χανίων, ο οποίος λόγω πρότερης επαγγελματικής εμπειρίας κάνει τα μεροκάματά του ως διοικητικός υπάλληλος στα γραφεία του σωφρονιστικού καταστήματος. «Ακόμη κι εκεί που δουλεύω ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους, δεν μου έχουν δώσει μάσκα, δεν τους ενδιαφέρει εάν αρρωστήσουμε. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι μπαίνουν κάποιες φορές να μας μετρήσουν στα κελιά μας χωρίς να φορούν μάσκα».

Ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι κρατούμενοι των συγκεκριμένων φυλακών είναι η διακοπή νερού καθημερινά, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τις ήδη ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσής τους.

Όσο για το φαγητό, τους έχει απαγορευτεί να δέχονται ψητό κρέας από τους συγγενείς τους αλλά επιτρέπεται να το αγοράζουν… ωμό από το σούπερ μάρκετ των φυλακών.

«Θα κολλήσουμε τον ιό από το μαγειρεμένο φαγητό της οικογένειάς μας αλλά όχι από τα προϊόντα του αγοράζουμε;», διερωτάται εύλογα ο Σ. και συνεχίζει: «Έστω ότι πονάει το στομάχι σου ή έχεις πίεση, σε πάνε στο γιατρό επάνω. Αν πει ο γιατρός ότι χρειάζεται κάποιος από εμάς να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, μας λένε ότι θα μπούμε 14 μέρες καραντίνα σε ένα κελί, το οποίο έχει μόνο ένα στρώμα, χωρίς τηλεόραση, χωρίς τίποτα άλλο. Οι αστυνομικοί ωστόσο που θα μας συνοδεύσουν στο νοσοκομείο ή οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι δεν θα μπουν σε καραντίνα».

Παρά το γεγονός πως έχουν επιβεβαιωθεί αρκετά κρούσματα και δύο θάνατοι από κορονοϊό σε φυλακές της χώρας, το αρμόδιο υπουργείο δεν έχει προχωρήσει σε αποσυμφόρηση. «Δε ζητάμε να βγει δηλαδή κάποιος με μεγάλη ποινή, κάποιος που σκότωσε ή έκλεψε. Θα μπορούσαν όμως να βγάλουν κάποιον που χρωστά μικροποσά στην εφορία ή ηλικιωμένους που είναι βαριά άρρωστοι. Το κράτος όμως εκδικείται τους κρατούμενους. Και να πεθάνουμε από τον ιό δεν τους νοιάζει. Ξέρεις τι σκέφτονται; ‘’Ένα σκουλήκι λιγότερο’’», λένε.

Στις φυλακές Χανίων έχουν επιβεβαιωθεί τέσσερα κρούσματα κορονοϊόύ, ανάμεσα σε έγκλειστους και υπαλλήλους. Μάλιστα, σύμφωνα με όσα καταγγέλλει ο Σ., το ένα κρούσμα αφορά έναν από τους συνολικά 20 κρατούμενους των φυλακών Κορυδαλλού που μεταφέρθηκαν στα Χανιά, μετά τη δίκη της Χρυσής Αυγής. «Ο ένας εκ των 20 είναι θετικός. Στους υπόλοιπους 19 που ήταν σε στενή επαφή μαζί του δεν έγινε κανένα τεστ. Μπορεί λοιπόν τα κρούσματα εδώ να είναι πολλά περισσότερα, δε θα το μάθουμε ποτέ».

Ο Σ. σε έναν μήνα αποφυλακίζεται αλλά, όπως μου λέει, θα συνεχίσει να μάχεται για τα δικαιώματα των κρατούμενων, τα οποία καταπατώνται σε καθημερινή βάση με το πιο απάνθρωπο τρόπο. «Η Ελλάδα πληρώνει πρόστιμα κάθε χρόνο για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν εντός των φυλακών αλλά δεν ιδρώνει το αυτί κανενός».

Αξίζει να σημειωθεί πως από την έναρξη της πανδημίας την Άνοιξη έως και σήμερα, αρκετά σωφρονιστικά καταστήματα ανά τον κόσμο προχώρησαν σε αποσυμφόρηση, σε μια προσπάθεια να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος διασποράς του ιού.

Ενδεικτικά, μέχρι το τέλος Μαΐου, οι πληθυσμοί φυλακών στην κομητεία του Λος Άντζελες και στην κομητεία του Σακραμέντο μειώθηκαν σε ποσοστό άνω του 30%, σύμφωνα με στοιχεία της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης ‘Prison Policy Initiative’’.

Στη Γηραιά Ήπειρο, όπως δείχνει η έρευνα του πανεπιστημίου της Λωζάνης για το Συμβούλιο της Ευρώπης,  παρατηρήθηκε μείωση του πληθυσμού σε αρκετές χώρες. Ένας από τους λόγους της αποσυμφόρησης των φυλακών είναι και τα μέτρα πρόληψης για την αναχαίτιση της πανδημίας. Ειδικότερα, την 15η Σεπτεμβρίου οι έγκλειστοι ήταν λιγότεροι συγκριτικά με την 1η Ιανουαρίου του ίδιου έτους στις εξής χώρες: Μαυροβούνιο(-21.1%), Γαλλία (-13.4%), Βουλγαρία (-12.7%), Αλβανία (-12.5%), Πορτογαλία (-12.5%), Ιταλία (-10.8%), Λιθουανία (-10%), Ολλανδία (-8.8%), Σκωτία  (-8.7%) Λουξεμβούργο (-8.4%), Φινλανδία (-7.6%), Λετονία (-7.1%), Πολωνία (-6.8%), Ισπανία (Καταλονία) (-6.3%), Κύπρος (-6%), Τσεχία  (-5.6%), Αγγλία και Ουαλία (-4.4%), Σλοβενία (-4.3%), Σερβία (-4%).

Αντιθέτως, αύξηση παρατηρήθηκε σε Ανδόρρα (+24.5%), Σουηδία (5.8%), Δανία (+5.4%), and Ελλάδα (+5.2%).

Τέλος, η ίδια μελέτη επισημαίνει πως τουλάχιστον 3.300 κρατούμενοι και 5.100 υπάλληλοι φυλακών μολύνθηκαν με COVID-19 σε όλη την Ευρώπη έως τις 15 Σεπτεμβρίου στις 38 διοικήσεις φυλακών που παρείχαν δεδομένα.

Soumya Swaminathan: «Τα lockdowns πλήττουν τους φτωχούς»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Απαισιόδοξο μήνυμα για εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που θα βρεθούν αντιμέτωποι με τον κοινωνικό αποκλεισμό και την οικονομική εξαθλίωση από τις συνέπειες της πανδημίας, εκφράζει μέσα από την αποκλειστική συνέντευξή της στη «δημοκρατία»* η επιστημονική διευθύντρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Σούμια Σουαμινάθαν.

Σύμφωνα με την Ινδή γιατρό που αποτελεί την επίσημη «φωνή» του οργανισμού σε ό,τι αφορά τα νέα επιστημονικά δεδομένα για τον ιό, οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές.

«Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, εκατομμύρια επιχειρήσεις θα κλείσουν ενώ το ήμισυ του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού των 3,3 δισεκατομμυρίων, κινδυνεύει να χάσει το βιος του. Τα lockdowns έχουν πολλαπλάσιες αρνητικές επιδράσεις στους ευάλωτους και οικονομικά ασθενέστερους πληθυσμούς», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Στον αντίποδα, για πρώτη φορά στα χρονικά η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα συνεργάζεται τόσο στενά για έναν κοινό σκοπό που δεν είναι άλλος από την παρασκευή εμβολίου ή φαρμάκου που θα μας επιτρέψει την πολυπόθητη επιστροφή στην κανονικότητα. Όπως εξηγεί η δρ. Σουαμινάθαν,  αυτή τη στιγμή 48 εμβόλια διαφορετικών και καινοτομικών τεχνολογιών βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, 11 εκ των οποίων  είναι ήδη στη φάση III.  «Δεν ξέρουμε ακόμη ποιο η ποια θα περάσουν όλα τα τεστ αποτελεσματικότητας, ασφάλειας και διάρκειας κάλυψης», σημειώνει.

Σε ό, τι έχει να κάνει με τα φάρμακα, η γιατρός του ΠΟΥ τονίζει πως μόνο τα κορτικοστεροειδή (δεξαμεθαζόνη) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά σε σοβαρές περιπτώσεις Covid -19. «Με την ανοσολογική απόκριση που προκαλούν, μπορούν να σώσουν τη ζωή πολύ άρρωστων ασθενών με κορονοϊό. Επιπλέον, τα μονοκλωνικά αντισώματα έχουν αποτελέσματα τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία όμως είναι δύσκολη η παραγωγή τους σε μεγάλες ποσότητες και είναι ακριβή θεραπεία», σημειώνει προσθέτοντας πως και τα αντιπηκτικά επίσης δείχνουν να βοηθούν επειδή ο ιός δημιουργεί θρομβώσεις σε βαριά αρρώστους.

Τεράστια σημασία ωστόσο έχει, σύμφωνα με την επικεφαλής επιστήμονα του ΠΟΥ, και η ευρεία διαθεσιμότητα οξυγόνου στις υπηρεσίες υγείας καθώς έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ωφέλιμη σε βαριά νοσούντες.

Τα δεδομένα αυτά είναι εν πολλοίς ενθαρρυντικά, ωστόσο, ο δρόμος που έχουμε ακόμη μπροστά μας φαίνεται να είναι μακρύς και ανηφορικός. «Μπορεί να κουραστήκαμε από τον ιό αλλά εκείνος δεν κουράστηκε με εμάς», τονίζει με νόημα η γιατρός, επισημαίνοντας πως αυτή την εβδομάδα τα κρούσματα ξεπέρασαν τα 50 εκατομμύρια παγκοσμίως.

«Ο μόνος τρόπος να σπάσουμε την αλυσίδα μετάδοσης είναι να τηρούμε τα μέτρα προστασίας, να εντοπίζουμε τα κρούσματα, να τα απομονώνουμε και να παρακολουθούμε παράλληλα τις στενές επαφές τους, να προστατεύουμε τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας και φυσικά να ενισχύσουμε τα νοσοκομεία. Η υιοθέτηση κάποιων εξ’ αυτών των μέτρων δε θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Πρέπει τα κράτη να εφαρμόζουν όλα τα παραπάνω παράλληλα».

Σύμφωνα με την ίδια, ο ΠΟΥ με μια σειρά από μαθηματικά μοντέλα έχει υπολογίσει ότι το ποσοστό θνητότητας όσων νοσούν από κορονοϊό ανέρχεται στο 0,6% που σημαίνει ένας θάνατος σε 200 κρούσματα.

 «Στοπ» στην κατανάλωση άγριων ζώων

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες εμφάνισης της πανδημίας, πολύς λόγος έγινε για τις υγρές, υπαίθριες αγορές της Κίνας με την επιστημονική κοινότητα να θεωρεί υπεύθυνους τους αιματηρούς πάγκους τους για τη μετάδοση και εξάπλωση του SARS-CoV-2 που άλλαξε τον κόσμο όπως τον γνωρίζαμε μέχρι πρότινος.

«Οι αγορές αυτές αποτελούν πηγή διατροφής για  εκατομμύρια ανθρώπους, δεν μπορούν να κλείσουν. Πρέπει όμως να τηρούν πολύ αυστηρά μέτρα και, το κυριότερο, πρέπει να απαγορευτεί εντελώς η πώληση αγρίων ζώων/πτηνών σε αυτές τις αγορές. To 70% των ιών προέρχονται από ζώα», σημειώνει και τονίζει πως το γεγονός ότι τα πρώτα κρούσματα κορονοϊού συνδέθηκαν τις αγορές στην Ουχάν δεν σημαίνει απαραίτητα πως η πανδημία ξεκίνησε από εκεί. «Από τότε που εντοπίστηκαν οι πρώτες περιπτώσεις Covid -19 , ο ΠΟΥ αναζητούσε στοιχεία για το πώς ο ιός αρχικά έκανε το άλμα από ζώα σε ανθρώπους. Οι μελέτες για την προέλευσή του βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και αναμένουμε τα αποτελέσματα με ανυπομονησία, καθώς η ικανότητά μας να αποτρέψουμε και να ανταποκριθούμε σε μελλοντικές πανδημίες εξαρτάται από τον εντοπισμό των φυσικών δεξαμενών και των ενδιάμεσων ξενιστών του SARS-CoV-2».

Αναφερόμενη στις επιπτώσεις των lockdowns – τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως ακραία μέτρα – η γιατρός του ΠΟΥ υπογραμμίζει πως η απομόνωση, η απώλεια εισοδήματος που απορρέει από το κλείσιμο των επιχειρήσεων καθώς και ο διαρκής φόβος για την υγεία και το μέλλον, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας ή να επιδεινώσουν τα ήδη υπάρχοντα.

«Η εργασία από το σπίτι, η κατ’ οίκον εκπαίδευση των παιδιών και η έλλειψη επαφής με άλλα μέλη της οικογένειας, φίλους και συναδέλφους, είναι λογικό να επηρεάσει την ψυχική μας ευημερία. Υπάρχουν ωστόσο που κάποια πράγματα που θα μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε τον εαυτό μας σε αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση· η τήρηση τακτικών ρουτινών, όσον αφορά στον ύπνο και τα γεύματα  είναι σημαντική. Επίσης η σωστή κατανομή του χρόνου για εργασία και ξεκούραση είναι εξίσου ωφέλιμη».

Την ίδια ώρα, όπως λέει, θα πρέπει οι κυβερνήσεις να εκμεταλλευτούν στο έπακρο το καθεστώς της καραντίνας προκειμένου να ενισχυθούν νοσοκομεία και δομές υγείας ενώ παράλληλα να γίνονται όσο το δυνατόν περισσότερα τεστ στον πληθυσμό.

 «Ενισχύστε το κράτος πρόνοιας»

 Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας η δρ. Σοαυμινάθαν επισημαίνει πως η πανδημία του κορονοϊού αποτέλεσε αφορμή να «ξεγυμνωθούν» τα πολυδιαφημισμένα συστήματα πρόνοιας του δυτικού κόσμου που αποδείχθηκαν εξαιρετικά ελλιπή και ευάλωτα σε κρίσης και τονίζει την ανάγκη στροφής σε πιο ανθρωποκεντρικά συστήματα υγείας.

«Η πανδημία μας υπενθύμισε ότι η υγεία είναι το θεμέλιο της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας. Αυτή η κρίση στην υγεία πυροδότησε μια κοινωνικοοικονομική κρίση που θα επηρεάσει δισεκατομμύρια ζωές. Το ερώτημα είναι αν το μάθημα αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστικές επενδύσεις  στην υγεία την επόμενη μέρα. Χρειαζόμαστε ενισχύσεις στον τομέα αυτό, αλλά δεν θα πρέπει να το θεωρήσουμε ως κόστος, αλλά σαν μια επένδυση που αποτελεί το θεμέλιο παραγωγικών, ανθεκτικών και σταθερών οικονομιών», επισημαίνει και καταλήγει: «Η υγεία είναι μια πολιτική επιλογή. Χωρίς ισχυρή πολιτική βούληση θα παραμείνει απλώς ένας στόχος για πολλές χώρες του κόσμου».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «δημοκρατία» στις 21/11/20

Τοξικοεξαρτημένοι: Οι παρίες της πανδημίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Γνωρίζουμε ότι με τη βοήθεια του ‘’παυσίλυπου’’ μπορούμε κάθε στιγμή να αποφύγουμε την πίεση της πραγματικότητας και να καταφύγουμε σε έναν δικό μας κόσμο, με καλύτερες συνθήκες άνθησης. Είναι γνωστό ότι ακριβώς αυτή η ιδιότητα των ναρκωτικών τα κάνει τόσο επικίνδυνα και βλαβερά», αναφέρει ο Σίγκμουντ Φρόυντ στο βιβλίο του «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».

Βέβαια, ο «πατέρας της ψυχανάλυσης» δεν είχε στο μυαλό του όταν έγραφε τα παραπάνω, την κατάσταση της πανδημίας που γνωρίζει σήμερα όλος ο κόσμος. Ίσως, αν το έκανε, να είχε να πει ακόμα περισσότερα για την επιρροή που μπορεί να αποκτήσουν οι εξαρτησιογόνες ουσίες στο άτομο σε συνθήκες εγκλεισμού.

Όπως μου εξηγεί η ψυχίατρος, συγγραφέας  και εκδότρια του επιστημονικού περιοδικού «Τετράδια Ψυχιατρικής» Κατερίνα Μάτσα, μια επιστήμονας με έντονο κοινωνικό έργο και ενεργή συμμετοχή σε αγώνες για τα δικαιωμάτων των τοξικοεξαρτημένων, η δεύτερη καραντίνα που διανύουμε είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους ανθρώπους αυτούς, τους οποίους, όπως χαρακτηριστικά λέει, τόσο η κοινωνία όσο και η ακαδημαϊκή ψυχιατρική κοινότητα, επιλέγει να τους τοποθετεί στο περιθώριο.

«Η τοξικομανία δεν είναι νόσος αλλά κοινωνικό φαινόμενο, συνεπώς μεταβάλλεται ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες. Μετά την πρώτη καραντίνα, τα λήμματα της Ψυτάλλειας έδειξαν αυξημένη χρήση ναρκωτικών από τους Αθηναίους. Φανταστείτε τι θα γίνει τώρα, στη δεύτερη καραντίνα. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνες αυξηθήκαν οι αγχώδεις διαταραχές, οι αυτοκτονίες καθώς και η χρήση ουσιών στη διάρκεια του lockdown. Από τότε μέχρι σήμερα δεν άλλαξε κάτι, αυτοί οι πληθυσμοί παρέμειναν εγκαταλελειμμένοι και φοβάμαι πως η κατάσταση θα γίνει πολύ χειρότερη».

Όπως επισημαίνει, η Πολιτεία έχει γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη σε αυτούς που «έψαξαν ανθρώπους και βρήκαν σκιές», σε εκείνους που εκτός από τα πλείστα όσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, πλέον, βρίσκονται εκτεθειμένοι και στην πανδημία. «Για τους άστεγους χρήστες ουσιών δεν υπάρχει μέριμνα, πέρα από κάποια συσσίτια που γίνονται, κανείς δεν φροντίζει γι’ αυτούς. Δεν διατρέφονται σωστά, έχουν προϋπάρχοντα νοσήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί και είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον κορονοϊό. Γενικότερα δε γίνεται δουλειά στο χώρο που συχνάζουν οι εξαρτημένοι, στις πιάτσες», λέει, τονίζοντας πως μια ομάδα εξειδικευμένου προσωπικού θα μπορούσε να τους επισκέπτεται προτρέποντάς τους να ενταχθούν σε προγράμματα απεξάρτησης.

 

Ωστόσο, εκτός από τους χρήστες που βρίσκονται στο δρόμο, η παρούσα συγκυρία είναι ιδιαιτέρως δύσκολη και για εκείνους που έχουν απεξαρτηθεί. Η ακραία αβεβαιότητα, η ανεργία και η πίεση που συνοδεύουν τη δεύτερη αυτή καραντίνα, αποτελούν κατά την κ. Μάτσα παράγοντες κινδύνου υποτροπής. «Η περίοδος της καραντίνας είναι εξαιρετικά δύσκολη και για όσους έχουν καταφέρει να σταθούν στα πόδια τους μετά τον εφιάλτη των ναρκωτικών. Δε μπορεί κάποιος να βρει δουλειά τώρα, κι ακόμη κι αν είχε κάποια, είναι πολύ πιθανό να τη χάσει. Ο εγκλεισμός στο σπίτι δημιουργεί περαιτέρω άγχος και το ενδεχόμενο κάποιος να επιστρέψει στις ουσίες προκειμένου να ξεφύγει από την πραγματικότητα είναι πολύ πιθανό. Τα προγράμματα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για να στηρίξουν αυτά τα παιδιά».

Κι αν περίμενε κανείς πως η διακίνηση των ναρκωτικών θα είχε περιοριστεί εξαιτίας των περιορισμών στην μετακίνηση που επιβληθεί σε όλο το κόσμο ελεώ πανδημίας, το διαδίκτυο για ακόμη μία φορά έδωσε τη λύση. «Με τσιμπημένη  τιμή και εννοείται νοθευμένη καθαρότητα, μπορείς να προμηθευτείς όποια ουσία θέλεις. Σε πρόσφατη έκθεσή του το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ναρκωτικών επισημαίνει ότι οι ποσότητες ναρκωτικών που διακινούνται μέσω ίντερνετ, είναι τρομακτικά μεγάλες».

 

«Όχι» στα υποκατάστατα

Έχοντας διατελέσει διευθύντρια της ομάδας απεξάρτησης 18 ΑΝΩ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών για αρκετά χρόνια, η κ. Μάτσα γνωρίζει σε βάθος το πρόβλημα και μιλά με παρρησία – πάντα άλλωστε το έκανε – για τις ανορθόδοξες μεθόδους αποκατάστασης που βαφτίζονται «θεραπευτικές».

«Υπάρχει η πεποίθηση πως η εξάρτηση είναι μια αρρώστια που χρειάζεται το φάρμακό της. Για το λόγο αυτό στις μονάδες του ΟΚΑΝΑ χορηγούν υποκατάστατα ηρωίνης στους χρήστες κι αυτό βαφτίζεται ‘’θεραπεία’’», σημειώνει. Εκείνο που κατά την ίδια χρειάζεται ένας τοξικοεξαρτημένος, είναι μια ουσιαστική ρήξη με τις ουσίες, αλλαγή του τρόπου ζωής που θα περιλαμβάνει ανθρώπινη επικοινωνία και δραστηριότητες που θα δώσουν και πάλι νόημα στη ζωή του. «Όταν ονοματίζεται θεραπεία η υποκατάσταση, τότε η θεραπεία χάνει το νόημά της. Εξαρτημένος σημαίνει ότι η ουσία έχει καταλάβει όλη τη ζωή ενός ανθρώπου. Όταν λοιπόν δεν τον βγάζεις από αυτή τη λογική, και δε γεμίζει τη ζωή του με άλλα ουσιαστικά πράγματα και σχέσεις, τότε απλά εναλλάσσει τις ουσίες και δεν υπάρχει καμιά προοπτική γι’ αυτόν. Ένα πρόγραμμα ‘’στεγνό’’κοστίζει, άρα οι κυβερνήσεις δέχονται την εύκολη λύση, εκείνη που κοστίζει λιγότερο, το υποκατάστατο δηλαδή».

Η ίδια θεωρεί την τοξικομανία ως την εμβληματική παθολογία της νεωτερικότητας, και αν η κοινωνία προωθεί τα υποκατάστατα είναι επειδή η αναγόρευση της τοξικομανίας σε αρρώστια απενοχοποιεί την κοινωνία από τις ευθύνες της.

Όπως επισημαίνει η πρώην διευθύντρια του 18ΑΝΩ, η κοινωνική πραγματικότητα απωθεί τα παιδιά αυτά, αισθάνονται ότι δεν έχουν κανένα μέλλον μπροστά τους, καμιά προοπτική. «Αφού η κοινωνία έχει αυτή την απορριπτική στάση απέναντί τους, κι εκείνα καταφεύγουν στις ουσίες για να έρθουν σε κόντρα, για να προκαλέσουν το κατεστημένο των γονιών και της κοινωνίας», υπογραμμίζει τονίζοντας με νόημα πως η «συνάντηση» ενός παιδιού με τις ουσίες γίνεται σε ένα πλαίσιο κρίσης, κοινωνικής, πολιτιστικής ή οικογενειακής. «Αυτή η κρίση προσδιορίζει και το νόημα που θα δώσει το παιδί στη συνάντηση αυτή με τα ναρκωτικά. Πολλά παιδιά δοκιμάζουν πλέον, δεν γίνονται όλα εξαρτημένα».

Ζώντας μια ζωή μαχόμενη ενάντια στις αδικίες αυτού του κόσμου, τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση, η κα. Μάτσα συνεχίζει απτόητη παρά τα 70 και πλέον χρόνια της να αγωνίζεται για τους αδύναμους αλλά και την κοινωνική επανάσταση που τόσο πολύ πιστεύει.

«Υπάρχει κοινωνική δυστυχία, οι ανισότητες έχουν μεγαλώσει τρομακτικά, υπάρχει πολλή οργή στον κόσμο. Η δολοφονία του George Floyd για παράδειγμα, αποτέλεσε αφορμή να ξεσηκωθούν οι πάντες, όχι μονάχα οι έγχρωμοι», λέει και καταλήγει: «Υπάρχουν και πολύ ελπιδοφόρα μηνύματα για το πώς η κοινωνία θα προχωρήσει μπροστά, για το πώς οι άνθρωποι εκφράζουν την αλληλεγγύη τους, πώς αυτό οργανώνονται για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, πώς αντιστέκονται στις πιέσεις με κάθε τρόπο. Δείτε τι έγινε στη δίκη της Χρυσής Αυγής στις 7 Οκτωβρίου, όπου χιλιάδες άνθρωποι εξέφρασαν ένα πνεύμα αντίστασης ενάντια στο φασισμό, ένα πνεύμα εξέγερσης…».

 

Πώς η αδιαφορία της Γαλλίας γιγάντωσε τον ισλαμικό φονταμενταλισμό

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Την ύπαρξη ενός εκρηκτικού μείγματος αντιθέσεων, πολιτισμικών  και θρησκευτικών, μέσα στα «σπλάχνα» της γαλλικής κοινωνίας που οδηγεί, σχεδόν νομοτελειακά, σε σύγκρουση,  διαβλέπει η Μαίρη Μπόση, καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του πανεπιστημίου Πειραιά.

Το πρόσφατο περιστατικό στη Νίκαια, όπου Τυνήσιος έσφαξε δύο γυναίκες κι έναν άντρα μέσα σε εκκλησία της περιοχής λίγες μόνο ημέρες μετά τον αποκεφαλισμό του καθηγητή Σαμιέλ Πατί στο Παρίσι, αποτελεί κρίκο στη αλυσίδα των εν ψυχρώ δολοφονιών αθώων πολιτών που σημειώνονται τα τελευταία χρόνια στο όνομα της τζιχάντ. Πρόκειται, όπως αναφέρει η ίδια, για ένα ενδεικτικό παράδειγμα του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού.

«Η Γαλλία θα δεχθεί κι άλλες ανάλογες επιθέσεις. Παρατηρούμε όμως ότι εδώ κι ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, στη χώρα έχει ανεβεί πολύ ο τόνος, έχει αναβαθμιστεί υπέρμετρα ο λαϊκισμός, ο οποίος είναι κακός σύμβουλος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πράξεις τρομοκρατίας. Κι αυτό διότι τέτοιες πράξεις εξετάζονται με πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις. Εξετάζεται για παράδειγμα η αιτία, η αφορμή, το αποτέλεσμα, ο χώρος δράσης και το ιστορικό της προηγούμενο», αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως στην περίπτωση της Νίκαιας ο δράστης είναι μετανάστης, γεγονός που ενισχύει την ακροδεξιά.

Αρκετοί ήταν οι αναλυτές των διεθνών μέσων ενημέρωσης που έσπευσαν να κατηγορήσουν το Γάλλο πρόεδρο για προκλητική στάση, υποστηρίζοντας πως ο φωτισμός κυβερνητικών κτιρίων με σκίτσα του περιοδικού Charlie Hebdo που σατίριζαν το Μωάμεθ, έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή αθώων ανθρώπων.

«Μια δημοκρατία οφείλει να ανέχεται, να σέβεται και να δέχεται τη διαφορετικότητα, είτε πρόκειται για θρησκεία, είτε πρόκειται για οτιδήποτε άλλο. Αυτό άλλωστε  τη διαχωρίζει από μια ολιγαρχία ή απολυταρχία που ούτε δέχεται, ούτε ανέχεται», σημειώνει η καθηγήτρια και προσθέτει: «η σάτιρα σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί φόνους. Όμως, σε εποχές ακραίας ανασφάλειας και αβεβαιότητας, όπως αυτή που διανύουμε, αυξάνεται ο εξτρεμισμός κι είναι εξαιρετικά δύσκολο να τον ελέγξεις όταν φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Βεβαίως και  έχουμε ελευθερία του λόγου αλλά θα πρέπει να μπουν όρια ώστε για να μην προσβάλουμε τους ανθρώπους που έχουν δικά τους όρια».

Η ίδια θεωρεί πως η Δύση δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί το φαινόμενο αυτό, η όξυνση του οποίου θα οδηγήσει με τη σειρά του σε περαιτέρω άνοδο της ακροδεξιάς στον ευρωπαϊκό κόσμο και ιδιαίτερα τη Γαλλία.

Η γκετοποίηση του μουσουλμανικού στοιχείου

Ένα από τα στοιχεία που την προβληματίζουν είναι το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των περίπου επτά εκατομμυρίων μουσουλμάνων της Γαλλίας, παραμένει στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, γκετοποιημένο και απόμερο, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον θελκτικό προς τις ακραίες, εξτρεμιστικές και, εν πολλοίς, τρομοκρατικές πράξεις.

«Είναι πολύ μικρός ο αριθμός των μουσουλμάνων που προέρχεται από τις τέως αποικίες της Γαλλίας και έχει ενσωματωθεί στον πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό ιστό της χώρας. Το μεγαλύτερο ποσοστό τους γκετοποιήθηκε, διαχωρίστηκε ενώ παράλληλα παρακολουθούμε και μια αναβάθμιση των πολιτισμικών και θρησκευτικών τους διαφορών», σημειώνει.

Την ίδια ώρα, η αδιαφορία της επίσημης γαλλικής Πολιτείας για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των γκετοποιημένων περιοχών ανά τη χώρα, έχει προκαλέσει συνέπειες στον έλεγχο της θρησκευτικής λειτουργίας των εν λόγω πληθυσμών. Τα περισσότερα τζαμιά, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η καθηγήτρια, χρηματοδοτούνται από μουσουλμανικές χώρες όπως η Τουρκία που κατά το παρελθόν έχει συνεργαστεί με ακραίες εξτρεμιστικές οργανώσεις, όπως ο ISIS.

«Στη Γαλλία έχει παρατηρηθεί ότι το 90% των τζαμιών δεν είναι καταχωρημένο ως θρησκευτικός χώρος λατρείας αλλά ως πολιτιστική οργάνωση, που σημαίνει ότι υπάρχει σημαντική εξωτερική χρηματοδότηση. Τουρκία, Αλγερία, Μαρόκο και πρόσφατα το Κατάρ είναι αυτοί που χρηματοδοτούν με μεγάλα ποσά και μάλιστα είναι κι αυτοί οι οποίοι ορίζουν και τους ιμάμηδες, τους θρησκευτικούς ηγέτες», επισημαίνει, τονίζοντας πως η Γαλλία δεν ενδιαφέρθηκε να ελέγξει νωρίτερα το φαινόμενο αυτό, γεγονός που δημιούργησε πολλές και διαφορετικές τάσεις εντός της, όπως είναι οι σαλαφιστές και οι εξτρεμιστές ισλαμιστές.

«Άλλωστε, σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο έχει καταγραφεί πως τα τζαμιά και οι φυλακές αποτελούν πυρήνες στρατολόγησης. Οι πρώτοι που το έφεραν στη δημόσια συζήτηση επειδή το εντόπισαν, ήταν οι Γερμανοί, οι οποίοι διαπίστωσαν πως μέσα από τις μαντράσες όπου γινόταν η σύλλεξη των νέων κυρίως ανθρώπων, κάποιοι κατέληξαν στον ISIS».

«Η Ελλάδα δεν είναι αλώβητη»

Το ενδεχόμενο να σημειωθούν ανάλογα περιστατικά ωμής βίας και τρομοκρατίας στη χώρα μας είναι, κατά την ίδια, πολύ πιθανό, καθώς οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών μπορεί να οδηγήσει σε ριζοσπαστικοποίησή τους, κάτι που έχει συμβεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

«Έχουμε δει την είσοδο ατόμων μέσα από τις μεταναστευτικές ροές που έχουν περάσει σε χώρες αρχικά ουδέτερες αλλά στη συνέχεια τις χρησιμοποίησαν για να κάνουν πράξεις βίας. Δε μπορώ με τίποτα να αποκλείσω το ενδεχόμενο να σημειωθεί κάτι αντίστοιχο και σε ελληνικό έδαφος, η χώρα δεν είναι αλώβητη. Θέλω να πιστεύω ότι οι ελληνικές αρχές αξιολογούν αυτά που συμβαίνουν και θα γίνει μια προσπάθεια ώστε να μη δει ο τόπος μας αυτού του είδους τη βία. Η τρομοκρατία βέβαια έχει πάντα επιτυχία επειδή χρησιμοποιεί το στοιχείο της έκπληξης, έρχεται δηλαδή εκεί που δεν το περιμένεις».

Η ίδια εκτιμά πως η κατάσταση αυτή θα μπορούσε, ίσως, να έχει αποφευχθεί, μέσα από τη γνώση. Το διαφορετικό, λέει η κ. Μπόση,  δεν το απομονώνουμε, δεν το γκετοποιούμε, αλλά, αντιθέτως,  το αντιλαμβανόμαστε κι εφόσον ζει στη χώρα μας, φροντίζουμε να το ενσωματώσουμε.

«Αυτό δεν έγινε και πλέον υπάρχουν φανατικοί και από τη μία πλευρά και από την άλλη. Αυτά τα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και να μην έφτανε στο σημείο το γαλλικό κράτος να κατεβάσει στρατό στους δρόμους», καταλήγει.

Καραντίνα και λοιμοκαθαρτήρια στον ελλαδικό χώρο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Εις τα αρχάς κεφαλαλγία, οφθαλμοί στίλβοντες, γλώσσα κόκκινη εις την άκρην και λευκή εις την μέση, νάρκωσις, ενίοτε μεγάλη, ενίοτε μικροτέρα, άμεσος εμφάνισις βουβώνων, πότε ενός, και πότε δύο ομού, σχεδόν πάντοτε εμετός. Επομένως, αν η νόσος διαρκούσε, ηκολούθη πόνος δυνατός εις την κοιλίαν, γλώσσα πολλά κοκκίνη και ξηρά, δίψα, πρόσωπον κόκκινον. Τέλος, παράλήρησις και συχνότερα εις ύπνον καταφορά, οι βουβώνες αφανίζονται, θάνατος».

Με τα παραπάνω λόγια το 1837 ο αρχίατρος του ελληνικού κράτους περιγράφει τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι προσβεβλημένοι από πανώλη κατά την τελευταία επιδημία που έπληξε το νεότευκτο βασίλειο.  Οι πάσχοντες ή τα πιθανά κρούσματα έμπαιναν σε χώρους απομόνωσης, τα λεγόμενα λοιμοκαθαρτήρια, τα οποία δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό στον ελλαδικό χώρο από το 1456. Αργότερα, με την οριστικοποίηση των συνόρων του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους ιδρύονται μια σειρά από λοιμοκαθαρτήρια, κυρίως σε σημαντικά λιμάνια αλλά και χερσαίες πόλεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Πρόκειται για ένα είδος «υγειονομικής αστυνομίας» όπου πραγματοποιούταν κάθαρση ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων που προέρχονταν από περιοχές που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία ή περιοχές ύποπτες για ύπαρξη μεταδοτικών ασθενειών.

Κάτοψη του λοιμοκαθαρτηρίου της Αίγινας. Πηγή: Παπανικολάου – Κρίστενσεν Α.

Όπως μου εξηγεί  ο υποψήφιος διδάκτωρ νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννης Γονατίδης, οι άνθρωποι απομονώνονταν και «καθαρίζονταν» μέσω του αερισμού των παλιών τους ρούχων υπό την επιτήρηση ενός φύλακα. Τα εμπορεύματα εκτίθονταν στον αέρα, τα ζώα πλένονταν, ενώ τα γράμματα ανοίγονταν και, όπως κάθε γραπτό, καπνίζονταν με θειάφι.

«Φυσικά εάν κάποιος άνθρωπος ή εμπόρευμα προερχόταν από περιοχή που είχε ξεσπάσει μολυσματική νόσος, τότε περιοριζόταν κατευθείαν στο λοιμοκαθαρτήριο. Με την ολοκλήρωση της λοιμοκάθαρσης, οι ταξιδιώτες λάμβαναν πιστοποιητικό που βεβαίωνε πως υποβλήθηκαν σε καραντίνα και σημειωνόταν η ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το λοιμοκαθαρτήριο, καθώς και τα ποσά που πλήρωσαν για «δικαιώματα» κάθαρσης.

Έτος Πόλη Χρονικό Διάστημα Επιδημίας Θανόντες Ασθενείς Θνημότητα
1831 Κίμωλος Αρχές Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 27 29 0,93
1850 Κεφαλονιά Ιούλιος-Νοέμβριος 992 1858 0,53
1854 Πειραιάς 4 Ιουλίου-22 Αυγούστου 99 175 0,56
1854 Αθήνα Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1000
1854 Σύρος 500
1854 Μύκονος «εντός ολίγων ημερών» 29 39 0,74
1855 Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 611 1082 0,56
1855 Κεφαλονιά 7 Οκτωβρίου 1855-12 Ιανουαρίου 1856 79 174 0,45
1855 Κέρκυρα 23 Σεπτεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 480 884 0,54
1855 Αιτωλικό-Αγρίνιο Δεν σημειώνεται στην πηγή 456 794 0,57

Πηγές για τον πίνακα: (i) Χρήστος Λούκος, «Επιδημία και Κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)» (ii) Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (iii) Κώστας Κόμης, Χολέρα και λοιμοκαθαρτήρια (19ος – 20ος αιώνας). Το παράδειγμα της Σαμιοπούλας»

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια στον ελληνικό χώρο ιδρύθηκαν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, στο Ηράκλειο το 1456 και στη συνέχεια στα Χανιά, το Ρέθυμνο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η  βενετική διοίκηση ιδρύει λοιμοκαθαρτήρια και στα Επτάνησα.

«Οι διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις και προσαρτήσεις της Ελλάδας, μεταβάλουν διαρκώς το δίκτυο λοιμοκαθαρτηρίων. Λοιμοκαθαρτήρια ιδρύονται, ενεργοποιούνται και καταργούνται με Βασιλικά Διατάγματα που εκδίδονταν ανάλογα με την πληροφόρηση που υπάρχει για την εμφάνιση μολυσματικής νόσου σε κάποια περιοχή.  Σ’ αυτή την συνθήκη οφείλεται και το γεγονός πως δεν έχουν διασωθεί παρά σε μικρό βαθμό οι εγκαταστάσεις των λοιμοκαθαρτηρίων», σημειώνει ο δρ. Γονατίδης εξηγώντας πως η διάρκεια της καραντίνας που επιβάλλεται στα σύνορα του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα κυμαίνεται, ανάλογα με περιοχή από την οποία προέρχονται άνθρωποι και εμπορεύματα.«Για τους ανθρώπους μπορούσε να φτάσει τις 28 ημέρες και για τα εμπορεύματα έως και τις 40 μέρες», προσθέτει.

Το 1841 ολοκληρώνεται η κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο, το μεγαλύτερο του τότε ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα του Τύπου αναδεικνύονται συχνά οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των νοσούντων, όπως για παράδειγμα η έντονη μυρωδιά στα δωμάτια λόγω των αποπάτων, η εισδοχή βροχής,  η κακή ποιότητα τροφίμων καθώς και η αισχροκέρδεια στα προϊόντα πώλησης.

Δημοσίευμα από την εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», του 1903.

Ταξικές διαφορές στους χώρους εγκλεισμού

Στα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού διαβάζουμε μεταξύ άλλων την εμπειρία του από τον εγκλεισμό του στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, γνωστό και ως «νησί του διαβόλου» ή «Σπιναλόνγκα του Πειραιά». Ο εύπορος τραπεζίτης βρέθηκε σε καραντίνα στη νησίδα που βρίσκεται μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και τα όσα γράφει σε έναν φίλο του είναι αποκαλυπτικά των ταξικών διαφορών που υπήρχαν ακόμη και στους χώρους εγκλεισμού.

«[…]Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας, εν γένει ολόκληρον »σπιτικόν» οικογενείας μεσαίας τάξεως, και μοι ανήγγειλεν ότι όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανεχώρησα δια Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Άνθρωπο και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμενη την κάθαρσιν […]».

Όπως εξηγεί ο Γιαννης Γονατίδης, τα ταξικά ζητήματα στους χώρους απομόνωσης και εγκλεισμού ήταν έντονα διότι ο κάθε ταξιδιώτης όφειλε να καταβάλει ένα ποσό, γνωστό και ως «δικαίωμα κάθαρσης», κάτι που οι φτωχοί ταξιδιώτες αδυνατούσαν να κάνουν.

«Επιπλέον, τα έξοδα διαβίωσης εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν υψηλά και  οι αδύναμες κοινωνικο – οικονομικές ομάδες δεν τα κατέχουν, ενώ πολύ συχνά υπήρξαν καταγγελίες για αισχροκέρδεια επί της τιμής των βασικών ειδών διατροφής, όπως για παράδειγμα στο ψωμί. Όλα αυτά οδήγησαν συχνά σε αιτήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών να καλύψει το κόστος κάθαρσης και διαβίωσης των φτωχών ομάδων», λέει προσθέτοντας πως οι περισσότεροι εύποροι είχαν τη δυνατότητα ακόμη και να χρηματίσουν το προσωπικό προκειμένου να μείνουν λιγότερο εκεί.  «Η πολιτική δύναμη που είχαν ορισμένα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα διπλωμάτες ξένων κρατών, να παρακάμπτουν πλήρως τη διαδικασία της καραντίνας, εντάσσεται στο πλαίσιο των ταξικών διαφορών», συμπληρώνει.

Όψεις του λοιμοκαθαρτηρίου Κέρκυρας

Διαχρονική η κερδοσκοπία σε καιρούς επιδημίας

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, ήρθαν στο «φως» της δημοσιότητας ουκ ολίγα περιστατικά αισχροκέρδειας σε είδη πρώτης ανάγκης για την αντιμετώπιση του Covid-19, όπως μάσκες και αντισηπτικά που έφτασαν να πωλούνται σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και έναντι εκατοντάδων ευρώ.  Όπως εξηγεί ο κ. Γονατίδης, το φαινόμενο αυτό ήταν έντονα και κατά τη διάρκεια παλαιότερων επιδημιών.

«Η επιβολή καραντίνας ανθρώπων και εμπορευμάτων ωθεί στην αύξηση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο αναπτύσσεται γιατί, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που επικρατεί η επιδημία σε κάποια περιοχή παρατηρείται έλλειψη κάποιον προϊόντων και κατ’ επέκταση αύξηση της τιμής τους. Επομένως, εκεί εντοπίζεται η ευκαιρία για μεγαλύτερο κέρδος», λέει.

Εκτός όμως από τα λοιμακαθαρτήρια, σε περιόδους επιδημιών δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που επέλεγαν να… «πάρουν τα βουνά» προκειμένου να γλιτώσουν, μια δυνατότητα  βέβαια που δινόταν μόνο σε όσους διέθεταν κάρα για να φύγουν, δηλαδή τους αστούς. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες και οι φορές που οι κάτοικοι μιας «χτυπημένης» από μια ασθένεια πόλης, μετέβαιναν σε κοντινές περιοχές χωρίς ωστόσο να είναι καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους. Σύμφωνα με τον δρ. Γονατίδη, υπήρχε γενικότερα μια αντίληψη πως η ασθένεια ερχόταν απ’ έξω και κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να εγκατασταθεί κάπου αλλού, αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος. Ένας ακόμη λόγος που οι νεοφερμένοι ήταν ανεπιθύμητοι, ήταν ο φόβος εξάντλησης των προμηθειών.

Ερευνητικό πρόγραμμα θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή περίοδο

Αξίζει να σημειωθεί πως τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει το ερευνητικό πρόγραμμα «Γεωγραφία της επιτήρησης. Λοιμοκαθαρτήρια και υγειονομεία στο ελληνικό κράτος, 1821-1923» που θα υλοποιηθεί στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ρέθυμνο) υπό την επιστημονική επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας 19ου – 20ού αιώνα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Λήδας Παπαστεφανάκη και με την συνεργασία της υποψήφιας διδάκτόρισσας νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Μαρίας Παππά και του υπ. διδάκτορα νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννη Γονατίδη στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη νέων ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές» του Επιχειρησιακού προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση».

Τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου αναμένεται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την ιστορία των λοιμοκαθαρτηρίων, της καραντίνας και των επιδημιών στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1821-1923, ζητήματα για τα οποία μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε μια συνολική μελέτη.

*Κεντρική εικόνα: Η δημιουργία του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1980

Ιωαννίδης (Στάνφορντ): Στο 0,15% η θνητότητα της Covid-19

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Νέα και άκρως αποκαλυπτικά δεδομένα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πανδημία του κορονοϊού αλλά και στις μεθόδους που η Πολιτεία χρησιμοποιεί  για να την αντιμετωπίσει εφαρμόζοντας ολέθρια για την οικονομία μέτρα, φέρνει η νέα έρευνα του διακεκριμένου καθηγητή Ιατρικής του Στάνφορντ, Ιωάννη Ιωαννίδη.

Συγκεκριμένα, ο ομογενής επιστήμονας που θεωρείται «γκουρού» στο πεδίο της Στατιστικής Ιατρικής παγκοσμίως, συνέλεξε δεδομένα από 82 συνολικά μελέτες σχετικά με την θνητότητα του SARS- CoV- 2, και διαπίστωσε πως το ποσοστό θανάτων όσων έχουν νοσήσει από τον ιό, ανέρχεται μόλις σε 0,23% στο γενικό πληθυσμό και στο 0,05% στα άτομα κάτω των 70 ετών.

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο ίδιος στην εν λόγω μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγες ημέρες στο επίσημο επιστημονικό περιοδικό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, αν λάβει κανείς υπόψη το γεγονός πως οι 82 μελέτες αφορούν περισσότερο πληθυσμούς σε χώρες με υψηλό φορτίο θανάτων, αντιλαμβάνεται πως η πραγματική μέση θνητότητα ανά τον κόσμο, είναι ακόμη πιο χαμηλή. Σε παγκόσμιο επίπεδο, θεωρεί, ότι ανέρχεται στο 0,15% συνολικά και το 0,03% έως 0,04% στα άτομα κάτω των 70.

Όπως μου εξηγεί, το γεγονός πως εν τέλει η θνητότητα είναι χαμηλότερη από τις αρχικές εκτιμήσεις, αποτελεί αναμφισβήτητα μια αισιόδοξη είδηση, που  δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγήσει σε χαλάρωση και εφησυχασμό.

«Σημασία στην επιστήμη έχει να ανακαλύπτουμε και να κοινωνούμε την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή, καλή ή κακή. Το να προσπαθούμε να πετύχουμε συμμόρφωση των ανθρώπων με διάφορα μέτρα, κάποια από τα οποία μάλιστα είναι εξαιρετικά σκληρά,  χρησιμοποιώντας διογκωμένα δεδομένα – φόβητρα που δεν έχουν σχέση με την αλήθεια, δεν οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα. Μάλλον ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει αργά ή γρήγορα. Τα δεδομένα που έχουμε πλέον είναι αισιόδοξα», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως τα νέα αυτά δεδομένα μας δίνουν την ευκαιρία να δομήσουμε μια φυσιολογική ζωή, διατηρώντας λογικές προφυλάξεις για όλους και προστατεύοντας με πιο έντονα μέτρα ένα περίπου 10% του πληθυσμού.

Ερωτηθείς για την πολυπόθητη «ανοσία της αγέλης», μια έννοια ζωτικής σημασίας που θα σπάσει την αλυσίδα μετάδοσης του ιού και θα οδηγήσει στην κανονικότητα, ο δρ. Ιωαννίδης διευκρινίζει πως για να επιτευχθεί δεν είναι απαραίτητο να μολυνθεί το 60% του πληθυσμού, όπως γνωρίζαμε έως τώρα.

«Το ποσοστό αυτό το βλέπουμε σε πληθυσμούς με πολύ έντονη μίξη, όπως για παράδειγμα σε φτωχογειτονιές στην Ινδία ή τη Λατινική Αμερική, αλλά στους περισσότερους ανθρώπινους πληθυσμούς δεν ισχύει ότι όλοι οι άνθρωποι θα συναντηθούν με όλου του άλλους», υπογραμμίζει, εξηγώντας ότι σε κανονικές συνθήκες, το επιδημικό κύμα μπορεί να καμφθεί με ένα ποσοστό της τάξης του 40%, 30% ή ακόμα και με 10%  μόλυνσης του πληθυσμού.  Επιπλέον, επισημαίνει πως δεν υπάρχει ακόμη μια ξεκάθαρη θέση της επιστημονικής κοινότητας αναφορικά με το κατά πόσο είναι αποτελεσματική μια προϋπάρχουσα κυτταρική ανοσία από πιθανές εκθέσεις σε παλιότερους κορονοϊούς.

«Αποφυγή συγχρωτισμού. Οι μάσκες δεν κάνουν θαύματα»

Ο δρ. Ιωαννίδης, πάντως, παίρνει θέση και για ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που έχει απασχολήσει, και ,αρκετές φορές ταλαιπωρήσει, την κοινή γνώμη: τη χρήση της μάσκας και κατά πόσο αυτή είναι ικανή από μόνη της να προστατεύσει τους πολίτες από την πανδημία. Επ’ αυτού σημειώνει πως οι μάσκες έχουν χρησιμότητα για κάποιον που είναι μολυσμένος καθώς και για όσους έρχονται σε επαφή μαζί του.

«Τόσο οι δικές μου έρευνες, όσο και άλλων επιστημόνων δείχνουν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των μολυσμένων ατόμων με τον νέο κορονοϊό δεν έχουν διαγνωστεί, είτε γιατί δεν έχουν καθόλου συμπτώματα, είτε γιατί έχουν ελαφρά συμπτώματα και δεν έχουν ελεγχθεί,  και επειδή τουλάχιστον ένας στους δέκα ασυμπτωματικούς/ολιγοσυμπτωματικούς μπορεί να μεταδώσει τον ιό, οι μάσκες είναι χρήσιμες γενικότερα όταν έχουμε ένα ενεργό επιδημικό κύμα, όπως σήμερα στην Ελλάδα, σε όλες τις περιστάσεις όπου υπάρχει συγχρωτισμός ή όπου δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συγχρωτισμός διατηρώντας αποστάσεις. Από την άλλη πλευρά, η χρήση της μάσκας δεν έχει απόλυτη αποτελεσματικότητα και, επιπλέον, στην καθημερινή χρήση, επειδή συχνά η μάσκα δεν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να μην προστατεύει όσο θα θέλαμε. Άρα καλό είναι κάποιος να αποφεύγει όσο μπορεί τον μεγάλο συγχρωτισμό και να μην περιμένει από τις μάσκες να κάνουν θαύματα»..

Τέλος, προλαβαίνοντας  όλους όσους θα σπεύσουν να τον χαρακτηρίσουν για ακόμη μία φορά ως «αιρετικό», «ακραίο», ακόμη και «αγαπημένο επιστήμονα των αρνητών της μάσκας», όπως συμβαίνει κάθε φορά που εκφράζει την, τεκμηριωμένη επιστημονικά, άποψή του σε διεθνή και ελληνικά μέσα ενημέρωσης, απαντά: «Αυτό που εμφανώς είναι ακραίο φαινόμενο είναι η μη εποικοδομητική τρομολαγνία και επίσης τα διάφορα σκληρά, τυφλά μέτρα είναι συνήθως ακρότητες που κάνουν περισσότερο καλό παρά καλό. Και τα δύο θα πρέπει να αποφευχθούν. Νομίζω ότι η μεγάλη πλειοψηφία της σοβαρής επιστημονικής κοινότητας συμμερίζεται τις απόψεις μου και αναζητά λιγότερο βλαβερές λύσεις στη διαχείριση της πανδημίας», λέει και καταλήγει: «Αν ξέρετε κάποιον σοβαρό επιστήμονα που με έχει χαρακτηρίσει ως ακραίο, θα χαρώ να ακούσω το όνομά του και ελπίζω να μην παραμείνει ανώνυμος ή ψευδώνυμος, άλλα να προσπαθήσει να διορθώσει τα συμπεράσματά μου στην επιστημονική βιβλιογραφία – εκεί όπου όλα  δημοσιεύονται με διαφάνεια. Είμαι πάντα ευγνώμων απέναντι σε όσους διορθώνουν τα πιθανά λάθη μου».

Βρέθηκε στέγη για την 90χρονη που πέταξαν στο δρόμο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Αντιμέτωποι με το βαρύ τίμημα του κοινωνικού αποκλεισμού και της οικονομικής εξαθλίωσης που φέρνει η εξάπλωση της πανδημίας στη χώρα μας, βρίσκονται χιλιάδες Έλληνες πολίτες. Μετά από μια δεκαετία ανέχειας και φτωχοποίησης ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, ο ιός έρχεται τώρα να «χτυπήσει» τους πιο ευάλωτους,  στερώντας τους τη δυνατότητα να καλύψουν ακόμη και τα βασικά τους έξοδα.

Όπως  μου εξηγεί ο επί χρόνια πρόεδρος των Γιατρών του Κόσμου Νικήτας Κανάκης, η περίπτωση της 90χρονης που υπέστη έξωση πριν από λίγες ημέρες για οφειλόμενα ενοίκια ύψους 1.200 ευρώ είναι μία από τις πολλές που καταφθάνουν το τελευταίο χρονικό διάστημα στα γραφεία της Ακαδημίας Πλάτωνος, όπου στεγάζεται το Υπνωτήριο Αστέγων. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των περιπτώσεων είναι πως πρόκειται για ανθρώπους που έμειναν ολομόναχοι στον κόσμο ή έχουν ξεκοπεί από τα παιδιά τους.

«Υπάρχει ένας αυξημένος αριθμός κυρίως ηλικιωμένων ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Πλέον δεν υπάρχουν  δημόσια γηροκομεία, όπως παλιά και οι οίκοι ευγηρίας ζητούν ποσά, τα οποία όσα μικρά και να είναι, είναι σίγουρα αναντίστοιχα με μια μικρή σύνταξη που μπορεί να παίρνει κάποιος. Η 90χρονη είχε μια στοιχειώδη σύνταξη, υπάρχουν όμως άνθρωποι που δεν έχουν καταφέρει να την πάρουν, είτε διότι χρωστούν στα ταμεία, είτε διότι δεν έχουν συμπληρώσει τα ένσημα και βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος της κοινωνίας και στη βοήθεια των γειτόνων», αναφέρει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι πλέον είμαστε αντιμέτωποι με ένα καινούριο πρόβλημα που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.

«Αρχίζουμε να βλέπουμε κοινωνίες, οι οποίες γυρίζουν την πλάτη στον γηραιότερο πληθυσμό. Θυμίζω ότι σε κάποιες χώρες της Ευρώπης μίλησαν για ευθανασία ή για περιορισμό των δικαιωμάτων των ηλικιωμένων. Ας θυμηθούμε τι έγινε πέρυσι με τη γιαγιά που τη συνέλαβαν επειδή  πουλούσε τερλίκια στη λαϊκή. Όλοι αντιδράσαμε στο ότι συνελήφθη, αλλά κανένας δεν αναρωτήθηκε τι κάνει μια τόσο μεγάλη γυναίκα στη λαϊκή».

Την έδιωξαν βίαια

Όταν το βράδυ του Σαββάτου ο ίδιος ενημερώθηκε για την περίπτωση της 90χρονης γυναίκας που με τόσο βίαιο τρόπο εκδιώχθηκε από το διαμέρισμα που νοίκιαζε επί δέκα χρόνια, έσπευσε στο υπνωτήριο αστέγων των Γιατρών του Κόσμου για να τη συναντήσει.

«Όπως μου είπε η γιαγιά, την έβγαλαν έξω από το σπίτι με τη ρόμπα και τις παντόφλες της. Δεν της επέτρεψαν να πάρει μαζί της ούτε κάποια βασικά πράγματα και δεν την άφησαν να διανυκτερεύσει ούτε στην είσοδο της πολυκατοικίας ώστε να είναι προστατευμένη. Κοιμήθηκε για δύο βράδια στο δρόμο μαζί με το μικρόσωμο σκυλί της και τον 25χρονο εγγονό της», σημειώνει ο κ. Κανάκης.

Η μηνιαία σύνταξη της ηλικιωμένης ανέρχονταν στο εξευτελιστικό ποσό των 290 ευρώ και με τα μεροκάματα που κατά καιρούς έκανε ο εγγονός της τα έβγαζαν πέρα. Τους τελευταίους μήνες ωστόσο εξαιτίας της υγειονομικής κρίσης, ο 25χρονος δεν έβρισκε εύκολα δουλειά, με αποτέλεσμα τα χρήματα της σύνταξης να μην αρκούν για την εξόφληση του ενοικίου.

«Ήταν μια νοικοκυρά που ξαφνικά βρέθηκε να κοιμάται στο παγκάκι. Νιώθει θλίψη και ντροπή. Ας βάλουμε όλοι τον εαυτό μας στη θέση αυτής της γυναίκας. Φανταστείτε τα πράγματα τελικά να μην πάνε όπως τα είχαμε προβλέψει και να κληθούμε να διανυκτερεύσουμε στην πλατεία της γειτονιάς μας. Όταν ακούμε πως ένας άνθρωπος 90 ετών που θα έπρεπε να ζει τουλάχιστον με ηρεμία, κοιμάται στο παγκάκι, σημαίνει ότι κάτι δεν κάνουμε καλά ως κοινωνία».

Η 90χρονη που φιλοξενείται προσωρινά με τον εγγονό της στο υπνωτήριο αστέγων των Γιατρών του Κόσμου, σύντομα θα ζει και πάλι σε ένα κανονικό σπιτικό. Κι αυτό χάρις την ευαισθητοποίηση ενός κατοίκου του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος προσφέρθηκε να παραχωρήσει στην 90χρονη και τον εγγονό της μια μονοκατοικία, χωρίς αντίτιμο. Την ανακαίνιση του σπιτιού θα αναλάβουν οι Γιατροί του Κόσμου αξιοποιώντας τα έσοδα που συγκεντρώθηκαν τις δύο προηγούμενες ημέρες από τους πολίτες.

«Θέλουμε να της δώσουμε πίσω την αξιοπρέπεια που στερήθηκε με τόση βιαιότητα στα 90 της χρόνια και της δείξουμε πως οι κοινωνίες τελικά  δεν είναι μόνο σκληρές αλλά υπάρχει και ανθρωπιά εκεί έξω. Κι αυτό είναι κάτι που λαμβάνω από το βράδυ του Σαββάτου, οπότε και γνωστοποιήθηκε το περιστατικό».

Αναμένεται αύξηση των αστέγων το χειμώνα

Αυτή την περίοδο στο υπνωτήριο αστέγων φιλοξενούνται περίπου 50 άνθρωποι που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας βρέθηκαν στο δρόμο. Όπως εκτιμά ο κύριος Κανάκης, οι ερχόμενοι μήνες θα είναι ακόμη πιο δύσκολοι καθώς αναμένεται να αυξηθούν οι άστεγοι συμπολίτες μας.

«Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους που χρωστούν πολλά ενοίκια, πρόκειται για ανθρώπους του μεροκάματου που άλλαξε τελείως η ζωή τους μετά την πανδημία. Πολλοί λοιπόν ζουν σε επ’ απειλούμενη στέγη, με το άγχος της έξωσης. Όσοι έχασαν τη δουλειά τους και τα έβγαζαν ούτως ή άλλως πέρα με δυσκολία, θα βρεθούν σε πολύ δύσκολες καταστάσεις το προσεχές διάστημα. Ήδη κάποιες οικογένειες στην Αττική ζουν χωρίς ρεύμα και νερό», λέει και καταλήγει πως τόσο ο ίδιος όσο και οι συνάδελφοί του θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή προκειμένου να προσφέρουν, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, βοήθεια.

«Είμαστε γιατροί, γιατροί του κόσμου, όλου του κόσμου. Αυτό αρκεί».

Ζακ Μπουσάρ: «Τα ελληνικά είναι η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ακόμη παιδί όταν στη θέα του ελληνικού αλφάβητου σκίρτησε κάτι μέσα του. Λίγο πριν κλείσει τα 12 έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών μαζί με φωτογραφίες του εμβληματικού Παρθενώνα και μαγεύτηκε. «Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ελληνιστής», μου λέει ο διακεκριμένος Καναδός καθηγητής Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, Ζακ Μπουσάρ που μέσα από την πολύχρονη ακαδημαϊκή του πορεία στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, αναδεικνύει τη  σημασία της ελληνικής γλώσσας ως κυρίαρχο και συνάμα συστατικό στοιχείο ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού.

Γεννημένος το 1940 στο μακρινό Κεμπέκ, αγάπησε βαθιά τη χώρα μας και τους ανθρώπους της. Μελέτησε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μετέφρασε ποιητές που έγραψαν ιστορία όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Ανδρέας Εμπειρίκος και, πλέον, στην ένατη δεκαετία της ζωής του παραδέχεται με το γεμάτο καλοσύνη χαμόγελο και την αφοπλιστική ματιά του, πως θα ήθελε να είχε γεννηθεί στην Ελλάδα.

«Αν δεν ξέρεις ελληνικά κάτι ουσιώδες σου λείπει, είχε πει πολύ σωστά ο Ισοκράτης. Πρόκειται  για τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού», αναφέρει ο ακάματος φιλέλληνας που για μισό αιώνα διαδίδει το ελληνικό πνεύμα στα πέρατα του κόσμου.

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του στον Καναδά, αποφάσισε λοιπόν να κάνει το Μεταπτυχιακό του στην Κλασσική Γραμματεία κι έπειτα μετέβη για το διδακτορικό του στη χώρα μας, όπου όπως λέει, είχε τύχη να γνωρίσει την τότε «αφρόκρεμα» των Ελλήνων που διέθεταν ήθος, γνώσεις και γενναιοδωρία. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Δημαράς, η Αικατερίνη Κουμαριανού και ο Γιώργος Μπαμπινιώτης  είναι κάποιοι από τους διανοητές που τον βοήθησαν να εξελίξει το επίπεδο της γνώσης του επάνω στη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Μάλιστα, το 2005 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πενήντα χρόνια αγώνας για τους 75.000 ομογενείς του Μόντρεαλ

Από το Μόντεαλ ο Ζακ Μπουσάρ δε σταματά να παλεύει για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των 75.000 και πλέον ομογενών που ζουν στη μεγάλη πόλη του Καναδά.

Κάθε φορά, μάλιστα, που αντικρίζει οικογένειες Ελλήνων που οι γονείς δε μιλούν στο σπίτι τη μητρική τους γλώσσα, του έρχεται στο μυαλό η φράση του Πινδράρου «Γενοι’ οίος εσσί μαθών», δηλαδή, «Μάθε ποιος είσαι και γίνε τέτοιος».

«Προσπαθώ να πείσω τους γονείς να μιλούν στο σπίτι ελληνικά στα παιδιά τους. Εγώ ναι μεν διδάσκω στο πανεπιστήμιο και μεταδίδω τις γνώσεις μου, αλλά το γλωσσικό αισθητήριο έρχεται από το σπίτι. Δυστυχώς αρκετοί  Έλληνες εδώ δεν το τηρούν και είναι κρίμα. Αυτό είναι μέγα λάθος. Οι έλληνες που ζουν εδώ έχουν την τύχη να έχουν από το σπίτι τους τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού. Είναι λυπηρό να την αφήνεις για να κερδίσεις τα λίγα πράγματα που σου προσφέρει ο Καναδάς και η Αμερική γενικότερα. Μπορεί σε υλικό επίπεδο να είναι περισσότερα αλλά σε πνευματικό πολύ λίγα», σημειώνει.

Όπως λέει περήφανα, ζει στον Καναδά σα να είναι Έλληνας, όχι μόνο επειδή μιλάει τη γλώσσα αλλά, κυρίως, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει εντρυφήσει στην ελληνική παιδεία. «Αυτά που χρωστά ο δυτικός άνθρωπος στην Ελλάδα, είναι πολλά. Η γλώσσα σας είναι ένας θησαυρός, καθώς περιλαμβάνει έννοιες βασικές για κάθε επιστήμη, έννοιες που έχουν μορφώσει τους δυτικούς», λέει, επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι άνθρωποι των φυλών που ζουν στη Σιβηρία μια μαθαίνουν ρωσικά εξελληνίζονται χωρίς να το γνωρίζουν, καθώς μαθαίνουν μεταξύ άλλων για το θέατρο που είναι συνυφασμένο με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.

Θεωρεί ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν πρέπει επ’ ουδενί να καταργηθεί από τα σχολεία, διότι είναι απαραίτητη όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για οποιονδήποτε στον κόσμο αποφασίσει να ασχοληθεί με τις κλασικές σπουδές. «Οι μαθητές στη χώρα σας θα πρέπει να έχουν ένα πολύ καλό επίπεδο αρχαίων ελληνικών. Η γλώσσα δίνει μια δομή στη σκέψη, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο. Η Ελλάδα από την αρχαιότητα έχει διαμορφώσει ανθρώπους της παιδείας. Θα ήταν δραματικό για τους μαθητές να καταργηθεί αυτή η γλώσσα», τονίζει.

Ο 80χρονος πρεσβευτής του ελληνισμού χρίζει τον ατομικισμό ως ένα βασικό στοιχείο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού τον οποίο μάλιστα συνδέει ευθέως με το αρχαιοελληνκό πνεύμα. «Η σημασία της έννοιας του ατόμου δεν πρωτοεμφανίζεται στο χριστιανισμό καθώς πριν από αυτόν υπήρχαν οι Έλληνες φιλόσοφοι», αναφέρει χαρακτηριστικά και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, σημειώνει: «ο σημερινός δυτικός έχει υιοθετήσει την έννοια του ανθρωπισμού δίνοντας μεγάλη σημασία στο άτομα. Αντίθετα, οι Ανατολίτες κοιτούν το σύνολο. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούσαν να θυσιάσουν άτομα γνωρίζοντας ότι το σύνολο θα σωθεί».

Γέννηση του νεοελληνικού διαφωτισμού

Λόγω της αγάπης του για την Ελλάδα, τους ανθρώπους και τον πολιτισμό της, ο Ζακ Μπουσάρ αναζήτησε τις ρίζες της γέννησης του σύγχρονου έθνους. Η άοκνη μελέτη του τον οδήγησε στο Νικόλαο Μαυροκορδάτο, εκπρόσωπο μιας σπουδαίας οικογένειας Φαναριωτών με δύναμη και ισχύ στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία «αγκάλιασε» την απελευθέρωση του Γένους.

«Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να ερευνήσω και να μεταφράσω το ‘’Φιλοθέων πάρεργα’’, το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Αναζήτησα τα χειρόγραφα του Μαυροκορδάτου στο Βουκουρέστι, την Άγκυρα, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ και το Άγιο Όρος», τονίζει επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα ριζοσπαστικό έργο που μας εισάγει την έννοια του πρώιμου νεοελληνικού διαφωτισμού.

Το χειρόγραφο προέρχεται από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και ο Ν. Μαυροκορδάτος το έστειλε το 1719 στο βασιλιά Λουδοβίκο XIV

Πάντως, όπως εκμυστηρεύεται, αρχικά οι μοναχοί του Αγίου Όρους αρνήθηκαν να του δώσουν το χειρόγραφο του Μαυροκορδάτου. «Τότε τους είπα ότι έχω ήδη στα χέρια μου 11 χειρόγραφα και πως ακόμη και οι Τούρκοι μου το έδωσαν. Τελικά, συμφώνησαν να το πάρω και να το μελετήσω για μία ημέρα». Κάπως έτσι κατάφερε να ερευνήσει και να μεταφράσει στα γαλλικά το σπουδαίο αυτό έργο, το οποίο, όπως λέει, αναλύει ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Ιστορίας που βγήκε από τα ντουλάπια. «Νομίζαμε πως ο Διαφωτισμός αφορούσε μόνο  τους Γάλλους, τους Άγγλους, τους Γερμανούς και τους Δανούς αλλά υπήρξε και για τους Έλληνες».

«Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, είναι στο DNA σας»

Για τον διακεκριμένο ελληνιστή η χώρα μας αποτελεί μια δεύτερη πατρίδα, την οποία φροντίζει να επισκέπτεται τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο. Το πάθος με το οποίο κάθε φορά μιλά για την Ελλάδα οδήγησε αναπόφευκτα στο ερώτημα αν θα ήθελε να είχε γεννηθεί εδώ και όχι στο μακρινό Κεμπέκ. «Φυσικά», απάντησε χαμογελώντας και έδωσε το δικό του μήνυμα στους Έλληνες που δοκιμάζονται ακόμη από τις οδυνηρές συνέπειες της κρίσης που προηγήθηκε.

«Να έχετε αυτοπεποίθηση διότι ο πολιτισμός σας είναι βασικός για όλους τους όσους πιστεύουν ότι ανήκουν στη Δύση. Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, έννοιες δηλαδή τις οποίες εμείς διδασκόμαστε, εσείς τολμώ να πω ότι τις έχετε στο DNA σας, είναι στην παράδοσή σας», καταλήγει.

Covid -19: Πώς η πανδημία επηρεάζει τον κινηματογράφο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Υπερπληθυσμός, ανεργία, άνθρωποι με μάσκες και μια τεράστια οικολογική καταστροφή.  Το νερό μολύνεται, η τροφή αποτελεί είδος υπό εξαφάνιση κι εκατομμύρια εξαθλιωμένοι κοιμούνται στους δρόμους.  Όταν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν, η αστυνομία και ο στρατός επεμβαίνουν με… μπουλντόζες που συνθλίβουν τα πάντα.

Θα μπορούσε, ίσως, να είναι μια σκηνή από το παρόν ή, ακόμη καλύτερα, από το όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Πρόκειται για την ταινία του Ρίτσαρντ Φλάισερ «Νέα Υόρκη, έτος 2022» που γυρίστηκε το μακρινό 1973 και έθιξε για πρώτη φορά τον αντίκτυπο που θα έχει στις ζωές μας η μόλυνση του περιβάλλοντος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Δεν είναι όμως το μοναδικό θέμα που «προφήτεψε» η έβδομη Τέχνη μια και οι μολυσματικοί ιοί που μεταδίδονται με ταχύτητα… φωτός και μεταλλάσσονται, βρέθηκαν στο επίκεντρο του Χόλυγουντ μισό αιώνα πριν.

«Το σινεμά για μια ακόμη φορά, ως ανθρωπιστική και κοινωνιολογική τέχνη, ήταν εκεί, περιέγραψε όσα ζούμε τώρα. Δεν μπορούν να γίνουν πια ταινίες για τον κορονοϊό, θα αναμασούν αυτά που ήδη από τη δεκαετία του ’60 μας έχουν πει κορυφαία φιλμ. Η πανδημία καταγράφηκε προτού ξεσπάσει», μου απαντά ο κριτικός κινηματογράφου και ιδρυτής του Κέντρου Μελετών και Ερευνών για το Σινεμά Αλέξης Δερμεντζόγλου, όταν τον ρωτώ εάν η πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση που βιώνουμε θα «γεννήσει» πολλά κινηματογραφικά σενάρια.

«Ταινίες όπως «Το Ξέσπασμα», «Λυσσασμένες στα Νύχια του Τρόμου», «Έρχεται τη Νύχτα» και το «Conduction» είναι κάποιες μόνο από αυτές που προέβλεψαν την πανδημία αλλά και την αλλαγή που συντελείται μέσα από όλη αυτή την κατάσταση στις ανθρώπινες σχέσεις», σημειώνει.

Ο ίδιος εκτιμά πως ο αντίκτυπος της πανδημίας στον κινηματογράφο θα είναι μεγάλος. Όχι μόνο διότι, μοιραία, θα μειωθούν οι αμοιβές των ηθοποιών και κατ ‘ επέκταση το κόστος της εκάστοτε παραγωγής, αλλά, κυρίως, θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έβδομη Τέχνη.

«Οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν ήδη κερδίσει μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι θα χάσουν σιγά σιγά την επαφή τους με τον κινηματογράφο καθώς το μέλλον των συνοικιακών αιθουσών  προβλέπεται δυσοίωνο. Αλλάζει ριζικά ο κινηματογράφος, σε όλα τα επίπεδα», τονίζει. Το drive in σινεμά, επισημαίνει, αποτελεί μια εναλλακτική λύση που απευθύνεται κυρίως σε νέες ηλικίες, όπως και οι αίθουσες multiplex που πιθανότατα να ανοίξουν το χειμώνα, εφόσον, τα επιδημιολογικά δεδομένα το επιτρέψουν.

Από την άλλη, όπως εξηγεί ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, η νέα αυτή κατάσταση που διαμορφώνεται, αποτελεί μια καλή ευκαιρία για να αναδειχθεί η ευφυΐα της διανόησης. «Θα έχουμε φτωχές ταινίες και θεωρώ ότι θα αναδυθούν ταλαντούχοι κινηματογραφιστές. Με ένα μικρό μπάτζετ κι ένα εξαιρετικό σενάριο μπορεί να γίνει μια εξαιρετική ταινία, από το τίποτα. Μακάρι η πανδημία να γεννήσει κάποια μεγάλα ταλέντα».

Τι γίνεται όμως στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, εκεί που χτυπάει η καρδιά της κινηματογραφικής βιομηχανίας; Όπως μου εξηγεί ο βραβευμένος Αμερικανός σκηνοθέτης και φιλέλληνας Steven Bernstein, η συντριπτική πλειοψηφία των σταρ του Χόλυγουντ δεν είναι διατεθειμένη να δουλέψει κάτω από αυτές τις συνθήκες κι αυτό επιφέρει μια σειρά προβλημάτων. «Πολλές παραγωγές θα έβρισκαν διανομή εξαιτίας των πολύ γνωστών ονομάτων. Χωρίς αστέρες, όσο καλό κι αν είναι το σενάριο μιας ταινίας, οι κινηματογράφοι και οι διανομείς δεν θα αναλάβουν το οικονομικό ρίσκο, ειδικά αυτή την περίοδο. Φυσικά δεν εργάζονται όλοι σε ταινίες μεγάλου προϋπολογισμού αλλά αυτές είναι που φέρνουν έσοδα, τα οποία, μεταξύ άλλων, διοχετεύονται σε εγκαταστάσεις και ανεφοδιασμό των στούντιο με εξοπλισμούς τελευταίες τεχνολογίες. Χωρίς αυτά τα χρήματα ορισμένα στούντιο θα πρέπει να κλείσουν τις πόρτες τους », λέει τονίζοντας πως ακόμη κι αν γυριστούν ταινίες μεγάλου προϋπολογισμού, η προοπτική να κερδίσουν πίσω τις δαπάνες τους είναι πολύ μικρή. «Κανείς δε γνωρίζει πότε θα ανοίξουν ξανά οι αίθουσες και αν θα επιτρέπεται η χωρητικότητα να αγγίξει και πάλι το 100%».

O Steven Bernstein

Όπως λέει ο αμερικανός κινηματογραφιστής, οι εργαζόμενοι στον συγκεκριμένο τομέα αναζητούν απεγνωσμένα λύσεις προκειμένου να διασώσουν αυτή τη μορφή τέχνης. «Μια λύση θα ήταν να στηριχθούν οι μικρές, ανεξάρτητες παραγωγές με λιγότερο γνωστούς ηθοποιούς. Με τον τρόπο αυτό το οικονομικό ρίσκο για τους επενδυτές θα είναι μικρότερο», επισημαίνει τονίζοντας πως ίσως τελικά αυτή η παγκόσμια τραγωδία καταφέρει να αυξήσει σημαντικά τη ζήτηση για κινηματογραφικές παραγωγές. «Όταν οι αίθουσες ανοίξουν ξανά, θα γεμίσουν με τις ταινίες που δεν κυκλοφόρησαν τους τελευταίες μήνες. Όταν οι ταινίες αυτές τελειώσουν, δεν θα υπάρχουν άλλες να τις αντικαταστήσουν. Κάτι ανάλογο θα συμβαίνει και με τις σειρές, καθώς κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν γυρίστηκαν νέες σεζόν. Δεν θα υπάρχει πολύτιμο υλικό ούτε για τις οθόνες μας». Κλείνοντας την κουβέντα μας ο Steven Bernstein τόνισε πως θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά τα μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και σημείωσε πως χώρες όπως η Ελλάδα που κατάφερε να χειριστεί – όπως τουλάχιστον δείχνουν τα μέχρι τώρα δεδομένα –  με επιτυχία το ξέσπασμα της πανδημίας, ίσως αποτελέσει πόλο έλξης για διεθνείς παραγωγές. «Αυτό εκτιμώ πως θα γίνει και ελπίζω να βγω αληθινός», καταλήγει.