Πέντε παιδιά την ημέρα εξαφανίζονται στην Ελλάδα

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Εφιαλτικές διαστάσεις έχουν  λάβει στη χώρα μας οι εξαφανίσεις παιδιών, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε πριν από λίγες ημέρες στη δημοσιότητα το Χαμόγελο του Παιδιού σε συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, πέντε παιδιά τη μέρα χάνονται τους τελευταίους 16 μήνες.

Όπως μου εξηγεί ο ιδρυτής της οργάνωσης Ανδρέας Γιαννόπουλος, ο αριθμός είναι αρκετά μεγαλύτερος καθώς οι εξαφανίσεις που δεν δηλώνονται καν στην αστυνομία είναι πάρα πολλές. Μάλιστα, όσο περνούν τα χρόνια όλο και μικρότερα παιδιά αγνοούνται, με τα 12 έτη να είναι πλέον η μέση ηλικία φυγής από το σπίτι.

Τι είναι όμως αυτό που ωθεί έναν ανήλικο στο να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και μάλιστα σε μια τόσο τρυφερή ηλικία;

«Εκείνο που μπορώ να σας πω με σιγουριά είναι πως παρατηρείται αύξηση στις εξαφανίσεις από κακή χρήση του διαδικτύου. Είναι πολλές οι περιπτώσεις ανήλικων κοριτσιών που γνωρίζουν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεγαλύτερους άντρες, οι οποίοι τους υπόσχονται μια χλιδάτη ζωή. Νομίζοντας λοιπόν πως έχουν  ερωτευτεί  το πρόσωπο που βλέπουν πίσω από την οθόνη, φεύγουν μαζί του και συχνά καταλήγουν στην πορνεία», απαντά ο κ. Γιαννόπουλος.

Ενδεικτική είναι μια περίπτωση που κλήθηκε πρόσφατα να αντιμετωπίσει το Χαμόγελο του Παιδιού, όταν δέχθηκε κλήση για εξαφάνιση μιας  13χρονης κοπέλας. Όπως διαπιστώθηκε, η ανήλικη συνομιλούσε για καιρό με έναν άνδρα αρκετά μεγαλύτερό της, ο οποίος την έπεισε να πάει να ζήσει μαζί του. «Τους εντοπίσαμε έγκαιρα με τη βοήθεια των λιμενικών στο πλοίο με προορισμό τη Ρόδο. Η κοπέλα θα κατέληγε σε μπαρ του νησιού, όπου διάφοροι επιτήδειοι ωθούν τις κοπέλες σε εξαναγκαστική εργασία και τις εκμεταλλεύονται», σημειώνει.

Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου η φυγή ενός παιδιού από το σπίτι λειτουργεί σαν «καμπανάκι» για το αρρωστημένο ενδεχομένως κλίμα που επικρατεί εντός των τειχών. «Κάποιοι ανήλικοι το σκάνε γιατί δεν μπορούν να ζήσουν άλλο στο σπίτι τους. Είναι κι αυτός ένας παράγοντας που συμβάλει στη γιγάντωση του φαινομένου».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα παρατηρείται στα ασυνόδευτα ανήλικα που καταφθάνουν στη χώρα μας με τον αριθμό των εξαφανίσεων τους τελευταίους 16  μήνες να φτάνει τις 1.892. «Οι διακινητές βρίσκουν παιδιά που είναι στα αζήτητα και τα ωθούν στην πορνεία. Κανένας δεν ψάχνει να τα βρει κι αυτό είναι που ενισχύει τη δράση αυτών των ανθρώπων», σημειώνει ο Ανδρέας Γιαννόπουλος.

Παιδιά που δε βρέθηκαν ποτέ

Οι ιστορίες παιδιών όπως ο  Άλεξ, η Αννούλα και ο Μπεν είναι κάποιες μόνο από αυτές που συγκλόνισαν κατά το παρελθόν την κοινή γνώμη. Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να ξετυλίξει το κουβάρι των υποθέσεων και να απαντήσει με σιγουριά για το αν οι μυστηριώδεις αυτές εξαφανίσεις ήταν αποτέλεσμα απαγωγής ή δολοφονίας.

Τι πήγε λάθος στις έρευνες; Που μπορεί να βρίσκονται σήμερα αυτά τα παιδιά;

Σύμφωνα με τον κ. Γιαννόπουλο υπήρξαν αρκετές ανακολουθίες στις έρευνες και ειδικότερα στην πολύκροτη υπόθεση του Άλεξ. «Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, έγιναν όλα λάθος. Έβλεπα σκυλιά που υποτίθεται πως έψαχναν το παιδί έπειτα από δύο μήνες. Αυτό έγινε για το θεαθήναι, επειδή η κοινή γνώμη πίεζε. Δε μπορεί το σκυλί τόσες ημέρες μετά να ακολουθήσει τα ίχνη. Χρειάζεται άμεση κινητοποίηση, εδώ και τώρα», σημειώνει προσθέτοντας πως για αρκετές εξαφανίσεις που έλαβαν χώρα βραδινές ώρες, κάποιοι αστυνομικοί ήθελαν να ξεκινήσουν την έρευνα το επόμενο πρωί επειδή ήταν αργά.

«Τέτοιες καθυστερήσεις μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο», λέει. Όσο για την τύχη των παιδιών αυτών, ο ίδιος φέρνοντας στο νου του ανάλογες περιπτώσεις εξαφανίσεων από το εξωτερικό, δηλώνει αισιόδοξος.

«Στην Κίνα βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες ένας άνδρας, έπειτα από 32 ολόκληρα χρόνια. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Αυστρία. Δεν σταματάμε να ελπίζουμε και για το λόγο αυτό στο Χαμόγελο του Παιδιού έχουμε προχωρήσει σε ψηφιακή ενηλικίωση, παρουσιάζουμε δηλαδή τα παιδιά αυτά ως ενήλικες, ώστε αν τους εντοπίσει κάποιος να μας ενημερώσει».

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα μας, κατάλαβα πόσο αφοσιωμένος είναι σε αυτό που κάνει. Ο ίδιος δηλώνει εργάτης και έτοιμος να ανταποκριθεί σε χρόνο ρεκόρ όπου παραστεί ανάγκη. «Από την ημέρα που πέθανε ο γιος μου, παράτησα τα πάντα και είμαι 24 ώρες το 24ωρο στην πρώτη γραμμή. Έχασα ό, τι πολυτιμότερο είχα», καταλήγει συγκινημένος.

Σε απόγνωση οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας

Τον δικό τους αγώνα δίνουν καθημερινά οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας, οι οποίοι καλούνται σε συνθήκες πανδημίας να φέρουν εις πέρας ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Παρά την χρόνια υποστελέχωση, πρέπει εκτός από τη φροντίδα των ασθενών να διαχειριστούν παράλληλα την υπερδιέγερση ψυχικά πασχόντων που βρίσκονται σε οξεία φάση και να διαφυλάξουν τη σωματική ακεραιότητα των ίδιων αλλά και των υπόλοιπων ασθενών.

«Υπάρχουν τρόφιμοι  που βλέπουν το αντισηπτικό σαν δηλητήριο κάθε φορά που προσπαθούμε να τους απολυμάνουμε τα χέρια. Κάποιοι άλλοι αντιδρούν ακόμη πιο έντονα και μας φτύνουν. Εκεί ο ρόλος του νοσηλευτή ψυχικής υγείας δεν είναι εύκολος, χρειάζεται υπομονή και επιμονή για να τους πείσουμε πως είναι για το καλό τους. Αν  αναλογιστεί κανείς και τις τραγικές ελλείψεις ακόμη και σε ατομικά μέτρα προστασίας, αντιλαμβάνεται πόσο δύσκολα βιώνουμε την πανδημία», αναφέρει ο Χάρης Ι., νοσηλευτής στο ΔΑΦΝΙ για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Ο ίδιος αγόρασε μάσκες και γυαλιά προστασίας βάζοντας χρήματα από την τσέπη του καθώς στο νοσοκομείο οι μάσκες, δίνονταν, όπως χαρακτηριστικά λέει, με το σταγονόμετρο.

«Μας ζητούσαν να φοράμε μάσκες μιας χρήσης για οκτώ ώρες. Αυτές μετά από περίπου δύο ώρες υγραίνονται και δεν παρέχουν καμιά απολύτως προστασία. Είναι σα να μην τις φοράς. Για να προστατέψω λοιπόν τον εαυτό μου προμηθεύτηκα μάσκες με προστατευτικό φίλτρο και γυαλιά από το φαρμακείο. Όταν έρχεσαι σε επαφή με ασθενείς που βρίσκονται σε υπερδιέγερση και ορισμένες φορές αντιδρούν και σε φτύνουν, πρέπει να προστατευτείς. Κι αφού το κράτος δεν φροντίζει γι’ αυτό, το κάνω μόνος μου», εξηγεί.

Υποστελέχωση

Όπως λέει, το κράτος έχει αφήσει ξεκρέμαστους τόσο τους ίδιους όσο και τους ψυχικά νοσούντες καθώς οι ελλείψεις σε προσωπικό είναι τέτοιες που από τύχη δεν έχουν αποβεί μοιραίες για τους τροφίμους του ψυχιατρείου. «Τη Μεγάλη Πέμπτη είχα βάρδια μαζί με δύο άλλους συναδέλφους και είχαμε υπό την εποπτεία μας δεκάδες ασθενείς. Ένας από αυτούς έκανε απόπειρα απαγχονισμού με τα κορδόνια των παπουτσιών του, ευτυχώς τον προλάβαμε», λέει τονίζοντας πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα μπορούσε σήμερα να ήταν νεκρός αν οι νοσηλευτές δεν αντιλαμβάνονταν έγκαιρα τι είχε συμβεί. «Τον σώσαμε καθαρά από τύχη. Όταν έχουμε υπό την εποπτεία μας τόσους ασθενείς, δεν είναι πάντα αυτονόητο ότι θα προλάβουμε αντίστοιχες περιπτώσεις», σημειώνει.

Τους τελευταίους δύο μήνες η κοινή γνώμη εξήρε το έργο των νοσηλευτών στα νοσοκομεία αναφοράς για τον αγώνα που δίνουν νυχθημερόν ενάντια στον Covid -19. Για τα ψυχιατρικά νοσοκομεία όμως δεν υπήρχε καμιά απολύτως μέριμνα και για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι στο ΔΑΦΝΙ πήραν την πρωτοβουλία να αδειάσουν δύο κλινικές κι εκεί να μένουν για 14 ημέρες τα νέα περιστατικά. «Ήταν ο μόνος τρόπος να προστατέψουμε τους υπόλοιπους ασθενείς αλλά και τους εαυτούς μας. Δεν ξέραμε εάν το κάθε νέο περιστατικό είχε ή όχι κορονοϊό καθώς δεν προβλεπόταν η διεξαγωγή τεστ», σημειώνει ο Γιώργος Αβραμίδης, νοσηλευτής στο ΔΑΦΝΙ και πρόεδρος του Συλλόγου Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων ΕΣΥ Ν. Αττικής.  Οι πρώτες ημέρες της εξάπλωσης του ιού στη χώρα μας, ήταν, όπως λέει ιδιαίτερα στρεσογόνες για τους ίδιους. «Βλέπαμε το κάθε νέο περιστατικό σαν ύποπτο κρούσμα. Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για ασθενείς που στην πλειονότητά τους δεν αντιλαμβάνονται τι εστί πανδημία. Σε ακολουθούν όπου πας, έρχονται κοντά σου κι εσύ το μόνο που έχει σαν μέτρο προστασίας είναι η μάσκα μιας χρήσης», καταλήγει.

Ακρίτες στο έλεος της πανδημίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ανησυχία και προβληματισμό προκαλούν τα απόνερα της τεράστιας υγειονομικής κρίσης του κορονοϊού στα ακριτικά νησιά. Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σε συνδυασμό με τα αρνητικά μηνύματα που εκπέμπονται στο μέτωπο του τουρισμού, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που απειλεί να «τινάξει στον αέρα» τις λιγοστές οικογένειες που έχουν απομείνει στις εσχατιές του Αιγαίου.

Ο 33χρονος Νικήτας Καμπούρης που διατηρεί στην Κάσο κατάστημα εστίασης έχει αρχίσει ήδη να βλέπει τα πρώτα σημάδια της ύφεσης. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως μου λέει, είναι στην πλειονότητά τους άνω των 65 ετών και δεν βγαίνουν από τα σπίτια τους λόγω του φόβου για τον ιό. «Εμείς, οι ελάχιστοι εναπομείναντες νέοι, τους βοηθάμε πηγαίνοντάς τους στο σπίτι τα φάρμακα και τα τρόφιμα. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη στο νησί αλλά η κατάσταση αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη τους επόμενους μήνες», σημειώνει. Τα τελευταία χρόνια η Κάσος είχε παρουσιάσει αύξηση του τουρισμού, κυρίως με ταξιδιώτες από Ιταλία, όμως ,φέτος οι ντόπιοι ελπίζουν στον εσωτερικό τουρισμό.

«Το νησί μας προσφέρει κάτι διαφορετικό, την ηρεμία. Κάθε χρόνο έχουμε λιγοστούς επισκέπτες από Κρήτη και Ρόδο, ελπίζουμε λοιπόν σε αυτούς», λέει προσθέτοντας πως αρκετοί Κασιώτες που διατηρούν εξοχικά στο νησί και μένουν στο εξωτερικό, έχουν ήδη ακυρώσει το φετινό ταξίδι στο νησί. Ο μεγαλύτερός του φόβος είναι πως με το πέρασμα των χρόνων η Κάσος θα αδειάσει καθώς όλο και περισσότεροι νέοι το εγκαταλείπουν μη μπορώντας να εργαστούν στον τόπο τους.

Η ακριτική Κάσος από ψηλά.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στους Λειψούς, όπου η βασικότερη πηγή εσόδων των ντόπιων είναι ο τουρισμός. «Έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά. Δεν πρόκειται απλά για ένα συμπλήρωμα αλλά για την κύρια ασχολία των κατοίκων», μου λέει ο δήμαρχος του νησιού Φώτης Μάγγος. Οι εκτιμήσεις του για το φετινό καλοκαίρι είναι δυσοίωνες όχι μόνο εξαιτίας της απουσίας ξένων επισκεπτών αλλά και διότι οι Έλληνες πολίτες έχουν ήδη εξουθενωθεί οικονομικά από τις συνέπειες της πανδημίας. «Δεν ξέρω κατά πόσο θα έχουν την άνεση να ταξιδέψουν φέτος».

Περίπου τρία μίλια νοτιότερα, στους Αρκιούς το κλίμα δεν διαφέρει και πολύ. Οι ελάχιστοι κάτοικοι του νησιού τους τελευταίους μήνες δεν βγαίνουν από το σπίτι. «Η συντριπτική πλειοψηφία είναι άνω των 70 ετών και ανήκει στις ευπαθείς ομάδες», τονίζει η Μαρία Τσιαλέρα, η δημοφιλής δασκάλα στο σχολείο του νησιού που έχει έναν μόλις μαθητή. Οι επισκέψεις ξένων τουριστών τα τελευταία δύο χρόνια είχαν αυξηθεί κατά 200%, συνεπώς  η επέλαση του κορονοϊού θα αφήσει τα σημάδια της και στο ακριτικό αυτό νησί.

«Στους Αρκιούς ο πρωτογενής τομέας έχει ατονήσει. Αυτό δεν οφείλεται σε αδιαφορία των ντόπιων αλλά στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν πια νέοι στο νησί, μόνο ηλικιωμένοι», σημειώνει η δασκάλα που δύο φορές την εβδομάδα πηγαινοέρχεται από τους Λειψούς όπου μένει, προκειμένου να ανταποκριθεί όσο το δυνατόν καλύτερα στα καθήκοντά της. «Αν και έχω μόνο έναν μαθητή, τα μαθήματα γίνονται μέσω τηλεφώνου, ακόμη κι όταν βρίσκομαι στους Αρκιούς. Τα περιοριστικά μέτρα ισχύουν για όλους», υπογραμμίζει επισημαίνοντας πως της προκαλεί θλίψη το άδειο καράβι κάθε φορά που ταξιδεύει. «Με τη σχετική άδεια του υπουργείου Παιδείας, έχω τη δυνατότητα να έρχομαι στους Αρκιούς από τους Λειψούς. Πέφτει το ηθικό μου όταν βλέπω την άδεια καμπίνα, όμως είμαι αισιόδοξη πως στο τέλος θα πάνε όλα καλά».

Στο άδειο πλοίο της γραμμής με προορισμό τους Αρκιούς.

Ο καρκίνος την εποχή του κορονοϊού

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Εκατομμύρια καρκινοπαθείς κάθε ηλικίας δίνουν σκληρή και άνιση πολλές φορές μάχη για να κερδίσουν μια ακόμη ευκαιρία για ζωή, όμως, η πανδημία του Covid -19 που «χτύπησε» ξαφνικά την πόρτα του πλανήτη, αποτέλεσε ένα ψυχολογικό «χαστούκι» για τους ίδιους. Οι συστάσεις των ειδικών για τις ευπαθείς ομάδες κατέκλυσαν τους τελευταίους μήνες τις ζωές μας με αποτέλεσμα οι πιο ευάλωτοι να νιώθουν εντελώς μετέωροι μπροστά στους δύο αυτούς αόρατους εχθρούς.

Τα νέα ωστόσο, δεν είναι τόσο δραματικά κι αυτό διότι, σύμφωνα με τον ελληνικής καταγωγής καθηγητή  Ογκολογίας  και επικεφαλής της έρευνας για τον καρκίνο στο ερευνητικό κέντρο Robert H. Lurie στο Northwestern University του Σικάγο, Λεωνίδα Πλατανιά, δεν είναι λίγοι οι καρκινοπαθείς που προσβλήθηκαν από τον Covid -19 στις ΗΠΑ και ανάρρωσαν από τον ιό. «Δεν είναι όλες οι μορφές καρκίνου ίδιες» διευκρινίζει και εξηγεί: «Ασθενείς με οξεία λευχαιμία,  άτομα που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών καθώς και όσοι υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία, χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία έχουν σίγουρα αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις, όμως, αυτό δεν σημαίνει πως όποιος καρκινοπαθής νοσήσει από τον ιό αυτό, θα έχει σοβαρές επιπλοκές».

Υψίστης σημασίας είναι σύμφωνα με τον ίδιο η αυστηρή τήρηση των μέτρων προφύλαξης και, φυσικά, η τακτική επίσκεψη στο νοσοκομείο για την καθιερωμένη θεραπεία. Ο φόβος του κορονοϊού, λέει, δεν θα πρέπει να μας κρατήσει μακριά από τους γιατρούς καθώς η διακοπή της θεραπείας για έναν καρκινοπαθή μπορεί να αποβεί μοιραία για τη ζωή του. «Απαιτείται συνεννόηση με το γιατρό. Δεν πρέπει ο ασθενής να παίρνει πρωτοβουλίες και να διακόπτει τη θεραπεία επειδή φοβάται να πάει στο νοσοκομείο. Όσοι υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία επιβάλλεται να έχουν ένα πρόγραμμα με το γιατρό τους και να συνεχίσουν τη θεραπεία τους», λέει.

Η περίοδος της πανδημίας αποτελεί αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερα τρομακτική εμπειρία για τους καρκινοπαθείς καθώς ζουν διαρκούς υπό τον φόβο της νόσησης. Σπουδαίο ρόλο στις περιπτώσεις αυτές παίζει, όπως λέει , το οικογενειακό περιβάλλον που οφείλει να είναι υποστηρικτικό και προστατευτικό. «Ο καρκίνος δεν είναι θανατική καταδίκη, όπως ήταν παλιά», υπογραμμίζει.

Αν και η επιστήμη και ειδικότερα ο κλάδος της Ιατρικής έχει αναμφισβήτητα σημειώσει μεγάλη πρόοδο με αποτέλεσμα ασθένειες που κάποτε οδηγούσαν τον πάσχοντα στο θάνατο, σήμερα να ελέγχονται πλήρως με φαρμακευτική αγωγή,  το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα και που λίγο πολύ όλους μας έχει απασχολήσει, είναι για ποιο λόγο αφού η επιστήμη έχει κάνει άλματα, δεν έχει βρεθεί ακόμη θεραπεία για τον καρκίνο. «Ο καρκίνος δεν είναι μια οντότητα, μια αρρώστια μόνο. Είναι πολλά είδη και μορφές που έχουν διαφορετική συμπεριφορά και ανταπόκριση στις θεραπείες. Κάποιες μορφές του όπως για παράδειγμα ο καρκίνος του μαστού στα αρχικά στάδια θεραπεύονται πλήρως, κάποιες άλλες όχι. Είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε ότι η επιστήμη έχει νικήσει τον καρκίνο.  Δε θα είναι κάτι μαγικό που θα συμβεί πολύ γρήγορα. Θα πάρει σίγουρα πολλά χρόνια αλλά βλέπουμε σημαντικές προόδους σε κάποια είδη», εξηγεί.

«Η Ελλάδα πέτυχε κάτι εντυπωσιακό»

Αναφερόμενος στην περίπτωση της χώρας μας, ο δρ. Πλατανιάς δήλωσε εντυπωσιασμένος από τον χειρισμό της κυβέρνησης και την ανταπόκριση των Ελλήνων πολιτών στην έκτακτη αυτή κατάσταση που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν. «Έγινε εξαιρετική δουλειά και οι μικροί, συγκριτικά με άλλες χώρες, αριθμοί κρουσμάτων και θανάτων οφείλονται αναμφισβήτητα στο Lockdown που έγινε πολύ γρήγορα», σημειώνει.

Τέλος, σχολιάζοντας τις απόψεις διάφορων επιστημόνων και μη που εκτιμούν πως η γρίπη είναι πιο θανατηφόρα από τον Covid – 19, ο ομογενής επιστήμονας λέει: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για εμένα πως ο κορονοϊός είναι πολύ χειρότερος από τη γρίπη. Εκτός από την εξαιρετικά γρήγορη μετάδοσή του, το 20% των νοσούντων στις ΗΠΑ παρουσιάζουν πολύ σοβαρά συμπτώματα και η κλινική τους εικόνα είναι πολύ βαριά», λέει και καταλήγει: «επιστήμονες από κάθε γωνιά του κόσμου κάνουν αγώνα δρόμου για το εμβόλιο. Ελπίζω σύντομα να το έχουμε στη διάθεσή μας».

Ο άστεγος που βρήκε την Ιθάκη του μέσω «Σχεδίας»

 Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Στα ομηρικά έπη αποτέλεσε το μέσο διαφυγής, τον από μηχανής θεό που έσωζε τους Έλληνες από τη μέγγενη του πεπρωμένου. Ο λόγος για τη σχεδία που στο πέρασμα του χρόνου συνέχισε να αποτελεί τον φάρο για κάθε ναυαγό που αναζητούσε την δική του Ιθάκη. Εκείνη την Ιθάκη που συνάντησε και ο 64χρονος  Ορέστης μέσω του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», όταν πριν από λίγα χρόνια βρέθηκε στον άσσο.

Αφού έκανε ένα πέρασμα από ραδιόφωνα και εφημερίδες της συμπρωτεύουσας όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, στη συνέχεια εργάστηκε ως δάσκαλος ιππασίας και μετά αποφάσισε να ασχοληθεί με το εμπόριο, όμως, οι λάθος χειρισμοί είχαν σαν αποτέλεσμα να συσσωρευτούν τα χρέη του. Ο θάνατος της μητέρας του πριν από τρία χρόνια αποτέλεσε ένα μεγάλο πλήγμα για τον ίδιο, διότι εκτός από τον τραγικό χαμό της έπρεπε παράλληλα να έρθει αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της αστεγίας και τη βιαιότητα που μια τέτοια κατάσταση συνεπάγεται.

«Η ζωή μου πήρε την κάτω βόλτα, έμεινα στο δρόμο. Όμως οι διδαχές που πήρα από την κατάσταση αυτή μου είναι ιδιαίτερα πολύτιμες», μου λέει. Παίρνοντας ανά χείρας έναν υπνόσακο και κάποιες αλλαξιές ρούχων, βρήκε μια μικρή «φωλιά» για να περάσει το πρώτο του βράδυ. Όσο περνούσαν οι μέρες αναζητούσε πιο ανοιχτά μέρη, δίπλα στη θάλασσα, ενώ όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε, κοιμόταν σε ένα μικρό σπιτάκι παιδικής χαράς.

«Το να μείνει κανείς άστεγος είναι μια κατάσταση που δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί. Πολλοί βρίσκουν καταφύγιο στα ναρκωτικά μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τη νέα αυτή πραγματικότητα. Ο κόσμος τους κοιτάζει με περιφρόνηση στο δρόμο και τους αποκαλεί ‘’πρεζάκια’’. Αναρωτήθηκε άραγε κανείς πώς και γιατί αυτοί οι άνθρωποι κατέληξαν να είναι ‘’πρεζάκια’;’», διερωτάται με παράπονο.

Μια μέρα αποφάσισε να πάει με τα πόδια στη Χαλκιδική προκειμένου να βρει δουλειά σε κάποιο τουριστικό κατάλυμα ή στον τομέα της εστίασης. Η σεζόν όμως βρισκόταν προς το τέλος, οι θέσεις εργασίας είχαν προ πολλού καλυφθεί  κι έτσι γύρισε πίσω στη Θεσσαλονίκη, άπραγος και τρομερά κουρασμένος μια και είχε διανύσει με τα πόδια δεκάδες χιλιόμετρα.

Για καλή του τύχη εντάχθηκε σε ένα πρόγραμμα της οργάνωσης «Άρση» κι έτσι βρήκε έναν χώρο όπου θα μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια. Παράλληλα, πουλούσε βιβλία στο δρόμο, όμως, η εμπειρία αυτή ήταν για τον ίδιο δραματική. «Μπορώ με απόλυτη σιγουριά να σας πω πως κινδυνεύεις περισσότερο όταν πουλάς βιβλία στο δρόμο παρά όταν κοιμάσαι αδέσποτος στα σοκάκια. Με συνέλαβε η αστυνομία επειδή δεν είχα άδεια μικροπωλητή και με έκλεισαν φυλακή», λέει με παράπονο.

Όταν τελείωσε κι αυτός ο εφιάλτης του, ο Ορέστης έμαθε για το περιοδικό δρόμου «Σχεδία» κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του κι εκεί. «Είναι ακριβώς μια σχεδία, ένα στήριγμα για εμένα. Δεν θα βγάλω περιουσία πουλώντας το περιοδικό αλλά κερδίζω ένα αξιοπρεπές μεροκάματο», επισημαίνει. Όσο για την εμπειρία του ως πωλητής του περιοδικού, το να γίνεται αόρατος από τους περαστικούς είναι κάτι που έχει συνηθίσει και το οποίο δικαιολογεί. «Όταν κάποιος δεν μπορεί να αγοράσει το έντυπο, είναι λογικό να περνάει από μπροστά σου και να χαμηλώνει το βλέμμα, να κάνει πως δε σε βλέπει. Νιώθει αμηχανία, είναι ανθρώπινο», λέει και προσθέτει πως σε γενικές γραμμές ο κόσμος ενδιαφέρεται για τους άπορους και άστεγους πολίτες και μάλιστα με το παραπάνω.

Ο ίδιος δεν θεωρεί πλέον απίθανο το ενδεχόμενο να βρεθεί ξανά στο δρόμο. Είναι κάτι που σίγουρα απεύχεται, όμως, αυτό που έχει μάθει στα 64 χρόνια της ζωής του είναι, όπως χαρακτηριστικά λέει,  πως όλα είναι πιθανά. «Η ζωή έχει πολλά σκαμπανεβάσματα κι αυτό το βίωσα με πολύ σκληρό τρόπο. Ό,τι και να συμβεί από δω και στο εξής θα το αντιμετωπίσω», λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής και δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω.

Κορονοϊός: Αύξηση της βίας έφερε ο εγκλεισμός στο σπίτι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σοβαρά προβλήματα στη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή την οικογένεια, έχει δημιουργήσει ο κορονοϊός, καθώς οι πρωτόγνωρες συνθήκες εγκλεισμού και τα συνακόλουθα οικονομικά προβλήματα που προκύπτουν, αποτελούν πρόσφορο έδαφος για άσκηση βίας σε βάρος παιδιών και γυναικών.

Όπως μου εξηγεί  ο ψυχολόγος από το «Χαμόγελο του Παδιού» Δημήτρης Μπουρσινός, τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μια αύξηση καταγγελιών που αφορούν σε παραμέληση και κακοποίηση ανηλίκων. «Οι περισσότερες αναφορές που έχουμε είναι από τρίτα πρόσωπα που παρατηρούν ή ακούν κάτι. Υπάρχουν καταγγελίες για γονείς που κλειδώνουν στο μπαλκόνι τα παιδιά προκειμένου να τα τιμωρήσουν και άλλες που προκύπτουν από φωνές ή ήχους που παραπέμπουν σε κακοποιητικές συμπεριφορές», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον κ. Μπουρσινό, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός όλων των μελών της οικογένειας μέσα στο σπίτι, δυσκολεύει την επικοινωνία, η οποία πολλές φορές μπορεί να εκφράζεται με την άσκηση βίας. «Ζούμε υπό συνθήκες φόβου και έντονου άγχους. Αυτό σημαίνει ότι ήδη υπάρχοντα οικογενειακά προβλήματα που υπήρχαν αλλά δεν ήταν τόσο έντονα, μπορεί να οξυνθούν. Η προσαρμογή σε νέες συνθήκες ποτέ δεν είναι εύκολη», σημειώνει.

Εκείνο που κατά τον ίδιο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός πως εκτός από τα τηλεφωνήματα για καταγγελίες, υπάρχουν κι εκείνα που γίνονται από γονείς, οι οποίοι ζητούν συμβουλές για το πώς να διαχειριστούν τη νέα αυτή πραγματικότητα. «Η κάθε οικογένεια πλέον είναι ένα χωνευτήρι που μαζέψει όλες τις δυσκολίες και το άγχος που έρχεται απ’ έξω και θα δοκιμαστεί. Ελπίζω ότι από αυτή τη δυσκολία θα βγούμε πιο δυνατοί και με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης».

«Εγκλωβισμένες» οι γυναίκες – θύματα βίας

Την ίδια ώρα, το σπίτι, στο οποίο οι αρμόδιοι φορείς μας συνιστούν να μένουμε, αποτελεί κολαστήριο για αρκετές γυναίκες θύματα – βίας. Ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των πολιτών δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση γι’ αυτές καθώς η διαρκής παρουσία του κακοποιητή τους στο σπίτι, δεν τους επιτρέπει να καταγγείλουν το περιστατικό.

«Δυστυχώς για τις γυναίκες αυτές η παρούσα κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη διότι η δυνατότητα να εγκαταλείψουν την εστία τους είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι ξενώνες έχουν μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία φιλοξενίας που περιλαμβάνει και ιατρικές εξετάσεις από δημόσιο νοσοκομείο, πράγμα που αυτή την εποχή είναι δύσκολο να γίνει», μου αναφέρει η ψυχολόγος και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τα Δικαιώματα Κική Πετρουλάκη. Επιπλέον, η τηλεφωνική καταγγελία είναι αδύνατη λόγω της διαρκούς παρουσίας του θύτη ενώ η αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων δεν καθιστά εφικτή τη σύλληψη του δράστη. «Ακόμη και να συλληφθεί κάποιος στα πλαίσια του αυτοφώρου μετά από καταγγελία μιας γυναίκας, σε λίγες ώρες θα είναι στο σπίτι του», προσθέτει.

Σύμφωνα με την κ. Πετρουλάκη, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα που να πιστοποιούν την αύξηση ή μη της κακοποίησης γυναικών εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού. «Ακόμη όμως κι αν βγουν κάποια στοιχεία, αυτά δεν θα είναι ενδεικτικά της κατάστασης διότι για να καταγγείλεις κάποιον που σε κακοποιεί μέσα στο σπίτι, θα πρέπει αυτός ο κάποιος να λείπει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αυτές τις ημέρες. Επομένως, δε θα μου φανεί καθόλου περίεργο εάν παρατηρηθεί μείωση των καταγγελιών και των συνακόλουθων στατιστικών αυτή την εποχή». Μια λύση θα ήταν, κατά την ίδια, να μεριμνήσει η εκάστοτε Περιφέρεια για τις γυναίκες αυτές, ώστε σε περίπτωση κακοποίησης να μπορούν να μεταβούν σε ειδικούς χώρους και να παραμένουν ασφαλείς. «Απαιτείται να βρεθεί μια λύση έκτακτης ανάγκης, όπως συμβαίνει και με τους άστεγους. Αντί να περιμένουμε από τις κακοποιημένες γυναίκες να σταματήσουν μόνες τους την κακοποίηση για τις ίδιες και τα παιδιά τους θα πρέπει εμείς να κάνουμε κάτι».

Από την πλευρά της η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων Μαρία Συρεγγέλα, διευκρινίζει πως η βίαιη συμπεριφορά δεν είναι αποτέλεσμα των περιόδων κρίσεων. «Είναι πιθανόν ένας βίαιος σύντροφος ή σύζυγος να εντείνει τα βίαια περιστατικά σε περιόδους κρίσεως αλλά θα ήταν ούτως ή άλλως αυτή η συμπεριφορά του», αναφέρει.

Σημειώνεται ότι οι γυναίκες θύματα βίας μπορούν να τηλεφωνήσουν στην γραμμή SOS 15900, η οποία λειτουργεί 24 ώρες, επτά ημέρες την εβδομάδα ή να στείλουν email στο : sos15900@isotita.gr

Επίσης, μπορούν να βρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματείας και των Δήμων, τις υπηρεσίες που προσφέρουν και τους τρόπους επικοινωνίας μαζί τους, στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας,  www.isotita.gr και στην ιστοσελίδα κατά της βίας των γυναικών, www.womensos.gr.

Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης: «Τα κρούσματα στην Ελλάδα μπορεί να φτάνουν τα 50.000»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σοβαρά ερωτήματα για τον πραγματικό αριθμό των νοσούντων από κορονοϊό στη χώρα μας, εγείρει  ο   διακεκριμένος καθηγητής Παθολογίας και Επιδημιολογίας και Πληθυσμιακής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής του πανεπιστημίου Στάνφορντ των Ηνωμένων Πολιτειών, Ιωάννης Ιωαννίδης. Συγκεκριμένα, ενώ τα επίσημα καταγεγραμμένα κρούσματα είναι μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές 387, ο  επιστήμονας που πριν από λίγα χρόνια χαρακτηρίστηκε ως ο πιο τολμηρός  κι ένας από τους σύγχρονους διανοητές με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να φτάνουν αυτή τη στιγμή ακόμη και τις 50.000.

«Αν έπρεπε να διακινδυνεύσω κάποια εκτίμηση, ο αριθμός των μολυσμένων ατόμων στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή μπορεί να ποικίλλει από 1.000 έως 50.000 άτομα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία άτομα που μέχρι στιγμής είναι χωρίς συμπτώματα ή με ελαφρά συμπτώματα και που δεν έχουν ελεγχθεί για τον ιό. Μέχρι τώρα οι θάνατοι από κορονοϊό είναι βέβαια ελάχιστοι σε σχέση με τους θανάτους από την απλή γρίπη, αλλά η πιθανότητα εκθετικής αύξησή τους δεν έχει αποκλειστεί», μου λέει χαρακτηριστικά.

Απαντώντας στο ερώτημα για το αν θα σημειωθεί ύφεση της νόσου όσο θα ανεβαίνει η θερμοκρασία, ο δρ. Ιωαννίδης ξεκαθαρίζει πως δεν υπάρχουν μέχρι αυτή τη στιγμή δεδομένα που να οδηγούν με ασφάλεια σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. «Οι άλλοι κορονοϊοί που ξέραμε μέχρι τώρα έχουν σαφή εποχικότητα, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι αυτό θα ισχύσει και για τον καινούργιο SARS-CoV-2. Μπορεί επίσης να μειωθούν τα κρούσματα όσο ζεσταίνει ο καιρός, αλλά να μην εξαλειφτεί τελείως και να επιστρέψει με το φθινόπωρο. Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς αυτό», σημειώνει τονίζοντας ότι θα πρέπει να παρακολουθούνται πολύ προσεκτικά τα δεδομένα  που συγκεντρώνονται από περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου όπως η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Σιγκαπούρη.

Σε ό,τι έχει να κάνει με το πολυπόθητο εμβόλιο που θα «δαμάσει» τον κινεζικό ιό, ο ομογενής καθηγητής Ιατρικής διευκρινίζει πως αν και ο χρόνος που απαιτείται για την παρασκευή ενός εμβολίου έχει επιταχυνθεί σημαντικά, θα χρειαστούν ένα με δύο χρόνια προκειμένου να γίνουν οι κατάλληλες κλινικές δοκιμές που θα δείξουν ότι είναι αποτελεσματικό και ασφαλές. «Άλλοι κορονοϊοί είναι γνωστοί εδώ και δεκαετίες αλλά δεν υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για να γίνει κάποιο εμβόλιο. Έγιναν βέβαια κάποιες  προσπάθειες αλλά δεν πήγαν μακριά. Πριν 30 χρόνια για παράδειγμα ένα εμβόλιο που δοκιμάστηκε για κορονοϊό της γάτας είχε αρνητικά αποτελέσματα γιατί οδηγούσε σε υπεραντίδραση και θάνατο αντί για προστασία μετά από έκθεση σε ιό. Άρα, αν και είμαι αισιόδοξος ότι θα υπάρξει τελικά κάποιο εμβόλιο, πρώτον δεν υπάρχει βεβαιότητα, δεύτερον δεν θα είναι διαθέσιμο σε αυτήν την οξεία φάση που διανύουμε, και τρίτον σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να βιαστούμε να δώσουμε εμβόλια στον πληθυσμό που δεν έχουμε ελέγξει τι κάνουν. Τα εμβόλια είναι από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας, όταν ξέρουμε ότι είναι αποτελεσματικά και ασφαλή».

Κορονοϊός: Ο Δρ. Χρήστος Κυρατσούς στη μάχη για το νέο φάρμακο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Καθημερινή μάχη με την πανδημία του κορονοϊού, που μέχρι στιγμής έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από έξι χιλιάδες ανθρώπους παγκοσμίως, ενώ παράλληλα έχει τρομοκρατήσει εκατομμύρια άλλους, δίνει μέσα στα εργαστήρια της φαρμακευτικής εταιρίας Regeneron ο ελληνικής καταγωγής ερευνητής, Χρήστος Κυρατσούς.

Ο 39χρονος επιστήμονας, τον οποίο το περιοδικό Business Insider συμπεριέλαβε στους 30 ανθρώπους παγκοσμίως που αναμένεται να μεταμορφώσουν το μέλλον των υπηρεσιών υγείας και ο οποίος πριν λίγα χρόνια βρήκε το φάρμακο κατά του Έμπολα, σώζοντας τη ζωή αρκετών ανθρώπων, που βρίσκονταν ένα βήμα πριν το θάνατο, μου εξηγεί πώς μέχρι το καλοκαίρι θα είναι έτοιμο το φάρμακο κατά του κορονοϊού

«Μαζί με την ομάδα μου στη Νέα Υόρκη ακολουθούμε την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και για τον αιμορραγικό ιό του Έμπολα. Σε έξι μήνες το πολύ τα αντισώματα που θα δίνονται στους ασθενείς με τη μορφή ένεσης, θα είναι έτοιμα. Οι πρώτες ομάδες που θέλουμε να διαφυλάξουμε είναι οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, αυτό που, στην ουσία, ο ίδιος και οι συνεργάτες του επιδιώκουν, είναι να μιμηθούν την αντίσταση του οργανισμού κάθε φορά που προσβάλλεται από έναν παθογόνο παράγοντα. «Αν για παράδειγμα κάποιος μολυνθεί από τον κορονοιό, το ανοσοποιητικό του σύστημα θα φτιάξει αντισώματα εναντίον του ιού αυτού. Εμείς προσπαθούμε να μιμηθούμε αυτή τη διαδικασία και να παραγάγουμε τα πιο αποτελεσματικά αντισώματα, τα οποία όταν χορηγηθούν σε κάποιον ασθενή, θα κολλήσουν επάνω στον ιό και θα σταματήσουν τη διασπορά του», σημειώνει.

Τα αντισώματα θα χορηγούνται στον οργανισμό υγειών αλλά και πασχόντων με ενέσεις, τις οποίες θα μπορεί κάποιος να κάνει μόνος του στο σπίτι, όπως για παράδειγμα αυτές της ινσουλίνης. Σε περίπτωση, όμως, που κάποιος χρειαστεί μεγάλη ποσότητα αντισωμάτων, η χορήγηση θα πραγματοποιείται σε νοσοκομεία με ενδοφλέβια έγχυση.

«Η παγκόσμια ανησυχία για τον Covid-19 οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για κάτι εντελώς καινούριο. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για εποχικό ιό και κατά πόσο θα επεκταθεί. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως εταιρίες και εργαστήρια δουλεύουν σκληρά, προκειμένου να παρασκευαστούν νέα φάρμακα ή και εμβόλια», λέει και ξεκαθαρίζει πως ο νέος κορωνοϊός δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη γρίπη του 1919, που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. «Και οι δύο προκαλούν λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος αλλά μοριακά είναι εντελώς διαφορετικοί», διευκρινίζει.

O άνθρωπος που νίκησε τον ιό Έμπολα

Ο διακεκριμένος επιστήμονας έφυγε από την Ελλάδα το 2004, προκειμένου να κάνει το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Όπως παραδέχεται, παρόλο που δεν ανήκει στη γενιά του brain drain, καθώς, την περίοδο που έφυγε η χώρα μας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της οικονομικής της ανάπτυξης, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφασή του.

«Ήταν μια συνειδητή επιλογή μου. Σίγουρα τότε η Ελλάδα ήταν σε καλύτερη μοίρα, όμως έφυγα για τους ίδιους λόγους που το κάνει κι ένας νέος σήμερα. Στην Αμερική μου δόθηκαν ευκαιρίες που δεν τολμούσα καν να φανταστώ στη χώρα μου», λέει.

Όσο για την πιο συγκινητική στιγμή της μέχρι τώρα ερευνητικής του πορείας, ο δρ. Κυρατσούς δηλώνει: «Πρόκειται αναμφισβήτητα για την ημέρα που διαπίστωσα ότι τα αντισώματα κατά του Έμπολα, που για καιρό παρασκευάζαμε, είχαν αποτέλεσμα και μάλιστα σε ετοιμοθάνατους ασθενείς. Καταφέραμε με την ομάδα μου να μειώσουμε δραματικά τη τη θνησιμότητα από τον ιό αυτό».

Καραντίνα και λοιμοκαθαρτήρια στον ελλαδικό χώρο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Εις τα αρχάς κεφαλαλγία, οφθαλμοί στίλβοντες, γλώσσα κόκκινη εις την άκρην και λευκή εις την μέση, νάρκωσις, ενίοτε μεγάλη, ενίοτε μικροτέρα, άμεσος εμφάνισις βουβώνων, πότε ενός, και πότε δύο ομού, σχεδόν πάντοτε εμετός. Επομένως, αν η νόσος διαρκούσε, ηκολούθη πόνος δυνατός εις την κοιλίαν, γλώσσα πολλά κοκκίνη και ξηρά, δίψα, πρόσωπον κόκκινον. Τέλος, παράλήρησις και συχνότερα εις ύπνον καταφορά, οι βουβώνες αφανίζονται, θάνατος».

Με τα παραπάνω λόγια το 1837 ο αρχίατρος του ελληνικού κράτους περιγράφει τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι προσβεβλημένοι από πανώλη κατά την τελευταία επιδημία που έπληξε το νεότευκτο βασίλειο.  Οι πάσχοντες ή τα πιθανά κρούσματα έμπαιναν σε χώρους απομόνωσης, τα λεγόμενα λοιμοκαθαρτήρια, τα οποία δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό στον ελλαδικό χώρο από το 1456. Αργότερα, με την οριστικοποίηση των συνόρων του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους ιδρύονται μια σειρά από λοιμοκαθαρτήρια, κυρίως σε σημαντικά λιμάνια αλλά και χερσαίες πόλεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Πρόκειται για ένα είδος «υγειονομικής αστυνομίας» όπου πραγματοποιούταν κάθαρση ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων που προέρχονταν από περιοχές που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία ή περιοχές ύποπτες για ύπαρξη μεταδοτικών ασθενειών.

Κάτοψη του λοιμοκαθαρτηρίου της Αίγινας. Πηγή: Παπανικολάου – Κρίστενσεν Α.

Όπως μου εξηγεί  ο υποψήφιος διδάκτωρ νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννης Γονατίδης, οι άνθρωποι απομονώνονταν και «καθαρίζονταν» μέσω του αερισμού των παλιών τους ρούχων υπό την επιτήρηση ενός φύλακα. Τα εμπορεύματα εκτίθονταν στον αέρα, τα ζώα πλένονταν, ενώ τα γράμματα ανοίγονταν και, όπως κάθε γραπτό, καπνίζονταν με θειάφι.

«Φυσικά εάν κάποιος άνθρωπος ή εμπόρευμα προερχόταν από περιοχή που είχε ξεσπάσει μολυσματική νόσος, τότε περιοριζόταν κατευθείαν στο λοιμοκαθαρτήριο. Με την ολοκλήρωση της λοιμοκάθαρσης, οι ταξιδιώτες λάμβαναν πιστοποιητικό που βεβαίωνε πως υποβλήθηκαν σε καραντίνα και σημειωνόταν η ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το λοιμοκαθαρτήριο, καθώς και τα ποσά που πλήρωσαν για «δικαιώματα» κάθαρσης.

Έτος Πόλη Χρονικό Διάστημα Επιδημίας Θανόντες Ασθενείς Θνημότητα
1831 Κίμωλος Αρχές Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 27 29 0,93
1850 Κεφαλονιά Ιούλιος-Νοέμβριος 992 1858 0,53
1854 Πειραιάς 4 Ιουλίου-22 Αυγούστου 99 175 0,56
1854 Αθήνα Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1000
1854 Σύρος 500
1854 Μύκονος «εντός ολίγων ημερών» 29 39 0,74
1855 Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 611 1082 0,56
1855 Κεφαλονιά 7 Οκτωβρίου 1855-12 Ιανουαρίου 1856 79 174 0,45
1855 Κέρκυρα 23 Σεπτεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 480 884 0,54
1855 Αιτωλικό-Αγρίνιο Δεν σημειώνεται στην πηγή 456 794 0,57

Πηγές για τον πίνακα: (i) Χρήστος Λούκος, «Επιδημία και Κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)» (ii) Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (iii) Κώστας Κόμης, Χολέρα και λοιμοκαθαρτήρια (19ος – 20ος αιώνας). Το παράδειγμα της Σαμιοπούλας»

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια στον ελληνικό χώρο ιδρύθηκαν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, στο Ηράκλειο το 1456 και στη συνέχεια στα Χανιά, το Ρέθυμνο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η  βενετική διοίκηση ιδρύει λοιμοκαθαρτήρια και στα Επτάνησα.

«Οι διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις και προσαρτήσεις της Ελλάδας, μεταβάλουν διαρκώς το δίκτυο λοιμοκαθαρτηρίων. Λοιμοκαθαρτήρια ιδρύονται, ενεργοποιούνται και καταργούνται με Βασιλικά Διατάγματα που εκδίδονταν ανάλογα με την πληροφόρηση που υπάρχει για την εμφάνιση μολυσματικής νόσου σε κάποια περιοχή.  Σ’ αυτή την συνθήκη οφείλεται και το γεγονός πως δεν έχουν διασωθεί παρά σε μικρό βαθμό οι εγκαταστάσεις των λοιμοκαθαρτηρίων», σημειώνει ο δρ. Γονατίδης εξηγώντας πως η διάρκεια της καραντίνας που επιβάλλεται στα σύνορα του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα κυμαίνεται, ανάλογα με περιοχή από την οποία προέρχονται άνθρωποι και εμπορεύματα.«Για τους ανθρώπους μπορούσε να φτάσει τις 28 ημέρες και για τα εμπορεύματα έως και τις 40 μέρες», προσθέτει.

Το 1841 ολοκληρώνεται η κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο, το μεγαλύτερο του τότε ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα του Τύπου αναδεικνύονται συχνά οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των νοσούντων, όπως για παράδειγμα η έντονη μυρωδιά στα δωμάτια λόγω των αποπάτων, η εισδοχή βροχής,  η κακή ποιότητα τροφίμων καθώς και η αισχροκέρδεια στα προϊόντα πώλησης.

Δημοσίευμα από την εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», του 1903.

Ταξικές διαφορές στους χώρους εγκλεισμού

Στα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού διαβάζουμε μεταξύ άλλων την εμπειρία του από τον εγκλεισμό του στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, γνωστό και ως «νησί του διαβόλου» ή «Σπιναλόνγκα του Πειραιά». Ο εύπορος τραπεζίτης βρέθηκε σε καραντίνα στη νησίδα που βρίσκεται μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και τα όσα γράφει σε έναν φίλο του είναι αποκαλυπτικά των ταξικών διαφορών που υπήρχαν ακόμη και στους χώρους εγκλεισμού.

«[…]Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας, εν γένει ολόκληρον »σπιτικόν» οικογενείας μεσαίας τάξεως, και μοι ανήγγειλεν ότι όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανεχώρησα δια Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Άνθρωπο και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμενη την κάθαρσιν […]».

Όπως εξηγεί ο Γιαννης Γονατίδης, τα ταξικά ζητήματα στους χώρους απομόνωσης και εγκλεισμού ήταν έντονα διότι ο κάθε ταξιδιώτης όφειλε να καταβάλει ένα ποσό, γνωστό και ως «δικαίωμα κάθαρσης», κάτι που οι φτωχοί ταξιδιώτες αδυνατούσαν να κάνουν.

«Επιπλέον, τα έξοδα διαβίωσης εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν υψηλά και  οι αδύναμες κοινωνικο – οικονομικές ομάδες δεν τα κατέχουν, ενώ πολύ συχνά υπήρξαν καταγγελίες για αισχροκέρδεια επί της τιμής των βασικών ειδών διατροφής, όπως για παράδειγμα στο ψωμί. Όλα αυτά οδήγησαν συχνά σε αιτήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών να καλύψει το κόστος κάθαρσης και διαβίωσης των φτωχών ομάδων», λέει προσθέτοντας πως οι περισσότεροι εύποροι είχαν τη δυνατότητα ακόμη και να χρηματίσουν το προσωπικό προκειμένου να μείνουν λιγότερο εκεί.  «Η πολιτική δύναμη που είχαν ορισμένα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα διπλωμάτες ξένων κρατών, να παρακάμπτουν πλήρως τη διαδικασία της καραντίνας, εντάσσεται στο πλαίσιο των ταξικών διαφορών», συμπληρώνει.

Όψεις του λοιμοκαθαρτηρίου Κέρκυρας

Διαχρονική η κερδοσκοπία σε καιρούς επιδημίας

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, ήρθαν στο «φως» της δημοσιότητας ουκ ολίγα περιστατικά αισχροκέρδειας σε είδη πρώτης ανάγκης για την αντιμετώπιση του Covid-19, όπως μάσκες και αντισηπτικά που έφτασαν να πωλούνται σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και έναντι εκατοντάδων ευρώ.  Όπως εξηγεί ο κ. Γονατίδης, το φαινόμενο αυτό ήταν έντονα και κατά τη διάρκεια παλαιότερων επιδημιών.

«Η επιβολή καραντίνας ανθρώπων και εμπορευμάτων ωθεί στην αύξηση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο αναπτύσσεται γιατί, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που επικρατεί η επιδημία σε κάποια περιοχή παρατηρείται έλλειψη κάποιον προϊόντων και κατ’ επέκταση αύξηση της τιμής τους. Επομένως, εκεί εντοπίζεται η ευκαιρία για μεγαλύτερο κέρδος», λέει.

Εκτός όμως από τα λοιμακαθαρτήρια, σε περιόδους επιδημιών δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που επέλεγαν να… «πάρουν τα βουνά» προκειμένου να γλιτώσουν, μια δυνατότητα  βέβαια που δινόταν μόνο σε όσους διέθεταν κάρα για να φύγουν, δηλαδή τους αστούς. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες και οι φορές που οι κάτοικοι μιας «χτυπημένης» από μια ασθένεια πόλης, μετέβαιναν σε κοντινές περιοχές χωρίς ωστόσο να είναι καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους. Σύμφωνα με τον δρ. Γονατίδη, υπήρχε γενικότερα μια αντίληψη πως η ασθένεια ερχόταν απ’ έξω και κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να εγκατασταθεί κάπου αλλού, αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος. Ένας ακόμη λόγος που οι νεοφερμένοι ήταν ανεπιθύμητοι, ήταν ο φόβος εξάντλησης των προμηθειών.

Ερευνητικό πρόγραμμα θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή περίοδο

Αξίζει να σημειωθεί πως τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει το ερευνητικό πρόγραμμα «Γεωγραφία της επιτήρησης. Λοιμοκαθαρτήρια και υγειονομεία στο ελληνικό κράτος, 1821-1923» που θα υλοποιηθεί στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ρέθυμνο) υπό την επιστημονική επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας 19ου – 20ού αιώνα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Λήδας Παπαστεφανάκη και με την συνεργασία της υποψήφιας διδάκτόρισσας νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Μαρίας Παππά και του υπ. διδάκτορα νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννη Γονατίδη στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη νέων ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές» του Επιχειρησιακού προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση».

Τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου αναμένεται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την ιστορία των λοιμοκαθαρτηρίων, της καραντίνας και των επιδημιών στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1821-1923, ζητήματα για τα οποία μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε μια συνολική μελέτη.

*Κεντρική εικόνα: Η δημιουργία του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1980

Ζακ Μπουσάρ: «Τα ελληνικά είναι η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ακόμη παιδί όταν στη θέα του ελληνικού αλφάβητου σκίρτησε κάτι μέσα του. Λίγο πριν κλείσει τα 12 έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών μαζί με φωτογραφίες του εμβληματικού Παρθενώνα και μαγεύτηκε. «Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ελληνιστής», λέει σε συνέντευξή του στην *«κυριακάτικη δημοκρατία» ο διακεκριμένος Καναδός καθηγητής Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, Ζακ Μπουσάρ που μέσα από την πολύχρονη ακαδημαϊκή του πορεία στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, αναδεικνύει τη  σημασία της ελληνικής γλώσσας ως κυρίαρχο και συνάμα συστατικό στοιχείο ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού.

Γεννημένος το 1940 στο μακρινό Κεμπέκ, αγάπησε βαθιά τη χώρα μας και τους ανθρώπους της. Μελέτησε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μετέφρασε ποιητές που έγραψαν ιστορία όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Ανδρέας Εμπειρίκος και, πλέον, στην ένατη δεκαετία της ζωής του παραδέχεται με το γεμάτο καλοσύνη χαμόγελο και την αφοπλιστική ματιά του, πως θα ήθελε να είχε γεννηθεί στην Ελλάδα.

«Αν δεν ξέρεις ελληνικά κάτι ουσιώδες σου λείπει, είχε πει πολύ σωστά ο Ισοκράτης. Πρόκειται  για τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού», αναφέρει ο ακάματος φιλέλληνας που για μισό αιώνα διαδίδει το ελληνικό πνεύμα στα πέρατα του κόσμου.

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του στον Καναδά, αποφάσισε λοιπόν να κάνει το Μεταπτυχιακό του στην Κλασσική Γραμματεία κι έπειτα μετέβη για το διδακτορικό του στη χώρα μας, όπου όπως λέει, είχε τύχη να γνωρίσει την τότε «αφρόκρεμα» των Ελλήνων που διέθεταν ήθος, γνώσεις και γενναιοδωρία. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Δημαράς, η Αικατερίνη Κουμαριανού και ο Γιώργος Μπαμπινιώτης  είναι κάποιοι από τους διανοητές που τον βοήθησαν να εξελίξει το επίπεδο της γνώσης του επάνω στη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Μάλιστα, το 2005 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πενήντα χρόνια αγώνας για τους 75.000 ομογενείς του Μόντρεαλ

Από το Μόντεαλ ο Ζακ Μπουσάρ δε σταματά να παλεύει για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των 75.000 και πλέον ομογενών που ζουν στη μεγάλη πόλη του Καναδά.

Κάθε φορά, μάλιστα, που αντικρίζει οικογένειες Ελλήνων που οι γονείς δε μιλούν στο σπίτι τη μητρική τους γλώσσα, του έρχεται στο μυαλό η φράση του Πινδράρου «Γενοι’ οίος εσσί μαθών», δηλαδή, «Μάθε ποιος είσαι και γίνε τέτοιος».

«Προσπαθώ να πείσω τους γονείς να μιλούν στο σπίτι ελληνικά στα παιδιά τους. Εγώ ναι μεν διδάσκω στο πανεπιστήμιο και μεταδίδω τις γνώσεις μου, αλλά το γλωσσικό αισθητήριο έρχεται από το σπίτι. Δυστυχώς αρκετοί  Έλληνες εδώ δεν το τηρούν και είναι κρίμα. Αυτό είναι μέγα λάθος. Οι έλληνες που ζουν εδώ έχουν την τύχη να έχουν από το σπίτι τους τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού. Είναι λυπηρό να την αφήνεις για να κερδίσεις τα λίγα πράγματα που σου προσφέρει ο Καναδάς και η Αμερική γενικότερα. Μπορεί σε υλικό επίπεδο να είναι περισσότερα αλλά σε πνευματικό πολύ λίγα», σημειώνει.

Όπως λέει περήφανα, ζει στον Καναδά σα να είναι Έλληνας, όχι μόνο επειδή μιλάει τη γλώσσα αλλά, κυρίως, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει εντρυφήσει στην ελληνική παιδεία. «Αυτά που χρωστά ο δυτικός άνθρωπος στην Ελλάδα, είναι πολλά. Η γλώσσα σας είναι ένας θησαυρός, καθώς περιλαμβάνει έννοιες βασικές για κάθε επιστήμη, έννοιες που έχουν μορφώσει τους δυτικούς», λέει, επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι άνθρωποι των φυλών που ζουν στη Σιβηρία μια μαθαίνουν ρωσικά εξελληνίζονται χωρίς να το γνωρίζουν, καθώς μαθαίνουν μεταξύ άλλων για το θέατρο που είναι συνυφασμένο με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.

Θεωρεί ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν πρέπει επ’ ουδενί να καταργηθεί από τα σχολεία, διότι είναι απαραίτητη όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για οποιονδήποτε στον κόσμο αποφασίσει να ασχοληθεί με τις κλασικές σπουδές. «Οι μαθητές στη χώρα σας θα πρέπει να έχουν ένα πολύ καλό επίπεδο αρχαίων ελληνικών. Η γλώσσα δίνει μια δομή στη σκέψη, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο. Η Ελλάδα από την αρχαιότητα έχει διαμορφώσει ανθρώπους της παιδείας. Θα ήταν δραματικό για τους μαθητές να καταργηθεί αυτή η γλώσσα», τονίζει.

Ο 80χρονος πρεσβευτής του ελληνισμού χρίζει τον ατομικισμό ως ένα βασικό στοιχείο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού τον οποίο μάλιστα συνδέει ευθέως με το αρχαιοελληνκό πνεύμα. «Η σημασία της έννοιας του ατόμου δεν πρωτοεμφανίζεται στο χριστιανισμό καθώς πριν από αυτόν υπήρχαν οι Έλληνες φιλόσοφοι», αναφέρει χαρακτηριστικά και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, σημειώνει: «ο σημερινός δυτικός έχει υιοθετήσει την έννοια του ανθρωπισμού δίνοντας μεγάλη σημασία στο άτομα. Αντίθετα, οι Ανατολίτες κοιτούν το σύνολο. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούσαν να θυσιάσουν άτομα γνωρίζοντας ότι το σύνολο θα σωθεί».

Γέννηση του νεοελληνικού διαφωτισμού

Λόγω της αγάπης του για την Ελλάδα, τους ανθρώπους και τον πολιτισμό της, ο Ζακ Μπουσάρ αναζήτησε τις ρίζες της γέννησης του σύγχρονου έθνους. Η άοκνη μελέτη του τον οδήγησε στο Νικόλαο Μαυροκορδάτο, εκπρόσωπο μιας σπουδαίας οικογένειας Φαναριωτών με δύναμη και ισχύ στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία «αγκάλιασε» την απελευθέρωση του Γένους.

«Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να ερευνήσω και να μεταφράσω το ‘’Φιλοθέων πάρεργα’’, το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Αναζήτησα τα χειρόγραφα του Μαυροκορδάτου στο Βουκουρέστι, την Άγκυρα, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ και το Άγιο Όρος», τονίζει επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα ριζοσπαστικό έργο που μας εισάγει την έννοια του πρώιμου νεοελληνικού διαφωτισμού.

Το χειρόγραφο προέρχεται από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και ο Ν. Μαυροκορδάτος το έστειλε το 1719 στο βασιλιά Λουδοβίκο XIV

Πάντως, όπως εκμυστηρεύεται, αρχικά οι μοναχοί του Αγίου Όρους αρνήθηκαν να του δώσουν το χειρόγραφο του Μαυροκορδάτου. «Τότε τους είπα ότι έχω ήδη στα χέρια μου 11 χειρόγραφα και πως ακόμη και οι Τούρκοι μου το έδωσαν. Τελικά, συμφώνησαν να το πάρω και να το μελετήσω για μία ημέρα». Κάπως έτσι κατάφερε να ερευνήσει και να μεταφράσει στα γαλλικά το σπουδαίο αυτό έργο, το οποίο, όπως λέει, αναλύει ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Ιστορίας που βγήκε από τα ντουλάπια. «Νομίζαμε πως ο Διαφωτισμός αφορούσε μόνο  τους Γάλλους, τους Άγγλους, τους Γερμανούς και τους Δανούς αλλά υπήρξε και για τους Έλληνες».

«Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, είναι στο DNA σας»

Για τον διακεκριμένο ελληνιστή η χώρα μας αποτελεί μια δεύτερη πατρίδα, την οποία φροντίζει να επισκέπτεται τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο. Το πάθος με το οποίο κάθε φορά μιλά για την Ελλάδα οδήγησε αναπόφευκτα στο ερώτημα αν θα ήθελε να είχε γεννηθεί εδώ και όχι στο μακρινό Κεμπέκ. «Φυσικά», απάντησε χαμογελώντας και έδωσε το δικό του μήνυμα στους Έλληνες που δοκιμάζονται ακόμη από τις οδυνηρές συνέπειες της κρίσης που προηγήθηκε.

«Να έχετε αυτοπεποίθηση διότι ο πολιτισμός σας είναι βασικός για όλους τους όσους πιστεύουν ότι ανήκουν στη Δύση. Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, έννοιες δηλαδή τις οποίες εμείς διδασκόμαστε, εσείς τολμώ να πω ότι τις έχετε στο DNA σας, είναι στην παράδοσή σας», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 23-02-20