Άγγελος Τσιάρας: »Είμαστε κοντά στην ανακάλυψη εξωγήινης ζωής»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια σπουδαία ανακάλυψη που αλλάζει άρδην όσα γνωρίζαμε μέχρι πρότινος, προχώρησε πριν από λίγες ημέρες ο 28χρονος αστροφυσικός  Άγγελος Τσιάρας. Ο νεαρός επιστήμονας από τη Δράμα μετά από έρευνα που διήρκεσε ενάμισι χρόνο, εντόπισε νερό σε υγρή μορφή στην ατμόσφαιρα ενός πλανήτη που έχει με θερμοκρασία παρόμοια με της Γης. Πρόκειται για τον εξωπλανήτη Κ2-18b, ο οποίος είναι δύο φορές μεγαλύτερος και οκτώ φορές βαρύτερος από τη Γη και η απόσταση που τους χωρίζει είναι 110 έτη φωτός.

«Οι προηγούμενοι πλανήτες στους οποίους είχαμε βρει νερό, ήταν αέριοι γίγαντες, σαν τον Δία ή τον Κρόνο, δεν έχουν καν επιφάνεια και συνεπώς δεν είναι φιλικοί προς εμάς. Όμως ο εξωπλανήτης Κ2-18b είναι ο πρώτος που από τους 4.000 που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, ο οποίος έχει τόσες ομοιότητες με τη Γη. Έχει δηλαδή τη σωστή θερμοκρασία για να έχει ωκεανούς και επιπλέον είναι ο πρώτος που ξέρουμε ότι έχει νερό. Είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην αποκάλυψη μιας εξωγήινης μορφής ζωής», μου λέει ο ο επικεφαλής ερευνητής,της Ομάδας Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής και Αστρονομίας του University College του Λονδίνου (UC L).

Όπως εξηγεί, ξεκίνησε την έρευνά του έχοντας αρκετές αμφιβολίες απέναντι στα διθυραμβικά σχόλια που κατά καιρούς διάβαζε από την επιστημονική κοινότητα για τον  Κ2-18b. «Είχα έναν δισταγμό και θεωρούσα ίσως υπερβολικό όλον αυτό τον »θόρυβο» που είχε δημιουργηθεί γύρω από αυτόν τον εξωπλανήτη. Τελικά εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα πως είναι η πρώτη φορά που εντοπίζονται σημάδια νερού, του πιο σημαντικού στοιχείου για τη ζωή δηλαδή, σε έναν τέτοιο πλανήτη. Το συναίσθημά μου εκείνη τη στιγμή ήταν μοναδικό».

«Ο εποικισμός σε άλλους πλανήτες είναι σχεδόν αδύνατος»

Την ώρα που οι επιστημονικές ανακαλύψεις έχουν «φουντώσει» τη συζήτηση για το μέλλον της ανθρωπότητας σε πλανήτες εκτός της Γης αφήνοντας τη φαντασία μικρών και μεγάλων να καλπάζει, ο δρ. Τσιάρας είναι ξεκάθαρος: «Το ενδεχόμενο αυτό αγγίζει την επιστημονική φαντασία. Οι πλανήτες που είναι εκτός του ηλιακού μας συστήματος είναι πολύ μακρυά, δε μπορούμε να φτάσουμε εκεί», λέει τονίζοντας ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να σπαταληθούν πάρα πολλοί πόροι προκειμένου να δημιουργηθεί σε έναν αφιλόξενο χώρο, ένα φιλόξενο περιβάλλον. «Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Θεωρώ πως είναι καλύτερο να προσπαθήσουμε να μην καταντήσουμε τον δικό μας πλανήτη αφιλόξενο».

Η ενασχόλησή του με την αστρονομία δεν προέκυψε τυχαία αλλά αποτελούσε όνειρό του από τα  μαθητικά κιόλας χρόνια. Όπως διηγείται, θυμάται τον εαυτό του από μικρό παιδί να γοητεύεται από τον έναστρο ουρανό και τους πλανήτες αλλά ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί με το αντικείμενο αυτό επαγγελματικά. «Στο Λύκειο διακρίθηκα στην Παγκόσμια Ολυμπιάδα Αστρονομίας και γνώρισα τον μετέπειτα καθηγητή μου στο Αριστοτέλειο, τον κ. Γιάννη Σειραδάκη. Μπήκα στο τμήμα της Φυσικής έχοντας σκοπό να ασχοληθώ με την Αστρονομία. Ήθελα να απαντήσω σε ερωτήματα που ακόμη και σήμερα έχω αναπάντητα μέσα μου και δεν έχω στιγμή μετανιώσει για την επιλογή μου».

Επόμενος στόχος για τον Δραμινό επιστήμονα είναι η επιστροφή του στην Ελλάδα προκειμένου να προσφέρει σε εκπαιδευτικό επίπεδο, όσες πολύτιμες γνώσεις αποκόμισε από τις σπουδές αλλά και τις έρευνες που διεξήγαγε στο εξωτερικό. «Το αντικείμενο της αστρονομίας δεν υπάρχει στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Αν μπορούσαμε κάποιοι άνθρωποι να έρθουμε στη χώρα και να δημιουργήσουμε μια ομάδα, αυτό θα ήταν ιδανικό για εμένα. Κανείς δε μπορεί να κάνει μόνος του επιστήμη σήμερα», λέει σημειώνοντας πως το συναίσθημα που τον συνδέει με την πατρίδα του, είναι κάτι που του βγαίνει αβίαστα. «Δεν είναι κάτι που το σκέφτεσαι, απλά το νιώθεις. Θέλω πάρα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα και να προσφέρω ό,τι μπορώ σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Στην Ελλάδα ολοκλήρωσα το προπτυχιακό μου στο τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μάλιστα δωρεάν, κι αυτό είναι κάτι που δεν είναι δεδομένο σε άλλες χώρες», καταλήγει.

 

 

Τα «παιδιά των βρεφοδόχων» που υιοθετήθηκαν στην Αμερική

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν αρχές του 1950, τότε που η χώρα επιχειρούσε απεγνωσμένα να μαζέψει τα συντρίμμια της από τα καταστροφικά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου, όταν ξεκίνησε ένα μαζικό και εν πολλοίς άγνωστο κύμα υιοθεσίας ελληνόπουλων από εύπορα ζευγάρια Αμερικανών.

Ξεκληρισμένες οικογένειες που είχαν «γονατίσει» από τα δραματικά γεγονότα που αιματοκύλισαν τη χώρα, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νεογέννητα μωρά τους τοποθετώντας τα στην ειδική βρεφοδόχο κι από εκεί ξεκινούσε ένα αλισβερίσι αρκετών χιλιάδων δολαρίων μεταξύ ομογενών δικηγόρων και άτεκνων ζευγαριών από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το φαινόμενο της εγκατάλειψης παιδιών που αρχικά είχε καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά και αφορούσε κατά κανόνα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να καλύπτει όλο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της χώρας. Έτσι, με όχημα τα κοινωνικά ταμπού και τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής, το δρόμο για την αμερικανική ήπειρο πήραν και παιδιά εύπορων οικογενειών που αποτελούσαν καρπούς κάποιου απαγορευμένου έρωτα. Μάλιστα, το εύρος αυτών των υιοθεσιών ήταν τέτοιο που μέσα σε δεκατρία χρόνια, από το 1949 έως το 1962, όσο δηλαδή διήρκεσε το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών, υπολογίζεται πως το ταξίδι για την Αμερική έκαναν περισσότερα από 3.200 βρέφη.

Την άγνωστη αυτή σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας που απέκοψε από τη γενέτειρά τους χιλιάδες ανθρώπους και αποστέρησε τη χώρα από αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, φέρνει στο φως η Βελγίδα Γκόντα Φαν Στιν, κάτοχος της έδρας «Κοραή» στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου με ειδικότητα στις νεοελληνικές σπουδές και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου. Η έρευνά της κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψε αρκετές φορές στην Ελλάδα, όπου «ξεσκόνισε» αρχεία δημόσιων υπηρεσιών που αφορούσαν στην έκδοση διαβατηρίων και βίζας εκείνη την εποχή ενώ παράλληλα ήρθε σε επαφή με αρκετούς από τους ανθρώπους που υιοθετήθηκαν τότε και που τώρα αναζητούν εναγωνίως τις ρίζες τους. Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζει πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά τη βοήθησε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στην έρευνά της καθώς πολλά από τα έγγραφα των περασμένων δεκαετιών ήταν στην καθαρεύουσα. Η ίδια ξεκίνησε να μελετά σε βάθος το θέμα των μαζικών υιοθεσιών το2013, όταν δίδασκε αρχαία και νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα. Τότε ένας φοιτητής της ζήτησε βιβλιογραφία για το θέμα αυτό καθώς η μητέρα του και η θεία του ήταν υιοθετημένες από την Ελλάδα.

Η Βελγίδα καθηγήτρια Γκόντα Βαν Στιν

«Η πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου των Ελλήνων όταν ακούν για τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι το παιδομάζωμα του εμφυλίου ή το παιδοφύλαγμα. Δεν έχει όμως καμία σχέση καθώς εδώ πρόκειται για αθρόα υιοθεσία παιδιών αφού ολοκληρώθηκε ο πόλεμος. Από το 1949 έως το 1962 υιοθετήθηκαν περίπου 3.200 Ελληνόπουλα. Οι λόγοι αρχικά ήταν πολιτικοί καθώς οι οικογένειες κυρίως αριστερών δεν είχαν καμιά απολύτως στήριξη και είχαν εξαντληθεί οικονομικά. Από το 1955 και μετά ξεκινά η ακμή του κύματος υιοθεσιών με τις κοινωνικές προκαταλήψεις να αποτελούν την πρωταρχική αιτία εγκατάλειψης των παιδιών από τους φυσικούς τους γονείς», αναφέρει η ίδια στη «κυριακάτικη δημοκρατία». Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός πως τα άτεκνα ζευγάρια εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες στιγματίζονταν κοινωνικά καθώς η στειρότητα θεωρούταν ντροπή, οδήγησαν στην άνθιση των τεκνοθεσιών. Όπως εξηγεί η ελληνίστρια και ακαδημαϊκός, οι Αμερικανοί υποψήφιοι γονείς ήταν όλοι τους λευκοί, οικονομικά ευκατάστατοι και ήθελαν λευκά παιδιά. Αρχικά υιοθετούσαν βρέφη από την Κορέα αλλά επειδή τα χαρακτηριστικά τους δεν είχαν καμιά σχέση με αυτά των Αμερικανών, τα Ελληνόπουλα έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή. Τη διόλου εύκολη διαδικασία της υιοθεσίας αναλάμβαναν μεσάζοντες, κυρίως ομογενείς δικηγόροι που γνώριζαν καλά τη λειτουργία του ελληνικού και αμερικανικού δημοσίου, έναντι αδρής αμοιβής. «Το να μπορείς να τοποθετήσεις ένα ελληνόπουλο σε αμερικανική οικογένεια δεν ήταν εύκολη υπόθεση γι’ αυτό και όποιος το έκανε λάμβανε το εξωφρενικό για την εποχή ποσό των 3.000 δολαρίων για κάθε βρέφος». Εκείνο που κατά την ίδια είναι ιδιαίτερα θλιβερό, είναι το γεγονός πως το κίνητρο των μεσαζόντων ήταν καθαρά χρηματικό και δε γινόταν κανένας απολύτως έλεγχος στις οικογένειες των Αμερικανών. «Γνώρισα κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους που κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά έπεσαν θύματα βιασμού ή άγριου ξυλοδαρμού από τους θετούς τους γονείς. Το να μείνει ένα παιδί σε ίδρυμα σίγουρα δεν είναι καλό αλλά ο έλεγχος στις οικογένειες ήταν απαραίτητος».

«Κλεμμένα παιδιά»

«Ελληνοαμερικανοί φοβούνται πως μπορεί να υπήρξαν παιδιά μαύρης αγοράς», «Ιστορίες κλεμμένων παιδιών και χαμένων ταυτοτήτων. Απόηχοι ενός ελληνικού σκανδάλου στη Νέα Υόρκη», «Τα μωρά της Ελλάδας που έγιναν αντικείμενο μαύρης αγοράς επιστρέφουν στην πατρίδα. Κλεμμένα παιδιά απαιτούν να μάθουν την ιστορία τους», είναι κάποιοι από τους τίτλους δημοσιευμάτων κορυφαίων αμερικανικών εντύπων για το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών. Το σενάριο ωστόσο περί κλεμμένων παιδιών υποστηρίζουν, σύμφωνα με τη Βελγίδα ερευνήτρια, και αρκετοί από τους ανθρώπους που δόθηκαν για υιοθεσία τα ταραγμένα μετεμφυλιακά χρόνια. «Έχω γνωρίσει πολλούς Έλληνες που πιστεύουν ότι είναι κλεμμένα παιδιά. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς, στις περισσότερες υιοθεσίες έβαζε η ίδια η μητέρα του βρέφους την υπογραφή της. Η μητέρα ήξερε τι έκανε απλώς δεν είχε άλλη επιλογή, είτε επειδή δε μπορούσε να συντηρήσει το παιδί λόγω οικονομικής ανέχειας είτε επειδή δεχόταν απειλές από τον περίγυρό της ότι θα βρεθεί στο δρόμο αν δεν εγκαταλείψει το παιδί, ειδικότερα αν επρόκειτο για καρπό απαγορευμένου έρωτα. Αυτό δεν μπορείς να το θεωρήσεις κλεμμένο παιδί», διευκρινίζει.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Μαρίας Χέκινγκερ που γεννήθηκε στην Πάτρα έπειτα από βιασμό που υπέστη η 17χρονη τότε μητέρα της. «Ήταν συνεσταλμένο κορίτσι που μεγάλωσε στη Λευκάδα κι όταν η εγκυμοσύνη της και ο τρόπος που αυτή προέκυψε έγιναν γνωστά, ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι διότι ντρεπόταν. Εκείνη περιπλανιόταν μόνη της στην Πάτρα για δύο μήνες, ζούσε στο δρόμο και ζητιάνευε για το φαγητό της. Όταν γεννήθηκα αναγκαστικά με παρέδωσε σε ορφανοτροφείο, καθώς ήταν αδύνατον να με συντηρήσει», εξομολογείται η ίδια στην «κυριακάτικη δημοκρατία». Η 66χρονη σήμερα συνταξιούχος δασκάλα δεν έχει καθόλου μνήμες από τις ημέρες που έζησε σε ορφανοτροφείο στην Πάτρα αλλά θυμάται με ιδιαίτερη τρυφερότητα και αγάπη τα παιδικά της χρόνια δίπλα στους θετούς της γονείς στην Αμερική. Σε ηλικία 30 ετών ταξίδεψε από την Ουάσινγκτον στη χώρα μας και έπειτα από αρκετή έρευνα κατάφερε να συναντήσει την πραγματική της μητέρα. Όταν έμαθε πως αποτελεί παιδί – προϊόν βιασμού αρχικά σοκαρίστηκε αλλά στη συνέχεια ήθελε να μάθει τα πάντα για τη ζωή των φυσικών της γονιών. «Η γνωριμία μου με την πραγματική μου μητέρα ήταν για εμένα η σημαντικότερη ημέρα της ζωής μου. Μου διηγήθηκε όλες τις δυσκολίες που βίωσε τριγυρίζοντας ολομόναχη στους δρόμους μιας, παντελώς άγνωστης για εκείνη, πόλης, όπως ήταν η Πάτρα αλλά και για τη συμφωνία που είχε γίνει με τους ιθύνοντες του ορφανοτροφείου ότι η τοποθέτησή μου εκεί θα ήταν προσωρινή. Όσο για τον πατέρα μου, θα ήθελα να τον συναντήσω αλλά δυστυχώς έχει πεθάνει. Θα του ζητούσα αρχικά να μου εξηγήσει γιατί φέρθηκε με τόσο βίαιο τρόπο σε ένα κορίτσι 17 χρονών κι έπειτα θα τον ρωτούσα αν μας σκέφτηκε ποτέ του όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν». Η ίδια μετά από απανωτά ταξίδια στην Ελλάδα επί δέκα συναπτά έτη, συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες γύρω από το παρελθόν της και κατέγραψε την ιστορία της σε βιβλίο με τίτλο »Beyond the Third Door: Based On a True Story», το οποίο αποτελείται από τρία μέρη, την αφήγηση της φυσικής της μητέρας, της θετής αλλά και της δικής της.

Η Μαρία Χέκινγκερ με τη βιολογική της μητέρα

Σύμφωνα με την Γκόντα Φαν Στιν, η κ. Χέκινφκερ ανήκει στους τυχερούς που πρόλαβαν να συναντήσουν τους πραγματικούς τους γονείς σε αντίθεση με τους περισσότερους που παραμένουν κολλημένοι στον γραφειοκρατικό δαίδαλο των ελληνικών υπηρεσιών ή έρχονται αντιμέτωποι με την απροθυμία πολλών υπαλλήλων να τους εξυπηρετήσουν. «Οι περισσότεροι άνθρωποι που υιοθετήθηκαν τότε, σήμερα είναι γύρω στα 50, έχουν περισσότερες ερωτήσεις από ποτέ σε αυτή την ηλικία, καθώς βγήκαν στη σύνταξη, ο ελεύθερός τους χρόνος είναι αρκετός και σκέπτονται διαρκώς τις ρίζες τους. Το θέμα είναι ότι ενώ ταξιδεύουν στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό, δεν υπάρχει βοήθεια από υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών, πολλές πόρτες είναι κλειστές», λέει τονίζοντας πόσο πολύτιμη μπορεί να καταστεί η συνεισφορά της ελληνικής Πολιτείας. «Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έκαναν αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι, κι ενώ έχουν μαζί τους το έγγραφο του Πρωτοδικείου που αποδεικνύει ότι δόθηκαν για υιοθεσία, αρκετοί υπάλληλοι δεν είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στους φακέλους τους. Κάποιοι κατάφεραν να γνωρίζουν τους γονείς τους που έτυχε να είναι ακόμη ζωντανοί αλλά πόσοι θα τους προλάβουν ακόμη;», διερωτάται η φλαμανδόφωνη καθηγήτρια.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «δημοκρατία» στις 15 – 09 -19

Φυλακές Κορυδαλλού: Αναδρομή στην ταραχώδη ιστορία του «ελληνικού Αλκατράζ»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Ελληνικό Αλκατράζ», «κράτος εν κράτει», «αποθήκη ψυχών», είναι κάποιοι μόνο από τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς έχουν αποδοθεί στις φυλακές Κορυδαλλού, τις μεγαλύτερες της χώρας. Από αυτές έχουν περάσει ή βρίσκονται ακόμη εκεί οι πλέον διαβόητοι κακοποιοί, μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Ν, πραξικοπηματίες και παντός είδους παραβάτες του νόμου. Από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα έχουν ουκ ‘ολίγες φορές μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, άλλοτε για τις κινηματογραφικές αποδράσεις που έλαβαν χώρα στο εσωτερικό τους και άλλοτε για τις άγριες συμπλοκές που πολλές φορές κατέληξαν σε δολοφονίες. Πριν λίγες ημέρες όμως, η εξαγγελία του  πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της Βουλής για την κατεδάφισή τους και τη δημιουργία στη θέση τους ενός πάρκου που θα περιλαμβάνει χώρους άθλησης και πολιτισμού, ήχησε σαν…όνειρο στα αυτιά των κατοίκων της περιοχής. Κι αυτό διότι σε απόσταση αναπνοής από τις φυλακές βρίσκονται βρεφονηπιακοί σταθμοί, δημοτικά σχολεία, γυμνάσια και λύκεια και δεν είναι λίγες οι φορές που οι μαθητές έχουν βιώσει εξεγέρσεις, επιθέσεις και αποδράσεις κρατουμένων.

»Το κελί δεν θα διαφέρει κατά τίποτα από ένα δωμάτιο σχετικών καλού ξενοδοχείου»

Το σωτήριον έτος 1961 η ανέγερση νέων φυλακών στον αραιοκατοικημένο τότε Κορυδαλλό, γίνεται πρώτο θέμα στα έντυπα της εποχής και παρουσιάζεται ως ένα μεγαλόπνοο έργο που αναμένεται να αλλάξει τον τρόπο σωφρονισμού των φυλακισμένων. Ο τότε υπουργός Κωνσταντίνος Καλλίας δήλωνε ιδιαίτερα περήφανος για τις εγκαταστάσεις που είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα αντίστοιχων  φυλακών σε χώρες τις δυτικής Ευρώπης. Το κόστος για την κατασκευή του άγγιξε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των  28,6 εκατομμυρίων δραχμών, εκ των οποίων τα 16 προέρχονταν από τις δημόσιες επενδύσεις, 11 από τις πωλήσεις οικοπέδων στην περιοχή του Άγιου Σώστη και 1,6 από τον προϋπολογισμό.
«Κελιά με νιπτήρα, ατομικόν λουτρόν, γραφείον και μικροφωνικάς εγκαταστάσεις. Όταν ολοκληρωθεί η επίπλωσις δεν θα διαφέρει κατά τίποτα από ένα δωμάτιο σχετικώς καλού ξενοδοχείου», ανέφεραν κάποια από τα  ρεπορτάζ της εποχής.

Έξι χρόνια αργότερα, το 1967 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών αποφασίστηκε η επέκταση του σωφρονιστικού καταστήματος, ώστε να περιλαμβάνει και γυναικεία πτέρυγα. Οι φυλακές καταλαμβάνουν και πάλι κεντρικό ρόλο στα μέσα ενημέρωσης όταν το  κατώφλι τους πέρασαν οι πρωταίτιοι της Χούντας με πρώτο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Στις 30 Ιανουαρίου 1984 ο ίδιος μέσα από το κελί του στον Κορυδαλλό  θα απευθύνει στον ελληνικό λαό μαγνητοφωνημένο διάγγελμα  1.581 λέξεων μέσα από το οποίο  γνωστοποιεί την  ίδρυση της ΕΠΕΝ.  Μια δεκαετία αργότερα, το 1995, μια αιματηρή εξέγερση φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το σωφρονιστικό κατάστημα της οδού Σολωμού, όταν ο έλεγχος των φυλακών περνά στους κρατούμενους  ενώ ο γιατρός, ο νοσηλευτής και κάποιοι υπάλληλοι κρατούνται όμηροι. Φωτιές, σπασίματα και ουρλιαχτά από τραυματισμένους κρατούμενους συνθέτουν το σκηνικό εντός των τειχών. Τρεις βαρυποινίτες πεθαίνουν από υπερβολική χρήση ναρκωτικών ενώ ένας άλλος δολοφονείται από τους συγκρατούμενούς τους, οι οποίοι αφού του τρύπησαν την καρδιά, τον σπλήνα και τους πνεύμονες, τον κρέμασαν με σεντόνι κι έβαλαν φωτιά στις τρύπες που προκάλεσαν στο κορμί του. Το 2002 το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης στρέφεται στον Κορυδαλλό, όταν τις πύλες του περνούν οι διαβόητοι τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη. Στα υπόγεια κελιά κρατούνται ο «Λουκάς» και ο «Λάπμπρος» κατά κόσμον Δημήτρης Κουφοντίνας και Αλέξανδρος Γιωτόπουλος. Ο πρώτος λίγα χρόνια αργότερα θα μεταφερθεί στις αγροτικές φυλακές Βόλου προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ  ενώ ο δεύτερος παραμένει ακόμη εκεί.

Κινηματογραφικές αποδράσεις

Στο πέρασμα του χρόνου δεν ήταν λίγοι οι κρατούμενοι που με διάφορους τρόπους κατάφεραν να σπάσουν τα δεσμά τους και να πετάξουν προς την ελευθερία. Πολλοί μάλιστα ενέπνευσαν με τα κατορθώματά τους και αρκετούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους της μεγάλης οθόνης. Ποιος δε θυμάται άλλωστε τη θρυλική ταινία «Απόδραση από το Αλκατράζ», όπου ο Κλιντ Ίστγουντ υποδύεται με αριστοτεχνικό τρόπο τον Φρανκ Μόρις, τον ληστή τραπεζών που επινόησε το τρομερά λεπτομερές και τελικά ιδιαίτερα πετυχημένο σχέδιο απόδρασης. Δεν πρόκειται όμως για την μοναδική αληθινή ιστορία απόδρασης που έγινε ταινία. Ο καρδιοκατακτητής Θεόδωρος Βερνάρδος ή αλλιώς ο «ληστής με τις γλαδιόλες» που λατρεύτηκε από το γυναικείο κοινό και έγινε λαϊκός ήρωας, ενέπνευσε το 1981 τον Γιάννη Φαφούτη. Ο τζεντλεμαν με το εντυπωσιακό παρουσιαστικό τον Απρίλιο του 1974 κατακτά κεντρική θέση στις εφημερίδες της εποχής καθώς κατάφερε να αποδράσει από τον Κορυδαλλό. Όλα συνέβησαν μέσα σε λίγα λεπτά, όταν κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα στον αύλειο χώρο των φυλακών η μπάλα πέφτει έξω. Μόλις ο φρουρός βγήκε για να την πιάσει, ο Βερνάρδος, ως γνήσιος εραστής της ελευθερίας, σκαρφαλώνει σαν αίλουρος τη μάντρα, πηδά από ύψος τεσσάρων μέτρων και πλέον είναι ελεύθερος. Οι φύλακες διαπίστωσαν τι είχε συμβεί από τα δυνατά χειροκροτήματα των κρατουμένων που φώναζαν «Μπράβο Βερνάρδε».

Την ιστορία των φυλακών Κορυδαλλού σημάδεψε αναμφισβήτητα και ο Βασίλης Παλαιοκώστας. Ένας από τους πιο περιβόητους κακοποιούς της Ευρώπης, θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί και ως «μετρ των αποδράσεων», όχι τόσο για τις φορές που κατάφερε να ξεφύγει αλλά για τον επεισοδιακό τρόπο που κάθε φορά επινοούσε για να το κάνει. Η πρώτη ήταν το καλοκαίρι του 2006 όταν το ελικόπτερο προσγειώθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού και παρέλαβε μαζί με τον Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Αλκέτ Ριζάι. Στις 22 Φεβρουαρίου του 2009 και πάλι ελικόπτερο πήρε από τη φυλακή τους δυο βαρυποινίτες. Το ελικόπτερο κατέβηκε χαμηλά πάνω από τα κελιά της απομόνωσης του Κορυδαλλού και οι συνεργοί των δυο κακοποιών τους πέταξαν μια σκάλα με την οποία τους τράβηξαν πάνω. Εξίσου επεισοδιακές αποδράσεις πραγματοποίησαν ο Βαγγέλης Ρωχάμης, ο Κώστας Πάσαρης – γνωστός και ως «πεταλούδας» για την ικανότητά του να ξεφεύγει από τα στενά όρια των φυλακών –  καθώς και η Όλια Κρίκοβιτς μέλος  της συμμορίας των «Ροζ Πανθήρων» και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να δραπετεύσει.

 

Σήμερα βασιλεύει ο νόμος της ζούγκλας και των σκληρών ποινικών

Σήμερα το Κατάστημα Κράτησης του Κορυδαλλού δε θυμίζει σε τίποτα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπως προμήνυαν οι αρμόδιοι τη δεκαετία του ’60. Υπερπληθυσμός, στοιβαγμένοι κρατούμενοι, ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής, διακίνηση ναρκωτικών και «αλισβερίσι» κινητών και τάμπλετ είναι κάποια μόνο από τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το σκηνικό πίσω από τις σφαλιστές πύλες των φυλακών.

Όσοι πέρασαν έστω και λίγους μήνες από τη ζωή τους στα σκοτεινά κελιά της οδού Σολωμού, κάνουν λόγο για μια «τεράστια Ομόνοια», όπου η εγκληματικότητα ανθεί και το εμπόριο ναρκωτικών έχει πάρει διαστάσεις μεγαλύτερες ακόμη και από τις πιο κακόφημες γειτονιές της Αθήνας. Το κράτος έχει πάψει προ πολλού να έχει τον έλεγχο και κουμάντο κάνουν κάποιοι σκληροί ποινικοί ακολουθώντας το »νόμο του ισχυρότερου». Υπάρχουν, όμως, και προνομιούχοι κρατούμενοι που κατά καιρούς απολαμβάνουν ανέσεις πολυτελούς ξενοδοχείου με υπηρέτες, καζίνο, συνδρομητική τηλεόραση και φαγητά από εστιατόρια της ευρύτερης περιοχής. Πρόκειται για όσους εκτίουν την ποινή τους στην περίφημη πτέρυγα VIP, όπου μεταξύ άλλων φιλοξενήθηκε ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ Άκης Τσοχατζόπουλος.

Σε κάθε περίπτωση, οι  ιστορίες των χιλιάδων ψυχών που βίωσαν την εμπειρία των φυλακών είναι ανεξάντλητες και ανεξάρτητα από την παραμονή τους ή όχι στον Κορυδαλλό, θα συνεχίζουν να «στοιχειώνουν» τη γειτονιά θυμίζοντας σε κατοίκους και περαστικούς ότι μέσα από τα συρματοπλέγματα  γράφτηκαν κάποιες γραμμές από την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Η τουρίστρια της Αμοργού που έγινε μοναχή και «ανέστησε» εγκαταλελειμμένη μονή από το 1757

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν μετά από είκοσι ώρες ταξίδι, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την… άγονη τότε Αμοργό προκειμένου να περάσει εκεί τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αρκετά χρόνια μετά, το 2011, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, ως μοναχή πια, αναβιώνοντας παράλληλα τη μονή του Αγίου Γεωργίου Βαρσαμίτη που ήταν κλειστή από το 1757. Ο λόγος για τη γερόντισσα Ειρήνη, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θείο της κάλεσμα, όπως το αποκαλεί, αφιερώνοντας τη ζωή της στο Χριστό και τον συνάνθρωπο.

«Μόλις κατέβηκα από το πλοίο, ένιωσα κάτι πολύ οικείο. Τότε το νησί ήταν διαφορετικό, δεν είχε αναπτυχθεί τουριστικά, εξέπεμπε μια ηρεμία που με αιχμαλώτισε», μου διηγείται η ίδια. Τότε, ήταν υπάλληλος σε εταιρία μάρκετινγκ στην Αθήνα, ωστόσο το ανήσυχο πνεύμα της την οδηγούσε συνεχώς σε νέες εσωτερικές αναζητήσεις. Παράλληλα λοιπόν με την εργασία της, μελετούσε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και διαπίστωσε ότι είχε πολλές απορίες. «Κάποια στιγμή βρήκα τον πνευματικό μου που ήταν καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και μέσα από μια διαδικασία βαθιάς αναζήτησης, »γνώρισα» τον Χριστό. Στο πρόσωπό του βρήκα τις ιδιότητες που πάντα έψαχνα στη ζωή μου, δηλαδή την απόλυτη αγάπη, τη συγχώρεση και την ειρήνη», εξηγεί. Κάπως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, εκείνο του μοναχισμού και από το 2011, όταν έγινε η κουρά της, ζει μόνιμα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην Αμοργό που ήταν κλειστό για δυόμισι αιώνες. Μάλιστα, το συντηρεί η ίδια αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνεί.

Η γερόντισσα Ειρήνη μετέτρεψε την άλλοτε εγκαταλελειμμένη μονή σε επίγειο παράδεισο

«Η τελευταία μοναχή που ζούσε εδώ, η Φιλαρέτη, πέθανε το 1757 και ο τάφος της είναι μέσα στο ναό. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, το μοναστήρι »ζωντάνεψε» και τους περισσότερους μήνες του χρόνου σφύζει από ζωή», αναφέρει. Πράγματι, ο άλλοτε εγκαταλελειμμένος ναός, έχει μετατραπεί σε επίγειο παράδεισο γεμάτο λουλούδια και δέντρα που φύτεψε η ίδια και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας που πραγματοποιείται κάθε Σάββατο, οι πιστοί κάθονται γύρω από το τραπέζι και τρώνε όλοι μαζί. «Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έρχονται άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μόλις μπαίνουν στο μικρό ναό μου λένε ότι αισθάνονται μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εγώ δεν το καταλαβαίνω διότι ζω μόνιμα σε αυτή την γλυκιά ειρήνη».

Η καθημερινότητα

Η μοναχή ξυπνά καθημερινά στις πέντε το πρωί και αφού προσευχηθεί για δύο ώρες, πίνει τον καφέ της και στη συνέχεια φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες, μέσα από τις οποίες συντηρεί το ναό. «Το πρόγραμμα είναι γεμάτο μέχρι το βράδυ. Φέρτε μου κάποιον με κατάθλιψη εδώ και θα γίνει καλά», λέει τονίζοντας πως η σωματική εργασία σε συνδυασμό με την προσφορά στο συνάνθρωπο και την επαφή με τη φύση, δεν αφήνει περιθώρια ψυχικής κατάπτωσης. Εκείνο που κάθε φορά προτρέπει τους πιστούς που συρρέουν στο γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, είναι να προσπαθήσουν να γνωρίσουν το Χριστό. «Λέω στους ανθρώπους να διαβάσουν την Καινή Διαθήκη και αφού «γνωριστούν» μαζί Του, μετά ας Του πουν με την ελευθερία της βούλησής τους »χάρηκα που σε γνώρισα» ή »γεια χαρά, δε χάρηκα». Μόνο μέσα από τη γνώση μπορείς να αποδεχθείς ή να απορρίψεις κάτι», καταλήγει.

Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο από το 1856

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το ημερολόγιο έδειχνε 31 Ιουλίου 1856 όταν για πρώτη φορά θεσπίστηκε η απαγόρευση του καπνίσματος στο νεοσύστατο τότε Ελληνικό κράτος. Με ένα σύντομο αλλά περιεκτικό διάταγμα που υπέγραφε «εν ονόματι του βασιλέως» η βασίλισσα Αμαλία, οι πολίτες απαγορεύονταν να καπνίζουν εντός δημοσίων κτηρίων και καταστημάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς. «Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε δια καπνοσυρίγκων (τσιμπουκίων), είτε δια σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων», διαβάζουμε μεταξύ άλλων στο βασιλικό «ελέω Θεού» διάταγμα.

Βασιλικό διάταγμα για απαγόρευση καπνίσματος

Τα χρόνια πέρασαν, οι επιστημονικές έρευνες που απεδείκνυαν τις ολέθριες επιπτώσεις του τσιγάρου στην υγεία άρχισαν να πληθαίνουν και το 2002 ψηφίζεται νόμος που απαγορεύει το κάπνισμα σε νοσοκομεία, δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εργασίας καθώς και μέσα μεταφοράς. Ωστόσο, οι ελλιπείς έλεγχοι καθιστούν το νόμο ανεφάρμοστο και το 2008 γίνεται ακόμη πιο αυστηρός με την αιτιολογία πως η Ελλάδα παρουσιάζει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, τα αποτελέσματα έρευνας του Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που έδειχναν πως το 7,32% των μαθητών είχε γευθεί τον καπνό του πρώτου τσιγάρου ήδη από το δημοτικό, είχε προκαλέσει πανελλήνιο σοκ.

«Από την 1η Ιουλίου η Ελλάδα σβήνει το τσιγάρο», διεμήνυε ο τότε υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος αφήνοντας ωστόσο κάποια παράθυρα … καπνού καθώς επέτρεπε τη δημιουργία κλειστών χώρων για καπνίζοντες σε νοσοκομεία, σχολεία και κτίρια δημόσιων υπηρεσιών. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος με έκταση μικρότερη των 70 τετραγωνικών μέτρων, έπρεπε να επιλέξουν εάν το μαγαζί τους θα ήταν ή όχι καπνιστών ενώ τα μεγαλύτερα κέντρα διασκέδασης όφειλαν να δημιουργήσουν καπνιστήρια για όσους δεν μπορούν να αποχωριστούν το τσιγάρο, αφού «δύναται να διαμορφωθούν χώροι καπνιζόντων που διαχωρίζονται από την υπόλοιπη αίθουσα και έχουν ειδικές εγκαταστάσεις εξαερισμού». Οι παραβάτες του νόμου αρχικά πλήρωναν κάποια τσουχτερά πρόστιμα αλλά όσο περνούσε ο καιρός οι έλεγχοι γινόντουσαν ολοένα και πιο αραιοί ενώ οι μαγαζάτορες σε μια προσπάθεια να «κουκουλώσουν» την ανομία, έδιναν στους θαμώνες βρεγμένη χαρτοπετσέτα ή τη μεταλλική θήκη της απόδειξης προκειμένου να σβήσουν τα τσιγάρα τους.

Παναγιώτης Μπεχράκης: «Είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων»

Μια από τις πρώτες εξαγγελίες του πρωθυπουργού μετά την εκλογή του τον περασμένο Ιούλιο ήταν η άμεση εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση του τσιγάρου, ανεβάζοντας τον πήχη των προσδοκιών της κοινωνίας για το μείζον αυτό θέμα της δημόσιας υγείας. Όντας και ο ίδιος φανατικός αντικαπνιστής δεσμεύθηκε τόσο από το βήμα της Βουλής όσο και από τους επίσημους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως αυτή τη φορά η νομοθεσία θα τεθεί σε εφαρμογή με εντατικοποίηση των ελέγχων, στους οποίους θα εμπλέκεται και η αστυνομία, καθώς και λειτουργία τηλεφωνικής γραμμής μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν να αναφέρουν περιστατικά παραβάσεων. «Πρόκειται για έναν νόμο που αποβλέπει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημόσιας υγείας ενώ παράλληλα αποτελεί ένα σαφές βήμα για τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό της χώρας μας», αναφέρει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο Πενυμονολόγος – Εντατικολόγος με πενταετή θητεία στο Χάρβαρντ ως Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Υγείας, Παναγιώτης Μπεχράκης.

Ο πνευμονολόγος – εντατικολόγος και πρόεδρος της επιτροπής εμπειοργνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος Παναγιώτης Μπεχράκης

Ο ίδιος αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση του υπουργού Υγείας, Βασίλη Κικίλια, να τεθεί επικεφαλής επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος καθώς, παρά τις αποτυχίες των προηγούμενων προσπαθειών, δηλώνει αισιόδοξος πως αυτή τη φορά η απαγόρευση θα είναι καθολική. «Τα προηγούμενα χρόνια έλειπε η πολιτική βούληση. Πλέον αυτή υπάρχει αλλά και η ίδια η κοινωνία είναι πιο ώριμη από ποτέ. Δεν αναμένει απλά την εφαρμογή του νόμου αλλά πλέον την απαιτεί», λέει και προσθέτει: «Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι μέσα σε έναν δημόσιο χώρο που κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, είναι πιθανό να υπάρχει μια έγκυος γυναίκα, κάποιος που έχει στεφανιαία νόσο, ένας άνθρωπος με χρόνια βρογχίτιδα ή άσθμα, ένας καρκινοπαθής ή κάποιος που έχει ζαχαρώδη διαβήτη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σήμερα αποκλείονται από τη διασκέδαση της καθημερινότητας. Αυτός ο αποκλεισμός δεν είναι τιμή για την κοινωνία μας», σημειώνει. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον ίδιο και το περιβάλλον εργασίας σε χώρους εστίασης καθώς δεν είναι λίγοι οι σερβιτόροι που ενώ έχουν επιλέξει να μην καπνίζουν, εκτίθενται για αρκετές ώρες της ημέρας στον καπνό των πελατών. «Τι πρέπει να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Να αφήσουν τη δουλειά τους; Αυτό που συμβαίνει είναι απαράδεκτο», συμπληρώνει ο Δρ. Μπεχράκης.

Με λέσχες καπνιζόντων «απαντούν» οι καταστηματάρχες

Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών καταστημάτων εστίασης, οι οποίοι φοβούνται πως η πιστή εφαρμογή του νόμου θα επιφέρει πτώση του τζίρου και σε πολλές περιπτώσεις λουκέτα. «Αν λοιπόν η νομοθεσία εφαρμοστεί κατά γράμμα, δε θα μπορούν οι πελάτες να καπνίσουν ούτε στον εξωτερικό σε περίπτωση που δεξιά κι αριστερά υπάρχουν άλλα μαγαζιά. Φανταστείτε για παράδειγμα έναν πεζόδρομο που έχει καφετέριες και μπαρ το ένα δίπλα από το άλλο. Βάσει νόμου, θα μπορούν να καπνίσουν στον εξωτερικό χώρο μόνο οι πελάτες του πρώτου και του τελευταίου μαγαζιού. Αυτό είναι απαράδεκτο», τονίζει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών, Εστίασης και Διασκέδασης (ΠΑΣΚΕΔΙ) Νίκη Κωνσταντίνου και διερωτάται: «Τα καταστήματα με ναργιλέ που αντιπροσωπεύουν μια κουλτούρα ολόκληρων αιώνων θα κλείσουν; Αυτό θέλουν, να χάσουμε τη δουλειά μας;».

Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών Εστίασης και Διασκέδασης Νίκη Κωνσταντίνου

Στα άμεσα σχέδια του Σωματείου είναι η νομιμοποίηση της δημιουργίας Λέσχεων Καπνιζόντων σε καφετέριες, μπαρ και κέντρα διασκέδασης προκειμένου να εξυπηρετούνται όλοι οι πελάτες. «Θα είναι χώροι με υαλοπετάσματα που θα κλείνουν ερμητικά. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στα αεροδρόμια, απλά σε μπαρ και καφετέριες θα είναι σαφώς μεγαλύτεροι οι χώροι και θα μπορούν να μπαίνουν μόνο μέλη της λέσχης», διευκρινίζει η πρόεδρος του ΠΑΣΚΕΔΙ. Η ίδια πιστεύει πως η αντικαπνιστική συνείδηση δεν είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί μέσω της απαγόρευσης αλλά απαιτεί δουλειά χρόνων και θα έπρεπε να διδάσκεται στα παιδιά από τη νηπιακή κιόλας ηλικία. «Έχουμε περάσει δέκα συναπτά έτη βαθιάς οικονομικής κρίσης με οδυνηρές συνέπειες. Γιατί θα πρέπει να επιβάλλεται πρόστιμο στις επιχειρήσεις και όχι στους γονείς που καπνίζουν μπροστά στα παιδιά τους; Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έχουν επωμιστεί μεγάλο βάρος μέσω της φορολογίας, δεν υπάρχει άλλο περιθώριο», λέει ξεκαθαρίζοντας πως τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι επαγγελματίες του κλάδου της είναι υποχρεωμένοι να σεβαστούν το νόμο. «Η άποψη μας είναι αντίθετη αλλά όταν μιλάμε για μια νομοθεσία, είμαστε οι πάντες κάτω από αυτή. Δεν συμφωνούμε με το νόμο. Αν υπάρξει όμως το παραμικρό νομικό περιθώριο αντίδρασής μας, προφανώς και θα το εκμεταλλευτούμε προς όφελός των επιχειρήσεών μας».

«Το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του»

Από την πλευρά του ο κ. Μπεχράκης υπογραμμίζει την ανάγκη συνεργασίας όλων των μελών της κοινωνίας προκειμένου να αντιμετωπιστεί το μεγάλο αυτό ζήτημα της δημόσιας υγείας. «Δεν πρόκειται για μια αντιπαράθεση καπνιζόντων και μη καπνιζόντων αλλά για έναν νόμο προστασίας της δημόσιας υγείας από το παθητικό κάπνισμα. Βάσει των δημοσκοπήσεων που έχουμε κάνει, το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του. Είναι ένας νόμος που βγαίνει από την ψυχή της κοινωνίας », καταλήγει.

Εκείνο που πλέον μένει να φανεί στην πράξη είναι αν τελικά η τρίτη και τελευταία αυτή προσπάθεια απαγόρευσης του τσιγάρου θα εφαρμοστεί οδηγώντας την Ελλάδα στο κλαμπ των χωρών της Ευρώπης που θέτουν κανόνες στο κάπνισμα ή αντίθετα, γι’ ακόμη μία φορά θα επικρατήσει το πάθος των «θεριακλήδων» για τον καπνό…

*Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 06-10-19

Μάτι: «Έμεινα 4 ώρες στη θάλασσα κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μας και η Πολιτεία δεν μας βοήθησε καθόλου, μας έχει παρατήσει εντελώς». Με τα παραπάνω λόγια ο Γιάννης Σταμπέλος, ιδιοκτήτης της μοναδικής ταβέρνας που έχει απομείνει στην πληγείσα περιοχή, περιγράφει στη «δημοκρατία» την αδράνεια του κρατικού μηχανισμού σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που σημειώθηκαν στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Ο  ίδιος χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να ανακαινίσει ένα μέρος του καταστήματός του που καταστράφηκε ολοσχερώς λαμβάνοντας από το κράτος αποζημίωση ύψους 8.000 ευρώ. «Από αυτά τα χρήματα, τα 7.000 ευρώ ξοδεύτηκαν μόνο για τις τέντες, τα υπόλοιπα τα κάλυψα μόνος μου. Κι αν σκεφτείτε ότι φέτος ο τζίρος είναι πεσμένος κατά 70%, μπορείτε να φανταστείτε το μέγεθος του προβλήματος», λέει τονίζοντας πως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οι υποσχέσεις για χρηματοδότηση από προγράμματα ΕΣΠΑ έπεφταν … βροχή  ωστόσο, πάντα κάποιοι φρέναραν τη διαδικασία.

Περί τα τέλη Μαΐου και πηγαίνοντας κόντρα στη «μαυρίλα» που είναι πλέον χαρακτηριστικό της περιοχής, ο κ. Σταμπέλος αποφάσισε να ανοίξει ξανά τις πόρτες της «Αργυρής Ακτής», της ταβέρνας στην οποία εγκαταστάθηκε ο στρατός πριν από έναν χρόνο προκειμένου να προσφέρει φαγητό στους πληγέντες. «Το μαγαζί το κληρονόμησα από τον παππού μου, είναι στην περιοχή από το 1960 και αποτελεί τη μοναδική πηγή εσόδων μου. Δεν είχα περιθώρια να το παρατήσω στην τύχη του», σημειώνει. Πλέον, μοναδικοί του πελάτες είναι κάποιοι, λιγοστοί, κάτοικοι που θέλουν να ζωντανέψει ξανά το Μάτι και οι τουρίστες των ξενοδοχείων. «Οι κάτοικοι θέλουν να επιστρέψουν στην περιοχή, το αγαπάμε το Μάτι, εδώ περάσαμε τα πιο όμορφα καλοκαίρια μας. Δυστυχώς οι άδειες για να μπορέσουν να χτίσουν ξανά τα σπίτια τους οι πυρόπληκτοι δεν βγήκαν ακόμη. Είμαστε απαισιόδοξοι επειδή ακούμε συνέχεια υποσχέσεις αλλά στο τέλος δεν γίνεται τίποτα ουσιαστικό».

Η ταβέρνα «Αργυρά Ακτή» σήμερα, μετά την ανακαίνιση

Οι εφιαλτικές στιγμές

Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 ο ίδιος δούλευε στην ταβέρνα μαζί με τη μητέρα του, όταν μέσα σε λίγα λεπτά ένα πυκνό σύννεφο καπνού τύλιξε το μαγαζί. «Μπήκα στη θάλασσα για να γλιτώσω, ήμασταν 500 περίπου άτομα μέσα στο νερό. Έμεινα εκεί για τέσσερις ώρες κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου που είχε ασπρίσει και βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Θυμάμαι να βλέπουμε το μαγαζί μας να καίγεται και να προσπαθώ να την εμψυχώσω λέγοντάς της πως θα το ξαναχτίσουμε, αρκεί να βγούμε ζωντανοί», αναφέρει ενθυμούμενος την πιο δύσκολη μέρα που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει. Όταν η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο, επί επτά συνεχόμενες ώρες γέμιζε έναν κουβά με νερό από τη θάλασσα, προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά από το μαγαζί του. «Προσπαθούσα να σώσω την περιουσία μου και παράλληλα έδινα στους ανθρώπους τραπεζομάντιλα για να σκεπαστούν, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν πάθει υποθερμία. Εφιαλτικές στιγμές που θα μας σημαδεύουν για πάντα».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 23-07-19

Δρ. Λεωνίδας Πλατανιάς: «Ο καρκίνος δεν είναι καταδίκη, όπως ήταν παλιά»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ακόμη παιδί όταν τα απογεύματα μετά το σχολείο τριγυρνούσε με τις παρέες του στην πάλαι ποτέ αστική συνοικία των Αθηνών, πέριξ της πλατείας Αμερικής. Τότε που στην Πατησίων υπήρχαν ακόμη αλάνες, ο μικρός Λεωνίδας περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του με τα παιδιά της γειτονιάς και ούτε που φανταζόταν πως κάποιες δεκαετίες αργότερα θα γινόταν ένας από τους κορυφαίους ογκολόγους στον κόσμο και θα διεύθυνε ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα των Ηνωμένων Πολιτειών για τον καρκίνο. Παρόλο που κανείς στην οικογένειά του δεν ήταν γιατρός, ο ίδιος είχε αποφασίσει από πολύ μικρή ηλικία πως όταν μεγαλώσει θα έσωζε ανθρώπους μέσα από τη δουλειά του. Ο στόχος της Ιατρικής επετεύχθη και τα χρόνια που σπούδαζε, ο πολυαγαπημένος του πατέρας διαγνώστηκε με λευχαιμία, ένα γεγονός που τον «λύγισε» προσωπικά και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα περπατούσε ποτέ.

«Λόγω του γεγονότος αυτού αποφάσισα να γίνω ογκολόγος και όχι καρδιολόγος όπως σχεδίαζα.  Μέσα από την περιπέτεια υγείας του πατέρα μου διαπίστωσα ότι στον συγκεκριμένο κλάδο της Ιατρικής έπρεπε να γίνουν πολλά ακόμη. Ήθελα να προσφέρω σε ερευνητικό επίπεδο τις υπηρεσίες μου και πιστεύω πως έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Φανταστείτε πως ο πατέρας μου έζησε με λευχαιμία επτά χρόνια. Αν η διάγνωσή του γινόταν σήμερα, με τα φάρμακα που έχουν βγει θα ζούσε 20 χρόνια», μου λέει χαρακτηριστικά.

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τμήμα Ιατρικής του πανεπιστημίου Πατρών όπου και έκανε το δικτατορικό του,  μετέβη στη Νέα Υόρκη για την ειδικότητά του στην Εσωτερική Παθολογία και ολοκλήρωσε την υποτροφία του στην Αιματολογία – Ογκολογία στο Νοσοκομείο του Πανεπιστημίου του Σικάγου. Το 2002 εντάχθηκε στο Ερευνητικό Κέντρο για τον καρκίνο «Robert H. Lurie» ως ο πρώτος αναπληρωτής διευθυντής του και από το 2014 έως σήμερα είναι διευθυντής του.

«Ήθελα να πάω στην Αμερική, ήταν κάτι που επιδίωξα, δεν προέκυψε τυχαία. Επέλεξα να φύγω διότι ήξερα πως θα είχα άλλες προοπτικές στην ιατρική έρευνα εκτός Ελλάδας και δεν το μετάνιωσα στιγμή», σημειώνει ο Δρ. Πλατανιάς επισημαίνοντας πόσο τον έχει βοηθήσει ο ελληνισμός του Σικάγο. «Νιώθω ευγνώμων για τη βοήθεια που έχω λάβει από τους Έλληνες του Σικάγο και  ιδιαίτερα από την Ελένη Μπούση που πριν λίγα χρόνια δημιούργησε το Hippocratic Cancer Research Foundation μέσω του οποίου βοηθά οικονομικά τις έρευνες μας.   Μόνο πέρυσι, συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου  Gala, κατάφεραν να μαζέψουν 3.5 εκατομμύρια δολάρια.   Η συνεισφορά τους είναι παρά πολύ σημαντική».

«Ο καρκίνος εξελίσσεται»

Η επιστήμη και ειδικότερα ο κλάδος της Ιατρικής έχει αναμφισβήτητα σημειώσει μεγάλη πρόοδο με αποτέλεσμα ασθένειες που κάποτε οδηγούσαν τον πάσχοντα με μαθηματική ακρίβεια στο θάνατο, σήμερα να είναι ιάσιμες.  Το ερώτημα ωστόσο που προκύπτει από τα παραπάνω και που λίγο πολύ όλους μας έχει απασχολήσει, είναι για ποιο λόγο αφού η επιστήμη έχει κάνει άλματα, δεν έχει βρεθεί ακόμη θεραπεία για τον καρκίνο. «Ο καρκίνος δεν είναι μια οντότητα, μια αρρώστια μόνο. Είναι πολλά είδη και μορφές που έχουν διαφορετική συμπεριφορά και ανταπόκριση στις θεραπείες. Κάποιες μορφές του όπως για παράδειγμα ο καρκίνος του μαστού στα αρχικά στάδια θεραπεύονται πλήρως, κάποιες άλλες όχι. Είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε ότι η επιστήμη έχει νικήσει τον καρκίνο.  Δε θα είναι κάτι μαγικό που θα συμβεί πολύ γρήγορα. Θα πάρει σίγουρα πολλά χρόνια αλλά βλέπουμε σημαντικές προόδους σε κάποια είδη», εξηγεί.

Σύμφωνα με τον δρα. Πλατανιά, η χημειοθεραπεία σε πολλές περιπτώσεις ασθενών έχει αποδειχθεί σωτήρια αλλά η μεγαλύτερη ελπίδα αυτή τη στιγμή είναι η ανοσοθεραπεία, η λήψη δηλαδή φαρμάκων που ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα και του επιτρέπουν να επιτεθεί στον καρκίνο. «Έχουμε δει μεγάλη πρόοδο με τα συγκεκριμένα φάρμακα που είναι και λιγότερο τοξικά από τη χημειοθεραπεία, τα τελευταία τρία χρόνια. Βέβαια όχι σε όλες τις περιπτώσεις. Το γιατί κάποια είδη καρκίνου ανταποκρίνονται στις θεραπείες και κάποια άλλα όχι, είναι ένα ερώτημα που μας ταλανίζει και ελπίζω να βρούμε σύντομα την απάντηση», λέει και προσθέτει: «Σκεφτείτε λίγο την ιστορία του καρκίνου, υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια από την αρχαία Αίγυπτο. Όπως εξελίσσεται ο ανθρώπινος οργανισμός, έτσι και τα καρκινικά κύτταρα με το πέρασμα του χρόνου δημιουργούν μηχανισμούς αντίστασης, γίνονται δηλαδή πιο »έξυπνα»»

Ο ομογενής επιστήμονας υποστηρίζει ότι ο καρκίνος δεν είναι κάτι που μπορούμε να προλάβουμε, ωστόσο ακολουθώντας έναν τρόπο ζωής που περιλαμβάνει κατανάλωση  υγιεινών τροφών, άσκηση και καθόλου κάπνισμα, μπορούμε να μειώσουμε σημαντικά τις πιθανότητες εμφάνισης της νόσου.  «Το κάπνισμα είναι ο σημαντικότερος παράγοντας εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα, είναι καταστροφικό για τον ανθρώπινο οργανισμό. Επίσης, υπάρχουν ορισμένα είδη καρκίνου που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Η υγιεινή ζωή βοηθά σε πολλές περιπτώσεις, όμως, μπορούμε να δούμε κι έναν άνθρωπο που τρώει σωστά και δεν καπνίζει να εμφανίζει καρκίνο λόγω γενετικής προδιάθεσης, κληρονομικότητας και περιβαλλοντικών παραγόντων».

Ζήτημα οπτικής

Κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του κλήθηκε αρκετές φορές να ανακοινώσει σε ασθενείς ότι πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια. Όπως παραδέχεται, δεν ένιωσε καμιά στιγμή αμήχανα κι αυτό διότι στην Αμερική υπάρχει μια εντελώς διαφορετική αντίληψη γύρω από τον καρκίνο. «Θυμάμαι παλιότερα τους γιατρούς στην Ελλάδα να μην ανακοινώνουν στον ασθενή ότι νοσεί φοβούμενοι το πώς θα αντιδράσει. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Στην Αμερική τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο ασθενής αμέσως μαθαίνει τί του συμβαίνει κι αμέσως αναζητά λύσεις για να βοηθήσει τον εαυτό του με τις κατάλληλες θεραπείες. Δεν χρειάζεται πανικός. Ο καρκίνος δεν είναι θανατική καταδίκη, όπως ήταν παλιά». Η λευχαιμία με την οποία διαγνώστηκε ο πατέρας του όταν αυτός ήταν ακόμη φοιτητής, είναι κάτι που συνεχίζει να τον «ακολουθεί» μέχρι και σήμερα καθώς μέσα από τις έρευνές του μελετά τους τρόπους «τιθάσευσης» της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου. Μάλιστα, κάποιες από τις έρευνες αυτές έχουν βραβευθεί διεθνώς, ωστόσο, ρωτώντας τον ποια είναι η πιο συγκλονιστική στιγμή της επαγγελματικής του πορείας, η απάντηση που δίνει δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με αυτό που θα περίμενε κανείς να ακούσει από έναν επιστήμονα με τέτοιες περγαμηνές: «Η πιο συγκλονιστική στιγμή της καριέρας μου δεν έχει έρθει ακόμη. Θα είναι η στιγμή που μαζί με την ομάδα μου θα ανακαλύψουμε ένα φάρμακο που θα σώσει πάρα πολύ κόσμο από τον καρκίνο».

Πατήρ Ευάγγελος Γκανάς: Ο δεύτερος «πατέρας» του Αντετοκούνμπο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Γεννήθηκε στη λαϊκή γειτονιά των Σεπολίων και από μια μεγάλη μερίδα του κόσμου ήταν στο περιθώριο εξαιτίας της «διαφορετικότητάς» του. Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του ήταν από μόνο του ικανό να τον ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του δίνοντας αφορμή στους «πρόθυμους» να τον στιγματίζουν με ρατσιστικές φράσεις ή και πράξεις. Ωστόσο, τα χρόνια πέρασαν, ο νεαρός μεγάλωσε και πριν από λίγες μέρες έφτασε στο σημείο να αναδειχθεί ως ο πολυτιμότερος παίκτης του NBA, του κορυφαίου πρωταθλήματος μπάσκετ στον κόσμο. Ο λόγος για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, η ιστορία του οποίου αποδεικνύει πως καμιά φορά τα παραμύθια είναι βγαλμένα από την ίδια τη ζωή. Δεν ήταν όμως όλοι οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο του απειλητικοί, ούτε τον έκαναν να αισθάνεται ξένος. Υπήρχαν – όπως άλλωστε και ο ίδιος έχει παραδεχθεί – φωτεινές εξαιρέσεις που του στάθηκαν και τον βοήθησαν την ώρα που άλλοι του γύριζαν την πλάτη. Ένας από αυτούς είναι ο πατήρ Ευάγγελος Γκανάς, ο ιερέας του Αγίου Μελετίου στα Σεπόλια, στον οποίο ο «χρυσός» παίκτης του NBA έχει κατά καιρούς αναφερθεί. «Όταν ήμουν μικρός πήγαινα στο Κατηχητικό κι εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που μας βοηθούσε πολύ. Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο μας βοήθησε», δήλωσε σε παλιότερη συνέντευξή του αναφερόμενος στον πατέρα Ευάγγελο.

«Δε μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του»

Προσφέροντας αγάπη για χρόνια σε μια γειτονιά που παραδοσιακά αποτελεί «σταυροδρόμι πολιτισμών», ο πατήρ Ευάγγελος συνάντησε αρκετά παιδιά προσφύγων και μεταναστών. Όπως μου λέει, ο Γιάννης ξεχώριζε εξαιτίας της καθαρότητας της ψυχής του και της έλλειψης μεμψιμοιρίας. «Τα περισσότερα παιδιά, επειδή είχαν ζήσει πολύ δύσκολες στιγμές, είχαν μέσα τους θυμό, οργή κι ένιωθαν ότι όλοι τους χρωστούσαν. Αντιθέτως, ο Γιάννης δεν παραπονέθηκε ποτέ για ό,τι του συνέβαινε. Φανταστείτε ότι άργησα να καταλάβω πόσο δύσκολα τα έβγαζε πέρα αυτός και η οικογένειά του», λέει ενθυμούμενος την εποχή που ο σημερινός MVP επισκεπτόταν συχνά την ενορία του Αγίου Μελετίου, εκεί όπου εκείνος και τα αδέρφια του βαπτίστηκαν. Ο 54χρονος ιερέας κάθε φορά που μιλά για το Γιάννη ανακαλεί στη μνήμη του τις ημέρες που ο ανήλικος τότε μετανάστης πήγαινε κάθε εβδομάδα στο Κατηχητικό σχολείο, απ’ όπου και επηρεάστηκε καθοριστικά από το ορθόδοξο χριστιανικό ήθος. «Δε μπορώ με τίποτα να ξεχάσω το βλέμμα του. Είχε μια αθωότητα και μια αξιοπρέπεια που δύσκολα συναντά κανείς. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες έβλεπες ότι αυτό το παιδί πατούσε στα πόδια του. Δεν κατηγορούσε κανέναν για τίποτα», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον πατέρα Ευάγγελο, ολόκληρη η οικογένεια Αντετοκούνμπο είχε καλή σχέση με την εκκλησία και ποτέ δε βίωσε δραματικά τα εμπόδια που καλούταν διαρκώς να ξεπεράσει. «Τότε, σε μια δύσκολη εποχή για το μεταναστευτικό και σε μια γειτονιά όπου υπήρχαν κι άλλες απόψεις για το πώς πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους από άλλες χώρες, η ενορία του Αγίου Μελετίου και το Κατηχητικό τον »αγκάλιασαν», τον έκαναν να νιώσει πολύ καλά. Γι’ αυτό και έχει τόσο αγαθές μνήμες από εμάς», λέει επισημαίνοντας ότι πλέον όλοι θέλουν να φωτογραφηθούν μαζί του, ακόμη κι εκείνοι που κάποτε τον απέφευγαν. Ο ίδιος δεν επικοινωνεί πλέον τόσο συχνά με τον Γιάννη. Όντας αποκομμένος από το διαδίκτυο δεν έχει τη δυνατότητα να έρθει μέσω αυτού σε επαφή μαζί του, όπως κάνουν οι συνομήλικοί του από το κατηχητικό. «Είμαι πολύ χαρούμενος για την πορεία του. Μπορεί πια να μην τον βλέπω τόσο συχνά όσο παλιότερα αλλά τον έχω έννοια. Θέλω να καταφέρει να αντέξει όλη αυτή την πίεση που δέχεται από παντού γιατί η αλλαγή στη ζωή του είναι τρομακτική».

«Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό σε όλα τα έθνη»

Η προσφορά του ιερέα σε παιδιά από άλλες χώρες του κόσμου που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους στα Σεπόλια συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Όπως ο Γιάννης και τα αδέρφια του πριν από μερικά χρόνια, έτσι και τώρα άνθρωποι από Αλβανία, Μολδαβία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία και άλλες χώρες, έχουν βρει το δικό τους πνευματικό καταφύγιο στην ενορία και το κατηχητικό. «Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό σε όλα τα έθνη, χωρίς πίεση και χωρίς φυσικά να εκμεταλλευθείς την ανάγκη του άλλου για να τον προσηλυτίσεις», λέει και καταλήγει: «Ό,τι μπορείς να προσφέρεις σε κάποιον είναι καλό. Έστω μια καλημέρα, το να τον αναγνωρίσεις σαν άνθρωπο που ήρθε στον τόπο σου και όχι σαν έναν λεκέ στο παντελόνι σου, είναι βάλσαμο. Όπως έλεγαν και οι παλιότεροι, πρέπει ο άλλος να νιώθει ότι δεν τον βλέπεις με το ασπράδι του ματιού σου, αλλά με ολόκληρο το μάτι».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 7 Ιουλίου 2019

Κορυφαίος προορισμός για γάμους οι Λειψοί

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Πόλο έλξης για νεονύμφους από Ευρώπη και Αφρική αποτελούν τα τελευταία χρόνια οι Λειψοί, καθώς όλο και περισσότεροι τουρίστες επιλέγουν το ακριτικό αυτό νησί για να δώσουν όρκους αιώνιας αγάπης. Το έναυσμα για την «καθιέρωση» της μικρής αυτής κουκκίδας γης ως γαμήλιου προορισμού έδωσε το 2015 ο Ιταλός παγκόσμιος πρωταθλητής ιστιοπλοΐας ανοιχτής θάλασσας Τζιοβάνι Φαμπρίτσιο Μαρία Σολντίνι, όταν επέλεξε τους Λειψούς για να παντρευτεί με την αγαπημένη του.

Οπως μου λέει ο δήμαρχος Φώτης Μάγγος, σε διάστημα τριών χρόνων έχουν τελεστεί συνολικά 25 γάμοι ζευγαριών από διάφορες χώρες. «Ανθρωποι από Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία αλλά και Νότια Αφρική παντρεύονται εδώ. Οι ξένοι έλκονται κυρίως από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό και κυρίως ανέγγιχτο νησί που δεν έχει βιομηχανοποιηθεί τουριστικά, όπως τα υπόλοιπα».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η τέλεση των γάμων στο νησί έχει ως αποτέλεσμα την τόνωση της μικροοικονομίας αλλά και τη διασκέδαση των λιγοστών μόνιμων κατοίκων που συμμετέχουν κάθε φορά στο γλέντι: «Για καθέναν γάμο έρχονται γύρω στους 70 με 80 επισκέπτες κι αυτό αποτελεί ανάσα για τον τζίρο του νησιού, ενώ παράλληλα δημιουργεί εορταστικό κλίμα. Οι επισκέπτες εντυπωσιάζονται από τα αγνά τοπικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στα καταστήματα της περιοχής, από τα καθαρά νερά αλλά και από τη δυνατότητα που τους δίνεται να συνδυάσουν ένα άλλο είδος τουρισμού, όπως αυτό της πεζοπορίας και της ορεινής ποδηλασίας».

Πάντως, δεν είναι λίγες οι φορές που προσκεκλημένοι των ζευγαριών που βρέθηκαν στους Λειψούς μαγεύτηκαν από το μέρος και επέστρεψαν την επόμενη χρονιά είτε για διακοπές είτε για να τελέσουν τον δικό τους γάμο. «Από την ώρα που έρχονται εδώ για έναν γάμο, δεν φοβόμαστε. Γνωρίζουμε ότι κάποιοι θα επιστρέψουν, όπως και συμβαίνει» συμπληρώνει ο κ. Μάγγος.

Ο ίδιος, στην προσπάθειά του να προβάλει τους Λειψούς ως έναν εναλλακτικό προορισμό διακοπών, οργάνωσε στις αρχές του καλοκαιριού μια φωτογραφική καμπάνια σε 17 σταθμούς του μετρό αλλά και σε μεγάλο εμπορικό κατάστημα των βορείων προαστίων.

Τζον Μαυρουδής: Ο βραβευμένος σκιτσογράφος του TIME και του New Yorker

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν Οκτώβριος του 2018 όταν ολόκληρη η σκεπτόμενη Αμερική κλυδωνιζόταν από την αποκαλυπτική κατάθεση της 51χρονης ακαδημαϊκού Κριστίν Μπλάζει Φορντ για τη σεξουαλική επίθεση που δέχθηκε από τον Μπερτ Κάβανο, εκλεκτό του Ντόναλντ Τραμπ για τη θέση του Ανώτατου Δικαστή. Ήταν τότε που τα σπαρακτικά της λόγια συγκλόνισαν γυναίκες κάθε ηλικίας και άγγιξαν τις ευαίσθητες χορδές του βραβευμένου πολιτικού σκιτσογράφου Τζον Μαυρουδή. Ο ομογενής εικονογράφος των μεγαλύτερων αμερικανικών εντύπων παρακολούθησε με τεράστιο και ειλικρινές ενδιαφέρον τα όσα η Φορντ κατέθετε ενώπιον της Γερουσίας και εμπνεύστηκε από αυτήν φιλοτεχνώντας μια από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης πολιτικής σκιτσογραφίας των ΗΠΑ για το περιοδικό TIME. Η Φορντ σχεδιασμένη από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις της κατάθεσής της, στέκεται στο εξώφυλλο αγέρωχη με τα μάτια ερμητικά κλειστά και το δεξί της χέρι σηκωμένο στον ουρανό, υπενθυμίζοντας σε μια ολόκληρη χώρα τις αξίες της ατομικής ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως από την πρώτη κιόλας μέρα κυκλοφορίας του εξωφύλλου που λίγο αργότερα έμελλε να χαρίσει στον κ. Μαρουδή μια σημαντική διάκριση, αυτή του καλύτερου εξωφύλλου για το 2019 από την Αμερικανική Εταιρεία Περιοδικών Εκδοτών, ήταν χιλιάδες τα μηνύματα υποστήριξης στα Μέσα Κοινής Δικτύωσης από ανθρώπους που έχουν βιώσει ανάλογες καταστάσεις με αυτή της ακαδημαϊκού.

Το εξώφυλλο της χρονιάς για το 2019 με υπογραφή του Μαυρουδή

Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που ο γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο Έλληνας σκιτσογράφος κέρδιζε το συγκεκριμένο βραβείο. Το 2006 το τεύχος Σεπτεμβρίου του New Yorker, του πιο δημοφιλούς έντυπου στον κόσμο, κυκλοφόρησε με σκίτσο τoυ Μαυρουδή και ψηφίστηκε πρώτο. Στο σκίτσο ήταν ο Φιλίπ Πετίτ, ο διάσημος σχοινοβάτης που το 1974 διέσχισε την απόσταση που χώριζε τους Δίδυμους Πύργους, σε ύψος 417 μέτρων. Μόνο που στο εξώφυλλο που σχεδίασε ο ομογενής καλλιτέχνης και το οποίο ήταν αφιερωμένο στην 11η Σεπτεμβρίου, ο Πετίτ περπατούσε στο κενό, χωρίς να υπάρχουν οι Δίδυμοι Πύργοι.

Εξώφυλλο της χρονιάς για το 2006 με υπογραφή του Μαυρουδή

«Θα μπορούσα να προσποιηθώ ότι δεν είναι και τόσο μεγάλη υπόθεση αυτά τα βραβεία, όμως, ειλικρινά, με χαροποιεί αφάνταστα η αναγνώριση της δουλειάς μου και με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Η αναγνώριση κάθε είδους σε βοηθά, σε κινητοποιεί, σου δίνει κίνητρο να προσπαθείς ακόμη περισσότερο ώστε το επόμενο βήμα που θα κάνεις να είναι ακόμη καλύτερο από το προηγούμενο», μου λέει ο ίδιος και παραδέχεται ότι για αρκετά χρόνια εργαζόταν σχεδιάζοντας σκίτσα για εξώφυλλα περιοδικών και εφημερίδων, όμως δεν έπαιρνε από τη δουλειά αυτή όσα έδινε. «Απογοητεύτηκα πολλές φορές κι έφτασα σε σημείο να αμφισβητήσω την αξία μου», σημειώνει. Πλέον οι επαγγελματικές προτάσεις διαδέχονται η μία την άλλη και ο 50χρονος ομογενής θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς σκιτσογράφους παγκοσμίως. Ενδεικτικό της παρεμβατικότητάς του είναι ένα ακόμη εξώφυλλο του New Yorker στο οποίο ο ελληνικής καταγωγής καλλιτέχνης σατιρίζει τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλτ Τραμπ.

Εξώφυλλο του New Yorker που σατιρίζει τον Τραμπ

«Όταν το περιοδικό ΤΙΜΕ απηύθυνε έκκληση στον Τραμπ να σταματήσει να κοσμεί το γραφείο του και τα ξενοδοχεία του με ψεύτικα εξώφυλλα που είχαν το λογότυπο του ΤΙΜΕ και τον εκθείαζαν, μου ήρθε η ιδέα», αναφέρει και προσθέτει: «σχεδίασα το πρόσωπό του στο εξώφυλλο του New Yorker σκεπτόμενος τι θα έκανε ο ίδιος αν το έβλεπε. Έσβησα λοιπόν το λογότυπο του εντύπου με έναν κόκκινο μαρκαδόρο και το αντικατέστησα με εκείνο του TIME γράφοντας παράλληλα πόσο υπέροχος είναι». Το συγκεκριμένο εξώφυλλο έκανε το γύρο του διαδικτύου με τους χρήστες να σχολιάζουν πόσο ευρηματικό είναι και τους συγγενείς του Μαυρουδή να φοβούνται ακόμη και απέλαση από τη χώρα.

«Αναμφίβολα ο Τραμπ και όλοι οι διεφθαρμένοι άνθρωποι που έχει προσλάβει, μας δίνουν πάρα πολύ υλικό. Θα έλεγα πως είναι μια νέα χρυσή εποχή, όχι μόνο για την πολιτική τέχνη αλλά και για τη δημοσιογραφία και τον ακτιβισμό», υπογραμμίζει τονίζοντας πως η κατάσταση που επικρατεί στις ΗΠΑ υπό την προεδρία του πιο αμφιλεγόμενου προέδρου, κάνει καλό στη δουλειά του αλλά όχι στη χώρα του. «Αν μου ζητούσαν να σχεδιάσω ένα εξώφυλλο παίρνοντας ουδέτερη θέση απέναντι στον Τραμπ, δεν ξέρω πόσο επιτυχημένο θα ήταν. Επειδή συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που απεχθάνομαι σε έναν άνθρωπο, είμαι σίγουρος πως η γνώμη μου γι’ αυτόν θα αποτυπωνόταν κατά κάποιον τρόπο στο χαρτί».

«Όλα τα χρωστώ στην ελληνική μου καταγωγή»

Την παραδοσιακή συνήθεια των απανταχού Ελλήνων να συγκεντρώνονται σε σπίτια συγγενών τις Κυριακές και να γλεντούν, τη διατήρησε η γιαγιά του στο μακρινό Σαν Φρανσίσκο, όπου ο Τζον μεγάλωσε και ζει ακόμη και σήμερα. Μάλιστα, αυτές οι περιβόητες οικογενειακές συνάξεις – των οποίων λίγο πολύ όλοι έχουμε γίνει κοινωνοί- αποτέλεσαν και την «σύριγγα» της μετάδοσης του μικροβίου της πολιτικής στον μικρό τότε Τζον που άκουγε τους συγγενείς του να σχολιάζουν τα πολιτικά τεκταινόμενα.

«Ο θείος μου ο Αναστάσης και η σύζυγός του Κλειώ μιλούσαν πάντα για τέτοια ζητήματα και μονίμως αναφέρονταν στα κακώς κείμενα του τότε προέδρου των Ηπα,Ρίτσαρντ Νίξον. Όταν μαζευόμασταν σε σπίτια συγγενών η πολιτική επικαιρότητα ήταν πάντοτε μέρος της συζήτησης των μεγάλων», θυμάται. Έτσι, μόλις ξεκίνησε τις σπουδές του βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να συνδυάσει την αγάπη του για τις τέχνες με αυτήν για τα τεκταινόμενα στο δημόσιο βίο, κι έτσι έγινε πολιτικός σκιτσογράφος στην εφημερίδα του πανεπιστημίου Νόρθριτζ της Καλιφόρνια , όπου σπούδασε Τέχνες και Δημοσιογραφία. «Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία διότι έπρεπε συνεχώς να σκέφτομαι νέες ιδέες. Από τότε μέχρι σήμερα το μυαλό μου βρίσκεται σε μια αέναη αναζήτηση φρέσκων ιδεών».

Όπως παραδέχεται, σπουδαίο ρόλο στην επαγγελματική του διαμόρφωση έπαιξε η ελληνική του καταγωγή, όχι μόνο διότι οι συγγενείς του τού εμφύσησαν την αγάπη για την πολιτική, αλλά κι επειδή διάβαζε από μικρός ελληνική μυθολογία, η οποία ακόμη και σήμερα αποτελεί έμπνευση για εκείνον. «Η οπτική αφήγηση, το να λέω δηλαδή ιστορίες μέσα από τα εξώφυλλα περιοδικών, είναι κάτι που με συναρπάζει και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει τεράστια δυναμική. Τη δυνατότητά μου να εμπνέομαι από την πραγματικότητα και να αποτυπώνω τις ιδέες μου στο χαρτί με τέτοιο τρόπο που να κάνει τους αναγνώστες να σκέφτονται και να προβληματίζονται, είναι κάτι που το χρωστώ στις ελληνικές ρίζες μου», λέει.

«Με απέρριψαν πολλές φορές»

Πριν κάποια χρόνια, όταν έβλεπε κάθε εβδομάδα στο τραπέζι του σαλονιού το περιοδικό ΤΙΜΕ, του οποίου οι γονείς του ήταν συνδρομητές, δε φανταζόταν ότι κάποτε το έντυπο αυτό θα κυκλοφορούσε με εξώφυλλο που θα είχε την υπογραφή του. «Ξεκίνησα από μικρός να διαβάζω το ΤΙΜΕ κι όσο μεγάλωνα άρχισα να αγοράζω το New Yorker για την ποιότητα της δημοσιογραφίας του και τα εμβληματικά εξώφυλλά του. Σήμερα αισθάνομαι ευγνώμων που μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω και στα δύο αυτά έντυπα. Πρόκειται για μια πολύ απαιτητική και ιδιαίτερα ανταγωνιστική δουλειά και δεν είναι λίγες οι φορές που πολλές από τις ιδέες που εγώ θεωρώ ιδανικές, έχουν απορριφθεί», εξηγεί. Αυτό, όπως λέει, είναι αρκετά ταπεινωτικό για τον ίδιο και ο βιοπορισμός του δεν είναι ποτέ σίγουρος. «Όμως έχω τέτοιο πάθος για ό,τι κάνω που καμιά δυσκολία δε μπορεί να με αποτρέψει. Συνεχίζω απτόητος να υποβάλλω τις ιδέες μου έχοντας πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι μπορεί να μη γίνουν δεκτές».

«Είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας»

Ο ομογενής σκιτσογράφος έχει επισκεφθεί τη χώρα μας μονάχα μία φορά, στην οποία όμως πρόλαβε να δει αρκετά μέρη, όπως την Αθήνα, το Βόλο, τους Δελφούς και την Κεφαλλονιά. «Αυτό που θυμάμαι με νοσταλγία είναι να κάθομαι σε ένα καφενείο με τις ώρες πίνοντας ρετσίνα και τρώγοντας ελληνικές παραδοσιακές γεύσεις. Θέλω σίγουρα να ξανά έρθω και να φέρω τη σύζυγο και την κόρη μου που δεν έχουν έρθει ποτέ». Στην επόμενη επίσκεψή του θέλει να περιηγηθεί σε τόπους που γράφτηκαν σελίδες της ελληνικής ιστορίας αλλά και να πάει στη Λήμνο, απ’ όπου κατάγεται η οικογένεια του πατέρα του.

Πριν λίγες ημέρες έγινε γνωστή και η πρώτη του συνεργασία με τη χώρα μας καθώς το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που φέτος γιορτάζει τα 60 του χρόνια, επέλεξε τον Τζον Μαυρουδή προκειμένου να φιλοτεχνήσει την αφίσα του. Πρόκειται για ένα γραμματόσημο, στο οποίο απεικονίζεται ο θεατής του φεστιβάλ σχεδιασμένος από λέξεις κινηματογραφικές στην αγγλική γλώσσα. «Είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτή τη δουλειά. Το γραμματόσημο ανέκαθεν μου άρεσε να το χρησιμοποιώ στα έργα μου καθώς πρόκειται για ένα διεθνές σύμβολο επικοινωνίας. Ό, τι δηλαδή κάνει κι ένα φεστιβάλ κινηματογράφου», εξηγεί και καταλήγει: «Νιώθω περήφανος που είμαι Έλληνας αλλά αισθάνομαι άσχημα που δε μιλώ τη γλώσσα, αν εξαιρέσετε κάποιες λέξεις. Είναι στα άμεσα σχέδιά μου όμως να τη μάθω».

Αφίσα για το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης