Φίνος: Ο ριζοσπάστης κινηματογραφιστής μέσα από τις διηγήσεις του πιο στενού του συνεργάτη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία και τέχνη που μετρά δύο γενιές, το ισόγειο στούντιο του 80χρονου κινηματογραφιστή Νίκου Καβουκίδη σε μια γωνιά της λεωφόρου Καρέα, μπορεί ακόμα ν’ αντιστέκεται στο χρόνο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η αυστηρή φιγούρα του πρωτοπόρου Φιλοποίμενος  Φίνου, κάμερες από τη δεκαετία του ’30 με τις οποίες κινηματογραφήθηκαν τα ιστορικά γεγονότα στο Μέτωπο και αργότερα στην Αθήνα, παραμένουν αλώβητα για να θυμίζουν σε όλους τα χρόνια τα παλιά. Άλλωστε, ο κ. Καβουκίδης είναι από τους ελάχιστους εναπομείναντες συνεργάτες του «πατριάρχη» – όπως του αρέσει να τον αποκαλεί – του κινηματογράφου και μετέπειτα ιδρυτή της Finos Film αλλά κι ένας άνθρωπος που τον έζησε από πολύ κοντά, μια και από την ηλικία των 15 ετών παράτησε το σχολείο και δούλευε στα στούντιο του Φίνου στα Εξάρχεια.

«Έχω κλείσει 63 χρόνια στον κινηματογράφο και θεωρώ τον Φίνο πνευματικό μου πατέρα», μου λέει. Κατά τον αγώνα ενάντια στην ιταλική επίθεση ο πατέρας του κ. Καβουκίδη, Γιώργος – πρωτοπόρος κινηματογραφιστής της εποχής-, τραβούσε πλάνα με το Φίνο από την προσπάθεια των Ελλήνων στο Μέτωπο. Τα περισσότερα από αυτά καταστράφηκαν από τους Γερμανούς με την έναρξη της Κατοχής, ωστόσο κάποια – που παρουσιάζονται στο παρών site – διασώθηκαν.

Εικόνα από πλάνα που τράβηξε κατά την περίοδο της Κατοχής ο Φίνος με τον Γιώργο Καβουκίδη

Εικόνες από τα πλάνα του Φιλοποίμενα Φίνου και Γιώργου Καβουκίδη που διασώθηκαν

Ωστόσο, ο Φίνος δεν πτοήθηκε από το περιστατικό αυτό και η ακαταμάχητη επιθυμία του να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο τον οδήγησε το 1942, μια περίοδο σκληρής Γερμανικής Κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε πείνα και εκτελέσεις, στη δημιουργία της πρώτης ταινίας του με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς». «Ο πατέρας μου είχε αρκετές λίρες τότε και χρηματοδότησε την ταινία με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και τον Αιμίλιο Βεάκη. Έβαλε βέβαια και ο Φίνος λεφτά. Ήταν η πρώτη ταινία της Κατοχής και έγινε εθνικό θέμα», σημειώνει ο κ. Καβουκίδης. Μάλιστα, ο ενθουσιασμός των Αθηναίων ήταν τέτοιος που η πρεμιέρα στον κινηματογράφο Rex πήρε χαρακτηριστικά συλλαλητηρίου με λαμπάδες στην οδό Πανεπιστημίου, πράγμα που εξόργισε τους Γερμανούς.

Όπως εξηγεί ο κ. Καβουκίδης, η λαμπρή πορεία του Φίνου στον ελληνικό κινηματογράφο οφείλεται πρωτίστως στο πάθος που διέκρινε τον Έλληνα παραγωγό ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. «Ήταν παθιασμένος με αυτό που έκανε. Ζούσε γι’ αυτό. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν στο στούντιο. Δεν έβγαινε ούτε για να φάει», αναφέρει και τονίζει ότι από τα εργαστήριά του Φίνου πέρασαν και αναδείχτηκαν όλες οι λαμπρές προσωπικότητες του ελληνικού κινηματογράφου. «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκος Αλεξανδράκης αλλά και σκηνοθέτες, όπως ο σπουδαίος Αλέκος Σακελλάριος και ο Νίκος Τσιφόρος ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Φίνο». Μάλιστα, ο καλλιτέχνης των επιτυχιών Αλέκος Σακελλάριος ασχολήθηκε με το αντικείμενο έπειτα από παρότρυνση του Φίνου. Όπως θυμάται ο κ. Καβουκίδης, όταν ο Έλληνας παραγωγός ήθελε το 1948 να γυρίσει την ταινία ‘’Οι Γερμανοί ξανάρχονται’’  με  τους Βασίλη Λογοθετίδη και Γεωργία Βασιλειάδου, πρότεινε στον τότε θεατρικό συγγραφέα Σακελλάριο να σκηνοθετήσει. «Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει ιδέα, δεν ήθελε να το κάνει αλλά ο Φίνος επέμενε, του έβαλε δίπλα τον Ντίνο Καρύδη που ήξερε να στήνει τα πλάνα και να χειρίζεται τις μηχανές και κάπως έτσι ξεκίνησε τη μεγάλη του καριέρα στη σκηνοθεσία ο Σακελλάριος. Μαζί του έκανα την ταινία ‘’Δόλωμα’’ με τη Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Η Τζένη Καρέζη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία «Κοντσέρτο για Πολυβόλα»

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του σπουδαίου παραγωγού που αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας, ήταν η συνέπειά του απέναντι στους συνεργάτες του, τους οποίους πλήρωνε κάθε 15 μέρες. Όταν όμως γύρισε την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν, για την οποία δαπάνησε ένα αρκετά μεγάλο ποσό, δεν μπόρεσε να πληρώσει τους συνεργάτες του διότι οι εισπράξεις ήταν πολύ χαμηλές. «Ζήτησε δανεικά για να μας πληρώσει, τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Φίνος», αναφέρει με συγκίνηση ο κ. Καβουκίδης και συνεχίζει: «Είπε τότε στον Αλέκο Σακελλάριο να κάνουμε μια ταινία γρήγορα, προκειμένου η Finos Film να πάρει τα πάνω της. Έγραψε λοιπόν ο Σακελλάριος τον ‘’Ηλία του 16ου’’ και μέσα σε πέντε εβδομάδες τη γυρίσαμε, τη μοντάραμε και βγήκε στις αίθουσες. Μας είχε δώσει βιταμίνες ο Φίνος για να αντέξουμε τις πολλές ώρες εργασίας. Η ταινία έσκισε και η Finos Film επανήλθε στα καλά της».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία »Το ξύλο βγήκε απ’τον Παράδεισο»

«Ο κατσαβιδάκιας»

Ένα από τα πολλά παρατσούκλια που είχαν βγάλει οι συνεργάτες του στο Φίνο ήταν αυτό του «κατσαβιδάκια». Κι αυτό διότι, όπως διηγείται ο κ. Καβουκίδης, του άρεσε να επισκευάζει όλες τις κάμερες που αγόραζε. «Δεν λυπόταν τα χρήματα, έπαιρνε πάντα τα καλύτερα μηχανήματα από Γαλλία και Γερμανία, αλλά τα αγόραζε μεταχειρισμένα για να τα φτιάχνει ο ίδιος μετά με το κατσαβίδι του. Έπιαναν πολύ τα χέρια του», λέει τονίζοντας ότι όταν ο Φίνος έφερε στην Ελλάδα τα μαγνητόφωνα Nagra ξεκίνησε να τα λύνει με το κατσαβίδι του κι έστειλε επιστολή στην ελβετική εταιρία μέσω της οποίας παρότρυνε τους τεχνικούς να προβούν σε μα διόρθωση. «Ο κατασκευαστής Στέφαν Κουντέλσκι ανέφερε ότι η συγκεκριμένη διόρθωση προήλθε ύστερα από επισήμανση του Φίνου αλλά ο ίδιος δε ζήτησε ποτέ χρήματα γι’αυτό. Δεν ήταν καθόλου φιλάργυρος», αναφέρει και θυμάται ένα περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας «Κλωτσοσκούφι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

«Στην ταινία αυτή ήμουν οπερατέρ και η μισή γυρίστηκε με πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Νικουλινάκο. Όταν μετά είδε τα πλάνα ο Φίνος, αποφάσισε ότι δεν του άρεσε ο Νικουλινάκος, φώναξε τον Αλέκο Αλεξανδράκη και γυρίσαμε από την αρχή τα πλάνα. Αυτή η διαδικασία είχε πολλά έξοδα αλλά ο Φίνος δε λογάριαζε τίποτα. Η τελειομανία του στο θέμα της ποιότητας των ταινιών του ήταν πρωτόγνωρη».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας ο κύριος Καβουκίδης φανερά συγκινημένος θυμήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φιλοποίμενα Φίνου, τα οποία όπως είπε, τα πέρασε μέσα στο στούντιό του. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο ο Φίνος αγόρασε την πρώτη του ολοκαίνουρια κάμερα, την οποία είχε δίπλα στο κρεβάτι του και την »ψαχούλευε». «Ήταν μια μορφή πολύπλευρη, ένας διορατικός κινηματογραφιστής που όμοιός του δεν υπήρχε στην Ευρώπη. Νιώθω ευτυχής από την καριέρα μου στην 7η τέχνη κι αυτό το οφείλω στον Φίνο», καταλήγει.

Ο συλλέκτης που μάζεψε χιλιάδες έργα του Μάνου Χατζιδάκι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν καλοκαίρι του 1987 σ’ένα από εκείνα τα κλασσικά καφενεία της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο 20χρονος τότε Γιάννης Μπότσας άκουσε ξαφνιασμένος στις συζητήσεις της ομήγυρης επαινετικά σχόλια για τη μουσική του Μάνου, έτσι τον αποκαλούσαν, με το μικρό του όνομα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο νεαρός Γιάννης πίστευε ότι η μουσική του Χατζιδάκι και τα τραγούδια του απευθύνονταν μονάχα σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις ελίτ, όπως έχουμε συνηθίσει να τις αποκαλούμε.

Μάλιστα, το γεγονός ότι άνθρωποι του μεροκάματου έτρεφαν τόσο μεγάλη εκτίμηση για το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, του κίνησε την περιέργεια και την ίδια κιόλας ημέρα πήγε στην επετειακή συναυλία που έδωσε ο συνθέτης στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ημέρα έως και σήμερα, ο Γιάννης αφιέρωσε αμέτρητες ώρες αλλά και δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη συλλογή δίσκων, παρτιτούρων, επιστολών αλλά και ανέκδοτου υλικού του συνθέτη.

«Μόλις γύρισα σπίτι μου από τη συναυλία του 1987, στα αυτιά μου ηχούσε συνεχώς η »Μπαλάντα των Αισθήσεων». Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου αυτή την υπέροχη μελωδία που είχα την τύχη να απολαύσω ζωντανά. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, έχω συλλέξει από δισκοπωλεία και δημοπρασίες σπάνιο υλικό και νιώθω πολύ περήφανος γι’αυτό», μου λέει ο 51χρονος σήμερα ιδιωτικός υπάλληλος.

Εξώφυλλο του περιοδικού »ΕΙΚΟΝΕΣ» με το Μανος Χατζιδάκι, από τη συλλογή του κ. Μπότσα

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για την επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας

Στη σπάνια συλλογή του θα βρει κανείς όλες τις πρώτες εκδόσεις δίσκων 33 και 45 στροφών, δίσκους γραμμοφώνου, φωτογραφίες με το έργο του Χατζιδάκι από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τις συναυλίες του καθώς και σπάνιες παρτιτούρες, επιστολές του συνθέτη, αφίσες κινηματογράφου αλλά και όλα τα προγράμματα που μοιράζονταν στους θεατές από το 1944 ώς και το 1998, τη χρονιά δηλαδή που ο Χατζιδάκις συμμετείχε τελευταία φορά ως μουσικός σε θεατρική παράσταση. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει προς στο κοινό ένα μέρος του υλικού που έχει στην κατοχή του, δημιούργησε την ιστοσελίδα manoshadjidakis.com αλλά και ένα κανάλι στην διαδικτυακή πλατφόρμα youtube όπου μπορεί να ακούσει κανείς συνεντεύξεις του συνθέτη, αποσπάσματα από ταινίες με συνθέσεις του, ραδιοφωνικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ για το »Μεγάλο Ερωτικό» καθώς και ανέκδοτα τραγούδια.

«Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο μουσικές του Χατζιδάκι που έχω στην κατοχή μου και δεν είναι ευρέως γνωστές. Δεν σκέφτηκα στιγμή ότι επειδή δαπάνησα ένα αρκετά μεγάλο ποσό, θα έπρεπε να το απολαύσω μόνος μου. Άλλωστε η »απαγόρευση» είναι μια λέξη που δεν ταίριαζε στο πνεύμα του Χατζιδάκι», λέει και προσθέτει: «Στο κανάλι μου θα βρει κανείς μεταξύ άλλων μια οριεντάλ σύνθεσή του για την ταινία »Το Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου που γυρίστηκε το 1958, θα ακούσει τη μουσική του με την οποία »ντύθηκαν» οι εικόνες του ντοκιμαντέρ «Ατλαντίδα» που γυρίστηκε το 1978 από τον Jacques-Yves Cousteau, παρουσιάσεις δίσκων από τον ίδιο τον Χατζιδάκι, αποσπάσματα από ραδιοφωνικές του εκπομπές, δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών και πολλά άλλα ηχητικά ντοκουμέντα».

Συλλεκτικό εξώφυλλο από δίσκο του Χατζιδάκι, ζωγραφισμένο στο χέρι

Η συλλογή του καλλιτεχνικού αυτού θησαυρού έγινε με πολύ κόπο και ατέλειωτες ώρες έρευνας. Ενδεικτικό των όσων τράβηξε προκειμένου σήμερα να έχει στην κατοχή του αυτό το σπάνιο υλικό, είναι η προσπάθειά του να αποκτήσει την ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι» που γυρίστηκε το 1962 από Αμερικανό παραγωγό με μουσική του Χατζιδάκι. «Η ταινία δεν είχε προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα και για να τη βρω έπρεπε να απευθυνθώ σε ταινιοθήκες του εξωτερικού. Μετά από αμέτρητες επιστολές και δεκάδες e-mails η ταινιοθήκη της Αμερικής μου την έστειλε. Η όλη διαδικασία κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια ενώ για τη μετροπή της ταινίας από το αμερικανικό σύστημα της δεκαετίας του ’60 σε σημερινή μορφή DVD, έδωσα 400 δολάρια», λέει ο κ. Μπότσας.

Η ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι, την οποία ο κ. Μπότσας απέκτησε μετά από τρία χρόνια συνεχούς προσπάθειας

Κλειστές πόρτες

Όταν το 2012 ο Γιάννης Μπότσας αποφάσισε να εκθέσει το αρχειακό υλικό του για τον συνθέτη – σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας, απευθύνθηκε στο επίσημο αρχείο του Μάνου Χατζιδάκι, στο  Μέγαρο Μουσικής, το ίδρυμα Ωνάση, το μουσείο Μπενάκη, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Ωνάση στη λεωφόρο Συγγρού,το   ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την Εθνική Πινακοθήκη. «Εκείνο που με λύπη διαπίστωσα είναι πως οι ιθύνοντες του πολιτισμού στη χώρα μας δεν ενδιαφέρονται για τη διάσωσή του αλλά μονάχα για τις δημόσιες σχέσεις. Αν ήμουν ένας επιφανής Αθηναίος κι όχι ένας απλός ιδιωτικός υπάλληλος, θα είχα πάρει το »πράσινο φως»», λέει με παράπονο.

Ο κ. Μπότσας δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το ίνδαλμά του. Ακόμη και την ημέρα που ο Μάνος Χατζιδάκις «ταξίδεψε» για πάντα στην Οδό Ονείρων, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία του. Ωστόσο, το ερώτημα που τον βασανίζει σήμερα, μετά από δύο δεκαετίες διαρκούς ενασχόλησης με το έργο του συνθέτη, είναι το εξής: «Για ποιο λόγο ενώ έγραφε τόσο σπουδαίες μουσικές, οι οποίες μάλιστα πήραν διεθνή βραβεία που ο κόσμος δεν γνωρίζει, δεν τις δισκογράφησε ώστε να μπορούν σήμερα όλοι να τις απολαύσουν;».

Hilton Athens: More than a Grand Hotel; a Modern Landmark

by Kelly Fanarioti

”A hotel of immense wealth is going to be erected in Athens”, the great newspapers of the time wrote in the late ’50s. And they did not exaggerate. The construction of the chain’s first hotel in the Greek capital, which costed the astronomical amount of $15 million, was an important social, political, economic and architectural achievement.

Architect Spyros Staikos is presenting the hotel’s building plans to then Prime Minister Konstantinos Karamanlis with future President of the Republic Konstantinos Tsatsos and Minister Emmanuel Kephalogiannis

In April 1963, the landmark hotel of Athens opened its doors to the public in the presence of Conrad Hilton, who had said: “I agree with those who think Hilton Athens Hotel is the most beautiful Hilton in the world”. This emblematic building on Vasilissis Sofias Street has 506 rooms, of which 34 suites, and the largest total number of rooms in the city overlooking the Acropolis. The rooms are spacious and all have a private balcony with stunning views. Hilton Athens has 23 conference and event rooms including a luxurious ballroom of 1300 people.

The building which was designed by the architects Emmanuel Voureka, Prokopios Vasiliadis and Spyros Staikos, presents the following originality: it belongs to the category of the big cosmopolitan hotels, however, its external form combines the modern with the classic. Pentelic marble is used, as well as the monumental reliefs of the painter Yannis Moralis, with their archaic themes, giving a “Greek” touch.

Conrad Hilton, with government Minister Panagiotis Papalegouras and ship magnate Stratis Andreadis at the inauguration of Hilton Athens

The official inauguration of the Hilton Athens took place on April 20, 1963, with three-day festive events gathering distinguished guests from all over the world and offering an unprecedented event for the city’s socialites.

According to Communications Director Tina Toribaba in an interview with NEO magazine, Hilton was the favorite meeting point of the high end – and not only – Athenians since day one, presenting new and unique experiences.

“The hotel offered for the first time a ‘barbecue party’, which today has become the favorite summer fun for all. It had also inaugurated Christmas and Easter meals in public space. Until then the great holidays were celebrated only in a close family context. At the same time, it introduced the Athenians to the burger and the club sandwich. Another pioneering feature was the establishment of the ‘Athens Art Gallery’, also known as the Hilton-Gallery, which operated within the hotel bringing together art lovers from various venues and places.

In 2004 the Hilton Athens was fully renovated to become the official seat of the International Olympic Committee during the Athens Olympic Games, and in 2011 the headquarters of the Organizing Committee of the Special Olympics World Games also held in Athens.

During the half-century of its operation, great personalities have passed through the sumptuous lobby of the hotel. Aristotle Onassis, the popular singer and actor Frank Sinatra, the Oscar-winning actor Anthony Quinn, the director and screenwriter Ingmar Bergman are just a few.

Director Ingmar Bergman with this wife at Hilton’s roof top enjoying the Acropolis view

“Heads of State, famous artists and internationally prestigious scientists preferred the hotel for their stay in Athens. Hilton has always been considered a reference point for the international jet set. In recent years, this impressive hotel has evolved into a favorite Athenean venue, whether to taste original American hamburgers and club sandwiches at the Byzantino Restaurant and or original cocktails in Galaxy Bar with its spectacular Acropolis view”, explains Ms. Toribaba. “It uniquely combines the services and facilities of a business hotel and a resort. Thus, in addition to conferences and business meals, guests have the choice of having fun between four restaurants, including the famous Milos, and two bars. At the same time, from May to October, guests have free access to Hilton’s outdoor swimming pool, the largest outdoor pool in the city center. ”

Author Julie Nixon Eisenhower

 

In addition, they can experience a few moments of luxury at the Hiltonia Spa, a fully equipped fitness center with an indoor heated pool, a sauna, a steam room and hot tub, a fully equipped Pilates Room and massage services. There is also a hair salon and a beauty center.

“As for in-hotel shopping, Hilton Athens has a news stand, a delicatessen, a jeweler’s shop, a brand name store, and a patisserie. In addition, the hotel has a barber and a laundry room,” says Ms. Tina Toribaba.

The most impressive living space in Hilton is the 220 square meters Presidential Suite which offers a spectacular view of the Acropolis and Lycabettus. In addition, it has a living room with home cinema, dining area, desk, kitchen with separate entrance, bedroom, bathroom with Jacuzzi and Acropolis view, WC and dressing room. “The suite also offers access to the Hiltonia Spa for use of the gym and indoor heated pool and the Executive Lounge with its own reception and a lounge offering drinks and small meals throughout the day.”

In recent years, Athens has been attracting visitors from all over the world exceeding its hotels’ capacity during the summer months. The same goes for Hilton. ”Bookings have been increasing steadily over the past years, mainly with people from Great Britain and the United States,” Ms. Toribaba explains. “Hilton Athens is not just a hotel but an integral part of the city’s social, business and cultural life. While enjoying a privileged location in the heart of the city, at the same time it is a haven of peace and relaxation. It also stands out for its aesthetics, elegance, discreet luxury and the natural light that is diffused on its premises”.

Finally, Athens Hilton symbolizes the warm Greek hospitality while providing services of international standards and it is a pillar in the effort to further enhance Athens as a preferred international tourist destination.

Τρεις σύγχρονοι «Ροβινσώνες» στο Αιγαίο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Αποκομμένα από τον σύγχρονο πολιτισμό σε ένα μικρό νησί μόλις 350 στρεμμάτων στα Δωδεκάνησα κατοικούν μόνα τους τρία αδέρφια ηλικίας 60, 65 και 77 ετών. Ζώντας σαν σύγχρονοι Ροβινσώνες Κρούσοι, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους και τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, αρνούμενοι πεισματικά να εγκαταλείψουν το Μαράθι, τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Ένας εξ αυτών, ο 65χρονος Μιχάλης Κάβουρας, που κάθε πρωί υψώνει τη γαλανόλευκη στο μικρό λιμάνι του νησιού, ακούγεται με δυσκολία στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, καθώς η περιοχή είναι δύσβατη και το σήμα αδύναμο. «Ένας κεραυνός πριν από έναν μήνα έκαψε τα πάντα και δεν έχω πια τηλεόραση και σταθερό τηλέφωνο. Εγώ και τα αδέρφια μου είμαστε πλήρως αποκομμένοι από τον κόσμο» αναφέρει, τονίζοντας ότι παρά τις αλλεπάλληλες κρούσεις που έκανε στην εταιρία παροχής κανένας δεν έχει ενδιαφερθεί.

«Αν χρειαστούμε οτιδήποτε το βράδυ, βγαίνουμε έξω από το σπίτι με τον φακό, καθώς δεν έχουμε ρεύμα τον τελευταίο χρόνο, και ανεβαίνουμε στο βουνό προκειμένου να βρούμε σήμα. Αναβιώνουμε στιγμές περασμένων δεκαετιών» συμπληρώνει. Όμως, τα προβλήματα για τον κ. Μιχάλη και τα αδέρφια του δεν σταματούν εδώ. Ο τόπος διαμονής τους, στον οποίο το ρεύμα έφτασε πριν από μόλις έξι χρόνια (!), είναι ξεχασμένος από τον Πολιτεία.

Ο ίδιος, έχοντας επιζήσει από δύο εμφράγματα, προσεύχεται καθημερινά να βγει η μέρα χωρίς προβλήματα, διότι στο νησί δεν υπάρχει γιατρός. Μάλιστα, στην ταβέρνα που διατηρεί στο Μαράθι και η οποία λειτουργεί μόνο λίγες ημέρες κάθε Αύγουστο, ένας νεαρός τουρίστας έχασε τη ζωή του.

«Δεν υπάρχει γιατρός εδώ ή στους Αρκιούς, που είναι πολύ κοντά, και ώσπου να βρούμε βάρκα και να τον μεταφέρουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο που απέχει δύο ώρες πέθανε. Και τα άλλα δύο αδέρφια μου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά κανείς δεν μας δίνει σημασία» λέει με παράπονο. Το έσοδά τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα και προέρχονται κατά κύριο λόγο από την ταβέρνα που λειτουργούν λίγες ημέρες τον Αύγουστο.

Τα τρία αδέρφια επιβιώνουν με μεγάλη δυσκολία και η διατροφή τους βασίζεται κυρίως στα ψάρια.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι ο καιρός θα μας επιτρέψει να λάβουμε τρόφιμα. Φέτος τον χειμώνα το καΐκι έκανε έως και 15 μέρες να μας φέρει ψωμί. Ωστόσο, εγώ όχι μόνο πληρώνω τον ίδιο φόρο με κάποιον που ζει σε χωριό ή πόλη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάει να αγοράσει τα τρόφιμα που θέλει, αλλά καλούμαι να δώσω και πέντε ευρώ στο καΐκι, το οποίο είναι ήδη επιδοτούμενο» λέει και καταλήγει: «Είμαι τόσο αγανακτισμένος, που φοβάμαι πως καμιά μέρα θα μου στρίψει και θα υψώσω την τουρκική σημαία».

Ιστορικός θησαυρός στο Δρομοκαΐτειο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Μετεβλήθη εντός μου κι ο ρυθμός του κόσμου», έγραψε μέσα από  τα αφιλόξενα δωμάτια του Δρομοκαΐτειου, όπου νοσηλεύτηκε σε ηλικία 42 ετών και πέθανε τέσσερα χρόνια αργότερα, ο μεγάλος Έλληνας λογοτέχνης και συγγραφέας του διηγήματος «Το αμάρτημα της μητρός μου», Γεώργιος Βυζηινός.

Ο παράφορος έρωτάς του για μια 14χρονη μαθήτριά του, τη Μπετίνα, την οποία πολιορκούσε διαρκώς επιθυμώντας να την παντρευτεί, αποτέλεσε την αφορμή για τον στενό του φίλο και τότε διευθυντή του Ωδείου Αθηνών, να τον μεταφέρει στο ψυχιατρείο. Βλέποντας ότι η κατάσταση του Βυζηινού χειροτέρευε, του υποσχέθηκε πως θα τον παντρέψει με την αγαπημένη του λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Του φόρεσε γαμπριάτικο κοστούμι, καπέλο και με ένα κάρο τον οδήγησε στο «Δρομοκαΐτειο Φρενοκομείο» στις  9 Απριλίου 1892.  Η γνωμάτευση ήταν «γενική παράλυση των φρένων».

Το πρώτο ποίημα που έγραψε εντός των τειχών του ψυχιατρείου καθώς και πολλά άλλα ανέκδοτα έργα σπουδαίων προσώπων των γραμμάτων και των τεχνών που νοσηλεύτηκαν εκεί, στον κόσμο της παράνοιας,  τίθενται σήμερα στη διάθεση του κοινού στο μουσείο που στεγάζεται στον αύλειο χώρο του Δρομοκαΐτειου, στις παρυφές της Ιεράς Οδού.

«Ο επισκέπτης μπορεί να δει έργα τέχνης επιφανών ζωγράφων  όπως των Ανδρέα Κρυστάλλη και  Βαλεντίνου Ίλβες που φιλοτέχνησαν ενώ νοσηλεύονταν εδώ, πιστοποιητικά, ερωτικές επιστολές, χαμένα αντικείμενα ασθενών και πολλά άλλα», μου λέει ο υπεύθυνος του μουσείου Κώστας Παντελάκης. Ο ίδιος εργάζεται στην τεχνική υπηρεσία του νοσοκομείου τα τελευταία 30 χρόνια και ανέλαβε μαζί με έναν συνάδελφό του να συλλέξουν τον ιστορικό αυτό θησαυρό που ήταν παραπεταμένος στα πιο απίθανα σημεία εντός και εκτός του ψυχιατρείου. «Η έρευνά μας κράτησε πέντε περίπου χρόνια. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη κάθε φορά που έβρισκα κάτι που φανέρωνε την ιστορία του νοσοκομείου. Ένα από τα αντικείμενα μεγάλης σημασίας για την πορεία της ψυχιατρικής που εντόπισα πεταμένο σε ένα παλιό κλιμακοστάσιο, είναι μια συσκευή ηλεκτροσοκ», λέει περήφανα και προσθέτει: «τα αντικείμενα των ασθενών τα βρήκαμε σε δύο μεγάλες σακούλες σκουπιδιών. Δαχτυλίδια, ρολόγια, μουσικά όργανα, όλα ήταν ανακατεμένα με περιττώματα ποντικιών. Τα καθαρίσαμε, τα συντηρήσαμε και σήμερα εκτίθενται στο κοινό».

Προπολεμικά χαρτονομίσματα ασθενών

Τα πρώτα βιομηχανικά ψυχοτρόπα φάρμακα το 1950

Ανέκδοτες ερωτικές επιστολές του Κωστή Παλαμά

Στο μουσείο ο επισκέπτης θα δει μεταξύ άλλων χειρόγραφες επιστολές του Κωστή Παλαμά από την περίοδο που ήταν έφηβος. Μια καλοκαιρινή επίσκεψή του στο Αργοστόλι το 1876, τον έφερε αντιμέτωπο με τον πρώτο του έρωτα, την Ισαβέλλα. Μόλις επιστρέφει στην Αθήνα, εξομολογείται στον φίλο του και ποιητή Νικόλαο Καμπά τα συναισθήματά του για τη νεαρή κοπέλα και αποφασίζουν να γράψουν ο καθένας τους από μία ακροστιχίδα που φέρει το όνομα της Ισαβέλλας. Σε εκείνη την ακροστιχίδα ο Νικόλαος Καμπάς υπογράφει ως «Ωρίων».

Ακολούθησαν κι άλλα, πολλά ποιήματα και επιστολές που ο εθνικός μας ποιητής και μια από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας, έστειλε στην αγαπημένη του. Σαράντα χρόνια μετά, η 17χρονη ανιψιά της Ισαβέλλας, περνά το κατώφλι του ψυχιατρείου προκειμένου να νοσηλευτεί. Μαζί της κουβαλούσε ως καύχημα τις επιστολές αυτές που είχαν αποδέκτη τη θεία της όμως οι φύλακες του νοσοκομείου κράτησαν τα προσωπικά της αντικείμενα.

Ερωτική επιστολή του Κωστή Παλαμά προς την Ισαβέλλα

Ανάμεσα από τα ερωτικά γράμματα του Κωστή Παλαμά και τα πιστοποιητικά εισαγωγής του Γεωργίου Βιζυηνού, υπάρχουν δεκάδες επιστολές του Έλληνα λόγιου και πρώτου προέδρου της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής Δημήτριου Βικέλα. «Μετά τον θάνατο του Ζώρζη Δρομοκαΐτη, ο οποίος διέθεσε τα χρήματα για την ανέγερση του ψυχιατρείου, ο Δημήτριος Βικέλας που βρισκόταν στη Γαλλία έστειλε οδηγίες για την ανέγερση του κτιρίου. Είχε εμπειρία από ψυχιατρεία διότι η σύζυγός του νοσηλευόταν σ’ένα τέτοιο νοσοκομείο στη Γαλλία», επισημαίνει ο κ. Παντελάκης.

Ιστορία της ψυχιατρικής

Μέσα στο κτίριο του μουσείου ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με παλιές, καταδικαστέες πλέον από την επιστημονική κοινότητα, πρακτικές τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι γιατροί  προκειμένου να «θεραπεύσουν» τους ψυχικά νοσούντες. Οι ζουρλομανδύες και η μέθοδος της ψυχρολουσίας είναι κάποιες από αυτές. «Χρησιμοποιώντας πήλινες κάνουλες οι γιατροί έριχναν με μεγάλη πίεση πάγο στα σώματα των ασθενών. Τότε δεν υπήρχαν φάρμακα και οι ψυχίατροι πίστευαν πως με αυτό το σοκ ο οργανισμός του ψυχασθενούς θα συνερχόταν. Μετά την ψυχρολουσία έβαζαν τους ασθενείς να περπατούν για δέκα περίπου λεπτά προκειμένου να κυκλοφορήσει ξανά το αίμα στο σώμα τους. Η πρακτική αυτή άρχισε να εφαρμόζεται το 1903 και στο μουσείο ο επισκέπτης θα βρει εκτός από τις πήλινες κάνουλες και ειδικό εγχειρίδιο της εποχής για γιατρούς και νοσηλευτές», υπογραμμίζει ο κ. Παντελάκης.

Μέσα από αυτές τις κάνουλες έριχναν πάγο με πίεση στα σώματα των ψυχικά ασθενών

Ζουρλομανδύας

Στα τέλη της δεκαετίας του ’30 δύο Ιταλοί ψυχίατροι εφεύρουν τη μέθοδο του ηλεκτροσοκ, η οποία πολύ σύντομα εξαπλώνεται στην Αμερική και αργότερα στην Ευρώπη. Στο Δρομοκαΐτειο το ηλεκτροσοκ έχει καταργηθεί τα τελευταία 30 χρόνια, ωστόσο, στο μουσείο υπάρχουν όλες οι συσκευές που χρησιμοποιούσαν οι γιατροί του νοσοκομείου στο παρελθόν προκειμένου να διοχετεύσουν ηλεκτρικό ρεύμα στον εγκέφαλο των ψυχικά ασθενών. «Έχουν δει πολλά τα μάτια μου όσα χρόνια δουλεύω εδώ. Ευτυχώς η επιστήμη προχώρησε και πλέον τα φάρμακα κάνουν θαύματα», καταλήγει ο κ. Παντελάκης.

Ο Βαλεντίνο Ίλβες το 1952 ζωγραφίζει σε θάλαμο του νοσοκομείου

Η πρώτη συσκευή ηλεκτροσόκ που χρησιμοποιήθηκε στο Δρομοκαΐτειο

*Στην κεντρική εικόνα του κειμένου βλέπετε τη γενική άποψη του Δρομοκαΐτειου το 1902. Στο βάθος η μικρή τότε Αθήνα και ο χωματόδρομος που διασχίζει είναι η αρχέγονη Iερά Οδός.

Η τουρίστρια της Αμοργού που έγινε μοναχή και «ανέστησε» εγκαταλελειμμένη μονή από το 1757

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν μετά από είκοσι ώρες ταξίδι, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την… άγονη τότε Αμοργό προκειμένου να περάσει εκεί τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αρκετά χρόνια μετά, το 2011, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, ως μοναχή πια, αναβιώνοντας παράλληλα τη μονή του Αγίου Γεωργίου Βαρσαμίτη που ήταν κλειστή από το 1757. Ο λόγος για τη γερόντισσα Ειρήνη, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θείο της κάλεσμα, όπως το αποκαλεί, αφιερώνοντας τη ζωή της στο Χριστό και τον συνάνθρωπο.

«Μόλις κατέβηκα από το πλοίο, ένιωσα κάτι πολύ οικείο. Τότε το νησί ήταν διαφορετικό, δεν είχε αναπτυχθεί τουριστικά, εξέπεμπε μια ηρεμία που με αιχμαλώτισε», μου διηγείται η ίδια. Τότε, ήταν υπάλληλος σε εταιρία μάρκετινγκ στην Αθήνα, ωστόσο το ανήσυχο πνεύμα της την οδηγούσε συνεχώς σε νέες εσωτερικές αναζητήσεις. Παράλληλα λοιπόν με την εργασία της, μελετούσε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και διαπίστωσε ότι είχε πολλές απορίες. «Κάποια στιγμή βρήκα τον πνευματικό μου που ήταν καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και μέσα από μια διαδικασία βαθιάς αναζήτησης, »γνώρισα» τον Χριστό. Στο πρόσωπό του βρήκα τις ιδιότητες που πάντα έψαχνα στη ζωή μου, δηλαδή την απόλυτη αγάπη, τη συγχώρεση και την ειρήνη», εξηγεί. Κάπως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, εκείνο του μοναχισμού και από το 2011, όταν έγινε η κουρά της, ζει μόνιμα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην Αμοργό που ήταν κλειστό για δυόμισι αιώνες. Μάλιστα, το συντηρεί η ίδια αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνεί.

Η γερόντισσα Ειρήνη μετέτρεψε την άλλοτε εγκαταλελειμμένη μονή σε επίγειο παράδεισο

«Η τελευταία μοναχή που ζούσε εδώ, η Φιλαρέτη, πέθανε το 1757 και ο τάφος της είναι μέσα στο ναό. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, το μοναστήρι »ζωντάνεψε» και τους περισσότερους μήνες του χρόνου σφύζει από ζωή», αναφέρει. Πράγματι, ο άλλοτε εγκαταλελειμμένος ναός, έχει μετατραπεί σε επίγειο παράδεισο γεμάτο λουλούδια και δέντρα που φύτεψε η ίδια και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας που πραγματοποιείται κάθε Σάββατο, οι πιστοί κάθονται γύρω από το τραπέζι και τρώνε όλοι μαζί. «Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έρχονται άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μόλις μπαίνουν στο μικρό ναό μου λένε ότι αισθάνονται μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εγώ δεν το καταλαβαίνω διότι ζω μόνιμα σε αυτή την γλυκιά ειρήνη».

Η καθημερινότητα

Η μοναχή ξυπνά καθημερινά στις πέντε το πρωί και αφού προσευχηθεί για δύο ώρες, πίνει τον καφέ της και στη συνέχεια φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες, μέσα από τις οποίες συντηρεί το ναό. «Το πρόγραμμα είναι γεμάτο μέχρι το βράδυ. Φέρτε μου κάποιον με κατάθλιψη εδώ και θα γίνει καλά», λέει τονίζοντας πως η σωματική εργασία σε συνδυασμό με την προσφορά στο συνάνθρωπο και την επαφή με τη φύση, δεν αφήνει περιθώρια ψυχικής κατάπτωσης. Εκείνο που κάθε φορά προτρέπει τους πιστούς που συρρέουν στο γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, είναι να προσπαθήσουν να γνωρίσουν το Χριστό. «Λέω στους ανθρώπους να διαβάσουν την Καινή Διαθήκη και αφού «γνωριστούν» μαζί Του, μετά ας Του πουν με την ελευθερία της βούλησής τους »χάρηκα που σε γνώρισα» ή »γεια χαρά, δε χάρηκα». Μόνο μέσα από τη γνώση μπορείς να αποδεχθείς ή να απορρίψεις κάτι», καταλήγει.

Μάνα και κόρη συναντήθηκαν μετά από 60 χρόνια – Βιβλίο και ταινία η ιστορία τους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν το 1957 η 18χρονη Χαρίκλεια Νούλα από το χωριό Στράνωμα της ορεινής Ναυπακτίας έμεινε έγκυος, δεν φανταζόταν την κινηματογραφική τροπή που θα έπαιρνε η ζωή της. Η μικρή τοπική κοινωνία στο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας αδυνατούσε να αποδεχθεί μια ανύπαντρη μητέρα με το παιδί της, καθώς οι μονογονεϊκές οικογένειες εκείνη την εποχή συγκέντρωναν σφοδρές αντιδράσεις. Οι γονείς της την έδιωξε από το σπίτι, την αποκλήρωσαν κι εκείνη μη έχοντας κανένα απολύτως στήριγμα, έδωσε το παιδί σε ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Λίγες ημέρες αργότερα, ένα ζευγάρι από το Χιούστον των Ηνωμένων Πολιτειών υιοθέτησε το μωρό και η μικρή Λίντα μεγάλωσε, παντρεύτηκε και έκανε παιδιά στην Αμερική, μακρυά από τη βιολογική της μητέρα, η οποία δεν έπαψε στιγμή να σκέφτεται τη μέρα που την παρέδωσε στο ορφανοτροφείο. Μετά από πολλές έρευνες, αμέτρητα τηλεφωνήματα και e-mails η Λίντα έλαβε επιτέλους το πολυπόθητο μήνυμα που την ενημέρωνε πως η μητέρα της ήταν ζωντανή και την αναζητούσε. «Όταν διάβασα το γράμμα, με κυρίευσε ένα περίεργο συναίσθημα. Από τη μία ένιωθα ανακούφιση για το γεγονός ότι ζούσε ακόμη, απέραντη χαρά που δε με είχε ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια και ήθελε να με συναντήσει αλλά και μια δόση μετάνοιας που δεν ξεκίνησα νωρίτερα να την ψάχνω. Ένας από τους λόγους που δεν την αναζήτησα τόσα χρόνια ήταν ότι ο Έλληνας δικηγόρος είχε πει στους θετούς γονείς μου ότι γεννήθηκα πρόωρα και η μητέρα μου πέθανε στον τοκετό», μου λέει  η 61χρονη Λίντα Φόρεστ. Η πρώτη της επικοινωνία με τη βιολογική της μητέρα έγινε πέρυσι μέσω Skype, παρουσία μιας μεταφράστριας καθώς η ίδια δε μιλά ελληνικά. Όπως λέει, ένα μείγμα άγχους, περιέργειας και ενθουσιασμού την κυρίευσε μόλις είδε τη μητέρα της μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. «Λίγους μήνες μετά συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Ακριβώς 60 χρόνια από την ημέρα που με άφησε στο ορφανοτροφείο της Αθήνας. Με περίμενε στην πύλη με ένα μπουκέτο λουλούδια και αφού αγκαλιαστήκαμε, ξεσπάσαμε και οι δυο σε κλάματα», σημειώνει.

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

 

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης

Από την ημέρα εκείνη η ίδια και η οικογένειά της επισκέφθηκαν την Ελλάδα συνολικά 11 φορές. Όπως λέει, πλέον θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα και αυτό που αγαπά περισσότερο στη χώρα είναι η οικογένειά της. «Ο σύζυγός μου μού λέει ότι η ιστορία αυτή του θυμίζει έντονα την ταινία »Big Fat Wedding» όπου ένας Aμερικανός παντρεύεται μια Eλληνίδα και στη συνέχεια βαφτίζεται κι αυτός χριστιανός ορθόδοξος. Αυτό ακριβώς έκανε και ο άνδρας μου στις 16 Οκτωβρίου 2016. Βαφτίστηκε Ροβέρτος – Ευτύχιος στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο».

Θα κάνει ταινία την ιστορία της;

Αυτή την περίοδο η Λίντα εργάζεται πυρετωδώς καθώς έχει συγκροτήσει μια μη κυβερνητική οργάνωση με το όνομα «The Eftychia Project’ μέσω της οποίας βοηθά παιδιά που υιοθετήθηκαν τις δεκαετίες ’50 και ’60 προκειμένου να βρουν τους βιολογικούς τους γονείς. «Είμαι ένα από τα 3.000 παιδιά εκείνης της περιόδου που δόθηκαν για υιοθεσία και θέλω να βοηθήσω κι άλλους σαν εμένα. Είμαι πολύ συγκινημένη γιατί μέσω του »Eftychia project» καταφέραμε ήδη να φέρουμε σε επικοινωνία με τους βιολογικούς της γονείς μια γυναίκα, τη Ντενίς που έψαχνε την οικογένειά της επί 20 ολόκληρα χρόνια. Προς το παρόν έχει επικοινωνήσει με τους βιολογικούς της γονείς μέσω διαδικτύου και προς τα τέλη Ιουνίου θα ταξιδέψει στην Ελλάδα προκειμένου να τους γνωρίσει από κοντά», εξηγεί. Παράλληλα ετοιμάζει ένα βιβλίο στο οποίο καταγράφει το Γολγοθά που πέρασε ώστε να καταφέρει να βρει τη μητέρα της αλλά και τον εξευτελισμό που βίωσε η δεύτερη όταν έμεινε έγκυος χωρίς να έχει παντρευτεί. «Είμαστε σε επικοινωνία με έναν παραγωγό του Χόλιγουντ για το ενδεχόμενο να γίνει ταινία η ιστορία μας», καταλήγει.

 

«Ο τζόγος με οδήγησε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«O τζόγος σε ντύνει με ενα συγκεκριμένο ρουχο, το οποίο κολλάει επάνω σου και για να το βγάλεις πρέπει να γδάρεις το δέρμα σου, να βγάλεις καινούριο». Με τα παραπάνω λόγια  o 40χρονος Παναγιώτης μου περιγράφει τον γολγοθά της εξάρτησης που έζησε από τα τυχερά παιχνίδια . Τα οικονομικά και επαγγελματικά προβλήματα που βίωνε σε συνδυασμό με το οικογενειακό του υπόβαθρο, τον οδήγησαν σταδιακά στη μέθη του τζόγου. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσει μέσα σε δύο χρόνια το ποσό των 10.000 ευρώ και να φτάσει στο έσχατο – όπως το χαρακτηρίζει – σημείο, να βάλει ενέχυρο τη βέρα του και τα βαφτιστικά κοσμήματα των παιδιών του.

«Ήμουν πέντε μήνες απλήρωτος στη δουλειά μου, τα έξοδα έτρεχαν ενώ παράλληλα αντιμετώπιζα και κάποια οικογενειακά προβλήματα. Μια μέρα λοιπόν, χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, έπαιξα. Όσο περνούσε ο καιρός, το έκανα όλο και συχνότερα προκειμένου να κερδίζω χρήματα αλλά και να ξεφεύγω από την άσχημη καθημερινότητά μου. Όμως από κάποιο σημείο η κατάσταση ξέφυγε. Η αδρεναλίνη που μου προσέφερε το παιχνίδι δε μπορούσε να συγκριθεί με τίποτα άλλο. Δε μπορούσα να ζήσω χωρίς αυτό και έκανα ανήθικα πράγματα, κορόιδεψα πολλούς ανθρώπους για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου αυτή», αναφέρει ο ίδιος περιγράφοντας το πώς έπεσε στην παγίδα των τυχερών παιχνιδιών. Τα ψέματα προς τη σύζυγό του διαδέχονταν το ένα το άλλο ενώ έβλεπε τα παιδιά του να μεγαλώνουν χωρίς ουσιαστικά να βρίσκεται δίπλα τους. Όπως διηγείται, επί δύο χρόνια αρνιόταν να πάει κάποια βόλτα με τη σύζυγό του, έβρισκε συνέχεια δικαιολογίες για να μην το κάνει και αντ’αυτού προτιμούσε να μένει μόνος στο σπίτι. «Ήμουν μονίμως με το κινητό στο χέρι προκειμένου να μάθω αν κέρδισα αναζητώντας παράλληλα κάποια διαφορετική στρατηγική, η οποία θα μου αποφέρει χρήματα και θα νιώσω ευχαρίστηση», σημειώνει. ‘Οσο περνούσε ο καιρός η κατάστασή του επιδεινωνόταν ώσπου αναγκάστηκε να εκμυστηρευτεί στη σύζυγό του όλα όσα βίωνε τα τελευταία χρόνια. «Πήρε τα παιδιά και έφυγε από το σπίτι. Η στιγμή που άνοιξε την πόρτα και με εγκατέλειψε, μου προκάλεσε για  πρώτη φορά στη ζωή μου την επιθυμία να αυτοκτονήσω. Ήθελα να βγω στο μπαλκόνι και να βουτήξω στο κενό». Πλέον, ο Παναγιώτης είναι 503 ημέρες «καθαρός» από το τζόγο κι αυτό χάρη στο πρόγραμμα απεξάρτησης που παρακολουθεί τους τελευταίους 20 μήνες στο ΚΕΘΕΑ -ΑΛΦΑ. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ατομική ψυχοθεραπεία αλλά και ομαδικές συναντήσεις, στις οποίες δεκάδες πάσχοντες συναντιούνται και ανταλλάζουν απόψεις για τα βιώματά τους. Επιπλέον, οι συγγενείς ή οι στενοί φίλοι του πάσχοντος έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν ειδικά σεμινάρια προκειμένου να καταφέρουν να αντιμετωπίσουν με σωστό τρόπο το άτομο του περιβάλλοντός τους που κάνει παθολογική χρήση.

Τι είναι όμως αυτό που κάνει τα τυχερά παιχνίδια εθιστικά; Η ψυχολόγος και υπεύθυνη του προγράμματος του ΚΕΘΕΑ – ΑΛΦΑ Ελένη Βοτίκα ξεκαθαρίζει πως πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που δεν μπορεί να αποδοθεί σε μια συγκεκριμένη αιτία. «Παίζει ρόλο το ίδιο το άτομο, η ψυχοσύνθεσή του, η ιστορία που κουβαλά, η οικογένειά του αλλά και η κατάσταση της κοινωνίας. Είναι δηλαδή πολλά κομμάτια μαζί που έρχονται και συνδέονται σε κάθε άνθρωπο και τον οδηγούν στην εξάρτηση». Σύμφωνα με την ίδια, τα συμπτώματα εκείνου που παίζει παθολογικά περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τη νευρικότητα, τα συνεχή ψέματα προκειμένου να δικαιολογηθούν τα χρηματικά ποσά που χάνονται από το κοινό οικογενειακό ταμείο ή εκείνο της δουλειάς καθώς και το δανεισμό από πρόσωπα του ευρύτερου περιβάλλοντος. Αυτή τη στιγμή το πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ – ΑΛΦΑ παρακολουθούν περίπου 90 άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων και μορφωτικών επιπέδων. «Δεν κάνει διακρίσεις, μπορεί να συμβεί στον καθένα μας», διευκρινίζει η ψυχολόγος.

Το πρόγραμμα της απεξάρτησης διαρκεί δύο χρόνια και το πιο δύσκολο στάδιο είναι, σύμφωνα με την ίδια, η ψυχική απεξάρτηση, το να μπορέσει δηλαδή ο άνθρωπος να κατανοήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στο να εξαρτηθεί από το τζόγο. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Παναγιώτη που πλέον ζει ξανά μαζί με την οικογένειά του αφού πρώτα, όπως λέει, κατόρθωσε να βρει τον εαυτό του. «Η απεξάρτηση δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Έμαθα όμως να βλέπω τα πάντα με διαφορετική οπτική και να έχω εγώ τον έλεγχο του εαυτού μου. Προβλήματα πάντα θα υπάρχουν στη ζωή αλλά  με το τζόγο δεν πρόκειται να λυθούν», εξηγεί.

Οικονομική κρίση

Η μακρόχρονη οικονομική κρίση και οι πληγές της εθνικής καταστροφής, κάνουν αρκετούς ανθρώπους να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στα τυχερά παιχνίδια , κατά την κ. Βοτίκα: «Όταν υπάρχει ανεργία και ανατροπές στις ζωές των ανθρώπων, πολλές φορές μπορεί να καταφύγουν σε τυχερά παιχνίδια, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως θα εξαρτηθούν. Εμπειρικά, πάντως, σας λέω ότι όσο περνά ο καιρός, οι εξαρτημένοι αυξάνονται και τα τηλεφωνήματα που δεχόμαστε για βοήθεια πληθαίνουν».

Εικονική ξενάγηση στο «μουσείο» του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Από κάποιους έχει χαρακτηριστεί ως η σημαντικότερη γλυπτοθήκη της Ελλάδας καθώς κοσμείται από έργα υψηλής αισθητικής που φιλοτέχνησαν σπουδαίοι εκπρόσωποι του είδους ενώ άλλοι το έχουν ονομάσει «υπαίθριο σχολείο Ιστορίας» διότι εντός του κείτονται οι εμβληματικότερες προσωπικότητες που πέρασαν από τον τόπο τον περασμένο αιώνα. Διασχίζοντας κανείς την είσοδο του Α’ Νεκροταφείου Αθηνών, εκτός από τη γαλήνη που θα αισθανθεί από τα τεράστια υπεραιωνόβια δέντρα, θα νιώσει σίγουρα δέος μπροστά στους μεγαλοπρεπής τάφους του Μιχαήλ Τοσίτσα και του Γεωργίου Αβέρωφ, δύο μόνο από τα απαράμιλλης ομορφιάς έργα που βρίσκονται εκεί.

Ο επιβλητικός τάφος του Μιχαήλ Τοσίτσα

 

Ο τάφος του εθνικού μας ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ

 σπάνια αυτή ομορφιά αλλά και η μεγάλη, γεμάτη ανατροπές, ιστορία που τα συνοδεύει, ώθησε δύο γυναίκες, τη Λίντα Θεοδώρου και τη Φίλια Ξυλά – Παττακού να ξεκινήσουν πριν από τρία χρόνια μια προσπάθεια χαρτογράφησης του Πρώτου Νεκροταφείου στο διαδίκτυο, μέσα από το μπλογκ τους : «Το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών: Σμιλεύοντας τις Προσωπικότητες» που θα βρείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση: athensfirstcemeteryingreek.blogspot.com. «Τον πρώτο μήνα ερχόμασταν κυριολεκτικά κάθε μέρα προκειμένου να μάθουμε το χώρο, ο οποίος είναι χαοτικός και είναι πολύ εύκολο να χαθείς», μου λένε οι ίδιες ενώ παράλληλα με ξεναγούν στο τμήμα Πολυτελείας του νεκροταφείου. Εμπνευσμένες από το Κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ στο Παρίσι, το οποίο βρίσκεται στη λίστα με τα δέκα μέρη που πρέπει να επισκεφθεί ένας τουρίστας στην πόλη του Φωτός, πήραν ανά χείρας τη φωτογραφική τους μηχανή και ένα σημειωματάριο και ξεκίνησαν τη δουλειά. «Είναι κρίμα να μην υπάρχει στον τουριστικό χάρτη της Αθήνας το Πρώτο Νεκροταφείο, πρόκειται για έναν θησαυρό που οι τουρίστες αλλά και οι Αθηναίοι λάτρεις της Ιστορίας θα χαρούν να ανακαλύψουν», αναφέρουν ενώ σταματάμε μπροστά από την περίφημη Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά. Η ιστορία του όμορφου αυτού αγάλματος είναι λίγο πολύ γνωστή, όχι μόνο λόγω της καλαισθησίας του αλλά και εξαιτίας του μύθου που έχει δημιουργηθεί γύρω του. Σύμφωνα λοιπόν με την πρώτη εκδοχή, η 18χρονη Σοφία Αφεντάκη που ήταν μια από τις πιο όμορφες κοπέλες της Αθήνας στα τέλη του 19ου αιώνα, ήπιε δηλητήριο και αυτοκτόνησε εξαιτίας ενός έρωτα. Το δεύτερο σενάριο κάνει λόγο για φυματίωση, από την οποία προήλθε και ο θάνατος της 18χρονης. Το γλυπτό που δημιούργησε ο Γιαννούλης Χαλεπάς έπειτα από παραγγελία των γονιών της το 1880, κρατά έως σήμερα ζωντανή τη φήμη του Τήνιου καλλιτέχνη.

Το αριστούργημα του Γιαννούλη Χαλεπά στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη

«Το κοιμητήριο αυτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα του εξωτερικού. Το μόνο που χρειάζεται είναι ένας αναλυτικός χάρτης στην είσοδο, ο οποίος θα εξηγεί σε ποιο σημείο βρίσκεται το καθετί. Απαραίτητοι επίσης είναι και οι ξεναγοί που θα αναλύουν στους επισκέπτες την ιστορία του προσώπου που είναι θαμμένο στο κάθε σημείο». Αυτό ακριβώς κάνουν η Λίντα Θεοδώρου και η Φίλια Παττακού στο μπλογκ τους, το οποίο είναι γραμμένο στα ελληνικά και τα αγγλικά. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, ειδικότερα για την κ. Παττακού που τα πρωινά εργάζεται σε υπηρεσία του υπουργείου Εσωτερικών. «Όλο αυτό απαιτεί πολλές ώρες μελέτης της ελληνικής Ιστορίας και, φυσικά, συνεχή παρουσία στο νεκροταφείο διότι τα γλυπτά είναι κυριολεκτικά πάρα πολλά», σημειώνει.

Εκτός από τις πολύτιμες γνώσεις που τους έχει χαρίσει η ενασχόληση με την καταγραφή των σπουδαίων προσωπικοτήτων των Γραμμάτων και των Τεχνών που θάφτηκαν εκεί, βίωσαν και κάποιες ιδιαίτερα συγκινητικές στιγμές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση ενός κυρίου που στεκόταν προσοχή μπροστά από τον τάφο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. «Παρατηρούσα αυτόν τον άνθρωπο και το δέος με το οποίο στεκόταν μπροστά από το σημείο που κείτεται ο Γέρος του Μοριά και προσπαθούσα να διαβάσω τη σκέψη του. Σίγουρα εκείνη την ώρα περνούσε από το μυαλό του ολόκληρη η ιστορία της Επανάστασης του 1821», περιγράφει βουρκωμένη η κ. Παττακού.

Ο τάφος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Ανταπόκριση

Το μπλογκ τους που ξεκίνησε με πολύ μεράκι το 2016, σήμερα, τρία σχεδόν χρόνια μετά, δέχεται επισκέψεις και σχόλια από κάθε γωνιά του κόσμου, γεγονός που μαρτυρά το μέγεθος της σημασίας και της ομορφιάς που περικλείεται στα 170 στρέμματα του κοιμητηρίου. «Οι αναγνώσεις στο αγγλόφωνο μπλογκ έχουν ξεπεράσει τις 18.000 και τα σχόλια που λαμβάνουμε είναι πολύ ενθαρρυντικά. Άνθρωποι από Ευρώπη, Ρωσία, Αμερική, ακόμη και Ινδία διαβάζουν για την ιστορία του τόπου μας και εντυπωσιάζονται. Ανάλογη ανταπόκριση έχει όμως και το ελληνόφωνο μπλογκ», εξηγούν οι δύο γυναίκες. Στόχος τους είναι να ολοκληρώσουν τη χαρτογράφηση του νεκροταφείου και να δουν κάποια στιγμή στο μέλλον τυπωμένο το έργο τους.

Ο τάφος της Σοφίας Βέμπο με το επίγραμμα του Μίμη Τραϊφόρου. «Σοφία μου αλύγιστη, η δόξα σου είναι τόση, που δεν μπορεί, δεν γίνεται πιο πάνω να ψηλώσει.Και η ψυχή σου ανέβηκε τόσο ψηλά απ’ το σώμα, που είσαι, Σοφία μου, ουρανός, δεν είσαι πλέον χώμα!»

Τελειώνοντας την ξενάγηση στο νεκροταφείο, κατευθυνόμαστε προς το σημείο που είναι θαμμένοι εκείνοι που άφησαν το δικό τους, μοναδικό, αποτύπωμα στην Τέχνη. Κυβέλη, Κάρολος Κουν, Μάνος Κατράκης, Μενέλαος Λουντέμης, Άγγελος Σικελιανός και Κωστής Παλαμάς είναι κάποιοι μόνο από τους εκπροσώπους του καλλιτεχνικού στερεώματος που «συναθροίζονται» εκεί. Οι περισσότεροι από τους τάφους αυτούς είναι λιτοί και σχεδόν παρατημένοι, εκτός από εκείνον της Έλλης Λαμπέτη, στον οποίο κάποιος, θέλοντας να αποτίσει φόρο τιμής στην «ιέρεια» της Υποκριτικής, φύτεψε πρόσφατα μια τριανταφυλλιά.

Ο τάφος του Άγγελου Σικελιανού

 

Ο τάφος της Κυβέλης. Ήταν μια από τις σπουδαιότερες Ελληνίδες ηθοποιούς

Η μοναχή Σωφρονία επικοινωνεί με τους πιστούς μέσω Facebook

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Έναν ιδιαίτερο τρόπο προκειμένου να επικοινωνεί και να καθοδηγεί πνευματικά τους πιστούς, σκέφθηκε η γερόντισσα Σωφρονία Φαρμακίδου που από το 2017 «ανέστησε» το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Ακράτα που ήταν εγκαταλελειμμένο για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ακολουθώντας λοιπόν τις τάσεις της εποχής που θέλουν το διαδίκτυο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, η 52χρονη μοναχή επικοινωνεί καθημερινά με δεκάδες πιστούς από κάθε γωνιά της Γης με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που κάνει Παρακλήσεις σε ζωντανή σύνδεση δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε εκατοντάδες άτομα να συντονιστούν και να προσευχηθούν όλοι μαζί παρόλο που βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη της χώρας ή και του κόσμου. «Μέχρι πριν δύο χρόνια δεν είχα καν ίντερνετ. Όμως επειδή το μοναστήρι είναι στο βουνό και δεν έχει τόσους πολλούς προσκυνητές, θέλησα να δημιουργήσω προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου μέσα από τις αναρτήσεις μου θα ενημερώνω τον κόσμο για τις λειτουργίες», μου εξηγεί  τονίζοντας πως τελικά αυτό το εγχείρημα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ όμορφο καθώς έφερε κοντά στην εκκλησία ανθρώπους κάθε ηλικίας. «Σε καθημερινή βάση λαμβάνω επιστολές και γράμματα μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου αλλά και πάρα πολλά μηνύματα στο facebook, όπου οι άνθρωποι μου μιλούν για κάτι που τους απασχολεί και πολλές φορές μου δίνουν ονόματα συγγενών τους προκειμένου να τα διαβάσω στη λειτουργία». Η γερόντισσα κάθε βράδυ αφιερώνει λίγο χρόνο προκειμένου να απαντήσει στον καθένα ξεχωριστά αλλά και να καταγράψει σε χαρτί τα ονόματα που της δίνουν ώστε το επόμενο πρωί να προσευχηθεί γι’αυτά. «Αυτή η επαφή με τους πιστούς είναι πολύ σημαντική για εμένα και εκείνους. Πολλές φορές με τους ανθρώπους που είμαστε δίπλα σωματικά δεν έχουμε τόσο μεγάλη ψυχική επαφή ενώ με κάποιους που είναι χιλιόμετρα μακρυά και δεν τους έχουμε αντικρίσει ποτέ, αισθανόμαστε ότι επικοινωνούμε βαθύτερα. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με αρκετούς ανθρώπους που μιλάμε μέσω διαδικτύου κι έχω προσευχηθεί γι’αυτούς», σημειώνει. Ενδεικτικά της βαθύτερης αυτής επικοινωνίας που αναπτύσσει με κάποιους, είναι όπως λέει, τα μηνύματα που έλαβε την ημέρα που χτύπησε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα. «Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα αναποδογύρισε και πετάχτηκε εκατοντάδες μέτρα μακρυά. Σώθηκα από θαύμα κι όταν τελικά επέστρεψα στο μοναστήρι και άνοιξα το διαδίκτυο, είδα ότι μου είχαν έστειλαν τρεις γυναίκες μήνυμα ότι με είχαν δει στον ύπνο τους νεκρή. Οι δυνάμεις της προσευχής είναι πολύ δυνατές», τονίζει με νόημα.

Η ίδια διάγει μοναστικό βίο για τρεις δεκαετίες και όπως λέει, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφαση που είχε πάρει πριν καν ενηλικιωθεί. Όταν στα 18 της χρόνια ήρθε από τη Ρόδο στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στην Φιλοσοφική, μπήκε ενεργά μέσα στην Εκκλησία. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου προσευχόμουν. Μέσα στην εκκλησία ένιωθα ελευθερία και χαρά κι έτσι αποφάσισα να αφιερωθώ στο Θεό και να δώσω αγάπη και συμπαράσταση στους ανθρώπους», αναφέρει. Η γερόντισσα από το 2017 επέλεξε να εγκατασταθεί στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Ακράτα που ήταν κλειστό για μια δεκαετία και ακατάλληλο για διαβίωση. «Αναζητώντας ένα ησυχαστήριο, ζήτησα από  τον προστάτη της Ρόδου, τον Άγιο Φανούριο, να μου φανερώσει έναν τόπο όπως τον ονειρευόμουν πάντα. Μετά από λίγους μήνες μου παρουσιάστηκε μέσω διαφόρων προσώπων το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Αυτό έγινε τρεις φορές. Όταν λοιπόν ήρθα και το είδα, αποφάσισα ότι εδώ ανήκω», διηγείται.

Η μοναχή την ώρα που αγιογραφεί

Η γερόντισσα ακολουθεί ένα δύσκολο – για τους περισσότερους – πρόγραμμα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα στις 5π.μ. και μετά την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας ακολουθεί το δείπνο στις 9.30 π.μ., κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Για το υπόλοιπο της ημέρας η ηγουμένη μαζί με τις τρεις δόκιμες που βρίσκονται στη Μονή ασχολούνται με την αγιογραφία εικόνων, το πλέξιμο κομποσκοινιών καθώς και την παρασκευή αλοιφών.

Βαζάκια με θυμίαμα ζωγραφισμένα με σμάλτο. Πρόκειται για δημιούργημα της μοναχής

Η ίδια μάλιστα έχοντας το χάρισμα της γραφής, το οποίο και εξέλιξε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Φιλολογία, ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων. Στο τελευταίο της εκδοτικό εγχείρημα με τίτλο «Το τώρα του Θεού» ωθεί τους αναγνώστες να ζουν το παρόν αφήνοντας κατά μέρος το παρελθόν που δεν μπορεί να αλλάξει και χωρίς να σκέφτονται το μέλλον που είναι από τη φύση του αβέβαιο. «Δυστυχώς εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι ο θάνατος είναι για τους άλλους, όμως είναι το μόνο σίγουρο στη ζωή. Ασχολούμαστε με το παρελθόν και προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Νομίζουμε ότι μπορούμε να βάλουμε σε κουτάκια τη ζωή μας αλλά δεν είναι σίγουρο αν θα υπάρχουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Χάνουμε το παρόν για ένα επερχόμενο ωραίο μέλλον που ονειρευόμαστε», καταλήγει.