Μαθήματα ζωής από τον Στέλιο Κυμπουρόπουλο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ακαταμάχητη «δίψα» για ζωή, η ισχυρή θέληση και η πολυπραγμοσύνη είναι κάποια μόνο από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να προσδώσει  κανείς στον 28χρονο Στέλιο Κυμπουρόπουλο, ειδικευόμενο φοιτητή της Ψυχιατρικής, διαγνωσμένο με Νωτιαία Μυϊκή Ατροφία.

Η σταδιακή αδυναμία και των άνω άκρων του σε ηλικία 14 ετών, δεν στάθηκε ικανή να τον αποπροσανατολίσει από τον στόχο του κι έτσι, το 2004 πέρασε με άριστα στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Όπως μου εξηγεί επέλεξε την ειδικότητα της ψυχιατρικής διότι θεωρεί πως του ταιριάζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη. «Η ψυχιατρική μου δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνώ με τους ασθενείς, να μην είμαι κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους ενός ιατρείου και επιπλέον, λόγω της αναπηρίας μου, είναι από τις λίγες ειδικότητες στις οποίες μπορώ να ανταπεξέλθω», λέει χαρακτηριστικά.

Μέριμνα

Ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία, σύμφωνα με τον Στέλιο, είναι η άγνοια που επικρατεί σε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Όπως λέει, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα άτομα σαν κι αυτόν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συνόλου. «Ανθρώπους με φυσικές δυσκολίες συναντούμε σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Μπορεί να είναι ο φίλος μας, ο συνεργάτης ή ο ερωτικός μας  σύντροφος», επισημαίνει.

Όσον αφορά το κράτος, ο Στέλιος είναι κάθετος, λέγοντας ότι οφείλει να αναγνωρίσει πως οι άνθρωποι με αναπηρία αποτελούν κομμάτι της κοινωνίας και έχουν το δικαίωμα να συμπεριφέρονται, να λειτουργούν και να παρουσιάζονται όπως όλα τα υπόλοιπα μέλη της.

« Δεν είμαστε ούτε επαίτες, ούτε άνθρωποι που θέλουν να ζουν παρασιτικά από τα επιδόματα του κράτους. Θέλουμε να  μετατρέψουμε την αδυναμία μας σε κάτι παραγωγικό και λειτουργικό και να ανταποδώσουμε όσα η κοινωνία μας προσφέρει . Όλα αυτά όμως θα τα καταφέρουμε μόνο αν δείξουμε ότι είμαστε εδώ, ότι η κοινωνία διαφέρει, μπορεί να έχει και προβλήματα αλλά ακόμη και αυτά αποτελούν ένα υγιές κομμάτι της », τονίζει.

Δράσεις 

Ενδεικτικές της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Στέλιου, είναι μια σειρά δραστηριοτήτων. Ο 28χρονος φοιτητής αποτελεί ιδρυτικό μέλος του «Συλλόγου Νέων Ιατρών», ενός ιατρικού επιστημονικού φορέα που απαρτίζεται από είκοσι περίπου νέους γιατρούς που παράγουν υψηλού επιπέδου επιστημονικό έργο. Επίσης, τον  Δεκέμβριο του 2012  προβλήθηκε και το ντοκιμαντέρ «Με λένε Στέλιο» με θέμα τη ζωή του, το οποίο προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στους θεατές.

Ακόμη, από τον τελευταίο μήνα οι δράσεις του επεκτείνονται και εκτός συνόρων μιας και ο νεαρός ειδικευόμενος φοιτητής αποτέλεσε  ένα από τα έντεκα μέλη της ομάδας, η οποία εκπροσώπησε τη χώρα μας στο συνέδριο που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανεξάρτητης Διαβίωσης (ENIL) στο Στρασβούργο. Μάλιστα, φέτος η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε  για πρώτη φορά με επίσημη αποστολή.

«Το θέμα του συνεδρίου ήταν η ανεξάρτητη διαβίωση που είναι πολύ σημαντική  για εμάς, τα άτομα με αναπηρία. Θέλουμε να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας  κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω υπηρεσιών που θα μας προσφέρει το κράτος, όπως είναι οι προσωπικοί βοηθοί, άτομα δηλαδή που εργάζονται και εξυπηρετούν το άτομο με αναπηρία σε πράγματα που αδυνατεί να ανταπεξέλθει λόγω φυσικών αδυναμιών. Πρόκειται για μια υπηρεσία που παρέχεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και συμβάλει τόσο στην εξυπηρέτηση των αναπήρων όσο και στην αποδέσμευση των γονέων από τη συνεχή επίβλεψη του παιδιού τους», αναφέρει.

«Ανθρωποποίηση» της εκπαίδευσης

Βαρύνουσας σημασίας για την ομαλή ένταξη των ατόμων με αναπηρία σε μια κοινωνία είναι, κατά στον Στέλιο, η παιδεία.

«Η εκπαίδευση παίζει σημαντικό ρόλο σε ό,τι έχει να κάνει με την αναπηρία. Υπάρχει γενικότερα μια άγνοια, η οποία επιφέρει την προκατάληψη και εν συνεχεία την περιθωριοποίηση των ατόμων με αναπηρικά προβλήματα», υπογραμμίζει τονίζοντας την ανάγκη για δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος. «Στην Ελλάδα η εκπαίδευση δίνει προτεραιότητα στην παπαγαλία και όχι στον άνθρωπο. Χρειάζεται κατά τη γνώμη μου διεύρυνση του πνεύματος, κατανόηση της ποικιλομορφίας των κοινωνιών  και έρευνα ώστε να καταλάβουμε την ουσία και όχι να παπαγαλίζουμε. Δεν μπορούμε να μιλάμε λοιπόν για μια παιδεία , η οποία ναι μεν υπάρχει αλλά καλλιεργεί τα λάθος πράγματα».

Μήνυμα 

Έχοντας βιώσει την αναπηρία από τους δεκατέσσερις  πρώτους μήνες της ζωής του, ο Στέλιος στέλνει το δικό του μήνυμα σε όλους όσους αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα.

«Οι άνθρωποι που γεννηθήκαμε με κάποια μορφή φυσικής αδυναμίας, πρέπει να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και να εξωτερικεύουμε όσα σκεφτόμαστε. Μέσω της συμπεριφοράς μας οφείλουμε να δείχνουμε εξοικειωμένοι με την κατάσταση της υγείας μας, να βγαίνουμε έξω, να διασκεδάζουμε και να διεκπεραιώνουμε μόνοι μας τις υποχρεώσεις μας».

Τέλος, αναφέρει πως το αίσθημα της μειονεξίας και ο φθόνος για τους υπόλοιπους, τους αρτιμελείς, είναι ανούσια καθώς σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος που μπορεί να αφιερωθείς σε παραγωγικές δραστηριότητες. «Έτσι είναι η ζωή. Κάποιος έπρεπε να το πάθει. Δεν είπα ποτέ «Γιατί σε μένα;». Αντιθέτως, αυτό που συνηθίζω να λέω είναι: «Γιατί όχι σε μένα;», καταλήγει.

Παλαιοπωλείο ανθρωπιάς από άστεγους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν πριν από κάποια χρόνια έχασε τη δουλειά του, ο 68χρονος Λεωνίδας Κουρσούμης, απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και πρώην εργαζόμενος σε εκδοτικό οίκο, δεν φανταζόταν την τροπή που θα έπαιρνε η ζωή του. Αρχικά έκανε δουλειές του ποδαριού, οι οποίες όμως δεν επαρκούσαν για να καλύψει τα βιοποριστικά έξοδά του, και όταν το οικονομικό απόθεμά του τέλειωσε, έμεινε άστεγος.

Στη διάρκεια της βίαιης αυτής πραγματικότητας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει μάζευε βιβλία από κάδους σκουπιδιών, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι προκειμένου να βγάζει κάποια χρήματα. Πριν από περίπου δύο μήνες σκέφτηκε να απευθύνει μέσα από τη σελίδα του στο facebook έκκληση προς τους διαδικτυακούς φίλους του προκειμένου να του δωρίσουν βιβλία που δεν χρειάζονται πια.

Στόχος του είναι μαζί με άλλους δύο ανέστιους άνδρες να δημιουργήσουν ένα αυτοοργανωμένο παλαιοπωλείο προκειμένου να καταφέρουν να σταθούν και πάλι στα πόδια τους. «Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν συγκινητική, έχω μαζέψει χιλιάδες βιβλία. Προτιμούσα να κρατώ μικρό καλάθι, αλλά ο κόσμος έδειξε την ανθρωπιά του», μου λέει.

Το προσεχές Σαββατοκύριακο 16 και 17 Μαρτίου στο νούμερο 132 της οδού Πειραιώς θα διοργανώσει ένα παζάρι με τα βιβλία που έχει ως τώρα μαζέψει. «Σκοπός μας είναι να δημιουργηθεί ένας μόνιμος χώρος, ένα παλαιοπωλείο, όπου θα δουλέψουμε δύο άνθρωποι προκειμένου να έχουμε ένα μεροκάματο, να μείνουμε κάπου. Στην πορεία θα δούμε με ποιον τρόπο αυτό μπορεί να εξελιχθεί» σημειώνει.

Πάντως, η απόφασή του να μιλήσει δημόσια για την κατάστασή του μέσα από το προφίλ του δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όπως παραδέχεται, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάστηκε να ζει, ούτε καν στους πιο κοντινούς του. «Ντρεπόμουν τι θα πουν οι φίλοι και οι γνωστοί, οι οποίοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον όσο καιρό έψαχνα δουλειά. Όταν μίλησα για την κατάστασή μου, απελευθερώθηκα. Τελικά, κατάλαβα ότι μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε, δεν είναι ντροπή να είσαι άστεγος» καταλήγει.

SOS εκπέμπει η ακριτική Ψέριμος: «Είμαστε δύο μήνες χωρίς ρεύμα»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε απόγνωση βρίσκονται οι λιγοστοί κάτοικοι της Ψερίμου καθώς στο νησί – που βρίσκεται ανάμεσα στην Κάλυμνο, την Κω και τα τουρκικά παράλια – τους τελευταίους δύο μήνες δεν υπάρχει ρεύμα στους δρόμους και η περιοχή «βυθίζεται» στο σκοτάδι μόλις πέσει ο ήλιος. Μάλιστα, δεν φτάνει η ταλαιπωρία που υφίστανται οι 24 κάτοικοι του νησιού, ήρθε και η τουλάχιστον προκλητική απάντηση του δημάρχου (το νησί υπάγεται στον Δήμο Καλυμνίων) στο αίτημά τους για αποκατάσταση της βλάβης. «Επί 60 σχεδόν ημέρες μας λένε πως δεν υπάρχει άτομο να μας στείλουν για να βάλει το ρεύμα. Το βράδυ στο λιμάνι μπορεί να μπει όποιος θέλει χωρίς να καταλάβουμε τίποτα», μου λέει η 60 χρονη κ. Φωτεινή τονίζοντας πως οι Ψεριμιώτες έχουν συνειδητά λησμονηθεί από την Πολιτεία.

Εκτός όμως από τη βλάβη του ρεύματος, οι κάτοικοι της Ψερίμου, γνωστοί και ως «ερημίτες του Αιγαίου» καλούνται καθημερινά να αντιμετωπίσουν πλήθος προβλημάτων, τα οποία όπως λένε, προκύπτουν από την αδιαφορία των ιθυνόντων. «Ακτοπλοϊκή σύνδεση με τα άλλα νησιά έχουμε μόνο τρεις φορές την εβδομάδα ενώ όταν η θάλασσα έχει φουρτούνες, το καϊκι κάνει έως και 5 ημέρες να μας εφοδιάσει με τρόφιμα», σημειώνει η κ. Φωτεινή και προσθέτει πως μια ακόμη «πληγή» του νησιού είναι η έλλειψη γιατρού. «Έχασα τον άντρα μου πέρυσι στη μέση του πελάγους ενώ τον μεταφέραμε με φουσκωτό στην Κάλυμνο. Η ζωή μας είναι δραματική, μας έχουν εγκαταλείψει όλοι».  Σε μια προσπάθεια να ζωντανέψει το νησί και να «αναστηθεί» το σχολείο που για χρόνια παραμένει ερμητικά κλειστό και εγκαταλελειμμένο λόγω της έλλειψης μαθητών, ο Καλύμνιος ομογενής της Αυστραλίας Γιάννης Χαλίκος, πρότεινε σε οικογένειες που κατάγονται από την Ψέριμο, να τους δώσει 1.000 ευρώ προκειμένου να επιστρέψουν πίσω μαζί με τα παιδιά τους. Όπως εξηγεί η κ. Φωτεινή, η προσπάθειά του έπεσε στο κενό καθώς ενώ βρέθηκαν γονείς πρόθυμοι να γυρίσουν πίσω, η έλλειψη γιατρού τους αποθάρρυνε. «Πως θα έρθει να ζήσει εδώ μια μητέρα ξέροντας ότι σε περίπτωση που πάθει κάτι το παιδί της, δεν υπάρχει γιατρός;», διερωτάται η 60χρονη γυναίκα.

Ένα επιπλέον «αγκάθι» στη ζωή των κατοίκων στη μικρή αυτή κουκίδα γης αποτελεί  η γεωγραφική θέση του νησιού που βρίσκεται δέκα μόλις μίλια από τα τουρκικά παράλια και ένα τέταρτο από τα Ίμια, πράγμα που τους γεμίζει με αίσθημα ανασφάλειας. «Ο κοντινότερος φύλακας που υπάρχει, απέχει δύο ώρες από εδώ. Ώσπου να φτάσε σε εμάς σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, θα μας έχουν σφάξει όλους. Κάθε πρωί όταν ξημερώνει το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να προσευχηθούμε στην Παναγία για να περάσει η μέρα χωρίς απώλειες για το νησί μας», λέει ο 35χρονος Γιώργος, ένας εκ των δύο νέων ανθρώπων που έχουν απομείνει στην Ψέριμο. Μια από τις στιγμές που τόσο ο ίδιος όσο και η κ. Φωτεινή δεν μπορούν να ξεχάσουν, είναι όταν πριν από περίπου έναν χρόνο ένας Τούρκος διακινητής προσφύγων βρήκε καταφύγιο στην Ψέριμο επειδή το φουσκωτό με το οποίο τους μετέφερε  διαλύθηκε εν μέσω πελάγους. «Είχαμε πάρει εντολή από το λιμενικό να κλειδωθούμε στα σπίτια μας διότι δεν ήξεραν αν οπλοφορεί. Τελικά τον έπιασαν μετά από δύο μέρες ερευνών», θυμάται η κ. Φωτεινή.

Η ηρωίδα δασκάλα του Αιγαίου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Κάθε πρωί στις οκτώ ο εννιάχρονος Χρήστος πηγαίνει στο σχολείο, όπου τον περιμένει η δασκάλα του και αφού χτυπήσουν συμβολικά το κουδούνι, κάνουν προσευχή κι έπειτα ξεκινά το μάθημα. Ο Χρήστος είναι ο μοναδικός μαθητής στο πολύπαθο σχολείο των Αρκιών, το μικρότερο της Ευρώπης, όπου τον τελευταίο ενάμισι χρόνο η 50χρονη Μαρία Τσιαλέρα εκτελεί τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα κάνοντάς το παράλληλα γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Όπως μου λέει, ζήτησε η ίδια να υπηρετήσει στην εσχατιά του Αιγαίου και παρά το γεγονός ότι πλέον βλέπει το σύζυγό της μόνο τα Σαββατοκύριακα που ο καιρός επιτρέπει τη μετακίνησή της, χαίρεται πολύ που επιτέλους το επαγγελματικό της όνειρο έγινε πραγματικότητα. Μάλιστα, το μέγεθος του λειτουργήματός της γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός πως η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, έναν τόπο εκ διαμέτρου αντίθετο με το ακριτικό νησί των 34 κατοίκων.

«Είχα πόθο να εργαστώ εδώ από το 2007. Παρακολουθούσα την πορεία του σχολείου, γνώριζα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι αλλά και το πόσο αδικημένα είναι τα παιδιά που ζουν στο νησί. Δεν μετάνιωσα στιγμή για την απόφασή μου. Αντιθέτως, αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες, οι οποίες με έχουν πεισμώσει και θέλω ακόμη περισσότερο να αγωνιστώ για τα αυτονόητα δικαιώματα του μοναδικού μαθητή στους Αρκιούς», δηλώνει χαρακτηριστικά. Πριν από λίγο καιρό η Ακαδημία Αθηνών τίμησε την 50χρονη δασκάλα  για την αφοσίωση και τη συνέπεια με την οποία εκτελεί τα καθήκοντα της. «Είναι σίγουρα τιμητικό αλλά δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου το γεγονός ότι θα βραβευτώ επειδή κάνω τη δουλειά μου, το αυτονόητο δηλαδή», σημειώνει. Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας της εργάστηκε σε ολιγοθέσια σχολεία ανά την Ελλάδα αλλά πρώτη φορά διδάσκει σε μονοθέσιο  αναλαμβάνοντας παράλληλα εκτός από το ρόλο της δασκάλας, εκείνον της συμμαθήτριας και της φίλης. «Το νησί δεν έχει άλλα παιδιά και ο Χρήστος δεν κοινωνικοποιείται. Μετά το πέρας των μαθημάτων παίζουμε μαζί κάποιο επιτραπέζιο και κουβεντιάζουμε για ό,τι μας απασχολεί. Μόλις τελειώσει το δημοτικό θα πρέπει είτε να αρχίσει να δουλεύει, είτε να μετακομίσει στο κοντινότερο νησί που υπάρχει γυμνάσιο. Το κράτος με αντισυνταγματικό τρόπο καταδικάζει τα παιδιά των Αρκιών καθώς δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση».

Προβλήματα

Εκτός όμως από τη μοναχικότητα, ο εννιάχρονος μαθητής φέτος κλήθηκε να αντιμετωπίσει και τις επιπτώσεις της έντονης κακοκαιρίας καθώς το κτίριο του σχολείου έχει υποστεί τόσες φθορές με το πέρασμα του χρόνου που πλέον πλημμυρίζει με την πρώτη βροχόπτωση. «Υπάρχουν μέρες που φορά το μπουφάν του από τις οκτώ το πρωί έως το μεσημέρι που σχολάει. Το παιδί τρέμει ολόκληρο από την υγρασία», λέει η δασκάλα του καταγγέλλοντας το γεγονός πως ενώ έγινε αυτοψία στο κτίριο το περασμένο καλοκαίρι, οι ζημιές δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί.

Νερά της βροχής στάζουν στον τοίχο της σχολικής αίθουσας

Μάλιστα, εκτός από τους κινδύνους που ενέχει μια τέτοια κατάσταση για την υγεία της ίδιας και του μαθητή της, πολλές φορές αναγκάζονται να ακυρώσουν τα μαθήματα των αγγλικών που για πρώτη φορά φέτος γίνονται στο σχολείο των Αρκιών σε συνεργασία με κέντρο ξένων γλωσσών στους Λειψούς. «Τα μαθήματα αυτά γίνονται ηλεκτρονικά όμως όταν βρέχει βγάζουμε από την πρίζα τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό διότι το νερό στάζει στους τοίχους και υπάρχει πιθανότητα βραχυκυκλώματος. Είναι αδιανόητο να ζούμε εν έτη 2019 σε μια γωνιά του Αιγαίου σε συνθήκες λίγο καλύτερες απ’ότι στην Κατοχή», αναφέρει.

Ένα ακόμη πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν για χρόνια οι κάτοικοι του νησιού, είναι η έλλειψη γιατρού με αποτέλεσμα να χάνονται ζωές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του παππού του εννιάχρονου Χρήστου, ο οποίος τον περασμένο Απρίλη παρουσίασε έντονη αδιαθεσία και λίγες ώρες αργότερα εξέπνευσε.

«Αν υπήρχε κάποιος γιατρός εδώ, ενδεχομένως να ζούσε σήμερα. Είμαστε ξεχασμένοι από την Πολιτεία κι αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που το νησί σιγά σιγά ερημώνει. Πως θα έρθει μια νέα γυναίκα εδώ να κάνει οικογένεια όταν γνωρίζει πως αν πάθει κάτι η ίδια ή το παιδί της θα είναι στο έλεος του Θεού εξαιτίας της έλλειψης γιατρού;», διερωτάται.

Ωστόσο, παρά τις αντιξοότητες η 50χρονη δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη έχει επιλέξει να υπηρετήσει το πόστο της υποδειγματικά και όνειρό της, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, είναι να μην κλείσει το σχολείο των Αρκιών. Αυτό επιθυμεί και ο εννιάχρονος μαθητής της Χρήστος που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει δάσκαλος και να επιστρέψει στο νησί του. «Θα παλέψουμε όσο μπορούμε γι’αυτό το σχολείο διότι το πονάμε. Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου μας επισκέπτονται το καλοκαίρι και δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε ένα τόσο απομονωμένο μέρος υπάρχει σχολείο. Μας βγάζουν φωτογραφίες και όταν φεύγουν κρατούν επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας».

 

Χαρίζει σε ανθρώπους με προβλήματα όρασης το φως της λογοτεχνίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα κενό στον χώρο του βιβλίου για τους συνανθρώπους μας με προβλήματα όρασης έρχεται να καλύψει ο 25χρονος φοιτητής Απόστολος Γαρούφος από την Κοζάνη. Ο νεαρός φιλόλογος με μεταπτυχιακό στην Ειδική Αγωγή αποφάσισε να συνδυάσει τις σπουδές του με τον προγραμματισμό – που για πολλά χρόνια αποτελούσε το αγαπημένο του χόμπι – και να δημιουργήσει το MinaDot, ένα λογισμικό μέσω του οποίου κάθε χρήστης θα μπορεί εντελώς δωρεάν να μεταγράψει αμέτρητες σελίδες ελληνικών και αγγλικών βιβλίων  σε γραφή Μπράιγ.

«Πάντα μου άρεσαν οι κώδικες και, όταν διδάχτηκα κατά τη διάρκεια του μεταπτυχιακού μου τη γραφή Μπράιγ, σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να διαδοθεί το συγκεκριμένο σύστημα. Προσπάθησα λοιπόν να περάσω ένα ολόκληρο 24ωρο ως άτομο με προβλήματα όρασης δένοντας ένα μαντήλι γύρω από τα μάτια μου.  Διαπίστωσα ότι μπορούσα να χειριστώ το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης, το πληκτρολόγιο του υπολογιστή, να καταλάβω τα φάρμακα που έχουν επάνω κώδικα Μπράιγ, αλλά δεν μπορούσα να διαβάσω λογοτεχνία, καθώς δεν υπάρχουν στη χώρα μας βιβλία για ανθρώπους με προβλήματα όρασης» μου λέει, εξηγώντας πώς εμπνεύστηκε την ιδέα για τη δημιουργία του συγκεκριμένου προγράμματος, το οποίο θα είναι διαθέσιμο μέσω διαδικτύου σε λίγους μήνες.

Πριν από λίγο καιρό και στο πλαίσιο μιας εργασίας για το πανεπιστήμιο μετέγραψε το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη, δίνοντας τη δυνατότητα σε τυφλούς πολίτες να διαβάσουν ένα από τα πλέον ερωτικά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κάτι ανάλογο έκανε και με το διαχρονικό αριστούργημα του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί, «Ο Μικρός Πρίγκιπας». «Δυστυχώς, κάποιος που αντιμετωπίζει πρόβλημα όρασης είναι αποκλεισμένος από τη λογοτεχνία. Δεν υπάρχει εκδοτικός οίκος στη χώρα μας που να διαθέτει βιβλία για τους μη βλέποντες» λέει και εξηγεί πως, αν ένας πολίτης που δεν βλέπει θελήσει κάποιο βιβλίο ή περιοδικό, θα πρέπει να το παραγγείλει, να περιμένει ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να γίνει η μετάφραση και να χρυσοπληρώσει την εκτύπωση.

Πάντως, η πρωτοβουλία του να μεταγράψει λογοτεχνικά κείμενα προκειμένου να είναι προσβάσιμα σε τυφλούς παρακίνησε αρκετούς συγγραφείς, οι οποίοι τον προσέγγισαν για να μετατρέψει τα κείμενά τους. «Πολλοί μου λένε ότι για τους ανθρώπους με προβλήματα όρασης υπάρχουν τα ακουστικά βιβλία. Το να σου διαβάζει ο άλλος ένα κείμενο δεν είναι λογοτεχνία. Το ότι η τεχνολογία προχωρά δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχαστεί η Μπράιγ, είναι ένα σύστημα-θησαυρός και αρκετά χρήσιμο για πολλούς ανθρώπους εκεί έξω» καταλήγει.

«Σχολείο» για γονείς παιδιών με διατροφικές διαταραχές

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σ’ένα μικρό γραφείο της οδού Σανταρόζα στο κέντρο της Αθήνας πραγματοποιούνται δύο φορές το μήνα συναντήσεις της ομάδας «Επιστρέφω», η οποία αποτελείται από γονείς παιδιών με διατροφικές διαταραχές. Άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, κάθε 15 ημέρες μοιράζονται το γολγοθά που περνούν βλέποντας τα παιδιά τους να έρχονται αντιμέτωπα με τη μάστιγα της εποχής. Μαζί τους κάθε φορά βρίσκεται κι ένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχίατρος ή διατροφολόγος του Αιγινήτειου νοσοκομείου, του μοναδικού στην Ελλάδα που διαθέτει προσωπικό με ειδίκευση στη διαταραχή πρόσληψης τροφής.

«Ο αριθμός των γονέων με παιδιά που πάσχουν από ψυχογενή ανορεξία ή βουλιμία αυξάνεται όσο περνά ο καιρός. Έρχονται σε εμάς ακόμη και αυθημερόν από την επαρχία διότι δεν υπάρχει καμιά δομή με εξειδικευμένο προσωπικό στις διατροφικές διαταραχές στη χώρα μας κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα», μου λέει η πρόεδρος του συλλόγου Έφη Γλύνη. Το ίδιο παράπονο εξέφρασε και η 55χρονη κ. Στέλλα που τον τελευταίο χρόνο δεν έχει χάσει καμιά συνάντηση. Μόλις διαπίστωσε ότι η 30χρονη κόρης της πάσχει από βουλιμία, ζήτησε βοήθεια από γιατρούς που με τη σειρά τους την παρέπεμψαν στον σύλλογο «Επιστρέφω». «Έβλεπα το παιδί μου να καταστρέφεται. Έτρωγε απίστευτες ποσότητες φαγητού, ωστόσο διατηρούσε βάρος 48 κιλών. Όταν διαπίστωσα ότι προκαλούσε στον εαυτό της εμετό κάθε φορά, πανικοβλήθηκα», αναφέρει τονίζοντας πως οι συναντήσεις της με άλλους γονείς που αντιμετωπίζουν παρόμοιο πρόβλημα με τα παιδιά τους, την έχουν βοηθήσει πολύ. «Με βοήθησαν πάρα πολύ οι συναντήσεις. Γίνεται ένα είδος ψυχοθεραπείας σε εμάς τους γονείς ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η ψυχοσύνθεση των παιδιών μας. Η αλλαγή ξεκίνησε πρώτα από εμένα, έμαθα δηλαδή πως να προσεγγίζω σωστά το παιδί μου και μετά είδα τα πρώτα σημάδια βελτίωσης και επάνω του», σημειώνει. Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία κατά την ίδια είναι η ενημέρωση του κόσμου προκειμένου το στενό περιβάλλον του πάσχοντα να αντιληφθεί έγκαιρα τα συμπτώματα. «Πρέπει να γίνει γνωστό πως πρόκειται για νόσο κι όχι για μια μόδα ή κακή συνήθεια που έχουν τα παιδιά. Η κόρη μου έχει εμμονή να τρώει μόνο σε μικρό πιάτο, τεμαχίζει σε πολύ μικρά κομμάτια τις τροφές και πάντα υπάρχει κρυμμένο φαγητό στο δωμάτιό της». Εκείνο που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός πως τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της μεγάλωσαν τα δυο τους παιδιά χωρίς να δίνουν καθόλου σημασία στην εμφάνιση. Μάλιστα, όπως λέει, η κόρη της είχε πάντα ένα καλλίγραμμο σώμα χωρίς να κοπιάζει ιδιαίτερα στο γυμναστήριο ή να ακολουθεί εξαντλητικές δίαιτες. «Πιθανότατα θέλει να καλύψει κάποια κενά συναισθηματικά, το σύμπτωμα είναι η βουλιμία αλλά από κάτω υποβόσκει κάτι άλλο».

Πλέον η κόρη της συνεχίζει να τρώει με τους ίδιους ρυθμούς αποβάλλοντας αμέσως την τροφή μετά την ολοκλήρωση του γεύματος, ωστόσο, όπως εξηγεί η μητέρα της, έκανε το πρώτο βήμα διότι δέχθηκε να τη δει γιατρός και να κάνει εξετάσεις προκειμένου να δει σε τι κατάσταση βρίσκεται η υγεία της. «Σταμάτησα να την παρακολουθώ, ξέρω ότι το συνεχίζει αλλά τη βλέπω σε πολύ καλύτερη ψυχολογική κατάσταση. Ξέρει ότι είμαι στην ομάδα. Την έχει βοηθήσει πολύ το ότι την έχουμε ανακαλύψει διότι αισθάνεται ότι δεν είναι μόνη της. Έχει δεχθεί να πάει σε γιατρό, να κάνει εξετάσεις και να παρακολουθείται από έναν παθολόγο. Έχει γενικά μια βελτίωση στη ζωή της».

Η γαστρονομική πλευρά της προσφυγικής ροής στη Λέσβο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό εστιατόριο που δίνει τη δυνατότητα σε πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και γηγενείς που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια μέσα από την εργασία «παντρεύοντας» παράλληλα γεύσεις από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ελλάδα, λειτουργεί τους τελευταίους μήνες στη Λέσβο. Πρόκειται για το κοινωνικό εστιατόριο «ΝΑΝ» που σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες όπως ινδικά, πακιστανικά και φαρσί,  η ιδέα για το οποίο «γεννήθηκε» από τέσσερις εθελόντριες που σε καθημερινή βάση επισκέπτονταν τον καταυλισμό ΠΙΚΠΑ – απ’ όπου πέρασαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες – και θέλησαν μαζί με τον θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, να φέρουν τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε, να μιλήσουν αλλά και να δημιουργήσουν μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτήν που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. «Συναντήσαμε πάρα πολλούς ανθρώπους που ήρθαν στο νησί και εγκλωβίστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα να μη μπορεί να δει ο κόσμος την άλλη πλευρά των προσφύγων και να τους δει ως μονάδες. Άλλωστε, μόνο γύρω από ένα τραπέζι μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία κάποιου», μου λέει μια εκ των τεσσάρων ιδρυτριών, η κα. Λένα Αλτίνογλου και συνεχίζει: «Όνειρό μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όμορφο και φιλόξενο, όπου ο καθένας θα μπορεί να αναδείξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του. Ένα εστιατόριο που θα παρουσιάζει γεύσεις από άλλες πατρίδες και μέσα από τη συνύπαρξη θα δούμε πόσα κοινά υπάρχουν μεταξύ μας, παρά τις διαφορετικές μας ρίζες». Έτσι, στο ΝΑΝ σήμερα εργάζονται συνολικά δώδεκα άνθρωποι, έξι των οποίων είναι ντόπιοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, όπως μακροχρόνια ανεργία, ιατρικές παθήσεις ενώ οι υπόλοιποι προέρχονται από χώρες όπως τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Παράλληλα, εκτός από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, το εστιατόριο ΝΑΝ ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς από τους οποίους αγοράζει τις πρώτες ύλες για το φαγητό ενώ παράλληλα προωθεί τις αξίες και ιδέες της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της μη σπατάλης τροφίμων. Το φαγητό που περισσεύει δίνεται σε δομές και κοινωνικές κουζίνες για άπορους πολίτες.

«Δεν στηρίζουμε πολυεθνικές εταιρίες που μπορεί να έχουν φθηνότερα προϊόντα αλλά οι τεχνικές τους δε συνάδουν με το πνεύμα του εστιατορίου και το πνεύμα της ομάδας μας που ονειρεύτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει η κ. Αλτίνογλου.

Δυσκολίες

Όπως μου λέει, το εστιατόριο δεν έτυχε ευρείας ανταπόκρισης από την κοινωνία του νησιού, μεγάλο μέρος της οποίας βλέπει το εγχείρημα αυτό με καχυποψία. «Από νησί της αλληλεγγύης η Μυτιλήνη έχει μετατραπεί σε ένα φοβικό μέρος, όπου εκφράζονται φόβοι ότι θα αλλοιωθεί ο πληθυσμός, ότι οι άνθρωποι αποτελούν κίνδυνο. Έχουν συσσωρευτεί προβλήματα διότι έχουμε συνέχεια αφίξεις και καταλαβαίνω ότι αυτό έχει κουράσει κάποιο κόσμο», σημειώνει διευκρινίζοντας για ποιο λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι «κλέβουν» τις θέσεις εργασίας από τους γηγενείς.

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι εμπνευστές πιστεύουμε ότι η εργατική τους δύναμη είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται κανονικά με τις σχέσεις εργασίας που ορίζει το ελληνικό κράτος. Δεν κλέβουν δουλειές από κανέναν, απεναντίας δημιουργήσαμε θέσεις εργασίας, τις μισές από τις οποίες καταλαμβάνουν οι ντόπιοι. Επιπλέον, υπήρξε ένας κύκλος εργασιών που περιλάμβανε μια πολύ ευρύτερη ομάδα τεχνητών και εργατών, οι οποίοι δούλεψαν για το ΝΑΝ και πληρώθηκαν από αυτό, άρα δώσαμε πίσω στην κοινωνία», εξηγεί.

Στόχος είναι η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του καταστήματος, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του χάρη σε διάφορες δωρεές από οργανώσεις και φίλους αλλά και με τη βοήθεια εθελοντών, προκειμένου οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτό, να καταφέρουν να σταθούν στο πόδια τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Όπως χαρακτηριστικά λέει η κα. Αλτίνογλου, οι μόνοι που θα χάσουν σε περίπτωση που το ΝΑΝ δεν πάει καλά, είναι οι εργαζόμενοί του. «Ευελπιστούμε εκτός από εστιατόριο να αποτελέσει στο μέλλον κι έναν χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται δράσεις και θα γίνονται ζυμώσεις, να συζητιούνται τα θέματα που απασχολούν τη γειτονιά, την πόλη και να βρίσκονται λύσεις», καταλήγει. 

Ο βραβευμένος Ιορδανός φωτορεπόρτερ που ακολουθεί το δράμα των προσφύγων

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Τι κι αν είναι μόλις 37 ετών, ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Ιορδανός φωτορεπόρτερ Muhammed Muheisen έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή των κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την τελευταία δεκαπενταετία τη Μέση Ανατολή – από τον πόλεμο στο Ιράκ και την επανάσταση στην Υεμένη έως την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και το ξέσπασμα της Αραβικής «Άνοιξης»έχει βραβευθεί με δύο Πούλιτζερ και έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό TIME ως «ο καλύτερος φωτογράφος της χρονιάς» για το 2013. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του είναι εστιασμένη στην προσφυγική κρίση και με την κάμερά του ακολουθεί τους απανταχού εκτοπισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω συρράξεων και διώξεων. Πρόσφατα, βρέθηκε στα ελληνικά κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών και «αιχμαλώτισε» με την κάμερά του παιδικά πρόσωπα, οι φωτογραφίες των οποίων εκτέθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Άλλωστε, όπως μου λέει ο ίδιος, πιστεύει ότι τα παιδιά είναι τα πραγματικά θύματα του πολέμου και της φτώχειας. «Όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και εκείνα που ζουν σε εύφλεκτες ζώνες, αναζητούν ένα πράγμα μόνο, τη χαρά. Ακόμα και μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Πάντα »κουβαλώ» μαζί μου τη φωνή τους μέσα από τα πορτραίτα τους, όχι επειδή είναι πιο εύκολο να φωτογραφίσεις τα παιδιά αλλά επειδή είναι τόσο σημαντικό να ακουστεί η φωνή τους. Τα παιδιά ποτέ δεν λένε ψέματα και στα μάτια τους καθρεφτίζεται η αλήθεια τους».

Η 14χρονη Liyana από την Ιορδανία είναι καρκινοπαθής και ονειρεύεται να γίνει η καλύτερη σχεδιάστρια μόδας του κόσμου

Πόσο εύκολο είναι όμως να προσεγγίσει τις οικογένειες των παιδιών αυτών και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ώστε να δεχθούν να φωτογραφηθούν; Όπως μου λέει, η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα στη δουλειά του, ένα συναίσθημα που απαιτεί χρόνο αλλά και κόπο για να κερδηθεί. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να σέβεσαι τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις, να μην παραβιάζεις την ιδιωτικότητά τους, να μαθαίνεις συνεχώς πράγματα για την κουλτούρα και τις παραδόσεις τους ζώντας μαζί τους», σημειώνει τονίζοντας ότι προτού τους φωτογραφίσει, περνά αρκετό χρόνο με τις οικογένειες αυτές προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Ο σεβασμός είναι το κλειδί», προσθέτει.

Φωτογραφία που τράβηξε σε ελληνικό καταυλισμό

Μια από τις τελευταίες του φωτογραφίες που συγκίνησε τους ακόλουθούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι εκείνη που απεικονίζει την Κίραν, ένα εννιάχρονο κορίτσι που σκύβει στοργικά προς το νεογέννητο αδερφό της, ο οποίος είναι ξαπλωμένος σε μια αυτοσχέδια αιώρα στον αύλειο χώρο ενός εργοστασίου τούβλων στο Πακιστάν. Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια, η οποία είναι μια από τις πολλές εσωτερικά εκτοπισμένες της χώρας. «Έχοντας καλύψει αρκετές συγκρούσεις στο Πακιστάν, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο εστιάζω και θέλω να αναδείξω μέσα από τη δουλειά μου κι αυτό είναι οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πολίτες και τα παιδιά που εξαιτίας της ανελέητης φτώχειας αναγκάζονται να δουλέψουν από πολύ μικρή ηλικία για να επιβιώσουν. Η Κίραν και οι γονείς της αναγκάστηκαν να φύγουν από την επαρχιακή πόλη που ζούσαν εξαιτίας των πλημμυρών  και προκειμένου να επιβιώσουν, δουλεύουν όλοι μαζί στο εργοστάσιο. Η Κίραν λοιπόν δεν πηγαίνει σχολείο», σημειώνει και προσθέτει: «Όπως είπα και πριν, όταν περνάς ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μέρος, γίνεσαι αναπόφευκτα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί κι αυτοί της δικής σου. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για μια φωτογραφία αλλά για ένα μήνυμα από ένα παιδί στο συγκεκριμένο σημείο του κόσμου».

 

Η πολαρόιντ της γιαγιάς

Κομβικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει φωτορεπόρτερ και να μας χαρίζει μέσα από τις εικόνες του γνώσεις για τη ζωή σε εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη, έπαιξε μια πολαρόιντ κάμερα της γιαγιάς του. Αυτό το «μαγικό», όπως λέει, κουτί που όταν πατάς το κουμπί, εμφανίζεται αμέσως ένα κομμάτι χαρτιού που αποτυπώνει τη συγκεκριμένη στιγμή και το οποίο μπορείς να κουβαλάς μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής σου. «Συνειδητοποίησα τη σημασία της φωτογραφίας ως ένα εργαλείο αποτύπωσης και εξιστόρησης γεγονότων που μπορεί να ρίξει φως σε σημαντικά ζητήματα, να αλλάξει τα στερεότυπα αλλά και να βοηθήσει. Τα τελευταία χρόνια γυρίζω τον κόσμο προκειμένου να προβάλω ανείπωτες ιστορίες και αφανείς ήρωες», λέει και θυμάται την πρώτη του αποστολή ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ιράκ το 2003. «Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος αλλά τελικά δεν ήμουν. Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πόσο τυχερός είμαι που έζησα και μου δίνεται τώρα η δυνατότητα να σου μιλήσω γι’αυτό», λέει και καταλήγει: «Ο πόλεμος αυτός μου χάρισε το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ και παρά το γεγονός ότι μου άνοιξε το δρόμο προς την επιτυχία, δεν θα δίσταζα να το δώσω πίσω γιατί οι αναμνήσεις πίσω από αυτό με ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Το μάθημα ζωής που πάντα υπενθυμίζω στον εαυτό μου και στους ανθρώπους γύρω μου είναι πόσο τυχεροί είμαστε που στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα σπίτι, ένα κρεβάτι κι ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το αντίθετο δηλαδή από τους ανθρώπους τους οποίους φωτογραφίζω, οι οποίοι μην έχοντας τίποτα, παλεύουν ασταμάτητα προκειμένου να επιβιώσουν και να είναι χαρούμενοι».

 

Από την Οδύσσεια της ξενιτιάς, στην… Ιθάκη της «Σχεδίας»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ιστορία του 70χρονου Παναγιώτη Δημητρίου θα μπορούσε να αποτελέσει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Κι αυτό διότι η ζωή του είχε μεγάλες ανατροπές, δεν φοβόταν τις προκλήσεις, ταξίδεψε σε αρκετές χώρες του κόσμου και, κυρίως, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται ποτέ για να βρει την Ιθάκη του. Ήταν μόλις 12 ετών όταν τέλειωσε το δημοτικό σχολείο σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αίγιο, «ρίχτηκε» αμέσως στο μεροκάματο και λίγο πριν ενηλικιωθεί, μπάρκαρε στα καράβια, έζησε και εργάστηκε στη Δανία αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για αρκετά χρόνια όπου κατάφερε να δημιουργήσει και μια δική του επιχείρηση. Τον τελευταίο χρόνο χωρίς καμία μέριμνα για τα γεράματα και πέφτοντας θύμα του πάλαι ποτέ κραταιού κράτους πρόνοιας των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, ο 70χρονος κ. Παναγιώτης ήρθε στην Αθήνα, πάσχισε και τελικά δικαιώθηκε χάρη στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία».

«Το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν από την Κόρινθο στο Πρίντεζι. Δεν μου άρεσε καθόλου, έπλενα στοίβες από πιάτα αλλά από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω. Σκοπός μου ήταν να φύγω για Αμερική», μου λέει. Η στιγμή που δεν μπορεί ακόμη να ξεχάσει από τη θητεία του στα καράβια ήταν όταν ένα βράδυ κατά τη διάρκεια ταξιδιού από το Ρότερνταμ στη Σαγκάη μέσω Νοτίου Αφρικής, το πλοίο βρέθηκε στο έλεος του κυκλώνα. «Τα κύματα έφταναν το ύψος μιας επταόροφης πολυκατοικίας και δεν ήξερα καθόλου μπάνιο. Προσευχήθηκα στον Άγιο Νικόλα να βγω ζωντανός από εκεί μέσα και έδωσα όρκο πως δεν θα ξαναμπώ στη θάλασσα», διηγείται ο κ. Παναγιώτης. Λίγο καιρό μετά ήρθε η πολυπόθητη πρόταση από Αμερική και συγκεκριμένα από το Ντιτρόιντ του Μίσιγκαν, όπου εργάστηκε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως μάγειρας και μετά άνοιξε το δική του επιχείρηση εστίασης στο Σικάγο. Το ανήσυχο πνεύμα του ωστόσο δεν τον άφηνε να εγκαθίσταται στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό κι έτσι λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στη Χαβάη, «πάτησε» τον όρκο του και δούλεψε για δύο χρόνια στο «Πλοίο της Αγάπης» που έκανε καθημερινά το γύρο των νησιών για τους τουρίστες. «Ήταν ωραία εμπειρία, ερχόταν κόσμος από κάθε γωνιά της Γης. Μετά πήγα στη Δανία όπου δούλεψα ως μάγειρας σε ευρωπαϊκά εστιατόρια και λίγο πριν επιστρέψω πίσω, έζησα στον Καναδά».

«Έψαξα στον τηλεφωνικό κατάλογο να βρω ελληνικά εστιατόρια στο Κεμπέκ. Δούλεψα σε κάποιο, το οποίο σιχάθηκα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Όποια κατσαρόλα σήκωνα, έβλεπα κατσαρίδες», σημειώνει. Λίγο καιρό αργότερα βρήκε άλλη δουλειά πάλι στο χώρο της εστίασης, η οποία απαιτούσε να εργάζεται ως τα χαράματα. «Έπινα δώδεκα ποτήρια καφέ την ημέρα για να αντέξω ώσπου μια μέρα λιποθύμησα. Ο γιατρός μου είπε πως έπρεπε να αφήσω αυτή τη δουλειά αν ήθελα να είμαι υγιής». Από το 2006 έως και το 2017 που επέστρεψε στην Ελλάδα, ο κ. Παναγιώτης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε χρήματα για τους ανάπηρους. Όπως λέει, αν και αρχικά δυσκολεύτηκε, στη συνέχεια τα πήγε πολύ καλά και κατάφερε να καταρρίψει το ρεκόρ των συναδέλφων του μαζεύοντας τα περισσότερα χρήματα. «Ήμουν κοινωνικός και γλυκομίλητος. Το σκορ μου ήταν 1.300 δολάρια σε 2,5 ώρες».

Τον Ιούνιο του 2017 ήρθε στην Ελλάδα καθώς δεν ανανεώθηκε η άδεια παραμονής του και έχασε και μια μικρή σύνταξη που έπαιρνε από το καναδικό κράτος. Πλέον, ζει σε έναν ξενώνα για άστεγους και άπορους πολίτες στον Καρέα και βγάζει το χαρτζιλίκι του πουλώντας το περιοδικό δρόμου «Σχεδία». «Βρήκα τη χαμένη μου αξιοπρέπεια και μπορώ να ζω χωρίς να επιβαρύνω κανέναν γύρω μου. Βέβαια, για έναν άνθρωπο 70 χρονών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να στέκεται όρθιος στο δρόμο και να πουλά περιοδικό, αλλά από την άλλη νιώθω ευγνώμων που μου δόθηκε έστω κι αυτή η δυνατότητα», καταλήγει.

Το χρονικό της ταλαιπωρίας ενός τυφλού καθηγητή στην Ικαρία

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της αποσαθρωμένης κατάστασης που επικρατεί στη δημόσια εκπαίδευση της χώρας μας και ειδικά στις εσχατιές της φέρνει στην επιφάνεια η ιστορία του 32χρονου τυφλού  καθηγητή μουσικής από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος διορίστηκε τον φετινό Οκτώβριο στην Ικαρία και κλήθηκε να δουλέψει σε πέντε σχολεία του νησιού.

Ο Στέφανος Ευφραιμίδης, παρότι αρχικά ενθουσιάστηκε με το γεγονός ότι θα δούλευε στην Ικαρία, μόλις ήρθε αντιμέτωπος με τις μεγάλες αποστάσεις του νησιού, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με το υπάρχον λεωφορείο που ανήκει σε ιδιώτη αυτοκινητιστή, απογοητεύτηκε. Για να μπορέσει να είναι συνεπής στην παράδοση των μαθημάτων, έπρεπε να πηγαίνει με ταξί, το κόστος του οποίου ανερχόταν στα 460 ευρώ τον μήνα.

«Θα έπρεπε καθημερινά να πληρώνω ταξί, να μαζεύω αποδείξεις και στο τέλος του σχολικού έτους θα έπαιρνα πίσω τα χρήματα. Δεν το δέχθηκα διότι, αν δαπανούσα 460 ευρώ μηνιαίως στη μετακίνησή μου, δεν θα μπορούσα να επιβιώσω», μου λέει ο ίδιος τονίζοντας πως το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο εκείνον που αντιμετωπίζει πρόβλημα με την όρασή του, αλλά όλους τους συναδέλφους του που δεν έχουν δικό τους μεταφορικό μέσο. 

Με παρέμβαση του προέδρου ΕΛΜΕ Ικαρίας – Φούρνων Χρήστου Δάμαλου το πρόβλημα του Στέφανου λύθηκε πριν από λίγες ημέρες και πλέον εργάζεται σε τρία σχολεία που είναι σε κοντινότερη απόσταση από το σπίτι του, ωστόσο δύο σχολεία στον Αγιο Κήρυκο έμειναν χωρίς καθηγητή μουσικής. «Διορίστηκα στο Γυµνάσιο Ευδήλου και νοίκιασα σπίτι στην περιοχή. Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποιεί διότι στόχος μου δεν ήταν να μείνουν χωρίς καθηγητή το γυμνάσιο και το λύκειο Αγίου Κηρύκου αλλά να βρεθεί λύση στον τρόπο που θα μετακινούμαι» λέει με παράπονο και προσθέτει: «Πηγαινοέρχομαι με αυτοκίνητα συναδέλφων, ουσιαστικά εξαρτώμαι από αυτούς».

Η απώλεια όρασης στα 17 του χρόνια

Σε κάθε περίπτωση, η ακαταμάχητη δίψα για ζωή και η ισχυρή θέληση είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να προσδώσει κανείς στον νεαρό καθηγητή από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έχασε την όρασή του όταν ήταν 17 ετών. «Τελείωσα κανονικά το λύκειο, στη συνέχεια πήγα στο πανεπιστήμιο και μετά στην Ολλανδία μέσω του προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών. Δεν το έβαλα κάτω, δεν ένιωθα ότι μου λείπει κάτι» λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Σήμερα, εκτός από τα μαθήματα μουσικής που παραδίδει, ασχολείται παράλληλα με την ορειβασία, ενώ πριν από λίγους μήνες ολοκλήρωσε το πρώτο τραγούδι του με στίχους και μουσική του ίδιου.

Στο βίντεο που ακολουθεί, μπορείτε να ακούσετε: