Πέντε παιδιά την ημέρα εξαφανίζονται στην Ελλάδα

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Εφιαλτικές διαστάσεις έχουν  λάβει στη χώρα μας οι εξαφανίσεις παιδιών, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε πριν από λίγες ημέρες στη δημοσιότητα το Χαμόγελο του Παιδιού σε συνεργασία με την Ελληνική Αστυνομία, πέντε παιδιά τη μέρα χάνονται τους τελευταίους 16 μήνες.

Όπως μου εξηγεί ο ιδρυτής της οργάνωσης Κώστας Γιαννόπουλος, ο αριθμός είναι αρκετά μεγαλύτερος καθώς οι εξαφανίσεις που δεν δηλώνονται καν στην αστυνομία είναι πάρα πολλές. Μάλιστα, όσο περνούν τα χρόνια όλο και μικρότερα παιδιά αγνοούνται, με τα 12 έτη να είναι πλέον η μέση ηλικία φυγής από το σπίτι.

Τι είναι όμως αυτό που ωθεί έναν ανήλικο στο να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και μάλιστα σε μια τόσο τρυφερή ηλικία;

«Εκείνο που μπορώ να σας πω με σιγουριά είναι πως παρατηρείται αύξηση στις εξαφανίσεις από κακή χρήση του διαδικτύου. Είναι πολλές οι περιπτώσεις ανήλικων κοριτσιών που γνωρίζουν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεγαλύτερους άντρες, οι οποίοι τους υπόσχονται μια χλιδάτη ζωή. Νομίζοντας λοιπόν πως έχουν  ερωτευτεί  το πρόσωπο που βλέπουν πίσω από την οθόνη, φεύγουν μαζί του και συχνά καταλήγουν στην πορνεία», απαντά ο κ. Γιαννόπουλος.

Ενδεικτική είναι μια περίπτωση που κλήθηκε πρόσφατα να αντιμετωπίσει το Χαμόγελο του Παιδιού, όταν δέχθηκε κλήση για εξαφάνιση μιας  13χρονης κοπέλας. Όπως διαπιστώθηκε, η ανήλικη συνομιλούσε για καιρό με έναν άνδρα αρκετά μεγαλύτερό της, ο οποίος την έπεισε να πάει να ζήσει μαζί του. «Τους εντοπίσαμε έγκαιρα με τη βοήθεια των λιμενικών στο πλοίο με προορισμό τη Ρόδο. Η κοπέλα θα κατέληγε σε μπαρ του νησιού, όπου διάφοροι επιτήδειοι ωθούν τις κοπέλες σε εξαναγκαστική εργασία και τις εκμεταλλεύονται», σημειώνει.

Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου η φυγή ενός παιδιού από το σπίτι λειτουργεί σαν «καμπανάκι» για το αρρωστημένο ενδεχομένως κλίμα που επικρατεί εντός των τειχών. «Κάποιοι ανήλικοι το σκάνε γιατί δεν μπορούν να ζήσουν άλλο στο σπίτι τους. Είναι κι αυτός ένας παράγοντας που συμβάλει στη γιγάντωση του φαινομένου».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα παρατηρείται στα ασυνόδευτα ανήλικα που καταφθάνουν στη χώρα μας με τον αριθμό των εξαφανίσεων τους τελευταίους 16  μήνες να φτάνει τις 1.892. «Οι διακινητές βρίσκουν παιδιά που είναι στα αζήτητα και τα ωθούν στην πορνεία. Κανένας δεν ψάχνει να τα βρει κι αυτό είναι που ενισχύει τη δράση αυτών των ανθρώπων», σημειώνει ο Κώστας Γιαννόπουλος.

Παιδιά που δε βρέθηκαν ποτέ

Οι ιστορίες παιδιών όπως ο  Άλεξ, η Αννούλα και ο Μπεν είναι κάποιες μόνο από αυτές που συγκλόνισαν κατά το παρελθόν την κοινή γνώμη. Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να ξετυλίξει το κουβάρι των υποθέσεων και να απαντήσει με σιγουριά για το αν οι μυστηριώδεις αυτές εξαφανίσεις ήταν αποτέλεσμα απαγωγής ή δολοφονίας.

Τι πήγε λάθος στις έρευνες; Που μπορεί να βρίσκονται σήμερα αυτά τα παιδιά;

Σύμφωνα με τον κ. Γιαννόπουλο υπήρξαν αρκετές ανακολουθίες στις έρευνες και ειδικότερα στην πολύκροτη υπόθεση του Άλεξ. «Χάθηκε πολύτιμος χρόνος, έγιναν όλα λάθος. Έβλεπα σκυλιά που υποτίθεται πως έψαχναν το παιδί έπειτα από δύο μήνες. Αυτό έγινε για το θεαθήναι, επειδή η κοινή γνώμη πίεζε. Δε μπορεί το σκυλί τόσες ημέρες μετά να ακολουθήσει τα ίχνη. Χρειάζεται άμεση κινητοποίηση, εδώ και τώρα», σημειώνει προσθέτοντας πως για αρκετές εξαφανίσεις που έλαβαν χώρα βραδινές ώρες, κάποιοι αστυνομικοί ήθελαν να ξεκινήσουν την έρευνα το επόμενο πρωί επειδή ήταν αργά.

«Τέτοιες καθυστερήσεις μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και στο θάνατο», λέει. Όσο για την τύχη των παιδιών αυτών, ο ίδιος φέρνοντας στο νου του ανάλογες περιπτώσεις εξαφανίσεων από το εξωτερικό, δηλώνει αισιόδοξος.

«Στην Κίνα βρέθηκε πριν από λίγες ημέρες ένας άνδρας, έπειτα από 32 ολόκληρα χρόνια. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Αυστρία. Δεν σταματάμε να ελπίζουμε και για το λόγο αυτό στο Χαμόγελο του Παιδιού έχουμε προχωρήσει σε ψηφιακή ενηλικίωση, παρουσιάζουμε δηλαδή τα παιδιά αυτά ως ενήλικες, ώστε αν τους εντοπίσει κάποιος να μας ενημερώσει».

Ολοκληρώνοντας την κουβέντα μας, κατάλαβα πόσο αφοσιωμένος είναι σε αυτό που κάνει. Ο ίδιος δηλώνει εργάτης και έτοιμος να ανταποκριθεί σε χρόνο ρεκόρ όπου παραστεί ανάγκη. «Από την ημέρα που πέθανε ο γιος μου, παράτησα τα πάντα και είμαι 24 ώρες το 24ωρο στην πρώτη γραμμή. Έχασα ό, τι πολυτιμότερο είχα», καταλήγει συγκινημένος.

Σε απόγνωση οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας

Τον δικό τους αγώνα δίνουν καθημερινά οι νοσηλευτές ψυχικής υγείας, οι οποίοι καλούνται σε συνθήκες πανδημίας να φέρουν εις πέρας ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Παρά την χρόνια υποστελέχωση, πρέπει εκτός από τη φροντίδα των ασθενών να διαχειριστούν παράλληλα την υπερδιέγερση ψυχικά πασχόντων που βρίσκονται σε οξεία φάση και να διαφυλάξουν τη σωματική ακεραιότητα των ίδιων αλλά και των υπόλοιπων ασθενών.

«Υπάρχουν τρόφιμοι  που βλέπουν το αντισηπτικό σαν δηλητήριο κάθε φορά που προσπαθούμε να τους απολυμάνουμε τα χέρια. Κάποιοι άλλοι αντιδρούν ακόμη πιο έντονα και μας φτύνουν. Εκεί ο ρόλος του νοσηλευτή ψυχικής υγείας δεν είναι εύκολος, χρειάζεται υπομονή και επιμονή για να τους πείσουμε πως είναι για το καλό τους. Αν  αναλογιστεί κανείς και τις τραγικές ελλείψεις ακόμη και σε ατομικά μέτρα προστασίας, αντιλαμβάνεται πόσο δύσκολα βιώνουμε την πανδημία», αναφέρει ο Χάρης Ι., νοσηλευτής στο ΔΑΦΝΙ για περισσότερα από δέκα χρόνια.

Ο ίδιος αγόρασε μάσκες και γυαλιά προστασίας βάζοντας χρήματα από την τσέπη του καθώς στο νοσοκομείο οι μάσκες, δίνονταν, όπως χαρακτηριστικά λέει, με το σταγονόμετρο.

«Μας ζητούσαν να φοράμε μάσκες μιας χρήσης για οκτώ ώρες. Αυτές μετά από περίπου δύο ώρες υγραίνονται και δεν παρέχουν καμιά απολύτως προστασία. Είναι σα να μην τις φοράς. Για να προστατέψω λοιπόν τον εαυτό μου προμηθεύτηκα μάσκες με προστατευτικό φίλτρο και γυαλιά από το φαρμακείο. Όταν έρχεσαι σε επαφή με ασθενείς που βρίσκονται σε υπερδιέγερση και ορισμένες φορές αντιδρούν και σε φτύνουν, πρέπει να προστατευτείς. Κι αφού το κράτος δεν φροντίζει γι’ αυτό, το κάνω μόνος μου», εξηγεί.

Υποστελέχωση

Όπως λέει, το κράτος έχει αφήσει ξεκρέμαστους τόσο τους ίδιους όσο και τους ψυχικά νοσούντες καθώς οι ελλείψεις σε προσωπικό είναι τέτοιες που από τύχη δεν έχουν αποβεί μοιραίες για τους τροφίμους του ψυχιατρείου. «Τη Μεγάλη Πέμπτη είχα βάρδια μαζί με δύο άλλους συναδέλφους και είχαμε υπό την εποπτεία μας δεκάδες ασθενείς. Ένας από αυτούς έκανε απόπειρα απαγχονισμού με τα κορδόνια των παπουτσιών του, ευτυχώς τον προλάβαμε», λέει τονίζοντας πως ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα μπορούσε σήμερα να ήταν νεκρός αν οι νοσηλευτές δεν αντιλαμβάνονταν έγκαιρα τι είχε συμβεί. «Τον σώσαμε καθαρά από τύχη. Όταν έχουμε υπό την εποπτεία μας τόσους ασθενείς, δεν είναι πάντα αυτονόητο ότι θα προλάβουμε αντίστοιχες περιπτώσεις», σημειώνει.

Τους τελευταίους δύο μήνες η κοινή γνώμη εξήρε το έργο των νοσηλευτών στα νοσοκομεία αναφοράς για τον αγώνα που δίνουν νυχθημερόν ενάντια στον Covid -19. Για τα ψυχιατρικά νοσοκομεία όμως δεν υπήρχε καμιά απολύτως μέριμνα και για το λόγο αυτό οι εργαζόμενοι στο ΔΑΦΝΙ πήραν την πρωτοβουλία να αδειάσουν δύο κλινικές κι εκεί να μένουν για 14 ημέρες τα νέα περιστατικά. «Ήταν ο μόνος τρόπος να προστατέψουμε τους υπόλοιπους ασθενείς αλλά και τους εαυτούς μας. Δεν ξέραμε εάν το κάθε νέο περιστατικό είχε ή όχι κορονοϊό καθώς δεν προβλεπόταν η διεξαγωγή τεστ», σημειώνει ο Γιώργος Αβραμίδης, νοσηλευτής στο ΔΑΦΝΙ και πρόεδρος του Συλλόγου Νοσηλευτών Ψυχιατρικών Νοσοκομείων ΕΣΥ Ν. Αττικής.  Οι πρώτες ημέρες της εξάπλωσης του ιού στη χώρα μας, ήταν, όπως λέει ιδιαίτερα στρεσογόνες για τους ίδιους. «Βλέπαμε το κάθε νέο περιστατικό σαν ύποπτο κρούσμα. Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για ασθενείς που στην πλειονότητά τους δεν αντιλαμβάνονται τι εστί πανδημία. Σε ακολουθούν όπου πας, έρχονται κοντά σου κι εσύ το μόνο που έχει σαν μέτρο προστασίας είναι η μάσκα μιας χρήσης», καταλήγει.

Ακρίτες στο έλεος της πανδημίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ανησυχία και προβληματισμό προκαλούν τα απόνερα της τεράστιας υγειονομικής κρίσης του κορονοϊού στα ακριτικά νησιά. Η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σε συνδυασμό με τα αρνητικά μηνύματα που εκπέμπονται στο μέτωπο του τουρισμού, έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που απειλεί να «τινάξει στον αέρα» τις λιγοστές οικογένειες που έχουν απομείνει στις εσχατιές του Αιγαίου.

Ο 33χρονος Νικήτας Καμπούρης που διατηρεί στην Κάσο κατάστημα εστίασης έχει αρχίσει ήδη να βλέπει τα πρώτα σημάδια της ύφεσης. Οι κάτοικοι του νησιού, όπως μου λέει, είναι στην πλειονότητά τους άνω των 65 ετών και δεν βγαίνουν από τα σπίτια τους λόγω του φόβου για τον ιό. «Εμείς, οι ελάχιστοι εναπομείναντες νέοι, τους βοηθάμε πηγαίνοντάς τους στο σπίτι τα φάρμακα και τα τρόφιμα. Ευτυχώς υπάρχει αλληλεγγύη στο νησί αλλά η κατάσταση αναμένεται να είναι ιδιαίτερα δύσκολη τους επόμενους μήνες», σημειώνει. Τα τελευταία χρόνια η Κάσος είχε παρουσιάσει αύξηση του τουρισμού, κυρίως με ταξιδιώτες από Ιταλία, όμως ,φέτος οι ντόπιοι ελπίζουν στον εσωτερικό τουρισμό.

«Το νησί μας προσφέρει κάτι διαφορετικό, την ηρεμία. Κάθε χρόνο έχουμε λιγοστούς επισκέπτες από Κρήτη και Ρόδο, ελπίζουμε λοιπόν σε αυτούς», λέει προσθέτοντας πως αρκετοί Κασιώτες που διατηρούν εξοχικά στο νησί και μένουν στο εξωτερικό, έχουν ήδη ακυρώσει το φετινό ταξίδι στο νησί. Ο μεγαλύτερός του φόβος είναι πως με το πέρασμα των χρόνων η Κάσος θα αδειάσει καθώς όλο και περισσότεροι νέοι το εγκαταλείπουν μη μπορώντας να εργαστούν στον τόπο τους.

Η ακριτική Κάσος από ψηλά.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στους Λειψούς, όπου η βασικότερη πηγή εσόδων των ντόπιων είναι ο τουρισμός. «Έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά. Δεν πρόκειται απλά για ένα συμπλήρωμα αλλά για την κύρια ασχολία των κατοίκων», μου λέει ο δήμαρχος του νησιού Φώτης Μάγγος. Οι εκτιμήσεις του για το φετινό καλοκαίρι είναι δυσοίωνες όχι μόνο εξαιτίας της απουσίας ξένων επισκεπτών αλλά και διότι οι Έλληνες πολίτες έχουν ήδη εξουθενωθεί οικονομικά από τις συνέπειες της πανδημίας. «Δεν ξέρω κατά πόσο θα έχουν την άνεση να ταξιδέψουν φέτος».

Περίπου τρία μίλια νοτιότερα, στους Αρκιούς το κλίμα δεν διαφέρει και πολύ. Οι ελάχιστοι κάτοικοι του νησιού τους τελευταίους μήνες δεν βγαίνουν από το σπίτι. «Η συντριπτική πλειοψηφία είναι άνω των 70 ετών και ανήκει στις ευπαθείς ομάδες», τονίζει η Μαρία Τσιαλέρα, η δημοφιλής δασκάλα στο σχολείο του νησιού που έχει έναν μόλις μαθητή. Οι επισκέψεις ξένων τουριστών τα τελευταία δύο χρόνια είχαν αυξηθεί κατά 200%, συνεπώς  η επέλαση του κορονοϊού θα αφήσει τα σημάδια της και στο ακριτικό αυτό νησί.

«Στους Αρκιούς ο πρωτογενής τομέας έχει ατονήσει. Αυτό δεν οφείλεται σε αδιαφορία των ντόπιων αλλά στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν πια νέοι στο νησί, μόνο ηλικιωμένοι», σημειώνει η δασκάλα που δύο φορές την εβδομάδα πηγαινοέρχεται από τους Λειψούς όπου μένει, προκειμένου να ανταποκριθεί όσο το δυνατόν καλύτερα στα καθήκοντά της. «Αν και έχω μόνο έναν μαθητή, τα μαθήματα γίνονται μέσω τηλεφώνου, ακόμη κι όταν βρίσκομαι στους Αρκιούς. Τα περιοριστικά μέτρα ισχύουν για όλους», υπογραμμίζει επισημαίνοντας πως της προκαλεί θλίψη το άδειο καράβι κάθε φορά που ταξιδεύει. «Με τη σχετική άδεια του υπουργείου Παιδείας, έχω τη δυνατότητα να έρχομαι στους Αρκιούς από τους Λειψούς. Πέφτει το ηθικό μου όταν βλέπω την άδεια καμπίνα, όμως είμαι αισιόδοξη πως στο τέλος θα πάνε όλα καλά».

Στο άδειο πλοίο της γραμμής με προορισμό τους Αρκιούς.

Κορονοϊός: Αύξηση της βίας έφερε ο εγκλεισμός στο σπίτι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σοβαρά προβλήματα στη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή την οικογένεια, έχει δημιουργήσει ο κορονοϊός, καθώς οι πρωτόγνωρες συνθήκες εγκλεισμού και τα συνακόλουθα οικονομικά προβλήματα που προκύπτουν, αποτελούν πρόσφορο έδαφος για άσκηση βίας σε βάρος παιδιών και γυναικών.

Όπως μου εξηγεί  ο ψυχολόγος από το «Χαμόγελο του Παδιού» Δημήτρης Μπουρσινός, τις τελευταίες ημέρες υπάρχει μια αύξηση καταγγελιών που αφορούν σε παραμέληση και κακοποίηση ανηλίκων. «Οι περισσότερες αναφορές που έχουμε είναι από τρίτα πρόσωπα που παρατηρούν ή ακούν κάτι. Υπάρχουν καταγγελίες για γονείς που κλειδώνουν στο μπαλκόνι τα παιδιά προκειμένου να τα τιμωρήσουν και άλλες που προκύπτουν από φωνές ή ήχους που παραπέμπουν σε κακοποιητικές συμπεριφορές», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον κ. Μπουρσινό, ο υποχρεωτικός εγκλεισμός όλων των μελών της οικογένειας μέσα στο σπίτι, δυσκολεύει την επικοινωνία, η οποία πολλές φορές μπορεί να εκφράζεται με την άσκηση βίας. «Ζούμε υπό συνθήκες φόβου και έντονου άγχους. Αυτό σημαίνει ότι ήδη υπάρχοντα οικογενειακά προβλήματα που υπήρχαν αλλά δεν ήταν τόσο έντονα, μπορεί να οξυνθούν. Η προσαρμογή σε νέες συνθήκες ποτέ δεν είναι εύκολη», σημειώνει.

Εκείνο που κατά τον ίδιο έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός πως εκτός από τα τηλεφωνήματα για καταγγελίες, υπάρχουν κι εκείνα που γίνονται από γονείς, οι οποίοι ζητούν συμβουλές για το πώς να διαχειριστούν τη νέα αυτή πραγματικότητα. «Η κάθε οικογένεια πλέον είναι ένα χωνευτήρι που μαζέψει όλες τις δυσκολίες και το άγχος που έρχεται απ’ έξω και θα δοκιμαστεί. Ελπίζω ότι από αυτή τη δυσκολία θα βγούμε πιο δυνατοί και με έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης».

«Εγκλωβισμένες» οι γυναίκες – θύματα βίας

Την ίδια ώρα, το σπίτι, στο οποίο οι αρμόδιοι φορείς μας συνιστούν να μένουμε, αποτελεί κολαστήριο για αρκετές γυναίκες θύματα – βίας. Ο υποχρεωτικός εγκλεισμός των πολιτών δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση γι’ αυτές καθώς η διαρκής παρουσία του κακοποιητή τους στο σπίτι, δεν τους επιτρέπει να καταγγείλουν το περιστατικό.

«Δυστυχώς για τις γυναίκες αυτές η παρούσα κατάσταση είναι ιδιαίτερα δύσκολη διότι η δυνατότητα να εγκαταλείψουν την εστία τους είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι ξενώνες έχουν μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία φιλοξενίας που περιλαμβάνει και ιατρικές εξετάσεις από δημόσιο νοσοκομείο, πράγμα που αυτή την εποχή είναι δύσκολο να γίνει», μου αναφέρει η ψυχολόγος και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου για τα Δικαιώματα Κική Πετρουλάκη. Επιπλέον, η τηλεφωνική καταγγελία είναι αδύνατη λόγω της διαρκούς παρουσίας του θύτη ενώ η αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων δεν καθιστά εφικτή τη σύλληψη του δράστη. «Ακόμη και να συλληφθεί κάποιος στα πλαίσια του αυτοφώρου μετά από καταγγελία μιας γυναίκας, σε λίγες ώρες θα είναι στο σπίτι του», προσθέτει.

Σύμφωνα με την κ. Πετρουλάκη, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν δεδομένα που να πιστοποιούν την αύξηση ή μη της κακοποίησης γυναικών εν μέσω της πανδημίας του κορονοϊού. «Ακόμη όμως κι αν βγουν κάποια στοιχεία, αυτά δεν θα είναι ενδεικτικά της κατάστασης διότι για να καταγγείλεις κάποιον που σε κακοποιεί μέσα στο σπίτι, θα πρέπει αυτός ο κάποιος να λείπει, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο αυτές τις ημέρες. Επομένως, δε θα μου φανεί καθόλου περίεργο εάν παρατηρηθεί μείωση των καταγγελιών και των συνακόλουθων στατιστικών αυτή την εποχή». Μια λύση θα ήταν, κατά την ίδια, να μεριμνήσει η εκάστοτε Περιφέρεια για τις γυναίκες αυτές, ώστε σε περίπτωση κακοποίησης να μπορούν να μεταβούν σε ειδικούς χώρους και να παραμένουν ασφαλείς. «Απαιτείται να βρεθεί μια λύση έκτακτης ανάγκης, όπως συμβαίνει και με τους άστεγους. Αντί να περιμένουμε από τις κακοποιημένες γυναίκες να σταματήσουν μόνες τους την κακοποίηση για τις ίδιες και τα παιδιά τους θα πρέπει εμείς να κάνουμε κάτι».

Από την πλευρά της η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων Μαρία Συρεγγέλα, διευκρινίζει πως η βίαιη συμπεριφορά δεν είναι αποτέλεσμα των περιόδων κρίσεων. «Είναι πιθανόν ένας βίαιος σύντροφος ή σύζυγος να εντείνει τα βίαια περιστατικά σε περιόδους κρίσεως αλλά θα ήταν ούτως ή άλλως αυτή η συμπεριφορά του», αναφέρει.

Σημειώνεται ότι οι γυναίκες θύματα βίας μπορούν να τηλεφωνήσουν στην γραμμή SOS 15900, η οποία λειτουργεί 24 ώρες, επτά ημέρες την εβδομάδα ή να στείλουν email στο : sos15900@isotita.gr

Επίσης, μπορούν να βρουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τα Συμβουλευτικά Κέντρα της Γενικής Γραμματείας και των Δήμων, τις υπηρεσίες που προσφέρουν και τους τρόπους επικοινωνίας μαζί τους, στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας,  www.isotita.gr και στην ιστοσελίδα κατά της βίας των γυναικών, www.womensos.gr.

Καραντίνα και λοιμοκαθαρτήρια στον ελλαδικό χώρο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Εις τα αρχάς κεφαλαλγία, οφθαλμοί στίλβοντες, γλώσσα κόκκινη εις την άκρην και λευκή εις την μέση, νάρκωσις, ενίοτε μεγάλη, ενίοτε μικροτέρα, άμεσος εμφάνισις βουβώνων, πότε ενός, και πότε δύο ομού, σχεδόν πάντοτε εμετός. Επομένως, αν η νόσος διαρκούσε, ηκολούθη πόνος δυνατός εις την κοιλίαν, γλώσσα πολλά κοκκίνη και ξηρά, δίψα, πρόσωπον κόκκινον. Τέλος, παράλήρησις και συχνότερα εις ύπνον καταφορά, οι βουβώνες αφανίζονται, θάνατος».

Με τα παραπάνω λόγια το 1837 ο αρχίατρος του ελληνικού κράτους περιγράφει τα συμπτώματα που παρουσίασαν οι προσβεβλημένοι από πανώλη κατά την τελευταία επιδημία που έπληξε το νεότευκτο βασίλειο.  Οι πάσχοντες ή τα πιθανά κρούσματα έμπαιναν σε χώρους απομόνωσης, τα λεγόμενα λοιμοκαθαρτήρια, τα οποία δημιουργήθηκαν για το σκοπό αυτό στον ελλαδικό χώρο από το 1456. Αργότερα, με την οριστικοποίηση των συνόρων του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους ιδρύονται μια σειρά από λοιμοκαθαρτήρια, κυρίως σε σημαντικά λιμάνια αλλά και χερσαίες πόλεις στα σύνορα με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Πρόκειται για ένα είδος «υγειονομικής αστυνομίας» όπου πραγματοποιούταν κάθαρση ανθρώπων, ζώων και εμπορευμάτων που προέρχονταν από περιοχές που είχε ξεσπάσει κάποια επιδημία ή περιοχές ύποπτες για ύπαρξη μεταδοτικών ασθενειών.

Κάτοψη του λοιμοκαθαρτηρίου της Αίγινας. Πηγή: Παπανικολάου – Κρίστενσεν Α.

Όπως μου εξηγεί  ο υποψήφιος διδάκτωρ νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννης Γονατίδης, οι άνθρωποι απομονώνονταν και «καθαρίζονταν» μέσω του αερισμού των παλιών τους ρούχων υπό την επιτήρηση ενός φύλακα. Τα εμπορεύματα εκτίθονταν στον αέρα, τα ζώα πλένονταν, ενώ τα γράμματα ανοίγονταν και, όπως κάθε γραπτό, καπνίζονταν με θειάφι.

«Φυσικά εάν κάποιος άνθρωπος ή εμπόρευμα προερχόταν από περιοχή που είχε ξεσπάσει μολυσματική νόσος, τότε περιοριζόταν κατευθείαν στο λοιμοκαθαρτήριο. Με την ολοκλήρωση της λοιμοκάθαρσης, οι ταξιδιώτες λάμβαναν πιστοποιητικό που βεβαίωνε πως υποβλήθηκαν σε καραντίνα και σημειωνόταν η ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το λοιμοκαθαρτήριο, καθώς και τα ποσά που πλήρωσαν για «δικαιώματα» κάθαρσης.

Έτος Πόλη Χρονικό Διάστημα Επιδημίας Θανόντες Ασθενείς Θνημότητα
1831 Κίμωλος Αρχές Σεπτεμβρίου-1 Οκτωβρίου 27 29 0,93
1850 Κεφαλονιά Ιούλιος-Νοέμβριος 992 1858 0,53
1854 Πειραιάς 4 Ιουλίου-22 Αυγούστου 99 175 0,56
1854 Αθήνα Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1000
1854 Σύρος 500
1854 Μύκονος «εντός ολίγων ημερών» 29 39 0,74
1855 Ζάκυνθος 25 Σεπτεμβρίου-15 Δεκεμβρίου 611 1082 0,56
1855 Κεφαλονιά 7 Οκτωβρίου 1855-12 Ιανουαρίου 1856 79 174 0,45
1855 Κέρκυρα 23 Σεπτεμβρίου-21 Δεκεμβρίου 480 884 0,54
1855 Αιτωλικό-Αγρίνιο Δεν σημειώνεται στην πηγή 456 794 0,57

Πηγές για τον πίνακα: (i) Χρήστος Λούκος, «Επιδημία και Κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)» (ii) Μαρία Κορασίδου, Όταν η αρρώστια απειλεί. Επιτήρηση και έλεγχος της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (iii) Κώστας Κόμης, Χολέρα και λοιμοκαθαρτήρια (19ος – 20ος αιώνας). Το παράδειγμα της Σαμιοπούλας»

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια

Τα πρώτα λοιμοκαθαρτήρια στον ελληνικό χώρο ιδρύθηκαν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, στο Ηράκλειο το 1456 και στη συνέχεια στα Χανιά, το Ρέθυμνο, τη Σητεία και την Ιεράπετρα στις αρχές του 17ου αιώνα ενώ η  βενετική διοίκηση ιδρύει λοιμοκαθαρτήρια και στα Επτάνησα.

«Οι διαδοχικές εδαφικές επεκτάσεις και προσαρτήσεις της Ελλάδας, μεταβάλουν διαρκώς το δίκτυο λοιμοκαθαρτηρίων. Λοιμοκαθαρτήρια ιδρύονται, ενεργοποιούνται και καταργούνται με Βασιλικά Διατάγματα που εκδίδονταν ανάλογα με την πληροφόρηση που υπάρχει για την εμφάνιση μολυσματικής νόσου σε κάποια περιοχή.  Σ’ αυτή την συνθήκη οφείλεται και το γεγονός πως δεν έχουν διασωθεί παρά σε μικρό βαθμό οι εγκαταστάσεις των λοιμοκαθαρτηρίων», σημειώνει ο δρ. Γονατίδης εξηγώντας πως η διάρκεια της καραντίνας που επιβάλλεται στα σύνορα του ελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα κυμαίνεται, ανάλογα με περιοχή από την οποία προέρχονται άνθρωποι και εμπορεύματα.«Για τους ανθρώπους μπορούσε να φτάσει τις 28 ημέρες και για τα εμπορεύματα έως και τις 40 μέρες», προσθέτει.

Το 1841 ολοκληρώνεται η κατασκευή του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο, το μεγαλύτερο του τότε ελληνικού κράτους. Ωστόσο, στα δημοσιεύματα του Τύπου αναδεικνύονται συχνά οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης των νοσούντων, όπως για παράδειγμα η έντονη μυρωδιά στα δωμάτια λόγω των αποπάτων, η εισδοχή βροχής,  η κακή ποιότητα τροφίμων καθώς και η αισχροκέρδεια στα προϊόντα πώλησης.

Δημοσίευμα από την εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», του 1903.

Ταξικές διαφορές στους χώρους εγκλεισμού

Στα Απομνημονεύματα του Ανδρέα Συγγρού διαβάζουμε μεταξύ άλλων την εμπειρία του από τον εγκλεισμό του στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου, γνωστό και ως «νησί του διαβόλου» ή «Σπιναλόνγκα του Πειραιά». Ο εύπορος τραπεζίτης βρέθηκε σε καραντίνα στη νησίδα που βρίσκεται μεταξύ Περάματος και Σαλαμίνας και τα όσα γράφει σε έναν φίλο του είναι αποκαλυπτικά των ταξικών διαφορών που υπήρχαν ακόμη και στους χώρους εγκλεισμού.

«[…]Ούτος ενήργησε και τω παρεχωρήθησαν εις την ερημόνησον Αγιος Γεώργιος παρά την Σαλαμίνα, ωρισμένην διά καθάρσεις, δύο ισόγεια δωμάτια (ο Θεός να τα κάμη δωμάτια), τα οποία ενοικίασα και μετέφερε εκεί έπιπλα πρώτης ανάγκης, οίον κλίνας, τραπέζας, καθίσματα, μαγειρικά σκεύη κ.λπ., ακόμη και τάπητας, εν γένει ολόκληρον »σπιτικόν» οικογενείας μεσαίας τάξεως, και μοι ανήγγειλεν ότι όλα είναι έτοιμα. Αμέσως ανεχώρησα δια Πειραιά παραλαβών μετ’ εμού τον μάγειρόν μου, τον θαλαμηπόλον μου και τον αμαξηλάτην μου μετά τεσσάρων ίππων και τριών αμαξών. Άνθρωπο και ζώα έπρεπεν, εννοείται, να υποστώμενη την κάθαρσιν […]».

Όπως εξηγεί ο Γιαννης Γονατίδης, τα ταξικά ζητήματα στους χώρους απομόνωσης και εγκλεισμού ήταν έντονα διότι ο κάθε ταξιδιώτης όφειλε να καταβάλει ένα ποσό, γνωστό και ως «δικαίωμα κάθαρσης», κάτι που οι φτωχοί ταξιδιώτες αδυνατούσαν να κάνουν.

«Επιπλέον, τα έξοδα διαβίωσης εντός του λοιμοκαθαρτηρίου ήταν υψηλά και  οι αδύναμες κοινωνικο – οικονομικές ομάδες δεν τα κατέχουν, ενώ πολύ συχνά υπήρξαν καταγγελίες για αισχροκέρδεια επί της τιμής των βασικών ειδών διατροφής, όπως για παράδειγμα στο ψωμί. Όλα αυτά οδήγησαν συχνά σε αιτήματα προς το Υπουργείο Εσωτερικών να καλύψει το κόστος κάθαρσης και διαβίωσης των φτωχών ομάδων», λέει προσθέτοντας πως οι περισσότεροι εύποροι είχαν τη δυνατότητα ακόμη και να χρηματίσουν το προσωπικό προκειμένου να μείνουν λιγότερο εκεί.  «Η πολιτική δύναμη που είχαν ορισμένα πρόσωπα, όπως για παράδειγμα διπλωμάτες ξένων κρατών, να παρακάμπτουν πλήρως τη διαδικασία της καραντίνας, εντάσσεται στο πλαίσιο των ταξικών διαφορών», συμπληρώνει.

Όψεις του λοιμοκαθαρτηρίου Κέρκυρας

Διαχρονική η κερδοσκοπία σε καιρούς επιδημίας

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών, ήρθαν στο «φως» της δημοσιότητας ουκ ολίγα περιστατικά αισχροκέρδειας σε είδη πρώτης ανάγκης για την αντιμετώπιση του Covid-19, όπως μάσκες και αντισηπτικά που έφτασαν να πωλούνται σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και έναντι εκατοντάδων ευρώ.  Όπως εξηγεί ο κ. Γονατίδης, το φαινόμενο αυτό ήταν έντονα και κατά τη διάρκεια παλαιότερων επιδημιών.

«Η επιβολή καραντίνας ανθρώπων και εμπορευμάτων ωθεί στην αύξηση του λαθρεμπορίου. Το λαθρεμπόριο αναπτύσσεται γιατί, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που επικρατεί η επιδημία σε κάποια περιοχή παρατηρείται έλλειψη κάποιον προϊόντων και κατ’ επέκταση αύξηση της τιμής τους. Επομένως, εκεί εντοπίζεται η ευκαιρία για μεγαλύτερο κέρδος», λέει.

Εκτός όμως από τα λοιμακαθαρτήρια, σε περιόδους επιδημιών δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που επέλεγαν να… «πάρουν τα βουνά» προκειμένου να γλιτώσουν, μια δυνατότητα  βέβαια που δινόταν μόνο σε όσους διέθεταν κάρα για να φύγουν, δηλαδή τους αστούς. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες και οι φορές που οι κάτοικοι μιας «χτυπημένης» από μια ασθένεια πόλης, μετέβαιναν σε κοντινές περιοχές χωρίς ωστόσο να είναι καλοδεχούμενοι από τους ντόπιους. Σύμφωνα με τον δρ. Γονατίδη, υπήρχε γενικότερα μια αντίληψη πως η ασθένεια ερχόταν απ’ έξω και κάθε φορά που κάποιος επιχειρούσε να εγκατασταθεί κάπου αλλού, αντιμετωπιζόταν ως κίνδυνος. Ένας ακόμη λόγος που οι νεοφερμένοι ήταν ανεπιθύμητοι, ήταν ο φόβος εξάντλησης των προμηθειών.

Ερευνητικό πρόγραμμα θα ρίξει φως σε μια σκοτεινή περίοδο

Αξίζει να σημειωθεί πως τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσει το ερευνητικό πρόγραμμα «Γεωγραφία της επιτήρησης. Λοιμοκαθαρτήρια και υγειονομεία στο ελληνικό κράτος, 1821-1923» που θα υλοποιηθεί στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ρέθυμνο) υπό την επιστημονική επίβλεψη της αναπληρώτριας καθηγήτριας ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας 19ου – 20ού αιώνα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Λήδας Παπαστεφανάκη και με την συνεργασία της υποψήφιας διδάκτόρισσας νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Μαρίας Παππά και του υπ. διδάκτορα νεότερης ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Γιάννη Γονατίδη στο πλαίσιο του έργου «Υποστήριξη νέων ερευνητών με έμφαση στους νέους ερευνητές» του Επιχειρησιακού προγράμματος «Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού, Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση».

Τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου αναμένεται να εμπλουτίσουν τις γνώσεις μας για την ιστορία των λοιμοκαθαρτηρίων, της καραντίνας και των επιδημιών στο ελληνικό κράτος κατά την περίοδο 1821-1923, ζητήματα για τα οποία μέχρι στιγμής δεν διαθέτουμε μια συνολική μελέτη.

*Κεντρική εικόνα: Η δημιουργία του λοιμοκαθαρτηρίου στη Σύρο στις αρχές του 19ου αιώνα, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1980

Βροντερό «όχι» στον Βρούτση από τέσσερις Έλληνες του Brain Drain

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Συχνά θυμούμαι το πάθος που σε είχε πιάσει να γυρίσεις. Δεν ήθελες ν’ ακούσεις κανέναν. Έλεγες πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, πως σου λείπει το χώμα. Όμως το χώμα υπάρχει εκεί που μπορούμε να δουλέψουμε, νομίζω. Εδώ είμαι ξένος κι όμως ελπίζω κάτι να κάνω. Πώς να γίνει αυτό στην Ελλάδα όπου καταστρέφουν τα πάντα σαν τις ακρίδες;», διερωτάται με τα λόγια αυτά ο Γιώργος Σεφέρης μέσα από το πεζογράφημά του «’Εξι νύχτες στην Ακρόπολη», τα ταραγμένα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Σήμερα, σχεδόν εκατό χρόνια από τα γεγονότα που σημάδεψαν τον νομπελίστα ποιητή, τα λόγια του φαντάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ.

Απανωτά μέτρα λιτότητας, αυξημένοι δείκτες ανεργίας, «τσεκούρι» σε μισθούς και μια παρολίγον χρεοκοπία, συνέθεταν το σκηνικό της Ελλάδας στο λυκόφως της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Οι συνέπειες της οικονομικής αυτής κρίσης, μιας από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της χώρας μας, ήταν δραματικές και αρκετοί ήταν εκείνοι που είδαν την ξενιτιά ως μοναδική διέξοδο. Βλέποντας το δυσοίωνο μέλλον να πλησιάζει απειλητικά, σχεδόν μισό εκατομμύριο νέοι άνθρωποι εγκατέλειψαν την εστία τους, αποχαιρέτησαν οικογένεια και φίλους και άνοιξαν φτερά για μια ζωή γεμάτη προοπτικές μα και προκλήσεις. Η μαζική φυγή αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί μέχρι και σήμερα μια βαθιά πληγή που το ελληνικό κράτος προσπαθεί σταδιακά να επουλώσει. Στο πλαίσιο αυτό πριν από περίπου ένα μήνα ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Γιάννης Βρούτσης ανακοίνωσε την πρωτοβουλία Rebrain Greece, σκοπός της οποίας είναι μεταξύ άλλων η επιστροφή τουλάχιστον 500 Ελλήνων της διασποράς με υψηλή ειδίκευση και επιστημονική εμπειρία. Η ελάχιστη αμοιβή τους καθορίζεται στις 3.000 ευρώ, με χρηματοδότηση της επιχείρησης στο 70% περίπου της ελάχιστης αμοιβής για ένα χρόνο, με υποχρέωση διατήρησης του εργαζόμενου με την ίδια αμοιβή για τουλάχιστον 12 μήνες.

Η «κυριακάτικη δημοκρατία» επικοινώνησε με τέσσερις επιτυχημένους Έλληνες της διασποράς και τους ζήτησε να σχολιάσουν την πρόταση του κ. Βρούτση.

Κατερίνα Ηλιακοπούλου, μηχανικός λογισμικού στους New York Times: «Πολύ δύσκολο να εγκαταλείψω ό,τι έχτισα εδώ»

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών μετέβη στη Νέα Υόρκη για μεταπτυχιακό στον τομέα της Δημοσιογραφίας και της Επιστήμης Υπολογιστών. Η 31χρονη Κατερίνα ζει τα τελευταία πέντε χρόνια στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και εργάζεται στον ειδησεογραφικό κολοσσό των New York Times ως μηχανικός λογισμικού. Η ίδια διαβλέπει μια καλή πρόθεση πίσω από την πρόταση του υπουργού Εργασίας, ωστόσο χαρακτηρίζει επιφανειακή την προσέγγισή του. «Το σχέδιο που ανακοινώθηκε από τον κ. Βρούτση στοχεύει κυρίως στο να δελεάσει τους νέους με το μισθό των 3.000 ευρώ, ένα δηλαδή ποσό που ήδη βγάζει κάποιος που εργάζεται στο εξωτερικό. Η ουσία όμως βρίσκεται στην ποιότητα της δουλειάς, στην προοπτική της εξέλιξης καθώς και στο περιβάλλον εργασίας», αναφέρει η ίδια και προσθέτει: «Οι περισσότεροι νέοι που έφυγαν από την Ελλάδα το έκαναν κυρίως επειδή είναι φιλόδοξοι και αναζητούσαν το κάτι παραπάνω που η χώρα τους αδυνατούσε να τους προσφέρει». Όσο για το αν η ίδια θα επέστρεφε, η απάντηση είναι «όχι», τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Κι αυτό διότι, όπως λέει, οι άνθρωποι της ιστορικής εφημερίδας στην οποία εργάζεται, έχουν επενδύσει σε εκείνη και συμβάλλουν στην επαγγελματική της εξέλιξη. «Είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψω ό,τι έχτισα εδώ και να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα», επισημαίνει.

Μαργαρίτα Χρυσάκη, Ειδικός διαστημικής βιωσιμότητας: «Η φυγή να αντιμετωπιστεί με ενιαία σταθερή πολιτική και όχι επιφανειακά»

Τι κι αν είχε στην κατοχή της ένα πτυχίο κι ένα μεταπτυχιακό στις Πολιτικές Επιστήμες, η Ελλάδα της κρίσης δεν είχε χώρο για εκείνη. Μετά από 11 συνεχόμενους μήνες ανεργίας, διάστημα κατά το οποίο αναζητούσε εργασία και σε κλάδους εντελώς διαφορετικούς από το αντικείμενο σπουδών της, ξεκίνησε να στέλνει αιτήσεις στο εξωτερικό. Στο τέλος έγινε δεκτή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανάμεσα σε εκατοντάδες χιλιάδες υποψήφιους, και μετακόμισε στις Βρυξέλλες όπου παράλληλα έκανε Διαστημικές Σπουδές.

«Η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια ενιαία σταθερή πολιτική ριζικά και όχι επιφανειακά. Έχοντας μεταναστεύσει στο εξωτερικό εδώ και λίγα χρόνια, έχω καταφέρει να διαγράψω μια σημαντική επαγγελματική πορεία, η οποία και εμπλουτίζεται συνεχώς λόγω των μοντέρνων υποδομών και ευκαιριών που μου προσφέρει το κράτος που διαμένω», αναφέρει χαρακτηριστικά τονίζοντας πως ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από την ελληνική κυβέρνηση είναι τι αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να προσφέρει το κράτος ώστε να υπάρχει κίνητρο επιστροφής όλων όσων έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό.

«Μπορεί το ελληνικό κράτος να ανταγωνιστεί επάξια εκείνα άλλων κρατών; Τα προγράμματα επαναπατρισμού αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης κρατικής πολιτικής; Αν ναι, τότε κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι γίνεται αναφορικά με το επιστημονικό δυναμικό που παρέμεινε στην Ελλάδα. Έχουν ικανοποιηθεί τα αιτήματα του για απορρόφηση στην αγορά εργασίας;», διερωτάται.

Όπως σημειώνει, τέτοιου είδους ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν με λογικά επιχειρήματα, τεκμήρια και ζωντανά παραδείγματα προκειμένου κάποιος να πάρει μια τόσο σημαντική απόφαση επιστροφής στη χώρα του. «Η σχέση εμπιστοσύνης κράτους-πολίτη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί, αυτή τη φορά πάνω σε ισχυρά κοινωνικοπολιτικά θεμέλια», προσθέτει.

Νίκος Στεργίου, καθηγητής Εμβιομηχανικής και ερευνητής στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα (ΗΠΑ): «Γιατί να έρθω όταν τον μισό μισθό θα τον πάρει το κράτος»

Μεγαλωμένος με αρκετές στερήσεις στη Θεσσαλονίκη, πάλεψε σκληρά για ένα καλύτερο και αξιοπρεπές μέλλον και σήμερα διαγράφει μια σπουδαία ακαδημαϊκή καριέρα στη Νεμπράσκα των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου μέσα από τις έρευνές του δίνει ελπίδα σε ανθρώπους με κινητικά προβλήματα και παιδιά με εγκεφαλική παράλυση. Μιλώντας στην «κυριακάτικη δημοκρατία» εξηγεί πως η πρωτοβουλία του κ. Βρούτση αποτελεί σίγουρα ένα πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αυτού φαινομένου τονίζοντας ωστόσο πως δεν αρκεί από μόνη της για να πείσει κάποιον να επιστρέψει στην πατρίδα του. «Για να γυρίσουν οι νέοι άνθρωποι δεν αρκεί ο μισθός των 3.000 ευρώ για ένα ή δύο χρόνια αλλά πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα παρακινήσουν τους Έλληνες της διασποράς να σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο της επιστροφής. Η φορολογία για παράδειγμα και η γραφειοκρατία είναι δύο μεγάλες πληγές. Γιατί να έρθω να εργαστώ στην Ελλάδα όταν ξέρω ότι τον μισό μισθό θα μου τον πάρει πίσω το κράτος μέσω των φόρων;», διερωτάται και προσθέτει: 

«Όποιος έχει ζήσει στο εξωτερικό, έχει δει πώς λειτουργεί ένα σύγχρονο κράτος που σέβεται φορολογικά τον πολίτη. Επιπλέον δεν χρειάζονται δέκα χαρτιά για τη διευθέτηση ενός ζητήματος σε δημόσια υπηρεσία αλλά ένα. Αν δεν καλυτερεύει η καθημερινότητα στην Ελλάδα δύσκολα θα γυρίσει κανείς πίσω», τονίζει.

Γιώργος Φωτιάδης, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Λουξεμβούργου: «Γιατί να έρθω όταν τον μισό μισθό θα τον πάρει το κράτος

«Δε με ενδιαφέρει να επιστρέψω στην Ελλάδα. Θεωρώ πως όσοι έχουν μια καλή θέση σε άλλη χώρα δε θα ασχοληθούν με την συγκεκριμένη πρόταση του υπουργού Εργασίας. Ίσως ανταποκριθούν κάποιοι νέοι που μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους», σχολιάζει ο 36χρονος Γιώργος που εργάζεται στο διεπιστημονικό κέντρο ασφαλείας, αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης (SnT).

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι σύμφωνα με τον ίδιο η έλλειψη ανταγωνισμού, γεγονός που αυτομάτως μειώνει τη δυναμική της κυβερνητικής εξαγγελίας για τον επαναπατρισμό των νέων. «Τι γίνεται μετά τη λήξη του προγράμματος; Δε θέλω να φανώ απαισιόδοξος, ίσως είναι η αρχή για κάτι καλύτερο. Μένει να το δούμε», καταλήγει.

Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 05-01-20

Φυλακές Κορυδαλλού: Αναδρομή στην ταραχώδη ιστορία του «ελληνικού Αλκατράζ»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Ελληνικό Αλκατράζ», «κράτος εν κράτει», «αποθήκη ψυχών», είναι κάποιοι μόνο από τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς έχουν αποδοθεί στις φυλακές Κορυδαλλού, τις μεγαλύτερες της χώρας. Από αυτές έχουν περάσει ή βρίσκονται ακόμη εκεί οι πλέον διαβόητοι κακοποιοί, μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Ν, πραξικοπηματίες και παντός είδους παραβάτες του νόμου. Από την ίδρυσή τους μέχρι σήμερα έχουν ουκ ‘ολίγες φορές μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, άλλοτε για τις κινηματογραφικές αποδράσεις που έλαβαν χώρα στο εσωτερικό τους και άλλοτε για τις άγριες συμπλοκές που πολλές φορές κατέληξαν σε δολοφονίες. Πριν λίγες ημέρες όμως, η εξαγγελία του  πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη από το βήμα της Βουλής για την κατεδάφισή τους και τη δημιουργία στη θέση τους ενός πάρκου που θα περιλαμβάνει χώρους άθλησης και πολιτισμού, ήχησε σαν…όνειρο στα αυτιά των κατοίκων της περιοχής. Κι αυτό διότι σε απόσταση αναπνοής από τις φυλακές βρίσκονται βρεφονηπιακοί σταθμοί, δημοτικά σχολεία, γυμνάσια και λύκεια και δεν είναι λίγες οι φορές που οι μαθητές έχουν βιώσει εξεγέρσεις, επιθέσεις και αποδράσεις κρατουμένων.

»Το κελί δεν θα διαφέρει κατά τίποτα από ένα δωμάτιο σχετικών καλού ξενοδοχείου»

Το σωτήριον έτος 1961 η ανέγερση νέων φυλακών στον αραιοκατοικημένο τότε Κορυδαλλό, γίνεται πρώτο θέμα στα έντυπα της εποχής και παρουσιάζεται ως ένα μεγαλόπνοο έργο που αναμένεται να αλλάξει τον τρόπο σωφρονισμού των φυλακισμένων. Ο τότε υπουργός Κωνσταντίνος Καλλίας δήλωνε ιδιαίτερα περήφανος για τις εγκαταστάσεις που είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα αντίστοιχων  φυλακών σε χώρες τις δυτικής Ευρώπης. Το κόστος για την κατασκευή του άγγιξε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των  28,6 εκατομμυρίων δραχμών, εκ των οποίων τα 16 προέρχονταν από τις δημόσιες επενδύσεις, 11 από τις πωλήσεις οικοπέδων στην περιοχή του Άγιου Σώστη και 1,6 από τον προϋπολογισμό.
«Κελιά με νιπτήρα, ατομικόν λουτρόν, γραφείον και μικροφωνικάς εγκαταστάσεις. Όταν ολοκληρωθεί η επίπλωσις δεν θα διαφέρει κατά τίποτα από ένα δωμάτιο σχετικώς καλού ξενοδοχείου», ανέφεραν κάποια από τα  ρεπορτάζ της εποχής.

Έξι χρόνια αργότερα, το 1967 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών αποφασίστηκε η επέκταση του σωφρονιστικού καταστήματος, ώστε να περιλαμβάνει και γυναικεία πτέρυγα. Οι φυλακές καταλαμβάνουν και πάλι κεντρικό ρόλο στα μέσα ενημέρωσης όταν το  κατώφλι τους πέρασαν οι πρωταίτιοι της Χούντας με πρώτο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Στις 30 Ιανουαρίου 1984 ο ίδιος μέσα από το κελί του στον Κορυδαλλό  θα απευθύνει στον ελληνικό λαό μαγνητοφωνημένο διάγγελμα  1.581 λέξεων μέσα από το οποίο  γνωστοποιεί την  ίδρυση της ΕΠΕΝ.  Μια δεκαετία αργότερα, το 1995, μια αιματηρή εξέγερση φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το σωφρονιστικό κατάστημα της οδού Σολωμού, όταν ο έλεγχος των φυλακών περνά στους κρατούμενους  ενώ ο γιατρός, ο νοσηλευτής και κάποιοι υπάλληλοι κρατούνται όμηροι. Φωτιές, σπασίματα και ουρλιαχτά από τραυματισμένους κρατούμενους συνθέτουν το σκηνικό εντός των τειχών. Τρεις βαρυποινίτες πεθαίνουν από υπερβολική χρήση ναρκωτικών ενώ ένας άλλος δολοφονείται από τους συγκρατούμενούς τους, οι οποίοι αφού του τρύπησαν την καρδιά, τον σπλήνα και τους πνεύμονες, τον κρέμασαν με σεντόνι κι έβαλαν φωτιά στις τρύπες που προκάλεσαν στο κορμί του. Το 2002 το ενδιαφέρον των διεθνών μέσων μαζικής ενημέρωσης στρέφεται στον Κορυδαλλό, όταν τις πύλες του περνούν οι διαβόητοι τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη. Στα υπόγεια κελιά κρατούνται ο «Λουκάς» και ο «Λάπμπρος» κατά κόσμον Δημήτρης Κουφοντίνας και Αλέξανδρος Γιωτόπουλος. Ο πρώτος λίγα χρόνια αργότερα θα μεταφερθεί στις αγροτικές φυλακές Βόλου προκαλώντας την έντονη αντίδραση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ  ενώ ο δεύτερος παραμένει ακόμη εκεί.

Κινηματογραφικές αποδράσεις

Στο πέρασμα του χρόνου δεν ήταν λίγοι οι κρατούμενοι που με διάφορους τρόπους κατάφεραν να σπάσουν τα δεσμά τους και να πετάξουν προς την ελευθερία. Πολλοί μάλιστα ενέπνευσαν με τα κατορθώματά τους και αρκετούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους της μεγάλης οθόνης. Ποιος δε θυμάται άλλωστε τη θρυλική ταινία «Απόδραση από το Αλκατράζ», όπου ο Κλιντ Ίστγουντ υποδύεται με αριστοτεχνικό τρόπο τον Φρανκ Μόρις, τον ληστή τραπεζών που επινόησε το τρομερά λεπτομερές και τελικά ιδιαίτερα πετυχημένο σχέδιο απόδρασης. Δεν πρόκειται όμως για την μοναδική αληθινή ιστορία απόδρασης που έγινε ταινία. Ο καρδιοκατακτητής Θεόδωρος Βερνάρδος ή αλλιώς ο «ληστής με τις γλαδιόλες» που λατρεύτηκε από το γυναικείο κοινό και έγινε λαϊκός ήρωας, ενέπνευσε το 1981 τον Γιάννη Φαφούτη. Ο τζεντλεμαν με το εντυπωσιακό παρουσιαστικό τον Απρίλιο του 1974 κατακτά κεντρική θέση στις εφημερίδες της εποχής καθώς κατάφερε να αποδράσει από τον Κορυδαλλό. Όλα συνέβησαν μέσα σε λίγα λεπτά, όταν κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα στον αύλειο χώρο των φυλακών η μπάλα πέφτει έξω. Μόλις ο φρουρός βγήκε για να την πιάσει, ο Βερνάρδος, ως γνήσιος εραστής της ελευθερίας, σκαρφαλώνει σαν αίλουρος τη μάντρα, πηδά από ύψος τεσσάρων μέτρων και πλέον είναι ελεύθερος. Οι φύλακες διαπίστωσαν τι είχε συμβεί από τα δυνατά χειροκροτήματα των κρατουμένων που φώναζαν «Μπράβο Βερνάρδε».

Την ιστορία των φυλακών Κορυδαλλού σημάδεψε αναμφισβήτητα και ο Βασίλης Παλαιοκώστας. Ένας από τους πιο περιβόητους κακοποιούς της Ευρώπης, θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί και ως «μετρ των αποδράσεων», όχι τόσο για τις φορές που κατάφερε να ξεφύγει αλλά για τον επεισοδιακό τρόπο που κάθε φορά επινοούσε για να το κάνει. Η πρώτη ήταν το καλοκαίρι του 2006 όταν το ελικόπτερο προσγειώθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού και παρέλαβε μαζί με τον Βασίλη Παλαιοκώστα και τον Αλκέτ Ριζάι. Στις 22 Φεβρουαρίου του 2009 και πάλι ελικόπτερο πήρε από τη φυλακή τους δυο βαρυποινίτες. Το ελικόπτερο κατέβηκε χαμηλά πάνω από τα κελιά της απομόνωσης του Κορυδαλλού και οι συνεργοί των δυο κακοποιών τους πέταξαν μια σκάλα με την οποία τους τράβηξαν πάνω. Εξίσου επεισοδιακές αποδράσεις πραγματοποίησαν ο Βαγγέλης Ρωχάμης, ο Κώστας Πάσαρης – γνωστός και ως «πεταλούδας» για την ικανότητά του να ξεφεύγει από τα στενά όρια των φυλακών –  καθώς και η Όλια Κρίκοβιτς μέλος  της συμμορίας των «Ροζ Πανθήρων» και η πρώτη γυναίκα που κατάφερε να δραπετεύσει.

 

Σήμερα βασιλεύει ο νόμος της ζούγκλας και των σκληρών ποινικών

Σήμερα το Κατάστημα Κράτησης του Κορυδαλλού δε θυμίζει σε τίποτα δωμάτιο ξενοδοχείου, όπως προμήνυαν οι αρμόδιοι τη δεκαετία του ’60. Υπερπληθυσμός, στοιβαγμένοι κρατούμενοι, ανύπαρκτες συνθήκες υγιεινής, διακίνηση ναρκωτικών και «αλισβερίσι» κινητών και τάμπλετ είναι κάποια μόνο από τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το σκηνικό πίσω από τις σφαλιστές πύλες των φυλακών.

Όσοι πέρασαν έστω και λίγους μήνες από τη ζωή τους στα σκοτεινά κελιά της οδού Σολωμού, κάνουν λόγο για μια «τεράστια Ομόνοια», όπου η εγκληματικότητα ανθεί και το εμπόριο ναρκωτικών έχει πάρει διαστάσεις μεγαλύτερες ακόμη και από τις πιο κακόφημες γειτονιές της Αθήνας. Το κράτος έχει πάψει προ πολλού να έχει τον έλεγχο και κουμάντο κάνουν κάποιοι σκληροί ποινικοί ακολουθώντας το »νόμο του ισχυρότερου». Υπάρχουν, όμως, και προνομιούχοι κρατούμενοι που κατά καιρούς απολαμβάνουν ανέσεις πολυτελούς ξενοδοχείου με υπηρέτες, καζίνο, συνδρομητική τηλεόραση και φαγητά από εστιατόρια της ευρύτερης περιοχής. Πρόκειται για όσους εκτίουν την ποινή τους στην περίφημη πτέρυγα VIP, όπου μεταξύ άλλων φιλοξενήθηκε ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ Άκης Τσοχατζόπουλος.

Σε κάθε περίπτωση, οι  ιστορίες των χιλιάδων ψυχών που βίωσαν την εμπειρία των φυλακών είναι ανεξάντλητες και ανεξάρτητα από την παραμονή τους ή όχι στον Κορυδαλλό, θα συνεχίζουν να «στοιχειώνουν» τη γειτονιά θυμίζοντας σε κατοίκους και περαστικούς ότι μέσα από τα συρματοπλέγματα  γράφτηκαν κάποιες γραμμές από την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Το ελληνικό κράτος προσπαθεί να κόψει το τσιγάρο από το 1856

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το ημερολόγιο έδειχνε 31 Ιουλίου 1856 όταν για πρώτη φορά θεσπίστηκε η απαγόρευση του καπνίσματος στο νεοσύστατο τότε Ελληνικό κράτος. Με ένα σύντομο αλλά περιεκτικό διάταγμα που υπέγραφε «εν ονόματι του βασιλέως» η βασίλισσα Αμαλία, οι πολίτες απαγορεύονταν να καπνίζουν εντός δημοσίων κτηρίων και καταστημάτων προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος πυρκαγιάς. «Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε δια καπνοσυρίγκων (τσιμπουκίων), είτε δια σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων», διαβάζουμε μεταξύ άλλων στο βασιλικό «ελέω Θεού» διάταγμα.

Βασιλικό διάταγμα για απαγόρευση καπνίσματος

Τα χρόνια πέρασαν, οι επιστημονικές έρευνες που απεδείκνυαν τις ολέθριες επιπτώσεις του τσιγάρου στην υγεία άρχισαν να πληθαίνουν και το 2002 ψηφίζεται νόμος που απαγορεύει το κάπνισμα σε νοσοκομεία, δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εργασίας καθώς και μέσα μεταφοράς. Ωστόσο, οι ελλιπείς έλεγχοι καθιστούν το νόμο ανεφάρμοστο και το 2008 γίνεται ακόμη πιο αυστηρός με την αιτιολογία πως η Ελλάδα παρουσιάζει τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μάλιστα, τα αποτελέσματα έρευνας του Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που έδειχναν πως το 7,32% των μαθητών είχε γευθεί τον καπνό του πρώτου τσιγάρου ήδη από το δημοτικό, είχε προκαλέσει πανελλήνιο σοκ.

«Από την 1η Ιουλίου η Ελλάδα σβήνει το τσιγάρο», διεμήνυε ο τότε υπουργός Υγείας Δημήτρης Αβραμόπουλος αφήνοντας ωστόσο κάποια παράθυρα … καπνού καθώς επέτρεπε τη δημιουργία κλειστών χώρων για καπνίζοντες σε νοσοκομεία, σχολεία και κτίρια δημόσιων υπηρεσιών. Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος με έκταση μικρότερη των 70 τετραγωνικών μέτρων, έπρεπε να επιλέξουν εάν το μαγαζί τους θα ήταν ή όχι καπνιστών ενώ τα μεγαλύτερα κέντρα διασκέδασης όφειλαν να δημιουργήσουν καπνιστήρια για όσους δεν μπορούν να αποχωριστούν το τσιγάρο, αφού «δύναται να διαμορφωθούν χώροι καπνιζόντων που διαχωρίζονται από την υπόλοιπη αίθουσα και έχουν ειδικές εγκαταστάσεις εξαερισμού». Οι παραβάτες του νόμου αρχικά πλήρωναν κάποια τσουχτερά πρόστιμα αλλά όσο περνούσε ο καιρός οι έλεγχοι γινόντουσαν ολοένα και πιο αραιοί ενώ οι μαγαζάτορες σε μια προσπάθεια να «κουκουλώσουν» την ανομία, έδιναν στους θαμώνες βρεγμένη χαρτοπετσέτα ή τη μεταλλική θήκη της απόδειξης προκειμένου να σβήσουν τα τσιγάρα τους.

Παναγιώτης Μπεχράκης: «Είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων»

Μια από τις πρώτες εξαγγελίες του πρωθυπουργού μετά την εκλογή του τον περασμένο Ιούλιο ήταν η άμεση εφαρμογή του νόμου για την απαγόρευση του τσιγάρου, ανεβάζοντας τον πήχη των προσδοκιών της κοινωνίας για το μείζον αυτό θέμα της δημόσιας υγείας. Όντας και ο ίδιος φανατικός αντικαπνιστής δεσμεύθηκε τόσο από το βήμα της Βουλής όσο και από τους επίσημους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως αυτή τη φορά η νομοθεσία θα τεθεί σε εφαρμογή με εντατικοποίηση των ελέγχων, στους οποίους θα εμπλέκεται και η αστυνομία, καθώς και λειτουργία τηλεφωνικής γραμμής μέσω της οποίας οι πολίτες θα μπορούν να αναφέρουν περιστατικά παραβάσεων. «Πρόκειται για έναν νόμο που αποβλέπει στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημόσιας υγείας ενώ παράλληλα αποτελεί ένα σαφές βήμα για τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό της χώρας μας», αναφέρει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο Πενυμονολόγος – Εντατικολόγος με πενταετή θητεία στο Χάρβαρντ ως Αναπληρωτής Καθηγητής Δημόσιας Υγείας, Παναγιώτης Μπεχράκης.

Ο πνευμονολόγος – εντατικολόγος και πρόεδρος της επιτροπής εμπειοργνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος Παναγιώτης Μπεχράκης

Ο ίδιος αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση του υπουργού Υγείας, Βασίλη Κικίλια, να τεθεί επικεφαλής επιτροπής εμπειρογνωμόνων για τον έλεγχο του καπνίσματος καθώς, παρά τις αποτυχίες των προηγούμενων προσπαθειών, δηλώνει αισιόδοξος πως αυτή τη φορά η απαγόρευση θα είναι καθολική. «Τα προηγούμενα χρόνια έλειπε η πολιτική βούληση. Πλέον αυτή υπάρχει αλλά και η ίδια η κοινωνία είναι πιο ώριμη από ποτέ. Δεν αναμένει απλά την εφαρμογή του νόμου αλλά πλέον την απαιτεί», λέει και προσθέτει: «Αυτό που πρέπει να σκεφτούμε είναι ότι μέσα σε έναν δημόσιο χώρο που κάποιος ανάβει ένα τσιγάρο, είναι πιθανό να υπάρχει μια έγκυος γυναίκα, κάποιος που έχει στεφανιαία νόσο, ένας άνθρωπος με χρόνια βρογχίτιδα ή άσθμα, ένας καρκινοπαθής ή κάποιος που έχει ζαχαρώδη διαβήτη. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σήμερα αποκλείονται από τη διασκέδαση της καθημερινότητας. Αυτός ο αποκλεισμός δεν είναι τιμή για την κοινωνία μας», σημειώνει. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον ίδιο και το περιβάλλον εργασίας σε χώρους εστίασης καθώς δεν είναι λίγοι οι σερβιτόροι που ενώ έχουν επιλέξει να μην καπνίζουν, εκτίθενται για αρκετές ώρες της ημέρας στον καπνό των πελατών. «Τι πρέπει να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Να αφήσουν τη δουλειά τους; Αυτό που συμβαίνει είναι απαράδεκτο», συμπληρώνει ο Δρ. Μπεχράκης.

Με λέσχες καπνιζόντων «απαντούν» οι καταστηματάρχες

Την ίδια ώρα, πληθαίνουν οι αντιδράσεις των ιδιοκτητών καταστημάτων εστίασης, οι οποίοι φοβούνται πως η πιστή εφαρμογή του νόμου θα επιφέρει πτώση του τζίρου και σε πολλές περιπτώσεις λουκέτα. «Αν λοιπόν η νομοθεσία εφαρμοστεί κατά γράμμα, δε θα μπορούν οι πελάτες να καπνίσουν ούτε στον εξωτερικό σε περίπτωση που δεξιά κι αριστερά υπάρχουν άλλα μαγαζιά. Φανταστείτε για παράδειγμα έναν πεζόδρομο που έχει καφετέριες και μπαρ το ένα δίπλα από το άλλο. Βάσει νόμου, θα μπορούν να καπνίσουν στον εξωτερικό χώρο μόνο οι πελάτες του πρώτου και του τελευταίου μαγαζιού. Αυτό είναι απαράδεκτο», τονίζει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών, Εστίασης και Διασκέδασης (ΠΑΣΚΕΔΙ) Νίκη Κωνσταντίνου και διερωτάται: «Τα καταστήματα με ναργιλέ που αντιπροσωπεύουν μια κουλτούρα ολόκληρων αιώνων θα κλείσουν; Αυτό θέλουν, να χάσουμε τη δουλειά μας;».

Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Καταστημάτων, Καταναλωτών Εστίασης και Διασκέδασης Νίκη Κωνσταντίνου

Στα άμεσα σχέδια του Σωματείου είναι η νομιμοποίηση της δημιουργίας Λέσχεων Καπνιζόντων σε καφετέριες, μπαρ και κέντρα διασκέδασης προκειμένου να εξυπηρετούνται όλοι οι πελάτες. «Θα είναι χώροι με υαλοπετάσματα που θα κλείνουν ερμητικά. Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στα αεροδρόμια, απλά σε μπαρ και καφετέριες θα είναι σαφώς μεγαλύτεροι οι χώροι και θα μπορούν να μπαίνουν μόνο μέλη της λέσχης», διευκρινίζει η πρόεδρος του ΠΑΣΚΕΔΙ. Η ίδια πιστεύει πως η αντικαπνιστική συνείδηση δεν είναι κάτι που μπορεί να καλλιεργηθεί μέσω της απαγόρευσης αλλά απαιτεί δουλειά χρόνων και θα έπρεπε να διδάσκεται στα παιδιά από τη νηπιακή κιόλας ηλικία. «Έχουμε περάσει δέκα συναπτά έτη βαθιάς οικονομικής κρίσης με οδυνηρές συνέπειες. Γιατί θα πρέπει να επιβάλλεται πρόστιμο στις επιχειρήσεις και όχι στους γονείς που καπνίζουν μπροστά στα παιδιά τους; Οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έχουν επωμιστεί μεγάλο βάρος μέσω της φορολογίας, δεν υπάρχει άλλο περιθώριο», λέει ξεκαθαρίζοντας πως τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι επαγγελματίες του κλάδου της είναι υποχρεωμένοι να σεβαστούν το νόμο. «Η άποψη μας είναι αντίθετη αλλά όταν μιλάμε για μια νομοθεσία, είμαστε οι πάντες κάτω από αυτή. Δεν συμφωνούμε με το νόμο. Αν υπάρξει όμως το παραμικρό νομικό περιθώριο αντίδρασής μας, προφανώς και θα το εκμεταλλευτούμε προς όφελός των επιχειρήσεών μας».

«Το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του»

Από την πλευρά του ο κ. Μπεχράκης υπογραμμίζει την ανάγκη συνεργασίας όλων των μελών της κοινωνίας προκειμένου να αντιμετωπιστεί το μεγάλο αυτό ζήτημα της δημόσιας υγείας. «Δεν πρόκειται για μια αντιπαράθεση καπνιζόντων και μη καπνιζόντων αλλά για έναν νόμο προστασίας της δημόσιας υγείας από το παθητικό κάπνισμα. Βάσει των δημοσκοπήσεων που έχουμε κάνει, το 75% των Ελλήνων επιθυμεί την εφαρμογή του. Είναι ένας νόμος που βγαίνει από την ψυχή της κοινωνίας », καταλήγει.

Εκείνο που πλέον μένει να φανεί στην πράξη είναι αν τελικά η τρίτη και τελευταία αυτή προσπάθεια απαγόρευσης του τσιγάρου θα εφαρμοστεί οδηγώντας την Ελλάδα στο κλαμπ των χωρών της Ευρώπης που θέτουν κανόνες στο κάπνισμα ή αντίθετα, γι’ ακόμη μία φορά θα επικρατήσει το πάθος των «θεριακλήδων» για τον καπνό…

*Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 06-10-19

Κορυφαίος προορισμός για γάμους οι Λειψοί

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Πόλο έλξης για νεονύμφους από Ευρώπη και Αφρική αποτελούν τα τελευταία χρόνια οι Λειψοί, καθώς όλο και περισσότεροι τουρίστες επιλέγουν το ακριτικό αυτό νησί για να δώσουν όρκους αιώνιας αγάπης. Το έναυσμα για την «καθιέρωση» της μικρής αυτής κουκκίδας γης ως γαμήλιου προορισμού έδωσε το 2015 ο Ιταλός παγκόσμιος πρωταθλητής ιστιοπλοΐας ανοιχτής θάλασσας Τζιοβάνι Φαμπρίτσιο Μαρία Σολντίνι, όταν επέλεξε τους Λειψούς για να παντρευτεί με την αγαπημένη του.

Οπως μου λέει ο δήμαρχος Φώτης Μάγγος, σε διάστημα τριών χρόνων έχουν τελεστεί συνολικά 25 γάμοι ζευγαριών από διάφορες χώρες. «Ανθρωποι από Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία αλλά και Νότια Αφρική παντρεύονται εδώ. Οι ξένοι έλκονται κυρίως από το γεγονός ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό και κυρίως ανέγγιχτο νησί που δεν έχει βιομηχανοποιηθεί τουριστικά, όπως τα υπόλοιπα».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η τέλεση των γάμων στο νησί έχει ως αποτέλεσμα την τόνωση της μικροοικονομίας αλλά και τη διασκέδαση των λιγοστών μόνιμων κατοίκων που συμμετέχουν κάθε φορά στο γλέντι: «Για καθέναν γάμο έρχονται γύρω στους 70 με 80 επισκέπτες κι αυτό αποτελεί ανάσα για τον τζίρο του νησιού, ενώ παράλληλα δημιουργεί εορταστικό κλίμα. Οι επισκέπτες εντυπωσιάζονται από τα αγνά τοπικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στα καταστήματα της περιοχής, από τα καθαρά νερά αλλά και από τη δυνατότητα που τους δίνεται να συνδυάσουν ένα άλλο είδος τουρισμού, όπως αυτό της πεζοπορίας και της ορεινής ποδηλασίας».

Πάντως, δεν είναι λίγες οι φορές που προσκεκλημένοι των ζευγαριών που βρέθηκαν στους Λειψούς μαγεύτηκαν από το μέρος και επέστρεψαν την επόμενη χρονιά είτε για διακοπές είτε για να τελέσουν τον δικό τους γάμο. «Από την ώρα που έρχονται εδώ για έναν γάμο, δεν φοβόμαστε. Γνωρίζουμε ότι κάποιοι θα επιστρέψουν, όπως και συμβαίνει» συμπληρώνει ο κ. Μάγγος.

Ο ίδιος, στην προσπάθειά του να προβάλει τους Λειψούς ως έναν εναλλακτικό προορισμό διακοπών, οργάνωσε στις αρχές του καλοκαιριού μια φωτογραφική καμπάνια σε 17 σταθμούς του μετρό αλλά και σε μεγάλο εμπορικό κατάστημα των βορείων προαστίων.

Μαθητές Γυμνασίου συναναστρέφονται με ηλικιωμένους και τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει την αλληλεγγύη, τον εθελοντισμό αλλά και υπενθυμίσει την ξεχασμένη αθωότητα των παιδικών χρόνων, το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων στη Θεσσαλονίκη φέρνει σε επαφή μαθητές από τα σχολεία της περιοχής με ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας. Μάλιστα, η αλληλεπίδραση που έχουν μεταξύ τους οι δύο αυτές ηλικιακές ομάδες παρά το χάσμα που τις χωρίζει, είναι τόσο ευεργετική, που στο άμεσο μέλλον τα παιδιά θα έχουν τη δυνατότητα να «υιοθετήσουν» έναν παππού ή μια γιαγιά από τα ΚΗΦΗ.

«Ο κάθε μαθητής δηλαδή θα αναλάβει να επισκέπτεται δύο με τρεις φορές την εβδομάδα έναν ηλικιωμένο, τον οποίο θα βοηθά φέρνοντάς του φάρμακα ή κάνοντάς του διάφορες μικρές διευκολύνσεις. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία, η οποία θα βοηθήσει τα παιδιά να κατανοήσουν την έννοια της αλληλεγγύης και να αντιληφθούν τη σοφία που κουβαλούν οι μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι. Όσο για τους ηλικιωμένους, η χαρά που παίρνουν κάθε φορά που περνούν χρόνο με παιδιά, είναι απερίγραπτη», εξηγεί στη «δημοκρατία» η πρόεδρος Πανελληνίου Συλλόγου Εργαζομένων στα ΚΗΦΗ κ. Εμμανουέλα Μαθιουδάκη. Όπως λέει, η επαφή των ηλικιωμένων με τους μαθητές, γνωστή και ως Διαγενεακή σύνδεση, ξεκίνησε αρκετό καιρό πριν, στα πλαίσια των μεγάλων εορτών, όπως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα και τα αποτελέσματα της αλληλεπίδρασης, ήταν θεαματικά. «Δυστυχώς πλέον οι νεότερες γενιές είναι προσκολλημένες σε οθόνες κινητών και υπολογιστών. Οι ηλικιωμένοι διδάσκουν στους μικρούς επισκέπτες τη συμπαράσταση αλλά και την επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους τα παλιά χρόνια, πράγματα που πια έχουν χαθεί ενώ πολλές φορές μαγειρεύουν μαζί, φυτεύουν λαχανικά και περνούν πολύ όμορφα», συμπληρώνει.

Ένας ακόμη σκοπός της συναναστροφής ανηλίκων με μεγαλύτερους ανθρώπους είναι η εξάλειψη του ρατσισμού για την τρίτη ηλικία, ένα φαινόμενο που, όπως σημειώνει η κ. Μαθιουδάκη, είναι ιδιαίτερα έντονο τα τελευταία χρόνια. «Πολλά παιδιά αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι όταν βλέπουν έναν παππού ή μια γιαγιά τον αποκαλούν »γέρο» ή »γριά» κι αυτόματα στο μυαλό τους έρχεται η εικόνα ενός αδύναμου και πολλές φορές αντιπαθητικού ανθρώπου. Αυτό σταδιακά αλλάζει μέσα από τις συναναστροφές που πραγματοποιούνται στα ΚΗΦΗ», εξηγεί. Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έχει βιώσει, είναι όταν κατά την επίσκεψη μαθητών στο Κέντρο Ημέρας, οι ηλικιωμένοι έδειχναν στα παιδιά με ποιο τρόπο μεταποιούσαν το πρόβειο μαλλί τα παλιότερα χρόνια προκειμένου να φτιάξουν την προίκα τους. «Έβλεπα τις γιαγιάδες να δείχνουν στους μαθητές πως έκαναν το ξάσιμο του μαλλιού, τους διηγούνταν ότι έπλεκαν τη φανέλα του στρατιώτη κι αυτά άκουγαν με προσοχή κι έκαναν διάφορες ερωτήσεις. Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να τα διηγούνται αυτά, θα διαβάζονται μόνο μέσα από βιβλία», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία»