Ζακ Μπουσάρ: «Τα ελληνικά είναι η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ακόμη παιδί όταν στη θέα του ελληνικού αλφάβητου σκίρτησε κάτι μέσα του. Λίγο πριν κλείσει τα 12 έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών μαζί με φωτογραφίες του εμβληματικού Παρθενώνα και μαγεύτηκε. «Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ελληνιστής», μου λέει ο διακεκριμένος Καναδός καθηγητής Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, Ζακ Μπουσάρ που μέσα από την πολύχρονη ακαδημαϊκή του πορεία στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, αναδεικνύει τη  σημασία της ελληνικής γλώσσας ως κυρίαρχο και συνάμα συστατικό στοιχείο ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού.

Γεννημένος το 1940 στο μακρινό Κεμπέκ, αγάπησε βαθιά τη χώρα μας και τους ανθρώπους της. Μελέτησε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μετέφρασε ποιητές που έγραψαν ιστορία όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Ανδρέας Εμπειρίκος και, πλέον, στην ένατη δεκαετία της ζωής του παραδέχεται με το γεμάτο καλοσύνη χαμόγελο και την αφοπλιστική ματιά του, πως θα ήθελε να είχε γεννηθεί στην Ελλάδα.

«Αν δεν ξέρεις ελληνικά κάτι ουσιώδες σου λείπει, είχε πει πολύ σωστά ο Ισοκράτης. Πρόκειται  για τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού», αναφέρει ο ακάματος φιλέλληνας που για μισό αιώνα διαδίδει το ελληνικό πνεύμα στα πέρατα του κόσμου.

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του στον Καναδά, αποφάσισε λοιπόν να κάνει το Μεταπτυχιακό του στην Κλασσική Γραμματεία κι έπειτα μετέβη για το διδακτορικό του στη χώρα μας, όπου όπως λέει, είχε τύχη να γνωρίσει την τότε «αφρόκρεμα» των Ελλήνων που διέθεταν ήθος, γνώσεις και γενναιοδωρία. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Δημαράς, η Αικατερίνη Κουμαριανού και ο Γιώργος Μπαμπινιώτης  είναι κάποιοι από τους διανοητές που τον βοήθησαν να εξελίξει το επίπεδο της γνώσης του επάνω στη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Μάλιστα, το 2005 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πενήντα χρόνια αγώνας για τους 75.000 ομογενείς του Μόντρεαλ

Από το Μόντεαλ ο Ζακ Μπουσάρ δε σταματά να παλεύει για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των 75.000 και πλέον ομογενών που ζουν στη μεγάλη πόλη του Καναδά.

Κάθε φορά, μάλιστα, που αντικρίζει οικογένειες Ελλήνων που οι γονείς δε μιλούν στο σπίτι τη μητρική τους γλώσσα, του έρχεται στο μυαλό η φράση του Πινδράρου «Γενοι’ οίος εσσί μαθών», δηλαδή, «Μάθε ποιος είσαι και γίνε τέτοιος».

«Προσπαθώ να πείσω τους γονείς να μιλούν στο σπίτι ελληνικά στα παιδιά τους. Εγώ ναι μεν διδάσκω στο πανεπιστήμιο και μεταδίδω τις γνώσεις μου, αλλά το γλωσσικό αισθητήριο έρχεται από το σπίτι. Δυστυχώς αρκετοί  Έλληνες εδώ δεν το τηρούν και είναι κρίμα. Αυτό είναι μέγα λάθος. Οι έλληνες που ζουν εδώ έχουν την τύχη να έχουν από το σπίτι τους τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού. Είναι λυπηρό να την αφήνεις για να κερδίσεις τα λίγα πράγματα που σου προσφέρει ο Καναδάς και η Αμερική γενικότερα. Μπορεί σε υλικό επίπεδο να είναι περισσότερα αλλά σε πνευματικό πολύ λίγα», σημειώνει.

Όπως λέει περήφανα, ζει στον Καναδά σα να είναι Έλληνας, όχι μόνο επειδή μιλάει τη γλώσσα αλλά, κυρίως, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει εντρυφήσει στην ελληνική παιδεία. «Αυτά που χρωστά ο δυτικός άνθρωπος στην Ελλάδα, είναι πολλά. Η γλώσσα σας είναι ένας θησαυρός, καθώς περιλαμβάνει έννοιες βασικές για κάθε επιστήμη, έννοιες που έχουν μορφώσει τους δυτικούς», λέει, επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι άνθρωποι των φυλών που ζουν στη Σιβηρία μια μαθαίνουν ρωσικά εξελληνίζονται χωρίς να το γνωρίζουν, καθώς μαθαίνουν μεταξύ άλλων για το θέατρο που είναι συνυφασμένο με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.

Θεωρεί ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν πρέπει επ’ ουδενί να καταργηθεί από τα σχολεία, διότι είναι απαραίτητη όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για οποιονδήποτε στον κόσμο αποφασίσει να ασχοληθεί με τις κλασικές σπουδές. «Οι μαθητές στη χώρα σας θα πρέπει να έχουν ένα πολύ καλό επίπεδο αρχαίων ελληνικών. Η γλώσσα δίνει μια δομή στη σκέψη, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο. Η Ελλάδα από την αρχαιότητα έχει διαμορφώσει ανθρώπους της παιδείας. Θα ήταν δραματικό για τους μαθητές να καταργηθεί αυτή η γλώσσα», τονίζει.

Ο 80χρονος πρεσβευτής του ελληνισμού χρίζει τον ατομικισμό ως ένα βασικό στοιχείο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού τον οποίο μάλιστα συνδέει ευθέως με το αρχαιοελληνκό πνεύμα. «Η σημασία της έννοιας του ατόμου δεν πρωτοεμφανίζεται στο χριστιανισμό καθώς πριν από αυτόν υπήρχαν οι Έλληνες φιλόσοφοι», αναφέρει χαρακτηριστικά και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, σημειώνει: «ο σημερινός δυτικός έχει υιοθετήσει την έννοια του ανθρωπισμού δίνοντας μεγάλη σημασία στο άτομα. Αντίθετα, οι Ανατολίτες κοιτούν το σύνολο. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούσαν να θυσιάσουν άτομα γνωρίζοντας ότι το σύνολο θα σωθεί».

Γέννηση του νεοελληνικού διαφωτισμού

Λόγω της αγάπης του για την Ελλάδα, τους ανθρώπους και τον πολιτισμό της, ο Ζακ Μπουσάρ αναζήτησε τις ρίζες της γέννησης του σύγχρονου έθνους. Η άοκνη μελέτη του τον οδήγησε στο Νικόλαο Μαυροκορδάτο, εκπρόσωπο μιας σπουδαίας οικογένειας Φαναριωτών με δύναμη και ισχύ στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία «αγκάλιασε» την απελευθέρωση του Γένους.

«Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να ερευνήσω και να μεταφράσω το ‘’Φιλοθέων πάρεργα’’, το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Αναζήτησα τα χειρόγραφα του Μαυροκορδάτου στο Βουκουρέστι, την Άγκυρα, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ και το Άγιο Όρος», τονίζει επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα ριζοσπαστικό έργο που μας εισάγει την έννοια του πρώιμου νεοελληνικού διαφωτισμού.

Το χειρόγραφο προέρχεται από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και ο Ν. Μαυροκορδάτος το έστειλε το 1719 στο βασιλιά Λουδοβίκο XIV

Πάντως, όπως εκμυστηρεύεται, αρχικά οι μοναχοί του Αγίου Όρους αρνήθηκαν να του δώσουν το χειρόγραφο του Μαυροκορδάτου. «Τότε τους είπα ότι έχω ήδη στα χέρια μου 11 χειρόγραφα και πως ακόμη και οι Τούρκοι μου το έδωσαν. Τελικά, συμφώνησαν να το πάρω και να το μελετήσω για μία ημέρα». Κάπως έτσι κατάφερε να ερευνήσει και να μεταφράσει στα γαλλικά το σπουδαίο αυτό έργο, το οποίο, όπως λέει, αναλύει ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Ιστορίας που βγήκε από τα ντουλάπια. «Νομίζαμε πως ο Διαφωτισμός αφορούσε μόνο  τους Γάλλους, τους Άγγλους, τους Γερμανούς και τους Δανούς αλλά υπήρξε και για τους Έλληνες».

«Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, είναι στο DNA σας»

Για τον διακεκριμένο ελληνιστή η χώρα μας αποτελεί μια δεύτερη πατρίδα, την οποία φροντίζει να επισκέπτεται τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο. Το πάθος με το οποίο κάθε φορά μιλά για την Ελλάδα οδήγησε αναπόφευκτα στο ερώτημα αν θα ήθελε να είχε γεννηθεί εδώ και όχι στο μακρινό Κεμπέκ. «Φυσικά», απάντησε χαμογελώντας και έδωσε το δικό του μήνυμα στους Έλληνες που δοκιμάζονται ακόμη από τις οδυνηρές συνέπειες της κρίσης που προηγήθηκε.

«Να έχετε αυτοπεποίθηση διότι ο πολιτισμός σας είναι βασικός για όλους τους όσους πιστεύουν ότι ανήκουν στη Δύση. Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, έννοιες δηλαδή τις οποίες εμείς διδασκόμαστε, εσείς τολμώ να πω ότι τις έχετε στο DNA σας, είναι στην παράδοσή σας», καταλήγει.

Covid -19: Πώς η πανδημία επηρεάζει τον κινηματογράφο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Υπερπληθυσμός, ανεργία, άνθρωποι με μάσκες και μια τεράστια οικολογική καταστροφή.  Το νερό μολύνεται, η τροφή αποτελεί είδος υπό εξαφάνιση κι εκατομμύρια εξαθλιωμένοι κοιμούνται στους δρόμους.  Όταν τολμήσουν να διαμαρτυρηθούν, η αστυνομία και ο στρατός επεμβαίνουν με… μπουλντόζες που συνθλίβουν τα πάντα.

Θα μπορούσε, ίσως, να είναι μια σκηνή από το παρόν ή, ακόμη καλύτερα, από το όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Πρόκειται για την ταινία του Ρίτσαρντ Φλάισερ «Νέα Υόρκη, έτος 2022» που γυρίστηκε το μακρινό 1973 και έθιξε για πρώτη φορά τον αντίκτυπο που θα έχει στις ζωές μας η μόλυνση του περιβάλλοντος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Δεν είναι όμως το μοναδικό θέμα που «προφήτεψε» η έβδομη Τέχνη μια και οι μολυσματικοί ιοί που μεταδίδονται με ταχύτητα… φωτός και μεταλλάσσονται, βρέθηκαν στο επίκεντρο του Χόλυγουντ μισό αιώνα πριν.

«Το σινεμά για μια ακόμη φορά, ως ανθρωπιστική και κοινωνιολογική τέχνη, ήταν εκεί, περιέγραψε όσα ζούμε τώρα. Δεν μπορούν να γίνουν πια ταινίες για τον κορονοϊό, θα αναμασούν αυτά που ήδη από τη δεκαετία του ’60 μας έχουν πει κορυφαία φιλμ. Η πανδημία καταγράφηκε προτού ξεσπάσει», μου απαντά ο κριτικός κινηματογράφου και ιδρυτής του Κέντρου Μελετών και Ερευνών για το Σινεμά Αλέξης Δερμεντζόγλου, όταν τον ρωτώ εάν η πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση που βιώνουμε θα «γεννήσει» πολλά κινηματογραφικά σενάρια.

«Ταινίες όπως «Το Ξέσπασμα», «Λυσσασμένες στα Νύχια του Τρόμου», «Έρχεται τη Νύχτα» και το «Conduction» είναι κάποιες μόνο από αυτές που προέβλεψαν την πανδημία αλλά και την αλλαγή που συντελείται μέσα από όλη αυτή την κατάσταση στις ανθρώπινες σχέσεις», σημειώνει.

Ο ίδιος εκτιμά πως ο αντίκτυπος της πανδημίας στον κινηματογράφο θα είναι μεγάλος. Όχι μόνο διότι, μοιραία, θα μειωθούν οι αμοιβές των ηθοποιών και κατ ‘ επέκταση το κόστος της εκάστοτε παραγωγής, αλλά, κυρίως, θα αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έβδομη Τέχνη.

«Οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν ήδη κερδίσει μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι θα χάσουν σιγά σιγά την επαφή τους με τον κινηματογράφο καθώς το μέλλον των συνοικιακών αιθουσών  προβλέπεται δυσοίωνο. Αλλάζει ριζικά ο κινηματογράφος, σε όλα τα επίπεδα», τονίζει. Το drive in σινεμά, επισημαίνει, αποτελεί μια εναλλακτική λύση που απευθύνεται κυρίως σε νέες ηλικίες, όπως και οι αίθουσες multiplex που πιθανότατα να ανοίξουν το χειμώνα, εφόσον, τα επιδημιολογικά δεδομένα το επιτρέψουν.

Από την άλλη, όπως εξηγεί ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, η νέα αυτή κατάσταση που διαμορφώνεται, αποτελεί μια καλή ευκαιρία για να αναδειχθεί η ευφυΐα της διανόησης. «Θα έχουμε φτωχές ταινίες και θεωρώ ότι θα αναδυθούν ταλαντούχοι κινηματογραφιστές. Με ένα μικρό μπάτζετ κι ένα εξαιρετικό σενάριο μπορεί να γίνει μια εξαιρετική ταινία, από το τίποτα. Μακάρι η πανδημία να γεννήσει κάποια μεγάλα ταλέντα».

Τι γίνεται όμως στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, εκεί που χτυπάει η καρδιά της κινηματογραφικής βιομηχανίας; Όπως μου εξηγεί ο βραβευμένος Αμερικανός σκηνοθέτης και φιλέλληνας Steven Bernstein, η συντριπτική πλειοψηφία των σταρ του Χόλυγουντ δεν είναι διατεθειμένη να δουλέψει κάτω από αυτές τις συνθήκες κι αυτό επιφέρει μια σειρά προβλημάτων. «Πολλές παραγωγές θα έβρισκαν διανομή εξαιτίας των πολύ γνωστών ονομάτων. Χωρίς αστέρες, όσο καλό κι αν είναι το σενάριο μιας ταινίας, οι κινηματογράφοι και οι διανομείς δεν θα αναλάβουν το οικονομικό ρίσκο, ειδικά αυτή την περίοδο. Φυσικά δεν εργάζονται όλοι σε ταινίες μεγάλου προϋπολογισμού αλλά αυτές είναι που φέρνουν έσοδα, τα οποία, μεταξύ άλλων, διοχετεύονται σε εγκαταστάσεις και ανεφοδιασμό των στούντιο με εξοπλισμούς τελευταίες τεχνολογίες. Χωρίς αυτά τα χρήματα ορισμένα στούντιο θα πρέπει να κλείσουν τις πόρτες τους », λέει τονίζοντας πως ακόμη κι αν γυριστούν ταινίες μεγάλου προϋπολογισμού, η προοπτική να κερδίσουν πίσω τις δαπάνες τους είναι πολύ μικρή. «Κανείς δε γνωρίζει πότε θα ανοίξουν ξανά οι αίθουσες και αν θα επιτρέπεται η χωρητικότητα να αγγίξει και πάλι το 100%».

O Steven Bernstein

Όπως λέει ο αμερικανός κινηματογραφιστής, οι εργαζόμενοι στον συγκεκριμένο τομέα αναζητούν απεγνωσμένα λύσεις προκειμένου να διασώσουν αυτή τη μορφή τέχνης. «Μια λύση θα ήταν να στηριχθούν οι μικρές, ανεξάρτητες παραγωγές με λιγότερο γνωστούς ηθοποιούς. Με τον τρόπο αυτό το οικονομικό ρίσκο για τους επενδυτές θα είναι μικρότερο», επισημαίνει τονίζοντας πως ίσως τελικά αυτή η παγκόσμια τραγωδία καταφέρει να αυξήσει σημαντικά τη ζήτηση για κινηματογραφικές παραγωγές. «Όταν οι αίθουσες ανοίξουν ξανά, θα γεμίσουν με τις ταινίες που δεν κυκλοφόρησαν τους τελευταίες μήνες. Όταν οι ταινίες αυτές τελειώσουν, δεν θα υπάρχουν άλλες να τις αντικαταστήσουν. Κάτι ανάλογο θα συμβαίνει και με τις σειρές, καθώς κατά τη διάρκεια της πανδημίας δεν γυρίστηκαν νέες σεζόν. Δεν θα υπάρχει πολύτιμο υλικό ούτε για τις οθόνες μας». Κλείνοντας την κουβέντα μας ο Steven Bernstein τόνισε πως θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά τα μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και σημείωσε πως χώρες όπως η Ελλάδα που κατάφερε να χειριστεί – όπως τουλάχιστον δείχνουν τα μέχρι τώρα δεδομένα –  με επιτυχία το ξέσπασμα της πανδημίας, ίσως αποτελέσει πόλο έλξης για διεθνείς παραγωγές. «Αυτό εκτιμώ πως θα γίνει και ελπίζω να βγω αληθινός», καταλήγει.

Η εξέγερση στη Μινεσότα μέσα από τα μάτια ομογενών

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν απόγευμα της 25ης Μαΐου όταν ο 46χρονος Τζωρτζ Φλόιντ άφησε την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο από τη μπότα του λευκού αστυνομικού Ντέρεκ Σόβιν, στη Μινεάπολη. Οκτώ λεπτά και 45 δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να επέλθει ο θάνατος του άτυχου Αφροαμερικανού και να ξεσηκωθεί ένα τεράστιο ποτάμι οργής στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.  Από εκείνη την ημέρα, ο Τζωρτ Φλόιντ γράφτηκε στην Ιστορία ως ένα από τα πιο εμβληματικά θύματα της αστυνομικής βίας με φυλετικά χαρακτηριστικά, θυμίζοντας άλλες, σκοτεινές εποχές.

Τα επεισόδια και οι εξεγέρσεις που ακολουθούν μέχρι και σήμερα φέρνουν στο νου το καλοκαίρι του 1967, όταν στην πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της ακμάζουσας αμερικανικής αυτοβιομηχανίας, το Ντιτρόιτ, χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους διαδηλώνοντας κατά του ρατσισμού και υπέρ των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών.

«Αυτό που ζούμε καθημερινά, δεν έχει προηγούμενο, θυμίζει πόλεμο. Είναι αδύνατον να περπατήσουμε στο δρόμο μετά τη δύση του ηλίου. Η κατάσταση στη Μινεάπολη είναι πολύ επικίνδυνη», μου λέει η Άννα Χριστοφορίδου, κάτοικος της περιοχής για περισσότερα από 40 χρόνια.

Η ίδια διατηρεί κατάστημα  λίγα μόλις μέτρα μακριά από το σημείο που ο Τζωρτζ Φλόιντ ξεψύχησε και, όπως λέει, ο αδικοχαμένος Αφροαμερικανός και ο αστυνομικός που του αφαίρεση τη ζωή, γνωρίζονταν για περισσότερο από δέκα χρόνια. «Το γνωρίζουν αρκετοί αυτό για δεν το λένε όλοι. Δεν ξέρω για ποιο λόγο το κρύβουν και σε τι αποσκοπεί αυτή η αποσιώπηση».

Οι κάτοικοι στη Μινεάπολη είναι συγκλονισμένοι από το συμβάν, όμως, όπως λέει η κ. Χριστοφορίδου, διαφωνούν με τα επεισόδια που λαμβάνουν χώρα κάθε βράδυ.

«Πιστεύω πως δεν θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα αυτή η αντίδραση. Καίνε ανεξέλεγκτα σε καθημερινή βάση τις περιουσίες μειονοτήτων. Είναι αναμφισβήτητα  φρικτό αυτό που συνέβη αλλά τι θα κερδίσουν καταστρέφοντας καταστήματα των ανθρώπων;», διερωτάται από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ειρηνικές διαδηλώσεις με καθολική συμμετοχή, θα είχαν,   κατά την ίδια, πετύχει το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από την απονομή δικαιοσύνης για την εν ψυχρώ δολοφονία.

«Υπάρχουν και τέτοιοι διαδηλωτές αλλά είναι ελάχιστοι. Κάθε πρωί μάλιστα συγκεντρώνονται στο κέντρο της πόλης και μαζεύουν τα σπασμένα τζάμια και τα σκουπίδια που άφησαν πίσω τους οι εξεγερμένοι της προηγούμενης νύχτας. Η πόλη θα ήταν ακόμη πιο θλιβερή χωρίς αυτούς, καθώς θυμίζει πεδίο μάχης», σημειώνει.

Ένα από τα καταστήματα που βανδαλίστηκαν από διαδηλωτές, είναι κι εκείνο του Σαμιώτη Βαγγέλη Χατζησταμούλου. Το εστιατόριό του ονόματι ‘’Best Steak House’’ αποτελούσε για χρόνια στέκι του άτυχου Αφροαμερικανού. «Ο Τζωρτζ ερχόταν για αρκετά χρόνια στο μαγαζί μου προκειμένου να πάρει φαγητό. Ήταν αρκετά ήρεμος άνθρωπος και κοινωνικός. Δεν ήταν άντρας που προκαλούσε με τη συμπεριφορά του, αντιθέτως, ήταν μονίμως χαμογελαστός και προσιτός», τονίζει ο ομογενής εστιάτορας που έβλεπε από την κάμερα τους εξοργισμένους διαδηλωτές να του σπάνε τις τζαμαρίες του καταστήματός του.

«Η αστυνομία έγινε πιο βίαιη μετά τη δολοφονία»

Όπως εξηγεί η κ. Χριστοφορίδου, εκείνο που έχει σοκάρει τους πολίτες της Μινεάπολης, είναι το γεγονός πως οι αστυνομικοί μετά τη δολοφονία του Τζωρτ Φλόιντ, έγιναν πιο επιθετικοί από ποτέ. «Ζω εδώ επί τέσσερις δεκαετίες και τέτοιο μίσος πρώτη φορά βιώνω. Οι άνδρες της αστυνομίας επιτίθενται στους απλούς πολίτες χωρίς λόγο. Μας σημαδεύουν με πλαστική σφαίρα ακόμη και μέσα στα οικόπεδά μας», τονίζει, επισημαίνοντας πως τέτοια φαινόμενα δεν υπήρχαν πριν το τραγικό συμβάν. «Τολμώ να πω πως η άγρια αυτή δολοφονία θα αλλάξει τον κόσμο», λέει.

Τα επεισόδια εκτιμά πως θα διαρκέσουν για αρκετό καιρό ακόμη και φοβάται πως αυτό μπορεί να οδηγήσει και σε άλλες ανθρώπινες απώλειες. «Ήμασταν μια πόλη ήρεμη, κανείς δε φαινόταν να έχει κάτι με τον πλησίον του. Το συμβάν αυτό, όπως αποδείχθηκε,  ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά των κοινωνικών και όχι μόνο ανισοτήτων», καταλήγει.

Την ίδια ώρα, ο βραβευμένος σκιτσογράφος των περιοδικών ΤΙΜΕ και New Yorker John Mavroudis, αφουγκραζόμενος τον παλμό της κοινωνίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, σχεδίασε το συγκλονιστικό στιγμιότυπο με τον αστυνομικό να πιέζει με το γόνατό του το λαιμό του Τζωρτζ Φλόιντ.

Σκίτσο του βραβευμένου εικονογράφου του περιοδικού TIME, John Mavroudis

«Τα κόκκινα γράμματα είναι τα λόγια του 46χρονου λίγα λεπτά προτού ξεψυχήσει. Οι αριθμοί είναι ένα προς ένα τα δευτερόλεπτα που πέρασαν ώσπου να πεθάνει. Η χώρα μας κλονίζεται στον πυρήνα της αυτή την περίοδο και κάτι πρέπει επιτέλους να αλλάξει. Είχαμε ήδη αρκετά προβλήματα καθώς ο κυβερνήτης μας είναι ψυχοπαθής. Βέβαια, αυτά τα δύο, η επιλογή δηλαδή του Τραμπ και η άγρια δολοφονία στη Μινεάπολη, είναι αλληλένδετα», μου είπε από το Σαν Φρανσίσκο, όπου ζει.

Η τουρίστρια της Αμοργού που έγινε μοναχή και «ανέστησε» εγκαταλελειμμένη μονή από το 1757

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν μετά από είκοσι ώρες ταξίδι, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την… άγονη τότε Αμοργό προκειμένου να περάσει εκεί τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αρκετά χρόνια μετά, το 2011, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, ως μοναχή πια, αναβιώνοντας παράλληλα τη μονή του Αγίου Γεωργίου Βαρσαμίτη που ήταν κλειστή από το 1757. Ο λόγος για τη γερόντισσα Ειρήνη, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θείο της κάλεσμα, όπως το αποκαλεί, αφιερώνοντας τη ζωή της στο Χριστό και τον συνάνθρωπο.

«Μόλις κατέβηκα από το πλοίο, ένιωσα κάτι πολύ οικείο. Τότε το νησί ήταν διαφορετικό, δεν είχε αναπτυχθεί τουριστικά, εξέπεμπε μια ηρεμία που με αιχμαλώτισε», μου διηγείται η ίδια. Τότε, ήταν υπάλληλος σε εταιρία μάρκετινγκ στην Αθήνα, ωστόσο το ανήσυχο πνεύμα της την οδηγούσε συνεχώς σε νέες εσωτερικές αναζητήσεις. Παράλληλα λοιπόν με την εργασία της, μελετούσε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και διαπίστωσε ότι είχε πολλές απορίες. «Κάποια στιγμή βρήκα τον πνευματικό μου που ήταν καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και μέσα από μια διαδικασία βαθιάς αναζήτησης, »γνώρισα» τον Χριστό. Στο πρόσωπό του βρήκα τις ιδιότητες που πάντα έψαχνα στη ζωή μου, δηλαδή την απόλυτη αγάπη, τη συγχώρεση και την ειρήνη», εξηγεί. Κάπως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, εκείνο του μοναχισμού και από το 2011, όταν έγινε η κουρά της, ζει μόνιμα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην Αμοργό που ήταν κλειστό για δυόμισι αιώνες. Μάλιστα, το συντηρεί η ίδια αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνεί.

Η γερόντισσα Ειρήνη μετέτρεψε την άλλοτε εγκαταλελειμμένη μονή σε επίγειο παράδεισο

«Η τελευταία μοναχή που ζούσε εδώ, η Φιλαρέτη, πέθανε το 1757 και ο τάφος της είναι μέσα στο ναό. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, το μοναστήρι »ζωντάνεψε» και τους περισσότερους μήνες του χρόνου σφύζει από ζωή», αναφέρει. Πράγματι, ο άλλοτε εγκαταλελειμμένος ναός, έχει μετατραπεί σε επίγειο παράδεισο γεμάτο λουλούδια και δέντρα που φύτεψε η ίδια και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας που πραγματοποιείται κάθε Σάββατο, οι πιστοί κάθονται γύρω από το τραπέζι και τρώνε όλοι μαζί. «Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έρχονται άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μόλις μπαίνουν στο μικρό ναό μου λένε ότι αισθάνονται μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εγώ δεν το καταλαβαίνω διότι ζω μόνιμα σε αυτή την γλυκιά ειρήνη».

Η καθημερινότητα

Η μοναχή ξυπνά καθημερινά στις πέντε το πρωί και αφού προσευχηθεί για δύο ώρες, πίνει τον καφέ της και στη συνέχεια φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες, μέσα από τις οποίες συντηρεί το ναό. «Το πρόγραμμα είναι γεμάτο μέχρι το βράδυ. Φέρτε μου κάποιον με κατάθλιψη εδώ και θα γίνει καλά», λέει τονίζοντας πως η σωματική εργασία σε συνδυασμό με την προσφορά στο συνάνθρωπο και την επαφή με τη φύση, δεν αφήνει περιθώρια ψυχικής κατάπτωσης. Εκείνο που κάθε φορά προτρέπει τους πιστούς που συρρέουν στο γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, είναι να προσπαθήσουν να γνωρίσουν το Χριστό. «Λέω στους ανθρώπους να διαβάσουν την Καινή Διαθήκη και αφού «γνωριστούν» μαζί Του, μετά ας Του πουν με την ελευθερία της βούλησής τους »χάρηκα που σε γνώρισα» ή »γεια χαρά, δε χάρηκα». Μόνο μέσα από τη γνώση μπορείς να αποδεχθείς ή να απορρίψεις κάτι», καταλήγει.

Φίνος: Ο ριζοσπάστης κινηματογραφιστής μέσα από τις διηγήσεις του πιο στενού του συνεργάτη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία και τέχνη που μετρά δύο γενιές, το ισόγειο στούντιο του 80χρονου κινηματογραφιστή Νίκου Καβουκίδη σε μια γωνιά της λεωφόρου Καρέα, μπορεί ακόμα ν’ αντιστέκεται στο χρόνο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η αυστηρή φιγούρα του πρωτοπόρου Φιλοποίμενος  Φίνου, κάμερες από τη δεκαετία του ’30 με τις οποίες κινηματογραφήθηκαν τα ιστορικά γεγονότα στο Μέτωπο και αργότερα στην Αθήνα, παραμένουν αλώβητα για να θυμίζουν σε όλους τα χρόνια τα παλιά. Άλλωστε, ο κ. Καβουκίδης είναι από τους ελάχιστους εναπομείναντες συνεργάτες του «πατριάρχη» – όπως του αρέσει να τον αποκαλεί – του κινηματογράφου και μετέπειτα ιδρυτή της Finos Film αλλά κι ένας άνθρωπος που τον έζησε από πολύ κοντά, μια και από την ηλικία των 15 ετών παράτησε το σχολείο και δούλευε στα στούντιο του Φίνου στα Εξάρχεια.

«Έχω κλείσει 63 χρόνια στον κινηματογράφο και θεωρώ τον Φίνο πνευματικό μου πατέρα», μου λέει. Κατά τον αγώνα ενάντια στην ιταλική επίθεση ο πατέρας του κ. Καβουκίδη, Γιώργος – πρωτοπόρος κινηματογραφιστής της εποχής-, τραβούσε πλάνα με το Φίνο από την προσπάθεια των Ελλήνων στο Μέτωπο. Τα περισσότερα από αυτά καταστράφηκαν από τους Γερμανούς με την έναρξη της Κατοχής, ωστόσο κάποια – που παρουσιάζονται στο παρών site – διασώθηκαν.

Εικόνα από πλάνα που τράβηξε κατά την περίοδο της Κατοχής ο Φίνος με τον Γιώργο Καβουκίδη

Εικόνες από τα πλάνα του Φιλοποίμενα Φίνου και Γιώργου Καβουκίδη που διασώθηκαν

Ωστόσο, ο Φίνος δεν πτοήθηκε από το περιστατικό αυτό και η ακαταμάχητη επιθυμία του να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο τον οδήγησε το 1942, μια περίοδο σκληρής Γερμανικής Κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε πείνα και εκτελέσεις, στη δημιουργία της πρώτης ταινίας του με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς». «Ο πατέρας μου είχε αρκετές λίρες τότε και χρηματοδότησε την ταινία με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και τον Αιμίλιο Βεάκη. Έβαλε βέβαια και ο Φίνος λεφτά. Ήταν η πρώτη ταινία της Κατοχής και έγινε εθνικό θέμα», σημειώνει ο κ. Καβουκίδης. Μάλιστα, ο ενθουσιασμός των Αθηναίων ήταν τέτοιος που η πρεμιέρα στον κινηματογράφο Rex πήρε χαρακτηριστικά συλλαλητηρίου με λαμπάδες στην οδό Πανεπιστημίου, πράγμα που εξόργισε τους Γερμανούς.

Όπως εξηγεί ο κ. Καβουκίδης, η λαμπρή πορεία του Φίνου στον ελληνικό κινηματογράφο οφείλεται πρωτίστως στο πάθος που διέκρινε τον Έλληνα παραγωγό ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. «Ήταν παθιασμένος με αυτό που έκανε. Ζούσε γι’ αυτό. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν στο στούντιο. Δεν έβγαινε ούτε για να φάει», αναφέρει και τονίζει ότι από τα εργαστήριά του Φίνου πέρασαν και αναδείχτηκαν όλες οι λαμπρές προσωπικότητες του ελληνικού κινηματογράφου. «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκος Αλεξανδράκης αλλά και σκηνοθέτες, όπως ο σπουδαίος Αλέκος Σακελλάριος και ο Νίκος Τσιφόρος ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Φίνο». Μάλιστα, ο καλλιτέχνης των επιτυχιών Αλέκος Σακελλάριος ασχολήθηκε με το αντικείμενο έπειτα από παρότρυνση του Φίνου. Όπως θυμάται ο κ. Καβουκίδης, όταν ο Έλληνας παραγωγός ήθελε το 1948 να γυρίσει την ταινία ‘’Οι Γερμανοί ξανάρχονται’’  με  τους Βασίλη Λογοθετίδη και Γεωργία Βασιλειάδου, πρότεινε στον τότε θεατρικό συγγραφέα Σακελλάριο να σκηνοθετήσει. «Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει ιδέα, δεν ήθελε να το κάνει αλλά ο Φίνος επέμενε, του έβαλε δίπλα τον Ντίνο Καρύδη που ήξερε να στήνει τα πλάνα και να χειρίζεται τις μηχανές και κάπως έτσι ξεκίνησε τη μεγάλη του καριέρα στη σκηνοθεσία ο Σακελλάριος. Μαζί του έκανα την ταινία ‘’Δόλωμα’’ με τη Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Η Τζένη Καρέζη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία «Κοντσέρτο για Πολυβόλα»

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του σπουδαίου παραγωγού που αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας, ήταν η συνέπειά του απέναντι στους συνεργάτες του, τους οποίους πλήρωνε κάθε 15 μέρες. Όταν όμως γύρισε την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν, για την οποία δαπάνησε ένα αρκετά μεγάλο ποσό, δεν μπόρεσε να πληρώσει τους συνεργάτες του διότι οι εισπράξεις ήταν πολύ χαμηλές. «Ζήτησε δανεικά για να μας πληρώσει, τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Φίνος», αναφέρει με συγκίνηση ο κ. Καβουκίδης και συνεχίζει: «Είπε τότε στον Αλέκο Σακελλάριο να κάνουμε μια ταινία γρήγορα, προκειμένου η Finos Film να πάρει τα πάνω της. Έγραψε λοιπόν ο Σακελλάριος τον ‘’Ηλία του 16ου’’ και μέσα σε πέντε εβδομάδες τη γυρίσαμε, τη μοντάραμε και βγήκε στις αίθουσες. Μας είχε δώσει βιταμίνες ο Φίνος για να αντέξουμε τις πολλές ώρες εργασίας. Η ταινία έσκισε και η Finos Film επανήλθε στα καλά της».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία »Το ξύλο βγήκε απ’τον Παράδεισο»

«Ο κατσαβιδάκιας»

Ένα από τα πολλά παρατσούκλια που είχαν βγάλει οι συνεργάτες του στο Φίνο ήταν αυτό του «κατσαβιδάκια». Κι αυτό διότι, όπως διηγείται ο κ. Καβουκίδης, του άρεσε να επισκευάζει όλες τις κάμερες που αγόραζε. «Δεν λυπόταν τα χρήματα, έπαιρνε πάντα τα καλύτερα μηχανήματα από Γαλλία και Γερμανία, αλλά τα αγόραζε μεταχειρισμένα για να τα φτιάχνει ο ίδιος μετά με το κατσαβίδι του. Έπιαναν πολύ τα χέρια του», λέει τονίζοντας ότι όταν ο Φίνος έφερε στην Ελλάδα τα μαγνητόφωνα Nagra ξεκίνησε να τα λύνει με το κατσαβίδι του κι έστειλε επιστολή στην ελβετική εταιρία μέσω της οποίας παρότρυνε τους τεχνικούς να προβούν σε μα διόρθωση. «Ο κατασκευαστής Στέφαν Κουντέλσκι ανέφερε ότι η συγκεκριμένη διόρθωση προήλθε ύστερα από επισήμανση του Φίνου αλλά ο ίδιος δε ζήτησε ποτέ χρήματα γι’αυτό. Δεν ήταν καθόλου φιλάργυρος», αναφέρει και θυμάται ένα περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας «Κλωτσοσκούφι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

«Στην ταινία αυτή ήμουν οπερατέρ και η μισή γυρίστηκε με πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Νικουλινάκο. Όταν μετά είδε τα πλάνα ο Φίνος, αποφάσισε ότι δεν του άρεσε ο Νικουλινάκος, φώναξε τον Αλέκο Αλεξανδράκη και γυρίσαμε από την αρχή τα πλάνα. Αυτή η διαδικασία είχε πολλά έξοδα αλλά ο Φίνος δε λογάριαζε τίποτα. Η τελειομανία του στο θέμα της ποιότητας των ταινιών του ήταν πρωτόγνωρη».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας ο κύριος Καβουκίδης φανερά συγκινημένος θυμήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φιλοποίμενα Φίνου, τα οποία όπως είπε, τα πέρασε μέσα στο στούντιό του. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο ο Φίνος αγόρασε την πρώτη του ολοκαίνουρια κάμερα, την οποία είχε δίπλα στο κρεβάτι του και την »ψαχούλευε». «Ήταν μια μορφή πολύπλευρη, ένας διορατικός κινηματογραφιστής που όμοιός του δεν υπήρχε στην Ευρώπη. Νιώθω ευτυχής από την καριέρα μου στην 7η τέχνη κι αυτό το οφείλω στον Φίνο», καταλήγει.

Ο καρκίνος την εποχή του κορονοϊού

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Εκατομμύρια καρκινοπαθείς κάθε ηλικίας δίνουν σκληρή και άνιση πολλές φορές μάχη για να κερδίσουν μια ακόμη ευκαιρία για ζωή, όμως, η πανδημία του Covid -19 που «χτύπησε» ξαφνικά την πόρτα του πλανήτη, αποτέλεσε ένα ψυχολογικό «χαστούκι» για τους ίδιους. Οι συστάσεις των ειδικών για τις ευπαθείς ομάδες κατέκλυσαν τους τελευταίους μήνες τις ζωές μας με αποτέλεσμα οι πιο ευάλωτοι να νιώθουν εντελώς μετέωροι μπροστά στους δύο αυτούς αόρατους εχθρούς.

Τα νέα ωστόσο, δεν είναι τόσο δραματικά κι αυτό διότι, σύμφωνα με τον ελληνικής καταγωγής καθηγητή  Ογκολογίας  και επικεφαλής της έρευνας για τον καρκίνο στο ερευνητικό κέντρο Robert H. Lurie στο Northwestern University του Σικάγο, Λεωνίδα Πλατανιά, δεν είναι λίγοι οι καρκινοπαθείς που προσβλήθηκαν από τον Covid -19 στις ΗΠΑ και ανάρρωσαν από τον ιό. «Δεν είναι όλες οι μορφές καρκίνου ίδιες» διευκρινίζει και εξηγεί: «Ασθενείς με οξεία λευχαιμία,  άτομα που έχουν υποβληθεί σε μεταμόσχευση μυελού των οστών καθώς και όσοι υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία, χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία έχουν σίγουρα αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις, όμως, αυτό δεν σημαίνει πως όποιος καρκινοπαθής νοσήσει από τον ιό αυτό, θα έχει σοβαρές επιπλοκές».

Υψίστης σημασίας είναι σύμφωνα με τον ίδιο η αυστηρή τήρηση των μέτρων προφύλαξης και, φυσικά, η τακτική επίσκεψη στο νοσοκομείο για την καθιερωμένη θεραπεία. Ο φόβος του κορονοϊού, λέει, δεν θα πρέπει να μας κρατήσει μακριά από τους γιατρούς καθώς η διακοπή της θεραπείας για έναν καρκινοπαθή μπορεί να αποβεί μοιραία για τη ζωή του. «Απαιτείται συνεννόηση με το γιατρό. Δεν πρέπει ο ασθενής να παίρνει πρωτοβουλίες και να διακόπτει τη θεραπεία επειδή φοβάται να πάει στο νοσοκομείο. Όσοι υποβάλλονται σε χημειοθεραπεία, ανοσοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία επιβάλλεται να έχουν ένα πρόγραμμα με το γιατρό τους και να συνεχίσουν τη θεραπεία τους», λέει.

Η περίοδος της πανδημίας αποτελεί αναμφισβήτητα μια ιδιαίτερα τρομακτική εμπειρία για τους καρκινοπαθείς καθώς ζουν διαρκούς υπό τον φόβο της νόσησης. Σπουδαίο ρόλο στις περιπτώσεις αυτές παίζει, όπως λέει , το οικογενειακό περιβάλλον που οφείλει να είναι υποστηρικτικό και προστατευτικό. «Ο καρκίνος δεν είναι θανατική καταδίκη, όπως ήταν παλιά», υπογραμμίζει.

Αν και η επιστήμη και ειδικότερα ο κλάδος της Ιατρικής έχει αναμφισβήτητα σημειώσει μεγάλη πρόοδο με αποτέλεσμα ασθένειες που κάποτε οδηγούσαν τον πάσχοντα στο θάνατο, σήμερα να ελέγχονται πλήρως με φαρμακευτική αγωγή,  το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα και που λίγο πολύ όλους μας έχει απασχολήσει, είναι για ποιο λόγο αφού η επιστήμη έχει κάνει άλματα, δεν έχει βρεθεί ακόμη θεραπεία για τον καρκίνο. «Ο καρκίνος δεν είναι μια οντότητα, μια αρρώστια μόνο. Είναι πολλά είδη και μορφές που έχουν διαφορετική συμπεριφορά και ανταπόκριση στις θεραπείες. Κάποιες μορφές του όπως για παράδειγμα ο καρκίνος του μαστού στα αρχικά στάδια θεραπεύονται πλήρως, κάποιες άλλες όχι. Είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε ότι η επιστήμη έχει νικήσει τον καρκίνο.  Δε θα είναι κάτι μαγικό που θα συμβεί πολύ γρήγορα. Θα πάρει σίγουρα πολλά χρόνια αλλά βλέπουμε σημαντικές προόδους σε κάποια είδη», εξηγεί.

«Η Ελλάδα πέτυχε κάτι εντυπωσιακό»

Αναφερόμενος στην περίπτωση της χώρας μας, ο δρ. Πλατανιάς δήλωσε εντυπωσιασμένος από τον χειρισμό της κυβέρνησης και την ανταπόκριση των Ελλήνων πολιτών στην έκτακτη αυτή κατάσταση που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν. «Έγινε εξαιρετική δουλειά και οι μικροί, συγκριτικά με άλλες χώρες, αριθμοί κρουσμάτων και θανάτων οφείλονται αναμφισβήτητα στο Lockdown που έγινε πολύ γρήγορα», σημειώνει.

Τέλος, σχολιάζοντας τις απόψεις διάφορων επιστημόνων και μη που εκτιμούν πως η γρίπη είναι πιο θανατηφόρα από τον Covid – 19, ο ομογενής επιστήμονας λέει: «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για εμένα πως ο κορονοϊός είναι πολύ χειρότερος από τη γρίπη. Εκτός από την εξαιρετικά γρήγορη μετάδοσή του, το 20% των νοσούντων στις ΗΠΑ παρουσιάζουν πολύ σοβαρά συμπτώματα και η κλινική τους εικόνα είναι πολύ βαριά», λέει και καταλήγει: «επιστήμονες από κάθε γωνιά του κόσμου κάνουν αγώνα δρόμου για το εμβόλιο. Ελπίζω σύντομα να το έχουμε στη διάθεσή μας».

Ο άστεγος που βρήκε την Ιθάκη του μέσω «Σχεδίας»

 Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Στα ομηρικά έπη αποτέλεσε το μέσο διαφυγής, τον από μηχανής θεό που έσωζε τους Έλληνες από τη μέγγενη του πεπρωμένου. Η σχεδία  στο πέρασμα του χρόνου συνέχισε να αποτελεί τον φάρο για κάθε ναυαγό που αναζητούσε την δική του Ιθάκη. Εκείνη την Ιθάκη που συνάντησε και ο 64χρονος  Ορέστης μέσω του περιοδικού δρόμου «Σχεδία», όταν πριν από λίγα χρόνια βρέθηκε στον άσσο.

Αφού έκανε ένα πέρασμα από ραδιόφωνα και εφημερίδες της συμπρωτεύουσας όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, στη συνέχεια εργάστηκε ως δάσκαλος ιππασίας και μετά αποφάσισε να ασχοληθεί με το εμπόριο, όμως, οι λάθος χειρισμοί είχαν σαν αποτέλεσμα να συσσωρευτούν τα χρέη του. Ο θάνατος της μητέρας του πριν από τρία χρόνια αποτέλεσε ένα μεγάλο πλήγμα για τον ίδιο, διότι εκτός από τον τραγικό χαμό της έπρεπε παράλληλα να έρθει αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της αστεγίας και τη βιαιότητα που μια τέτοια κατάσταση συνεπάγεται.

«Η ζωή μου πήρε την κάτω βόλτα, έμεινα στο δρόμο. Όμως οι διδαχές που πήρα από την κατάσταση αυτή μου είναι ιδιαίτερα πολύτιμες», μου λέει. Παίρνοντας ανά χείρας έναν υπνόσακο και κάποιες αλλαξιές ρούχων, βρήκε μια μικρή «φωλιά» για να περάσει το πρώτο του βράδυ. Όσο περνούσαν οι μέρες αναζητούσε πιο ανοιχτά μέρη, δίπλα στη θάλασσα, ενώ όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε, κοιμόταν σε ένα μικρό σπιτάκι παιδικής χαράς.

«Το να μείνει κανείς άστεγος είναι μια κατάσταση που δύσκολα μπορεί να διαχειριστεί. Πολλοί βρίσκουν καταφύγιο στα ναρκωτικά μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν τη νέα αυτή πραγματικότητα. Ο κόσμος τους κοιτάζει με περιφρόνηση στο δρόμο και τους αποκαλεί ‘’πρεζάκια’’. Αναρωτήθηκε άραγε κανείς πώς και γιατί αυτοί οι άνθρωποι κατέληξαν να είναι ‘’πρεζάκια’;’», διερωτάται με παράπονο.

Μια μέρα αποφάσισε να πάει με τα πόδια στη Χαλκιδική προκειμένου να βρει δουλειά σε κάποιο τουριστικό κατάλυμα ή στον τομέα της εστίασης. Η σεζόν όμως βρισκόταν προς το τέλος, οι θέσεις εργασίας είχαν προ πολλού καλυφθεί  κι έτσι γύρισε πίσω στη Θεσσαλονίκη, άπραγος και τρομερά κουρασμένος μια και είχε διανύσει με τα πόδια δεκάδες χιλιόμετρα.

Για καλή του τύχη εντάχθηκε σε ένα πρόγραμμα της οργάνωσης «Άρση» κι έτσι βρήκε έναν χώρο όπου θα μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια. Παράλληλα, πουλούσε βιβλία στο δρόμο, όμως, η εμπειρία αυτή ήταν για τον ίδιο δραματική. «Μπορώ με απόλυτη σιγουριά να σας πω πως κινδυνεύεις περισσότερο όταν πουλάς βιβλία στο δρόμο παρά όταν κοιμάσαι αδέσποτος στα σοκάκια. Με συνέλαβε η αστυνομία επειδή δεν είχα άδεια μικροπωλητή και με έκλεισαν φυλακή», λέει με παράπονο.

Όταν τελείωσε κι αυτός ο εφιάλτης του, ο Ορέστης έμαθε για το περιοδικό δρόμου «Σχεδία» κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του κι εκεί. «Είναι ακριβώς μια σχεδία, ένα στήριγμα για εμένα. Δεν θα βγάλω περιουσία πουλώντας το περιοδικό αλλά κερδίζω ένα αξιοπρεπές μεροκάματο», επισημαίνει. Όσο για την εμπειρία του ως πωλητής του περιοδικού, το να γίνεται αόρατος από τους περαστικούς είναι κάτι που έχει συνηθίσει και το οποίο δικαιολογεί. «Όταν κάποιος δεν μπορεί να αγοράσει το έντυπο, είναι λογικό να περνάει από μπροστά σου και να χαμηλώνει το βλέμμα, να κάνει πως δε σε βλέπει. Νιώθει αμηχανία, είναι ανθρώπινο», λέει και προσθέτει πως σε γενικές γραμμές ο κόσμος ενδιαφέρεται για τους άπορους και άστεγους πολίτες και μάλιστα με το παραπάνω.

Ο ίδιος δεν θεωρεί πλέον απίθανο το ενδεχόμενο να βρεθεί ξανά στο δρόμο. Είναι κάτι που σίγουρα απεύχεται, όμως, αυτό που έχει μάθει στα 64 χρόνια της ζωής του είναι, όπως χαρακτηριστικά λέει,  πως όλα είναι πιθανά. «Η ζωή έχει πολλά σκαμπανεβάσματα κι αυτό το βίωσα με πολύ σκληρό τρόπο. Ό,τι και να συμβεί από δω και στο εξής θα το αντιμετωπίσω», λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής και δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω.

Κορονοϊός: Ο Δρ. Χρήστος Κυρατσούς στη μάχη για το νέο φάρμακο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Καθημερινή μάχη με την πανδημία του κορονοϊού, που μέχρι στιγμής έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από έξι χιλιάδες ανθρώπους παγκοσμίως, ενώ παράλληλα έχει τρομοκρατήσει εκατομμύρια άλλους, δίνει μέσα στα εργαστήρια της φαρμακευτικής εταιρίας Regeneron ο ελληνικής καταγωγής ερευνητής, Χρήστος Κυρατσούς.

Ο 39χρονος επιστήμονας, τον οποίο το περιοδικό Business Insider συμπεριέλαβε στους 30 ανθρώπους παγκοσμίως που αναμένεται να μεταμορφώσουν το μέλλον των υπηρεσιών υγείας και ο οποίος πριν λίγα χρόνια βρήκε το φάρμακο κατά του Έμπολα, σώζοντας τη ζωή αρκετών ανθρώπων, που βρίσκονταν ένα βήμα πριν το θάνατο, μου εξηγεί πώς μέχρι το καλοκαίρι θα είναι έτοιμο το φάρμακο κατά του κορονοϊού

«Μαζί με την ομάδα μου στη Νέα Υόρκη ακολουθούμε την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και για τον αιμορραγικό ιό του Έμπολα. Σε έξι μήνες το πολύ τα αντισώματα που θα δίνονται στους ασθενείς με τη μορφή ένεσης, θα είναι έτοιμα. Οι πρώτες ομάδες που θέλουμε να διαφυλάξουμε είναι οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, αυτό που, στην ουσία, ο ίδιος και οι συνεργάτες του επιδιώκουν, είναι να μιμηθούν την αντίσταση του οργανισμού κάθε φορά που προσβάλλεται από έναν παθογόνο παράγοντα. «Αν για παράδειγμα κάποιος μολυνθεί από τον κορονοιό, το ανοσοποιητικό του σύστημα θα φτιάξει αντισώματα εναντίον του ιού αυτού. Εμείς προσπαθούμε να μιμηθούμε αυτή τη διαδικασία και να παραγάγουμε τα πιο αποτελεσματικά αντισώματα, τα οποία όταν χορηγηθούν σε κάποιον ασθενή, θα κολλήσουν επάνω στον ιό και θα σταματήσουν τη διασπορά του», σημειώνει.

Τα αντισώματα θα χορηγούνται στον οργανισμό υγειών αλλά και πασχόντων με ενέσεις, τις οποίες θα μπορεί κάποιος να κάνει μόνος του στο σπίτι, όπως για παράδειγμα αυτές της ινσουλίνης. Σε περίπτωση, όμως, που κάποιος χρειαστεί μεγάλη ποσότητα αντισωμάτων, η χορήγηση θα πραγματοποιείται σε νοσοκομεία με ενδοφλέβια έγχυση.

«Η παγκόσμια ανησυχία για τον Covid-19 οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για κάτι εντελώς καινούριο. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για εποχικό ιό και κατά πόσο θα επεκταθεί. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως εταιρίες και εργαστήρια δουλεύουν σκληρά, προκειμένου να παρασκευαστούν νέα φάρμακα ή και εμβόλια», λέει και ξεκαθαρίζει πως ο νέος κορωνοϊός δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη γρίπη του 1919, που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. «Και οι δύο προκαλούν λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος αλλά μοριακά είναι εντελώς διαφορετικοί», διευκρινίζει.

O άνθρωπος που νίκησε τον ιό Έμπολα

Ο διακεκριμένος επιστήμονας έφυγε από την Ελλάδα το 2004, προκειμένου να κάνει το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Όπως παραδέχεται, παρόλο που δεν ανήκει στη γενιά του brain drain, καθώς, την περίοδο που έφυγε η χώρα μας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της οικονομικής της ανάπτυξης, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφασή του.

«Ήταν μια συνειδητή επιλογή μου. Σίγουρα τότε η Ελλάδα ήταν σε καλύτερη μοίρα, όμως έφυγα για τους ίδιους λόγους που το κάνει κι ένας νέος σήμερα. Στην Αμερική μου δόθηκαν ευκαιρίες που δεν τολμούσα καν να φανταστώ στη χώρα μου», λέει.

Όσο για την πιο συγκινητική στιγμή της μέχρι τώρα ερευνητικής του πορείας, ο δρ. Κυρατσούς δηλώνει: «Πρόκειται αναμφισβήτητα για την ημέρα που διαπίστωσα ότι τα αντισώματα κατά του Έμπολα, που για καιρό παρασκευάζαμε, είχαν αποτέλεσμα και μάλιστα σε ετοιμοθάνατους ασθενείς. Καταφέραμε με την ομάδα μου να μειώσουμε δραματικά τη τη θνησιμότητα από τον ιό αυτό».

Όταν η δίψα για μάθηση δεν σβήνει με τα χρόνια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Γηράσκω αεί διδασκόμενος», είχε αναφωνήσει πριν από χιλιάδες χρόνια ο  Σόλωνας, αρχαίος νομοθέτης και ένα από τους επτά σοφούς. Η φράση του αυτή που συνεχίζει ως τις μέρες μας να αναπαράγεται, αντιπροσωπεύει πλήρως το πρώτο πανεπιστήμιο για ηλικιωμένους στη χώρα μας που άνοιξε τις πύλες του πριν από λίγες ημέρες. Επί τις οδού Φρεαρίων στον Κεραμεικό άνθρωποι άνω των 65 ετών έχουν την ευκαιρία να διδαχθούν εντελώς δωρεάν Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Ευρωπαϊκή Ιστορία, Πληροφορική, Θέατρο καθώς και καλλιτεχνικά.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που ανήκει στις Μαρία Αστερίου και Μαρία Ηλιοπούλου, οι οποίες έχοντας παρατηρήσει τη θεαματική αλλαγή που επέφερε στον ψυχισμό των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας η απόκτηση γνώσεων, αποφάσισαν να φέρουν και στη χώρα μας έναν θεσμό που λειτουργεί στο εξωτερικό ήδη από τη δεκαετία του ‘70.

Οι συνιδρύτριες της People Behind Μαρία Αστερίου και Μαρία Ηλιοπούλου

«Μέσω της Μη Κερδοσκοπικής μας Οργάνωσης ονόματι People Behind πραγματοποιούσαμε από το 2017 κάποια πιλοτικά προγράμματα σε ΚΑΠΗ και Λέσχες Φιλίας. Η μεγάλη ανταπόκριση που υπήρξε από την πλευρά των ηλικιωμένων αλλά και τα αντίστοιχα πανεπιστήμια που λειτουργούν στο εξωτερικό, μας ενέπνευσαν. Κάπως έτσι ξεκίνησε το εγχείρημα αυτό και στη χώρα μας», μου λέει η συνιδρύτρια του πανεπιστημίου Μαρία Αστερίου.

Ο στόχος των δύο γυναικών και κατ’ επέκταση του πρότυπου αυτού πανεπιστημίου δεν περιορίζεται μόνο στη διεύρυνση γνώσεων των ηλικιωμένων αλλά εστιάζει παράλληλα στην κοινωνικοποίησή τους καθώς και στην εξάσκηση του μυαλού και της μνήμης τους. «Η δραστηριότητα αυτή βελτιώνει την ποιότητα ζωής του διότι τους βοηθά να αποκτήσουν ψυχική και πνευματική ευεξία. Στο τέλος της ημέρας ωφελείται η υγεία τους», συμπληρώνει η κ. Αστερίου.

Το μοναδικό κριτήριο που υπάρχει για την παρακολούθηση των μαθημάτων είναι το κατώτατο όριο ηλικίας να είναι τα 65 έτη. Μέχρι στιγμής άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων και μορφωτικών επιπέδων έχουν δηλώσει συμμετοχή, γεγονός που φανερώνει την ανάγκη των ανθρώπων αυτών για μάθηση παρά το γεγονός ότι διανύουν την έβδομη δεκαετία της ζωής τους.

«Η ανταπόκριση στο εγχείρημά μας είναι τόσο μεγάλη που δεν ξεπέρασε μόνο τις προσδοκίες μας αλλά και τις δυνατότητές μας. Ξεκινήσαμε με το σκεπτικό να υπάρχει ένα τμήμα για κάθε μάθημα και καταλήξαμε να έχουμε δύο και τρία λόγω της αυξημένης ζήτησης», εξηγεί τονίζοντας πως μαθήματα, όπως η Φιλοσοφία, διδάσκονται με εκλαϊκευμένο τρόπο προκειμένου να μπορούν να τα παρακολουθήσουν και άνθρωποι που έχουν μόνο απολυτήριο δημοτικού.

Σύμφωνα με την κ. Αστερίου, το κάθε μάθημα πραγματοποιείται μία μια φορά την εβδομάδα και διαρκεί μιάμιση ώρα ενώ όσο περνούν οι μήνες θα προστίθενται και καινούριες θεματικές. Μέχρι στιγμής πάντως, το μάθημα που έχει τη μεγαλύτερη απήχηση είναι αυτό της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας.

Η ατρόμητη «Μπουμπουλίνα» της Κινάρου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Φοβάμαι πως αν κλείσω τα μάτια μου το νησί θα το πάρουν οι Τούρκοι. Ο Ερντογάν άλλωστε κατά το παρελθόν είχε δηλώσει πως η Κίναρος προορίζεται για χώρο λατρείας». Με τα παραπάνω λόγια η 74χρονη κυρα-Ρηνιώ, η μοναδική κάτοικος στη βραχονησίδα Κίναρο που παλεύει καθημερινά για την επιβίωσή της αλλά και για τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, χτυπά το καμπανάκι του κινδύνου για την πραγματική επιδίωξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, που δεν είναι άλλη από την καταπάτηση της εθνικής μας κυριαρχίας μέσω διεύρυνσης της επιρροής του Ερντογάν στο Αιγαίο.

Η γειτονική χώρα άλλωστε εποφθαλμιά τις εσχατιές της χώρας ήδη από το 2013, όταν στο τουρκικό Κοινοβούλιο ο βουλευτής Γιουσούφ Χαλάτσογλου αναφέρθηκε σε 16 νησιά και βραχονησίδες -ανάμεσά τους και η Κίναρος- κάνοντας λόγο για «παράνομη κατάληψή τους από την Ελλάδα».

«Δεν έχω νιώσει ποτέ απειλή. Παρά το γεγονός πως ζω σε ένα μέρος πάνω από το οποίο τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη κάνουν συχνά πτήσεις, δεν τρομάζω. Μόνο αν πεθάνω δεν ξέρω τι θα γίνει» αναφέρει χαρακτηριστικά η κυρία Κατσοτούρχη.

Ζώντας αποκομμένη από τον σύγχρονο πολιτισμό τα τελευταία 19 χρόνια, αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει τον απόκρημνο τόπο όπου μεγάλωσε. Μένει σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που παλιότερα λειτουργούσε ως καφενείο για τους διερχόμενους ψαράδες ο πατέρας της, ξυπνά κάθε πρωί στις τέσσερις και με το πρώτο φως της ημέρας ανεβαίνει στο μικρό εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη του «θαυματουργού», όπως τον αποκαλεί, και υψώνει την ελληνική σημαία.

Στο μικρό δωματιάκι στο οποίο μένει η κυρά – Ρηνιώ έχει ζωγραφίσει την ελληνική σημαία

Τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας φροντίζει με αφοσίωση τα ζώα της αλλά και το μνημείο που στήθηκε στο νησί για τους τρεις ήρωες του Πολεμικού Ναυτικού που έπεσαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντος προς την πατρίδα.

Όπως λέει, το πρωινό της 11ης Φεβρουαρίου 2016 ήταν το χειρότερο της ζωής της, όχι μόνο επειδή ήρθε αντιμέτωπη με τα άψυχα κορμιά των τριών αξιωματικών αλλά και λόγω των τραγικών ωρών που ακολούθησαν, όταν οι γονείς των νεκρών έφτασαν στο νησί.

«Μου αρέσει η μοναξιά, αλλά με ξέχασε η Ελλάδα»

«Μου αρέσει η μοναξιά, τη συνήθισα» απαντά η ερημίτισσα του Αιγαίου σε ερώτηση για το πώς είναι να ζει κανείς στη μέση τού πουθενά μη έχοντας κανέναν για συντροφιά και μάλιστα σε μια κρίσιμη ηλικία. Οι μοναδικές ίσως φορές που νιώθει φόβο είναι οι μέρες της κακοκαιρίας κατά τη διάρκεια του χειμώνα. «Οταν ο καιρός χαλάει, δεν έχω ρεύμα. Κι εδώ τα χέρια μου είναι δεμένα χωρίς ρεύμα. Ούτε ψυγείο, ούτε κουζίνα θα έχω. Εξαρτώμαι από αυτό» συμπληρώνει.

Οι ανάγκες της καλύπτονται μία φορά την εβδομάδα από ένα επιδοτούμενο καΐκι από την Αμοργό, ωστόσο όταν η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη μπορεί να περάσουν μέχρι και 20 μέρες. «Βάζω ψωμί στην κατάψυξη κι έτσι δεν μένω ποτέ χωρίς φαγητό» λέει, επισημαίνοντας πως το ελληνικό κράτος την έχει ξεχάσει.

«Όταν πριν από τρία χρόνια έπεσε το ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού και πέθαναν τρεις άνθρωποι, ήρθαν στην Κίναρο κάποιοι πολιτικοί, οι οποίοι μου έλεγαν πόσο καλά κάνω και μένω εδώ διότι διαφορετικά το σημείο θα ήταν γκρίζα ζώνη. Έκτοτε δεν ξαναρώτησε κανείς αν ζω ή πέθανα, πώς επιβιώνω ή τι προβλήματα καλούμαι να αντιμετωπίσω σε καθημερινή βάση».

Μάλιστα, όταν πριν από περίπου έναν μήνα άκουσε στην τηλεόραση ότι ενδέχεται να μεταφερθούν πρόσφυγες και μετανάστες στα «ξερονήσια του Αιγαίου», ταράχτηκε. Οχι τόσο διότι δεν θέλει τους ανθρώπους αυτούς αλλά κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι στην περιοχή δεν υπάρχει απολύτως τίποτα γι’ αυτούς.

«Δεν έχουμε δομές εδώ, ακόμη και το νερό το παίρνω από μια στέρνα. Δεν έχω τίποτα μαζί τους, άλλωστε κι εγώ στα 23 μου πήγα στην Αυστραλία ως μετανάστρια και τώρα είναι ο ένας μου γιος εκεί» λέει και καταλήγει: «Το δωματιάκι που μένω είναι ετοιμόρροπο. Ας ασχοληθούν πρώτα μαζί μου οι πολιτικοί και μετά ας λύσουν το Μεταναστευτικό».