Στέλιος Κερασίδης: Ο 6χρονος βιρτουόζος του πιάνου που μαγεύει τον κόσμο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ο κορυφαίος μουσουργός Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ πίστευε πως εκείνο που ρωτά ο Θεός τον άνθρωπο στις πύλες του παραδείσου, είναι εάν χρησιμοποίησε ορθά, χωρίς σπατάλη, τον χρόνο που του έδωσε. Αν σήμερα ζούσε αυτή η κορυφαία προσωπικότητα της παγκόσμιας μουσικής Iστορίας, θα μπορούσε να συναντήσει τον πιο μικρό ίσως θαυμαστή του, τον μόλις έξι ετών Στέλιο Κερασίδη που αν κρίνουμε από την μέχρι τώρα ενασχόλησή του με το μεγάλο του πάθος – την κλασική μουσική – έχει αναμφισβήτητα αξιοποιήσει τον χρόνο του με τον πιο δημιουργικό τρόπο. Έχοντας στο ενεργητικό του επτά παγκόσμια και δύο πανελλήνια βραβεία σε διαγωνισμούς πιάνου, ο Στέλιος Κερασίδης, το παιδί – «θαύμα» κατά πολλούς, έχει δώσει ρεσιτάλ στις μεγαλύτερες αίθουσες του κόσμου, όπως το Κάρνεγκυ Χωλ της Νέας Υόρκης, ένας ιστορικός χώρος στη σκηνή του οποίου έχουν ανέβει οι μεγαλύτεροι συνθέτες και ερμηνευτές της κλασικής μουσικής της τζαζ και της ποπ των τελευταίων 120 χρόνων αλλά και στη Μέκκα της κλασικής μουσικής, το διάσημο Βίνερ Μουζικφεράιν, όπου στεγάζεται η φιλαρμονική της Βιέννης.

Όπως  μου λέει ο πατέρας του, Φώτης Κερασίδης, καθηγητής και σολίστ στο πιάνο, το να αντιληφθεί το ταλέντο του γιου του δεν ήταν και τόσο δύσκολο καθώς από μωρό ακόμη έδειχνε στοιχεία υψηλών μουσικών δεξιοτήτων και τον χαρακτήριζε μια έντονη προσήλωση στους ήχους και στα μουσικά ερεθίσματα. «Όταν πήγε δύο ετών γνωρίζαμε καλά πλέον ότι πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μουσικού ταλέντου», δηλώνει χαρακτηριστικά. Ζώντας σε ένα σπίτι όπου η μουσική αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, ο Στέλιος πήγαινε στο πιάνο του πατέρα του και πειραματιζόταν με τα πλήκτρα και τους ήχους. Όταν σε ηλικία τριών ετών έδωσε την πρώτη του συναυλία, τόσο ο ίδιος όσο και οι γονείς του δεν φαντάζονταν αυτό που θα ακολουθούσε. «Σε καμία περίπτωση δε μπορούσαμε καν να σκεφτούμε πως στα έξι του χρόνια έχει ήδη παίξει σε ιστορικές αίθουσες ανά τον κόσμο και θα μελετά για να παίξει κονσέρτο στο Μέγαρο Μουσικής συνοδεία της κρατικής ορχήστρας Θεσσαλονίκης. Ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα», αναφέρει ο πατέρας του. Όπως λέει, κάθε φορά που ο ίδιος και η σύζυγός του απολαμβάνουν τον γιο τους σε κάποιο κονσέρτο, τα συναισθήματά τους είναι πολύ έντονα. «Δεν περιγράφονται εύκολα αυτά που νιώθουμε όταν τον βλέπουμε στη σκηνή. Το Μεγάλη συγκίνηση και περηφάνια το δίχως άλλο».

Στέλιος και Φώτης Κερασίδης

Ο εξάχρονος βιρτουόζος παρά το νεαρό της ηλικίας του, στις δημόσιες μουσικές εμφανίσεις του δεν έχει τρακ, πράγμα που θα ζήλευαν αρκετοί μεγαλύτεροι συνάδελφοί του με σπουδαίες περγαμηνές. «Έχω συνηθίσει στη σκηνή και νιώθω άνετα. Καμιά φορά βέβαια με ενοχλούν λιγάκι οι κάμερες, τα δυνατά φώτα και μερικοί camera man που έρχονται ακριβώς από πάνω μου σα φαντάσματα. Εκεί λίγο αγχώνομαι μήπως χάσω τα κομμάτια μου αλλά συνήθως τα καταφέρνω», μου λέει με παιδική αθωότητα. Όπως εξηγεί, δε μπορεί να ξεχωρίσει κάποια συγκεκριμένη στιγμή επάνω στη σκηνή αλλά εκείνο που τον χαροποιεί περισσότερο απ’ όλα είναι η αγάπη που του δείχνει το κοινό. «Κάποιες φορές δεν πιστεύω ότι με αγαπάει τόσο πολύ ο κόσμος, είναι κάτι περίεργο αλλά μου αρέσει. Με αγκαλιάζουν, με φιλάνε, μου ζητούν να βγάλουμε μαζί φωτογραφίες. Χαίρομαι τόσο πολύ που τους αρέσει το πιάνο και η μουσική μου, είναι κάτι μαγικό», σημειώνει. Αγαπημένοι του συνθέτες είναι ο Σοπέν, ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν αλλά περισσότερο ξεχωρίζει τον Μπαχ, κομμάτια του οποίου έχει παίξει κερδίζοντας μάλιστα το πρώτο βραβείο διαγωνιζόμενος ανάμεσα σε μουσικούς απ’ όλο τον κόσμο. «Θα ήθελα πολύ να έχω γνωρίσει τον Μπαχ, γράφει τόσο βαθιά μουσική. Θα τον ρωτούσα πώς κατάφερνε να συνθέσει τόσα πολλά και υπέροχα μουσικά κομμάτια ενώ παράλληλα είχε να μεγαλώσει και την τεράστια οικογένειά του που αποτελούταν από 20 παιδιά».

Όσο για το πώς καταφέρνει να ισορροπεί το χρόνο του ανάμεσα στο σχολείο – τον ερχόμενο Σεπτέμβρη θα πάει στη δευτέρα δημοτικού – και στη μουσική, ο Στέλιος διευκρινίζει πως μελετά μαθήματα πιάνου μόνο μία, το πολύ δύο ώρες την ημέρα και μόνο πριν από κάποιον διαγωνισμό θα αφιερώσει παραπάνω χρόνο. «Τίποτα στην ζωή δεν κερδίζεις χωρίς κόπο και θυσίες. Προφανώς όταν κάνεις πρωταθλητισμό θα υπάρξουν παράπλευρες απώλειες. Στο σχολείο ακόμη ο Στέλιος είναι μικρός για να έχουμε κάποιον αντίκτυπο. Το αντίθετο μάλιστα, του αρέσει και τα πάει εξαιρετικά», αναφέρει ο πατέρας του Φώτης. Εκτός πάντως από τη μουσική ο Στέλιος αγαπά να διαβάζει μαθηματικά ενώ του αρέσει και η αρχιτεκτονική. «Νομίζω όμως και όταν μεγαλώσω πάλι πιανίστας θα θέλω να γίνω, δε θα αλλάξει αυτό», σημειώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Στις αρχές του χρόνου ο μικρός Στέλιος συνέθεσε μια όμορφη μελωδία, η οποία διεγείρει τη συγκίνηση και φανερώνει μεταξύ άλλων τη συναισθηματική ωριμότητα ενός μικρού παιδιού, καθώς η μουσική αυτή σύνθεση είναι αφιερωμένη στη μεγαλύτερη αδερφή του, τη Βερόνικα. «Έχω πολύ μεγάλη αγάπη για την αδερφή μου. Είναι η καλύτερη αδερφή του κόσμου και η πιο όμορφη. Αυτήν σκεφτόμουν όταν βρήκα τη μελωδία στο πιάνο. Τώρα ετοιμάζω ένα για την μικρή μου αδερφή την Αναστασία που την αγαπώ και αυτήν πάρα πολύ», επισημαίνει ο μικρός Στέλιος που πιστεύει πως η μουσική είναι ικανή να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο.

«Πως θα ζούσαμε χωρίς μουσική; Όλα γίνονται πιο ζωντανά με τη μουσική. Αλλιώς θα ήμασταν σαν ξερά δέντρα. Χωρίς ψυχή».

«Κάποτε ήταν ο Ωνάσης, σήμερα είναι ο Αντετοκούνμπο»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Έχουν περάσει έξι χρόνια από τη στιγμή που το αμούστακο κιόλας παιδί από τα Σεπόλια πήρε το ελληνικό διαβατήριο επικυρώνοντας έτσι το εισιτήριό του για την πιο ανταγωνιστική λίγκα καλαθοσφαίρισης του κόσμου. Έξι ολόκληρα χρόνια, σε ένα κυριολεκτικά μαγικό ταξίδι που με πολλή δουλειά και ακόμη μεγαλύτερο πάθος καταξίωσαν τον Γιάννη Αντετοκούνμπο στην ελίτ του επαγγελματικού αθλητισμού στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τα πρώτα βήματα δεν ήταν εύκολα, καθώς ο Γιάννης αναγκαζόταν να περπατήσει αρκετά χιλιόμετρα προκειμένου να βρεθεί στις εγκαταστάσεις της ομάδας του Μιλγουόκι και να προπονηθεί με στόχο να βελτιώσει το παιχνίδι του. Βέβαια, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από… «διακοπές» σε σχέση με όσα πέρασε στην Ελλάδα για να καταφέρει να ζήσει την οικογένειά του.

Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα του ταξιδιού του, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο έχει κατορθώσει να γεμίσει με περηφάνια ένα ολόκληρο έθνος και να κάνει τους φίλους των Bucks να ονειρεύονται μια ομάδα μεγάλη, όπως ακριβώς ο Γιάννης: χωρίς ταβάνι. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως ο Σακίλ Ο’ Νιλ, ένας από τους μεγαλύτερους αθλητές που πέρασαν τα τελευταία 20 χρόνια από τα παρκέ, δηλώνει ανοιχτά πως ο Γιάννης είναι καλύτερος από αυτόν ενώ τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης έχουν αρχίσει να του παραχωρούν τη θέση του «βασιλιά» στον μαγικό κόσμο του NBA.

Στη πραγματικότητα η ίδια η ζωή του Γιάννη θυμίζει έντονα παραμύθι: ένα νεαρό αγόρι, γιος μεταναστών από τη Νιγηρία, πάσχιζε για χρόνια να τα βγάλει πέρα κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Αποκομμένος από το δικαίωμα στη παιδική αθωότητα και απαξιωμένος από μια κοινωνία που αδυνατούσε να τον καταλάβει, αναζητούσε το όνειρο στις γειτονιές των Σεπολίων και στο, περίφημο πλέον, ανοιχτό γήπεδο του Τρίτωνα.

Η ανακάλυψη

Η φτώχεια και η ανέχεια συνέθεσαν τα βασικά συστατικά της νιότης του που έμελλε να αλλάξουν ολοκληρωτικά τη μέρα που αποφάσισε – ή για την ακρίβεια πιέστηκε – να αγγίξει με τα χέρια του την πορτοκαλί θεά.

Ο »Greek Freak» του σήμερα που μια μέρα θα διεκδικήσει τη θέση του στο πάνθεον των αθλητών του ΝΒΑ, δεν θα ήταν ποτέ ο ίδιος αν στο δρόμο του δεν είχε βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος που δεν είναι άλλος από τον Σπύρο Βελλινιάτη.

Πρόκειται για εκείνον που όχι μόνο πίστεψε εξαρχής στον 17χρονο τότε Γιάννη, αλλά έκανε τα πάντα προκειμένου να πείσει αυτόν και την οικογένειά του να ασχοληθεί με το μπάσκετ.

«Στον Γιάννη εκείνη την περίοδο άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο και με αυτό ήθελε να ασχοληθεί. Πέρασα πολύ δύσκολα ώσπου να καταφέρω να του αλλάξω γνώμη. Οι γονείς δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν το πραγματικό χάρισμα του παιδιού τους. Ήταν πάρα πολύ φτωχοί, διέκρινα την ανέχειά τους και την αδυναμία τους να βγάλουν τα προς το ζην και το εκμεταλλεύτηκα γι’ αυτό που θεωρούσα πως ήταν το καλύτερο και για το γιο τους αλλά και για τους ίδιους. Τους είπα λοιπόν πως θα τους βρω δουλειά με την προϋπόθεση ο Γιάννης να ξεκινήσει το μπάσκετ», μου λέει ο Σπύρος Βελλινιάτης.

Έτσι κι έγινε. Ο σημερινός παίκτης των Bucks ξεκίνησε την ενασχόλησή του με το μπάσκετ, ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν ιδιαίτερα συνεπής στις προπονήσεις του. Όπως μάλιστα αναφέρει ο 50χρονος πρώην προπονητής του, οι απουσίες του Γιάννη έγιναν συχνότερες από τη στιγμή που οι γονείς του δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της νέας δουλειάς κι έμειναν πάλι άνεργοι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο Γιάννης να λείπει διότι έπρεπε να δουλεύει για να τους βοηθά.

Ο νεαρός Γιάννης εν δράσει υπό την καθοδήγηση του Βελλινιάτη

«Αποφασίσαμε λοιπόν με τον Λουκά Καρακούση, τον έφορο των Ακαδημιών του Φιλαθλητικού, να βοηθήσουμε την οικογένεια ώστε το παιδί να συνεχίσει να παίζει. Ο Λουκάς συμφώνησε να δίνει στους γονείς του 500 ευρώ το μήνα για να έρχεται ο Γιάννης για μπάσκετ. Ήμουν πολύ σίγουρος γι’ αυτό το παιδί και ήξερα πως στο τέλος θα δικαιωθώ. Θυμάμαι μάλιστα σε μια συνέντευξή του είπε πως ακόμη κι αν δεν έβγαζε λεφτά, θα έπαιζε μπάσκετ. Αυτό για μένα ήταν μια επιβεβαίωση πως τελικά έπραξα το σωστό», αναφέρει εξηγώντας πως αρκετοί άνθρωποι της ομάδας δεν πίστεψαν εξαρχής στο ταλέντο του νεαρού ελληνοαφρικανού. «Δεν ήξερε καν να σκάει τη μπάλα. Όταν τον πήγα στον Φιλαθλητικό, πολλοί με κορόιδεψαν διότι δεν θεωρούταν πολύ ψηλός. Σε ηλικία 17 ετών είχε ύψος 1.90. Μετά βέβαια δεν σταματούσε να ψηλώνει».

«Ο Γιάννης δεν υπήρξε ποτέ παιδί»

Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια Αντετοκούνμπο είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτησή μας με τον κύριο Βελινιάτη. Ο ίδιος μάλιστα θεωρεί πως οι ακραίες αυτές συνθήκες διαβίωσης έπαιξαν καθοριστικό παράγοντα στη λαμπρή καριέρα του Γιάννη.

«Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είχαν σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης κι έκαναν οτιδήποτε για να βγάλουν το μεροκάματο. Η άγνοια του φόβου που είχε ο Γιάννης λόγω της απόλυτης φτώχειας που βίωνε, ήταν το μεγαλύτερο όπλο του», τονίζει ξεκαθαρίζοντας πως αν ζούσε σ’ένα περιβάλλον φυσιολογικό, θα ήταν πιο δύσκολο να φτάσει εκεί που είναι σήμερα.

«Θα είχε ψυχολογική πίεση, δεν θα άκουγε και θα είχε άποψη. Εμείς βλέποντας το χάρισμά του, του δώσαμε τα τεχνικά εφόδια. Το να πας στο NBA από τους δρόμους της Αθήνας, είναι αντίστοιχο με το να στείλεις κάποιον άνθρωπο στον Άρη ή στο φεγγάρι», εξηγεί.

Όσο για τον χαρακτήρα του, ο έμπειρος προπονητής κάνει λόγο για ένα αρκετά κλειστό παιδί που δεν είχε φίλους, όχι επειδή ήταν κακός άνθρωπος αλλά επειδή ήταν αναγκασμένος να εργάζεται συνεχώς. «Ήταν κάτι σαν πατέρας για την οικογένεια. Όσους φίλους είχε, ήταν φίλοι του Θανάση, του αδερφού του. Ο Γιάννης δεν υπήρξε ποτέ παιδί. Μπορώ να πω πως τώρα είναι περισσότερο παιδί από τότε που ζούσε στα Σεπόλια».

Οι γονείς του Γιάννη παρακολουθούν το γιο τους να παίζει ερασιτεχνικά στα Σεπόλια

«Πλέον δεν επικοινωνούμε καθόλου»

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει αυτή την περίοδο ο κύριος Βελινιάτης, δεν του επιτρέπουν να έχει στο σπίτι του ίντερνετ και κατά συνέπεια δεν παρακολουθεί τα παιχνίδια των Milwaukie Bucks. Όποτε ευκαιρεί όμως, πηγαίνει στο πλησιέστερο internet café προκειμένου να δει τα Highlights κάθε παιχνιδιού και να καμαρώσει τις επιδόσεις του Γιάννη.

«Χαίρομαι απίστευτα γι’ αυτόν και είμαι πολύ περήφανος. Εκείνο που ο κόσμος ίσως δεν μπορεί να καταλάβει είναι το τι κινδύνους είχε όλο αυτό για μένα. Δεν είναι μόνο το ότι πήρα στο λαιμό μου ένα παιδί , ήταν και μια σειρά από πράγματα που έπρεπε να κάνω», λέει εξηγώντας πως πριν από τον Γιάννη είχε συναντήσει αρκετά ταλαντούχα παιδιά μεταναστών που δεν άντεξαν τον Γολγοθά που βίωναν και κάποια αυτοκτόνησαν, κάποια έπεσαν στα ναρκωτικά ενώ κάποια άλλα παρουσίασαν ψυχιατρικές διαταραχές.

«Έχοντας βιώσει πολλές τέτοιες ιστορίες προτού βοηθήσω τον Γιάννη, αποφάσισα να “θυσιαστώ” γι αυτόν. Ειδικά τα πρώτα τρία χρόνια πάλευα μόνος μου στον ωκεανό καθώς εκτός από το ότι έπρεπε να πείσω τον ίδιο και την οικογένειά του, είχα και τους γονείς μου βαριά άρρωστους. Ο πατέρας μου λόγω σακχάρου δεν έβλεπε και είχε χάσει και το ένα του πόδι και η μητέρα μου είχε άνοια».

Ωστόσο, παρά τα όσα πέρασαν μαζί, σήμερα ο κύριος Βελινιάτης δεν έχει καμιά επικοινωνία με τον Γιάννη. Η τελευταία φορά που μίλησαν ήταν το καλοκαίρι του 2016, όταν ο Γιάννης και ο αδερφός του ο Θανάσης ήρθαν στην Ελλάδα. Όπως μάλιστα λέει ο κ. Βελλινιάτης, ο Θανάσης ήταν πολύ πιο θερμός μαζί του. «Ο Γιάννης είχε να διαχειριστεί πάρα πολύ κόσμο. Μου είπε βέβαια ότι θα με ξαναπάρει τηλέφωνο, αλλά από τότε έχω χάσει τα ίχνη του».

Ο ίδιος πιστεύει πως ο Γιάννης θα πρέπει να κάνει έναν συντηρητικό βίο προκειμένου να αντέξει τις πιέσεις και τις απαιτήσεις που χρειάζονται να για παίξει σε ένα τέτοιο επίπεδο. «Έχει σίγουρα το μυαλό για να κρατήσει τις ισορροπίες που χρειάζονται. Θα το δείξει η πορεία», αναφέρει.

Όσο για τις συγκρίσεις που κάνουν οι Αμερικανοί μεταξύ του Αντετοκούμπο και διεθνών αστέρων του μπάσκετ, ο κύριος Βελλινιάτης πιστεύει πως όχι μόνο οι συγκρίσεις αυτές γίνονται δικαίως αλλά πως ο Γιάννης θα φτάσει ακόμη πιο ψηλά κι από τον Lebron James των Cavaliers. 

«To μόνο που φοβάμαι είναι το πώς θα διαχειριστεί τον εαυτό του εκτός γηπέδου, μέσα στο γήπεδο δεν τον φοβάμαι. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Δεν φτάνει δηλαδή μόνο το να μην μπλέξει ο Γιάννης. Θα πρέπει ε να μην μπλέξουν και οι γονείς του σε προβλήματα που να απασχολούν τον Γιάννη από το στόχο του. Πρέπει και το περιβάλλον του να τον στηρίξει». 

«Ο Γιάννης έχει μια τεράστια δυναμική. Κάποτε ήταν ο Ωνάσης, σήμερα είναι ο Αντετοκούμπο. Πρόκειται για το νούμερο ένα εξαγώγιμο προϊόν της χώρας μας αυτή τη στιγμή», επισημαίνει και θυμάται ένα περιστατικό που βίωσε στην Κόπα Καμπάνα. «Μόλις κάποιοι Βραζιλιάνοι άκουσαν πως είμαι Έλληνας, ρώτησαν αμέσως για τον Αντετοκούνμπο. Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει».

Αυτή την περίοδο ο κύριος Βελινιάτης στην προσπάθειά του να βοηθήσει παιδιά μεταναστών, διατηρεί έναν σύλλογο με 90 κορίτσια και αγόρια από την Αφρική, καθένα από τα οποία προσπαθεί να χαράξει τη δική του πορεία στον αθλητισμό και όχι μόνο. 

Άλλωστε, οι μέχρι τώρα «ανακαλύψεις» του που εκτός από τον Γιάννη Αντετοκούμπο, περιλαμβάνουν τους Μιχάλης Αφολάνιο -τον πρώτο Ελληνοαφρικανό που μίλησε στην ελληνική Βουλή- τον Παύλο Τζόουν, αξιωματικό του ελληνικού στρατού και πολλούς άλλος, έχουν αποδείξει πως ο ίδιος έχει το χάρισμα που απαιτείται για να αλλάξει τις ζωές ταλαντούχων παιδιών. 

«Πρόκειται για κάτι που κληρονόμησα από τη γερμανίδα μητέρα μου, η οποία ήταν υπεύθυνη προσωπικού σε μια μεγάλη εταιρία και είχε υπό την εποπτεία της 5.000 εργαζόμενους. Με έπαιρνε μαζί της από τότε που ήμουν μικρός κι αυτό με βοήθησε πολύ στη ζωή μου όπως φαίνεται».  

Ο λόγος που τόσα χρόνια επιλέγει να προσεγγίζει την αφρικανική κοινότητα είναι, όπως αναφέρει, το γεγονός ότι η κουλτούρα των ανθρώπων αυτών είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας με αποτέλεσμα να ενσωματώνονται με μεγαλύτερη δυσκολία στη χώρα μας. «Τα παιδιά που είναι από τις βαλκανικές χώρες, έχουν μια προδιάθεση να καταλάβουν πως λειτουργεί η Ελλάδα , με αποτέλεσμα να μη χρειάζονται κάποια βοήθεια. Οι μετανάστες που προέρχονται από τις αφρικανικές χώρες όμως, δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν την ελληνική κοινωνία στην οποία η οικογένεια τους τούς ζητά να ζήσουν». 

Η μόνη του ίσως πικρία είναι το γεγονός πως όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει καμιά στήριξη από την Πολιτεία. «Υπάρχει πολύ ταλέντο εκεί έξω αλλά παλεύω μόνος μου. Δεν είναι ανάγκη το κράτος να βοηθήσει οικονομικά αλλά θα μπορούσε να φωτίσει το γεγονός μέσω μιας βράβευσης», καταλήγει με παράπονο.

 

 

Ο Έλληνας που δίνει ελπίδα σε παιδιά με εγκεφαλική παράλυση

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η περίπτωση του Θεσσαλονικιού καθηγητή Εμβιομηχανικής στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα Νίκου Στεργίου είναι από εκείνες που επιβεβαιώνουν πως οι κανόνες είναι για να σπάνε. Μεγαλωμένος με πολλή πείνα και ακόμη περισσότερες στερήσεις , πάλεψε σκληρά και με πολύ κόπο έφτασε ως την άλλη άκρη του Ατλαντικού, όπου πλέον ακολουθεί μια σπουδαία ακαδημαϊκή καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και μέσα από τις έρευνές του δίνει ελπίδα σε ανθρώπους με κινητικά προβλήματα και μωρά με εγκεφαλική παράλυση. «Το ότι πρέπει να είσαι γόνος αστών για να φτάσεις ως εκεί, είναι ένας μύθος. Οι δυσκολίες που βίωσα ως παιδί με ώθησαν στη μελέτη προκειμένου να καταφέρω να ζήσω μια αξιοπρεπή ζωή. Βέβαια, τότε δεν φανταζόμουν καν πως θα έφτανα ως εδώ», μου λέει.

Ο δρ. Στεργίου σήμερα διευθύνει στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα το εργαστήριο Εμβιομηχανικής – μιας επιστήμης που μελετά την εφαρμογή αρχών της Φυσικής, των Μαθηματικών και της Βιολογίας  στην ανθρώπινη κίνηση – και μαζί με την επιστημονική του ομάδα κάνει έρευνες με στόχο τη θεραπεία ανθρώπων με σκλήρυνση κατά πλάκας, Πάρκινσον και άλλες νευρολογικές ασθένειες. Όμως η έρευνα που κυριολεκτικά «απογείωσε» τη φήμη του είναι η θεραπεία μωρών με εγκεφαλική παράλυση, έναν τομέα πάνω στον οποίο δούλεψε μαζί με την ομάδα του για περισσότερο από μια δεκαετία.

«Με την πάροδο των χρόνων καταφέραμε να βρούμε μια θεραπεία, μέσω της οποίας μπορεί ένα μωρό με εγκεφαλική παράλυση να πετύχει την καθιστή θέση»,λέει και διευκρινίζει για ποιο λόγο αυτό είναι τόσο σπουδαίο:«αυτό σημαίνει πως έχουμε καταφέρει να πετύχουμε την ισορροπία του κορμού και του κεφαλιού. Είναι δηλαδή το πρώτο βήμα για να πάει κανείς μετά σε όρθια θέση και εν συνεχεία σε βάδισμα», εξηγεί. Τα αποτελέσματα των ερευνών του πριν από λίγα χρόνια εντυπωσίασαν και το αμερικανικό κράτος που δώρισε στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα το αξιοσημείωτο ποσό των 11 εκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου ο ίδιος να επεκτείνει το εργαστήριό του – το μοναδικό που υπάρχει στον κόσμο στον τομέα της εμβιομηχανικής – και να δημιουργήσει ένα κέντρο ερευνών. «Φανταστείτε κάτι σαν το δικό μας Δημόκριτο. Έστειλα μια πρόταση στο κράτος και οι ιθύνοντες αφού μελέτησαν τις έρευνες που είχα κάνει ως τότε και αξιολόγησαν τις προτάσεις που κατέθεσα, μου απάντησαν θετικά μετά από έναν χρόνο. Το μέγεθος της ευλογίας είναι τεράστιο», αναφέρει.

Το ερευνητικό κέντρο Εμβιομηχανικής στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα – Φοιτητές του Νίκου Στεργίου

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια

Η πορεία ωστόσο προς την καταξίωση ήταν δύσκολη, γεμάτη ανέχεια, στερήσεις και εργασία από την τρυφερή ηλικία των 12 ετών. Ώσπου να ενηλικιωθεί, εργάστηκε ως εκφορτωτής, σερβιτόρος και πλασιέ προκειμένου να βοηθήσει τη μητέρα του και τον αδερφό του, ο οποίος πλέον ακολουθεί μια επιτυχημένη καριέρα καρδιολόγου στη Θεσσαλονίκη. «Μεγάλωσα χωρίς πατέρα και η μητέρα μου καθάριζε σπίτια. Δε μπορούσαμε να ζήσουμε από τα λιγοστά χρήματα που έβγαζε, οπότε αναγκάστηκα να δουλέψω. Υπήρχαν στιγμές που δεν είχαμε να φάμε και δε θυμάμαι να έχω φορέσει ποτέ μου καινούρια ρούχα πριν από τα 17 μου», σημειώνει. Τα χρόνια πέρασαν και τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων έδειξαν πως πέρασε στη σχολή Φυσικής Αγωγής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, μια σχολή που ο ίδιος αντιμετώπισε με συνέπεια και σοβαρότητα κι ας μη σταμάτησε να εργάζεται. «Ξεκινούσα τη δουλειά στις τέσσερις το πρωί ώστε να προλαβαίνω στις 10 να παρακολουθώ τα μαθήματα. Δούλευα σε εργοστάσιο με βούτυρα, δεν είχα επιλογή». Ολοκλήρωσε τις σπουδές του με άριστα ενώ μια διπλωματική εργασία που έκανε επάνω στο αθλητικό παπούτσι, τον έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με την Εμβιομηχανική.

Ο υψηλός βαθμός του πτυχίου του, τού χάρισε μια υποτροφία από το πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα για ένα μεταπτυχιακό στη Φυσιολογία της Κίνησης. «Άρπαξα την ευκαιρία από τα μαλλιά και στρώθηκα στη δουλειά. Εκτός από τα μαθήματα που έπρεπε να παρακολουθώ, απαιτούνταν να διδάσκω σε εργαστήρια και να συμμετέχω σε έρευνες των καθηγητών μου», λέει και θυμάται την πρώτη φορά που κλήθηκε να διδάξει μπροστά σε εκατό μαθητές μιλώντας στα αγγλικά: «καθόμουν στο γραφείο μου και με είχε λούσει κρύος ιδρώτας από το άγχος. Δεν είχα τόση μεγάλη άνεση στα αγγλικά, όμως έθεσα στον εαυτό μου το εξής ερώτημα: »Προτιμάς να βγεις στο έδρανο και να διδάξεις στα αγγλικά ή να γυρίσεις στη Θεσσαλονίκη και να φτιάχνεις από τα ξημερώματα βούτυρα στο εργοστάσιο;» Το πως τελικά βλέπουμε τα πράγματα εξαρτάται από τα βιώματά μας», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.

Ο Νίκος Στεργίου σε νεαρή ηλικία διδάσκει σε φοιτητές του πανεπιστημίου της Νεμπράσκα

Η πίστη στο Θεό και η επιστροφή στην Ελλάδα

Τις θύμισες από τα όχι και τόσο ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια τις κουβαλά μαζί του ως τώρα και, όπως παραδέχεται, νιώθει υποχρέωσή του να ευχαριστεί κάθε μέρα το Θεό για όσα απλόχερα του πρόσφερε. «Εκτός από το ότι πιστεύω πως δεν πρέπει να ξεχνά κανείς τις ρίζες του διότι αυτό τον κρατά ταπεινό στη μετέπειτα ζωή του, νιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη για όσα κατάφερα. Η χριστιανική πίστη αποτελεί ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου και με έχει κρατήσει όρθιο στα πιο δύσκολα. Είναι πάντα το καταφύγιό μου», τονίζει. Ο διακεκριμένος επιστήμονας επισκέπτεται τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη, όταν οι υποχρεώσεις του τού το επιτρέπουν όμως σε καθημερινή βάση ενημερώνεται για τις εξελίξεις στη χώρα του. Εκείνο που τον θλίβει περισσότερο είναι το γεγονός πως τόσα χρόνια μετά από την ημέρα που έφυγε για τη Νεμπράσκα, η αξιοκρατία και η αξιολόγηση είναι δυο λέξεις εντελώς άγνωστες. «Σαν πρόεδρος τμήματος στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα αξιολογούμαι από όλους τους καθηγητές μου και από τους  φοιτητές κάθε χρόνο και οι αξιολογήσεις αυτές δεν έρχονται σε εμένα, γνωστοποιούνται στους από πάνω μου. Υπάρχει μια συνεχής αξιολόγηση στην Αμερική.  Δυστυχώς στην Ελλάδα υπάρχει παντελής έλλειψη αξιοκρατίας,αντί το κράτος να επιβραβεύει τους άριστους, έχουμε φτάσει στο σημείο η αριστεία να θεωρείται πρόβλημα», λέει με παράπονο και συνεχίζει : «Οι δυνατότητες που έχουμε σαν λαός είναι απίστευτες. Υπάρχουν πολλοί Έλληνες στο εξωτερικό, πολύ σπουδαίοι επιστήμονες που διαπρέπουν, όμως, αντί η Ελλάδα που έχει μια μεγάλη δεξαμενή ταλέντων σε άλλες χώρες να τους αξιοποιεί και να τους βοηθά, τους στερεί ακόμη και το δικαίωμα της ψήφου».  Κατά τον κύριο Στεργίου δεν αρκούν μονάχα οι επενδύσεις στην Ελλάδα προκειμένου να σπάσει ο φαύλος κύκλος του λεγόμενου Brain Drain (μαζική φυγή Ελλήνων στο εξωτερικό) αλλά θα πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο αξιοκρατίας και αξιολόγησης.

Σε ερώτηση αν ο ίδιος θα επέστρεφε ποτέ στην Ελλάδα, η απάντησή του ήταν κατηγορηματική. «Φυσικά και θα βοηθούσα την πατρίδα μου σε περίπτωση που μου ζητούσαν να αναλάβω κάποιο πόστο. Άλλωστε, ποιος δε θέλει να ζει σε μια τόσο όμορφη χώρα;».

Ο Σπαρτιάτης ελαιοπαραγωγός που σαρώνει όλα τα βραβεία

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Μέγιστον αγαθόν προς πάσαν του βίου θεραπείαν», είχε χαρακτηρίσει την ελιά ο Σόλωνας, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Σήμερα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, εκατοντάδες επιστήμονες από κάθε γωνιά της Γης ορκίζονται στη διατροφική αξία του «ευλογημένου» αυτού καρπού και άλλοι τόσοι παραγωγοί προσπαθούν να φέρουν στο τραπέζι των καταναλωτών την καλύτερη εκδοχή του. Ένας από αυτούς είναι ο βιοκαλλιεργητής και παραγωγός από τη Σπάρτη Γιώργος Σακελλαρόπουλος που πριν από λίγες ημέρες κατέκτησε το εκατοστό (!) διεθνές βραβείο για την ποιότητα των ελαιοπροϊόντων του δημιουργώντας παράλληλα ένα παγκόσμιο ρεκόρ για Έλληνα παραγωγό. Μάλιστα, η φήμη των αγαθών που παράγει και εξάγει σε συνολικά 16 χώρες, έφτασε μέχρι το κορυφαίο πανεπιστήμιο του κόσμου, το Χάρβαρντ, όπου επιστήμονες αξιοποιούν τα προϊόντα από τους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου σε έρευνές τους.

Το βιολογικό αγουρέλαιο των ελαιώνων Σακελλαρόπουλου που κέρδισε το εκατοστό βραβείο

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι συνεργάτες μου νιώθουμε ιδιαίτερη τιμή για το ασημένιο βραβείο που πήραμε πριν λίγες ημέρες στον μεγαλύτερο παγκόσμιο διαγωνισμό ελαιολάδου στη Νέα Υόρκη, για το βιολογικό έξτρα παρθένο Αγουρέλαιό μας. Στο διαγωνισμό συμμετείχαν 903 δείγματα από 27 χώρες από όλο τον κόσμο, όπως … Όραμά μας ήταν ανέκαθεν η πάρα πολύ υψηλή ποιότητα και χαίρομαι πολύ που μέσα από τις εκατό πλέον διεθνείς βραβεύσεις, αυτό αναγνωρίζεται στους μεγαλύτερους διαγωνισμούς παγκοσμίως», δηλώνει ο ίδιος στην «κυριακάτικη δημοκρατία».

Μια ακόμη πρωτιά για τον κ. Σακελλαρόπουλο αποτελεί το γεγονός πως ξεκίνησε την αγροδιατροφική του επιχείρηση στη Σπάρτη το 1992, μια εποχή όπου η βιολογική γεωργία ήταν εντελώς άγνωστη στη χώρα μας. Ο ίδιος, σε ηλικία 27 ετών τότε, μελέτησε τις εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής και προχώρησε στην καλλιέργεια των ποικιλιών Κορωνέικης και της Καλαμών ελιάς. «Το όραμά μου ήταν ανέκαθεν η πολύ υψηλή ποιότητα. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου, είχα συγκεκριμένο στόχο, δεν ξεκίνησα με τη λογική »πάμε κι όπου βγει»», εξηγεί. Σήμερα, 27 χρόνια μετά, οι διακρίσεις ακολουθούν η μία την άλλη ενώ οι εξαγωγές ξεπερνούν το 90% της παραγωγής.

Οι ελαιώνες Σακελλαρόπουλου

«Όταν πας σε έναν διεθνή διαγωνισμό, ακόμη και η παραμικρή λεπτομέρεια μετρά. Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο για εμάς, απαιτεί από την πλευρά μας αρκετές ώρες εργασίας και έρευνας αλλά η αναγνώριση μας ανταμείβει», συμπληρώνει.

Πανεπιστήμια

Ο βραβευμένος ελαιοπαραγωγός εκτός από την καινοτομία και τον πλουραλισμό σε γεύσεις και αρώματα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στα οφέλη που έχουν τα προϊόντα που παράγει στην υγεία των καταναλωτών. Για το λόγο αυτό άλλωστε, οι συνεργασίες του με ερευνητές και επιστήμονες είναι πρωτεύουσας σημασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αξιοποίηση των βιολογικών ελαιολάδων που παράγει ο ίδιος στην τριετή έρευνα «Παρεμβατική Μελέτη Μεσογειακής Διατροφής» που πραγματοποιείται από το πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και τη σχολή Δημόσιας Υγείας, στην καθημερινή διατροφή 1000 εθελοντών πυροσβεστών σε 44 πυροσβεστικούς σταθμούς των Ηνωμένων Πολιτειών. Σκοπός της τριετούς μελέτης είναι να αποδείξει ότι αλλάζοντας τις διατροφικές συνήθειες, με επιστημονικά αποδεδειγμένο τρόπο, σε ομάδες ανθρώπων που έχουν υψηλό κίνδυνο ασθενειών και κυρίως καρδιακών προσβολών κατά την εκτέλεση της εργασίας τους – όπως οι πυροσβέστες – ο κίνδυνος αυτός μειώνεται σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά.

To »majestic» αναδείχθηκε καλύτερο λάδι του κόσμου πέρυσι

Την ίδια ώρα, οι βιολογικές ελιές από τους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου επιλέχθηκαν μετά από έρευνες από επιστήμονες του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι σε συνεργασία με το 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο μελέτησαν πολλά εμπορικά δείγματα ελιών και κατέληξαν ότι οι ελιές από τους βιολογικούς ελαιώνες Σακελλαρόπουλου περιέχουν πέντε φορές περισσότερα αντιοξειδωτικά συστατικά. Έτσι, δίνοντας μόνο πέντε ελιές ημερησίως σε είκοσι υγιή άτομα – εθελοντές για 60 ημέρες, διαπίστωσαν σημαντική αύξηση της καλής χοληστερόλης και μείωση της κακής.

Εκείνο που ίσως τον διαφοροποιεί είναι το γεγονός πως αρκετοί – Έλληνες και ξένοι – παραγωγοί εστιάζουν αποκλειστικά στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα των προϊόντων τους με αποτέλεσμα να γεμίζει το πιάτο του καταναλωτή με φυτοφάρμακα και ορμόνες. «Ανταγωνιζόμαστε εταιρίες που δεν είναι βιολογικές και που τα λάδια τους και οι ελιές τους είναι γεμάτα ορμόνες και φυτοφάρμακα, με το δέλεαρ μιας χαμηλότερης τιμής. Όμως ο καταναλωτής, έχει ένα μεγάλο όπλο, τη δυνατότητα της επιλογής», λέει και προσθέτει: «έχουμε κάνει με τους συνεργάτες μου στην Ελλάδα και το εξωτερικό πολύ μεγάλη προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια προκειμένου να εξηγήσουμε την αξία του βιολογικού λαδιού και της βιολογικής ελιάς».

Περισσότερες πληροφορίες για τους βραβευμένους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου και τα καινοτόμα προϊόντα τους, θα βρείτε στην ιστοσελίδα της επιχείρησης www.bioarmonia.gr.

Φίνος: Ο ριζοσπάστης κινηματογραφιστής μέσα από τις διηγήσεις του πιο στενού του συνεργάτη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία και τέχνη που μετρά δύο γενιές, το ισόγειο στούντιο του 80χρονου κινηματογραφιστή Νίκου Καβουκίδη σε μια γωνιά της λεωφόρου Καρέα, μπορεί ακόμα ν’ αντιστέκεται στο χρόνο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η αυστηρή φιγούρα του πρωτοπόρου Φιλοποίμενος  Φίνου, κάμερες από τη δεκαετία του ’30 με τις οποίες κινηματογραφήθηκαν τα ιστορικά γεγονότα στο Μέτωπο και αργότερα στην Αθήνα, παραμένουν αλώβητα για να θυμίζουν σε όλους τα χρόνια τα παλιά. Άλλωστε, ο κ. Καβουκίδης είναι από τους ελάχιστους εναπομείναντες συνεργάτες του «πατριάρχη» – όπως του αρέσει να τον αποκαλεί – του κινηματογράφου και μετέπειτα ιδρυτή της Finos Film αλλά κι ένας άνθρωπος που τον έζησε από πολύ κοντά, μια και από την ηλικία των 15 ετών παράτησε το σχολείο και δούλευε στα στούντιο του Φίνου στα Εξάρχεια.

«Έχω κλείσει 63 χρόνια στον κινηματογράφο και θεωρώ τον Φίνο πνευματικό μου πατέρα», μου λέει. Κατά τον αγώνα ενάντια στην ιταλική επίθεση ο πατέρας του κ. Καβουκίδη, Γιώργος – πρωτοπόρος κινηματογραφιστής της εποχής-, τραβούσε πλάνα με το Φίνο από την προσπάθεια των Ελλήνων στο Μέτωπο. Τα περισσότερα από αυτά καταστράφηκαν από τους Γερμανούς με την έναρξη της Κατοχής, ωστόσο κάποια – που παρουσιάζονται στο παρών site – διασώθηκαν.

Εικόνα από πλάνα που τράβηξε κατά την περίοδο της Κατοχής ο Φίνος με τον Γιώργο Καβουκίδη

Εικόνες από τα πλάνα του Φιλοποίμενα Φίνου και Γιώργου Καβουκίδη που διασώθηκαν

Ωστόσο, ο Φίνος δεν πτοήθηκε από το περιστατικό αυτό και η ακαταμάχητη επιθυμία του να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο τον οδήγησε το 1942, μια περίοδο σκληρής Γερμανικής Κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε πείνα και εκτελέσεις, στη δημιουργία της πρώτης ταινίας του με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς». «Ο πατέρας μου είχε αρκετές λίρες τότε και χρηματοδότησε την ταινία με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και τον Αιμίλιο Βεάκη. Έβαλε βέβαια και ο Φίνος λεφτά. Ήταν η πρώτη ταινία της Κατοχής και έγινε εθνικό θέμα», σημειώνει ο κ. Καβουκίδης. Μάλιστα, ο ενθουσιασμός των Αθηναίων ήταν τέτοιος που η πρεμιέρα στον κινηματογράφο Rex πήρε χαρακτηριστικά συλλαλητηρίου με λαμπάδες στην οδό Πανεπιστημίου, πράγμα που εξόργισε τους Γερμανούς.

Όπως εξηγεί ο κ. Καβουκίδης, η λαμπρή πορεία του Φίνου στον ελληνικό κινηματογράφο οφείλεται πρωτίστως στο πάθος που διέκρινε τον Έλληνα παραγωγό ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. «Ήταν παθιασμένος με αυτό που έκανε. Ζούσε γι’ αυτό. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν στο στούντιο. Δεν έβγαινε ούτε για να φάει», αναφέρει και τονίζει ότι από τα εργαστήριά του Φίνου πέρασαν και αναδείχτηκαν όλες οι λαμπρές προσωπικότητες του ελληνικού κινηματογράφου. «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκος Αλεξανδράκης αλλά και σκηνοθέτες, όπως ο σπουδαίος Αλέκος Σακελλάριος και ο Νίκος Τσιφόρος ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Φίνο». Μάλιστα, ο καλλιτέχνης των επιτυχιών Αλέκος Σακελλάριος ασχολήθηκε με το αντικείμενο έπειτα από παρότρυνση του Φίνου. Όπως θυμάται ο κ. Καβουκίδης, όταν ο Έλληνας παραγωγός ήθελε το 1948 να γυρίσει την ταινία ‘’Οι Γερμανοί ξανάρχονται’’  με  τους Βασίλη Λογοθετίδη και Γεωργία Βασιλειάδου, πρότεινε στον τότε θεατρικό συγγραφέα Σακελλάριο να σκηνοθετήσει. «Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει ιδέα, δεν ήθελε να το κάνει αλλά ο Φίνος επέμενε, του έβαλε δίπλα τον Ντίνο Καρύδη που ήξερε να στήνει τα πλάνα και να χειρίζεται τις μηχανές και κάπως έτσι ξεκίνησε τη μεγάλη του καριέρα στη σκηνοθεσία ο Σακελλάριος. Μαζί του έκανα την ταινία ‘’Δόλωμα’’ με τη Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Η Τζένη Καρέζη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία «Κοντσέρτο για Πολυβόλα»

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του σπουδαίου παραγωγού που αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας, ήταν η συνέπειά του απέναντι στους συνεργάτες του, τους οποίους πλήρωνε κάθε 15 μέρες. Όταν όμως γύρισε την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν, για την οποία δαπάνησε ένα αρκετά μεγάλο ποσό, δεν μπόρεσε να πληρώσει τους συνεργάτες του διότι οι εισπράξεις ήταν πολύ χαμηλές. «Ζήτησε δανεικά για να μας πληρώσει, τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Φίνος», αναφέρει με συγκίνηση ο κ. Καβουκίδης και συνεχίζει: «Είπε τότε στον Αλέκο Σακελλάριο να κάνουμε μια ταινία γρήγορα, προκειμένου η Finos Film να πάρει τα πάνω της. Έγραψε λοιπόν ο Σακελλάριος τον ‘’Ηλία του 16ου’’ και μέσα σε πέντε εβδομάδες τη γυρίσαμε, τη μοντάραμε και βγήκε στις αίθουσες. Μας είχε δώσει βιταμίνες ο Φίνος για να αντέξουμε τις πολλές ώρες εργασίας. Η ταινία έσκισε και η Finos Film επανήλθε στα καλά της».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία »Το ξύλο βγήκε απ’τον Παράδεισο»

«Ο κατσαβιδάκιας»

Ένα από τα πολλά παρατσούκλια που είχαν βγάλει οι συνεργάτες του στο Φίνο ήταν αυτό του «κατσαβιδάκια». Κι αυτό διότι, όπως διηγείται ο κ. Καβουκίδης, του άρεσε να επισκευάζει όλες τις κάμερες που αγόραζε. «Δεν λυπόταν τα χρήματα, έπαιρνε πάντα τα καλύτερα μηχανήματα από Γαλλία και Γερμανία, αλλά τα αγόραζε μεταχειρισμένα για να τα φτιάχνει ο ίδιος μετά με το κατσαβίδι του. Έπιαναν πολύ τα χέρια του», λέει τονίζοντας ότι όταν ο Φίνος έφερε στην Ελλάδα τα μαγνητόφωνα Nagra ξεκίνησε να τα λύνει με το κατσαβίδι του κι έστειλε επιστολή στην ελβετική εταιρία μέσω της οποίας παρότρυνε τους τεχνικούς να προβούν σε μα διόρθωση. «Ο κατασκευαστής Στέφαν Κουντέλσκι ανέφερε ότι η συγκεκριμένη διόρθωση προήλθε ύστερα από επισήμανση του Φίνου αλλά ο ίδιος δε ζήτησε ποτέ χρήματα γι’αυτό. Δεν ήταν καθόλου φιλάργυρος», αναφέρει και θυμάται ένα περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας «Κλωτσοσκούφι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

«Στην ταινία αυτή ήμουν οπερατέρ και η μισή γυρίστηκε με πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Νικουλινάκο. Όταν μετά είδε τα πλάνα ο Φίνος, αποφάσισε ότι δεν του άρεσε ο Νικουλινάκος, φώναξε τον Αλέκο Αλεξανδράκη και γυρίσαμε από την αρχή τα πλάνα. Αυτή η διαδικασία είχε πολλά έξοδα αλλά ο Φίνος δε λογάριαζε τίποτα. Η τελειομανία του στο θέμα της ποιότητας των ταινιών του ήταν πρωτόγνωρη».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας ο κύριος Καβουκίδης φανερά συγκινημένος θυμήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φιλοποίμενα Φίνου, τα οποία όπως είπε, τα πέρασε μέσα στο στούντιό του. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο ο Φίνος αγόρασε την πρώτη του ολοκαίνουρια κάμερα, την οποία είχε δίπλα στο κρεβάτι του και την »ψαχούλευε». «Ήταν μια μορφή πολύπλευρη, ένας διορατικός κινηματογραφιστής που όμοιός του δεν υπήρχε στην Ευρώπη. Νιώθω ευτυχής από την καριέρα μου στην 7η τέχνη κι αυτό το οφείλω στον Φίνο», καταλήγει.

Ο συλλέκτης που μάζεψε χιλιάδες έργα του Μάνου Χατζιδάκι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν καλοκαίρι του 1987 σ’ένα από εκείνα τα κλασσικά καφενεία της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο 20χρονος τότε Γιάννης Μπότσας άκουσε ξαφνιασμένος στις συζητήσεις της ομήγυρης επαινετικά σχόλια για τη μουσική του Μάνου, έτσι τον αποκαλούσαν, με το μικρό του όνομα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο νεαρός Γιάννης πίστευε ότι η μουσική του Χατζιδάκι και τα τραγούδια του απευθύνονταν μονάχα σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις ελίτ, όπως έχουμε συνηθίσει να τις αποκαλούμε.

Μάλιστα, το γεγονός ότι άνθρωποι του μεροκάματου έτρεφαν τόσο μεγάλη εκτίμηση για το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, του κίνησε την περιέργεια και την ίδια κιόλας ημέρα πήγε στην επετειακή συναυλία που έδωσε ο συνθέτης στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ημέρα έως και σήμερα, ο Γιάννης αφιέρωσε αμέτρητες ώρες αλλά και δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη συλλογή δίσκων, παρτιτούρων, επιστολών αλλά και ανέκδοτου υλικού του συνθέτη.

«Μόλις γύρισα σπίτι μου από τη συναυλία του 1987, στα αυτιά μου ηχούσε συνεχώς η »Μπαλάντα των Αισθήσεων». Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου αυτή την υπέροχη μελωδία που είχα την τύχη να απολαύσω ζωντανά. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, έχω συλλέξει από δισκοπωλεία και δημοπρασίες σπάνιο υλικό και νιώθω πολύ περήφανος γι’αυτό», μου λέει ο 51χρονος σήμερα ιδιωτικός υπάλληλος.

Εξώφυλλο του περιοδικού »ΕΙΚΟΝΕΣ» με το Μανος Χατζιδάκι, από τη συλλογή του κ. Μπότσα

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για την επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας

Στη σπάνια συλλογή του θα βρει κανείς όλες τις πρώτες εκδόσεις δίσκων 33 και 45 στροφών, δίσκους γραμμοφώνου, φωτογραφίες με το έργο του Χατζιδάκι από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τις συναυλίες του καθώς και σπάνιες παρτιτούρες, επιστολές του συνθέτη, αφίσες κινηματογράφου αλλά και όλα τα προγράμματα που μοιράζονταν στους θεατές από το 1944 ώς και το 1998, τη χρονιά δηλαδή που ο Χατζιδάκις συμμετείχε τελευταία φορά ως μουσικός σε θεατρική παράσταση. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει προς στο κοινό ένα μέρος του υλικού που έχει στην κατοχή του, δημιούργησε την ιστοσελίδα manoshadjidakis.com αλλά και ένα κανάλι στην διαδικτυακή πλατφόρμα youtube όπου μπορεί να ακούσει κανείς συνεντεύξεις του συνθέτη, αποσπάσματα από ταινίες με συνθέσεις του, ραδιοφωνικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ για το »Μεγάλο Ερωτικό» καθώς και ανέκδοτα τραγούδια.

«Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο μουσικές του Χατζιδάκι που έχω στην κατοχή μου και δεν είναι ευρέως γνωστές. Δεν σκέφτηκα στιγμή ότι επειδή δαπάνησα ένα αρκετά μεγάλο ποσό, θα έπρεπε να το απολαύσω μόνος μου. Άλλωστε η »απαγόρευση» είναι μια λέξη που δεν ταίριαζε στο πνεύμα του Χατζιδάκι», λέει και προσθέτει: «Στο κανάλι μου θα βρει κανείς μεταξύ άλλων μια οριεντάλ σύνθεσή του για την ταινία »Το Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου που γυρίστηκε το 1958, θα ακούσει τη μουσική του με την οποία »ντύθηκαν» οι εικόνες του ντοκιμαντέρ «Ατλαντίδα» που γυρίστηκε το 1978 από τον Jacques-Yves Cousteau, παρουσιάσεις δίσκων από τον ίδιο τον Χατζιδάκι, αποσπάσματα από ραδιοφωνικές του εκπομπές, δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών και πολλά άλλα ηχητικά ντοκουμέντα».

Συλλεκτικό εξώφυλλο από δίσκο του Χατζιδάκι, ζωγραφισμένο στο χέρι

Η συλλογή του καλλιτεχνικού αυτού θησαυρού έγινε με πολύ κόπο και ατέλειωτες ώρες έρευνας. Ενδεικτικό των όσων τράβηξε προκειμένου σήμερα να έχει στην κατοχή του αυτό το σπάνιο υλικό, είναι η προσπάθειά του να αποκτήσει την ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι» που γυρίστηκε το 1962 από Αμερικανό παραγωγό με μουσική του Χατζιδάκι. «Η ταινία δεν είχε προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα και για να τη βρω έπρεπε να απευθυνθώ σε ταινιοθήκες του εξωτερικού. Μετά από αμέτρητες επιστολές και δεκάδες e-mails η ταινιοθήκη της Αμερικής μου την έστειλε. Η όλη διαδικασία κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια ενώ για τη μετροπή της ταινίας από το αμερικανικό σύστημα της δεκαετίας του ’60 σε σημερινή μορφή DVD, έδωσα 400 δολάρια», λέει ο κ. Μπότσας.

Η ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι, την οποία ο κ. Μπότσας απέκτησε μετά από τρία χρόνια συνεχούς προσπάθειας

Κλειστές πόρτες

Όταν το 2012 ο Γιάννης Μπότσας αποφάσισε να εκθέσει το αρχειακό υλικό του για τον συνθέτη – σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας, απευθύνθηκε στο επίσημο αρχείο του Μάνου Χατζιδάκι, στο  Μέγαρο Μουσικής, το ίδρυμα Ωνάση, το μουσείο Μπενάκη, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Ωνάση στη λεωφόρο Συγγρού,το   ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την Εθνική Πινακοθήκη. «Εκείνο που με λύπη διαπίστωσα είναι πως οι ιθύνοντες του πολιτισμού στη χώρα μας δεν ενδιαφέρονται για τη διάσωσή του αλλά μονάχα για τις δημόσιες σχέσεις. Αν ήμουν ένας επιφανής Αθηναίος κι όχι ένας απλός ιδιωτικός υπάλληλος, θα είχα πάρει το »πράσινο φως»», λέει με παράπονο.

Ο κ. Μπότσας δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το ίνδαλμά του. Ακόμη και την ημέρα που ο Μάνος Χατζιδάκις «ταξίδεψε» για πάντα στην Οδό Ονείρων, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία του. Ωστόσο, το ερώτημα που τον βασανίζει σήμερα, μετά από δύο δεκαετίες διαρκούς ενασχόλησης με το έργο του συνθέτη, είναι το εξής: «Για ποιο λόγο ενώ έγραφε τόσο σπουδαίες μουσικές, οι οποίες μάλιστα πήραν διεθνή βραβεία που ο κόσμος δεν γνωρίζει, δεν τις δισκογράφησε ώστε να μπορούν σήμερα όλοι να τις απολαύσουν;».

Τρεις σύγχρονοι «Ροβινσώνες» στο Αιγαίο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Αποκομμένα από τον σύγχρονο πολιτισμό σε ένα μικρό νησί μόλις 350 στρεμμάτων στα Δωδεκάνησα κατοικούν μόνα τους τρία αδέρφια ηλικίας 60, 65 και 77 ετών. Ζώντας σαν σύγχρονοι Ροβινσώνες Κρούσοι, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους και τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, αρνούμενοι πεισματικά να εγκαταλείψουν το Μαράθι, τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Ένας εξ αυτών, ο 65χρονος Μιχάλης Κάβουρας, που κάθε πρωί υψώνει τη γαλανόλευκη στο μικρό λιμάνι του νησιού, ακούγεται με δυσκολία στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, καθώς η περιοχή είναι δύσβατη και το σήμα αδύναμο. «Ένας κεραυνός πριν από έναν μήνα έκαψε τα πάντα και δεν έχω πια τηλεόραση και σταθερό τηλέφωνο. Εγώ και τα αδέρφια μου είμαστε πλήρως αποκομμένοι από τον κόσμο» αναφέρει, τονίζοντας ότι παρά τις αλλεπάλληλες κρούσεις που έκανε στην εταιρία παροχής κανένας δεν έχει ενδιαφερθεί.

«Αν χρειαστούμε οτιδήποτε το βράδυ, βγαίνουμε έξω από το σπίτι με τον φακό, καθώς δεν έχουμε ρεύμα τον τελευταίο χρόνο, και ανεβαίνουμε στο βουνό προκειμένου να βρούμε σήμα. Αναβιώνουμε στιγμές περασμένων δεκαετιών» συμπληρώνει. Όμως, τα προβλήματα για τον κ. Μιχάλη και τα αδέρφια του δεν σταματούν εδώ. Ο τόπος διαμονής τους, στον οποίο το ρεύμα έφτασε πριν από μόλις έξι χρόνια (!), είναι ξεχασμένος από τον Πολιτεία.

Ο ίδιος, έχοντας επιζήσει από δύο εμφράγματα, προσεύχεται καθημερινά να βγει η μέρα χωρίς προβλήματα, διότι στο νησί δεν υπάρχει γιατρός. Μάλιστα, στην ταβέρνα που διατηρεί στο Μαράθι και η οποία λειτουργεί μόνο λίγες ημέρες κάθε Αύγουστο, ένας νεαρός τουρίστας έχασε τη ζωή του.

«Δεν υπάρχει γιατρός εδώ ή στους Αρκιούς, που είναι πολύ κοντά, και ώσπου να βρούμε βάρκα και να τον μεταφέρουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο που απέχει δύο ώρες πέθανε. Και τα άλλα δύο αδέρφια μου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά κανείς δεν μας δίνει σημασία» λέει με παράπονο. Το έσοδά τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα και προέρχονται κατά κύριο λόγο από την ταβέρνα που λειτουργούν λίγες ημέρες τον Αύγουστο.

Τα τρία αδέρφια επιβιώνουν με μεγάλη δυσκολία και η διατροφή τους βασίζεται κυρίως στα ψάρια.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι ο καιρός θα μας επιτρέψει να λάβουμε τρόφιμα. Φέτος τον χειμώνα το καΐκι έκανε έως και 15 μέρες να μας φέρει ψωμί. Ωστόσο, εγώ όχι μόνο πληρώνω τον ίδιο φόρο με κάποιον που ζει σε χωριό ή πόλη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάει να αγοράσει τα τρόφιμα που θέλει, αλλά καλούμαι να δώσω και πέντε ευρώ στο καΐκι, το οποίο είναι ήδη επιδοτούμενο» λέει και καταλήγει: «Είμαι τόσο αγανακτισμένος, που φοβάμαι πως καμιά μέρα θα μου στρίψει και θα υψώσω την τουρκική σημαία».

Η τουρίστρια της Αμοργού που έγινε μοναχή και «ανέστησε» εγκαταλελειμμένη μονή από το 1757

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν μετά από είκοσι ώρες ταξίδι, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την… άγονη τότε Αμοργό προκειμένου να περάσει εκεί τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αρκετά χρόνια μετά, το 2011, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, ως μοναχή πια, αναβιώνοντας παράλληλα τη μονή του Αγίου Γεωργίου Βαρσαμίτη που ήταν κλειστή από το 1757. Ο λόγος για τη γερόντισσα Ειρήνη, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θείο της κάλεσμα, όπως το αποκαλεί, αφιερώνοντας τη ζωή της στο Χριστό και τον συνάνθρωπο.

«Μόλις κατέβηκα από το πλοίο, ένιωσα κάτι πολύ οικείο. Τότε το νησί ήταν διαφορετικό, δεν είχε αναπτυχθεί τουριστικά, εξέπεμπε μια ηρεμία που με αιχμαλώτισε», μου διηγείται η ίδια. Τότε, ήταν υπάλληλος σε εταιρία μάρκετινγκ στην Αθήνα, ωστόσο το ανήσυχο πνεύμα της την οδηγούσε συνεχώς σε νέες εσωτερικές αναζητήσεις. Παράλληλα λοιπόν με την εργασία της, μελετούσε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και διαπίστωσε ότι είχε πολλές απορίες. «Κάποια στιγμή βρήκα τον πνευματικό μου που ήταν καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και μέσα από μια διαδικασία βαθιάς αναζήτησης, »γνώρισα» τον Χριστό. Στο πρόσωπό του βρήκα τις ιδιότητες που πάντα έψαχνα στη ζωή μου, δηλαδή την απόλυτη αγάπη, τη συγχώρεση και την ειρήνη», εξηγεί. Κάπως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, εκείνο του μοναχισμού και από το 2011, όταν έγινε η κουρά της, ζει μόνιμα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην Αμοργό που ήταν κλειστό για δυόμισι αιώνες. Μάλιστα, το συντηρεί η ίδια αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνεί.

Η γερόντισσα Ειρήνη μετέτρεψε την άλλοτε εγκαταλελειμμένη μονή σε επίγειο παράδεισο

«Η τελευταία μοναχή που ζούσε εδώ, η Φιλαρέτη, πέθανε το 1757 και ο τάφος της είναι μέσα στο ναό. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, το μοναστήρι »ζωντάνεψε» και τους περισσότερους μήνες του χρόνου σφύζει από ζωή», αναφέρει. Πράγματι, ο άλλοτε εγκαταλελειμμένος ναός, έχει μετατραπεί σε επίγειο παράδεισο γεμάτο λουλούδια και δέντρα που φύτεψε η ίδια και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας που πραγματοποιείται κάθε Σάββατο, οι πιστοί κάθονται γύρω από το τραπέζι και τρώνε όλοι μαζί. «Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έρχονται άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μόλις μπαίνουν στο μικρό ναό μου λένε ότι αισθάνονται μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εγώ δεν το καταλαβαίνω διότι ζω μόνιμα σε αυτή την γλυκιά ειρήνη».

Η καθημερινότητα

Η μοναχή ξυπνά καθημερινά στις πέντε το πρωί και αφού προσευχηθεί για δύο ώρες, πίνει τον καφέ της και στη συνέχεια φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες, μέσα από τις οποίες συντηρεί το ναό. «Το πρόγραμμα είναι γεμάτο μέχρι το βράδυ. Φέρτε μου κάποιον με κατάθλιψη εδώ και θα γίνει καλά», λέει τονίζοντας πως η σωματική εργασία σε συνδυασμό με την προσφορά στο συνάνθρωπο και την επαφή με τη φύση, δεν αφήνει περιθώρια ψυχικής κατάπτωσης. Εκείνο που κάθε φορά προτρέπει τους πιστούς που συρρέουν στο γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, είναι να προσπαθήσουν να γνωρίσουν το Χριστό. «Λέω στους ανθρώπους να διαβάσουν την Καινή Διαθήκη και αφού «γνωριστούν» μαζί Του, μετά ας Του πουν με την ελευθερία της βούλησής τους »χάρηκα που σε γνώρισα» ή »γεια χαρά, δε χάρηκα». Μόνο μέσα από τη γνώση μπορείς να αποδεχθείς ή να απορρίψεις κάτι», καταλήγει.

Μάνα και κόρη συναντήθηκαν μετά από 60 χρόνια – Βιβλίο και ταινία η ιστορία τους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν το 1957 η 18χρονη Χαρίκλεια Νούλα από το χωριό Στράνωμα της ορεινής Ναυπακτίας έμεινε έγκυος, δεν φανταζόταν την κινηματογραφική τροπή που θα έπαιρνε η ζωή της. Η μικρή τοπική κοινωνία στο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας αδυνατούσε να αποδεχθεί μια ανύπαντρη μητέρα με το παιδί της, καθώς οι μονογονεϊκές οικογένειες εκείνη την εποχή συγκέντρωναν σφοδρές αντιδράσεις. Οι γονείς της την έδιωξε από το σπίτι, την αποκλήρωσαν κι εκείνη μη έχοντας κανένα απολύτως στήριγμα, έδωσε το παιδί σε ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Λίγες ημέρες αργότερα, ένα ζευγάρι από το Χιούστον των Ηνωμένων Πολιτειών υιοθέτησε το μωρό και η μικρή Λίντα μεγάλωσε, παντρεύτηκε και έκανε παιδιά στην Αμερική, μακρυά από τη βιολογική της μητέρα, η οποία δεν έπαψε στιγμή να σκέφτεται τη μέρα που την παρέδωσε στο ορφανοτροφείο. Μετά από πολλές έρευνες, αμέτρητα τηλεφωνήματα και e-mails η Λίντα έλαβε επιτέλους το πολυπόθητο μήνυμα που την ενημέρωνε πως η μητέρα της ήταν ζωντανή και την αναζητούσε. «Όταν διάβασα το γράμμα, με κυρίευσε ένα περίεργο συναίσθημα. Από τη μία ένιωθα ανακούφιση για το γεγονός ότι ζούσε ακόμη, απέραντη χαρά που δε με είχε ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια και ήθελε να με συναντήσει αλλά και μια δόση μετάνοιας που δεν ξεκίνησα νωρίτερα να την ψάχνω. Ένας από τους λόγους που δεν την αναζήτησα τόσα χρόνια ήταν ότι ο Έλληνας δικηγόρος είχε πει στους θετούς γονείς μου ότι γεννήθηκα πρόωρα και η μητέρα μου πέθανε στον τοκετό», μου λέει  η 61χρονη Λίντα Φόρεστ. Η πρώτη της επικοινωνία με τη βιολογική της μητέρα έγινε πέρυσι μέσω Skype, παρουσία μιας μεταφράστριας καθώς η ίδια δε μιλά ελληνικά. Όπως λέει, ένα μείγμα άγχους, περιέργειας και ενθουσιασμού την κυρίευσε μόλις είδε τη μητέρα της μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. «Λίγους μήνες μετά συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Ακριβώς 60 χρόνια από την ημέρα που με άφησε στο ορφανοτροφείο της Αθήνας. Με περίμενε στην πύλη με ένα μπουκέτο λουλούδια και αφού αγκαλιαστήκαμε, ξεσπάσαμε και οι δυο σε κλάματα», σημειώνει.

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

 

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης

Από την ημέρα εκείνη η ίδια και η οικογένειά της επισκέφθηκαν την Ελλάδα συνολικά 11 φορές. Όπως λέει, πλέον θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα και αυτό που αγαπά περισσότερο στη χώρα είναι η οικογένειά της. «Ο σύζυγός μου μού λέει ότι η ιστορία αυτή του θυμίζει έντονα την ταινία »Big Fat Wedding» όπου ένας Aμερικανός παντρεύεται μια Eλληνίδα και στη συνέχεια βαφτίζεται κι αυτός χριστιανός ορθόδοξος. Αυτό ακριβώς έκανε και ο άνδρας μου στις 16 Οκτωβρίου 2016. Βαφτίστηκε Ροβέρτος – Ευτύχιος στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο».

Θα κάνει ταινία την ιστορία της;

Αυτή την περίοδο η Λίντα εργάζεται πυρετωδώς καθώς έχει συγκροτήσει μια μη κυβερνητική οργάνωση με το όνομα «The Eftychia Project’ μέσω της οποίας βοηθά παιδιά που υιοθετήθηκαν τις δεκαετίες ’50 και ’60 προκειμένου να βρουν τους βιολογικούς τους γονείς. «Είμαι ένα από τα 3.000 παιδιά εκείνης της περιόδου που δόθηκαν για υιοθεσία και θέλω να βοηθήσω κι άλλους σαν εμένα. Είμαι πολύ συγκινημένη γιατί μέσω του »Eftychia project» καταφέραμε ήδη να φέρουμε σε επικοινωνία με τους βιολογικούς της γονείς μια γυναίκα, τη Ντενίς που έψαχνε την οικογένειά της επί 20 ολόκληρα χρόνια. Προς το παρόν έχει επικοινωνήσει με τους βιολογικούς της γονείς μέσω διαδικτύου και προς τα τέλη Ιουνίου θα ταξιδέψει στην Ελλάδα προκειμένου να τους γνωρίσει από κοντά», εξηγεί. Παράλληλα ετοιμάζει ένα βιβλίο στο οποίο καταγράφει το Γολγοθά που πέρασε ώστε να καταφέρει να βρει τη μητέρα της αλλά και τον εξευτελισμό που βίωσε η δεύτερη όταν έμεινε έγκυος χωρίς να έχει παντρευτεί. «Είμαστε σε επικοινωνία με έναν παραγωγό του Χόλιγουντ για το ενδεχόμενο να γίνει ταινία η ιστορία μας», καταλήγει.

 

Η μοναχή Σωφρονία επικοινωνεί με τους πιστούς μέσω Facebook

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Έναν ιδιαίτερο τρόπο προκειμένου να επικοινωνεί και να καθοδηγεί πνευματικά τους πιστούς, σκέφθηκε η γερόντισσα Σωφρονία Φαρμακίδου που από το 2017 «ανέστησε» το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Ακράτα που ήταν εγκαταλελειμμένο για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ακολουθώντας λοιπόν τις τάσεις της εποχής που θέλουν το διαδίκτυο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, η 52χρονη μοναχή επικοινωνεί καθημερινά με δεκάδες πιστούς από κάθε γωνιά της Γης με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που κάνει Παρακλήσεις σε ζωντανή σύνδεση δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε εκατοντάδες άτομα να συντονιστούν και να προσευχηθούν όλοι μαζί παρόλο που βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη της χώρας ή και του κόσμου. «Μέχρι πριν δύο χρόνια δεν είχα καν ίντερνετ. Όμως επειδή το μοναστήρι είναι στο βουνό και δεν έχει τόσους πολλούς προσκυνητές, θέλησα να δημιουργήσω προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου μέσα από τις αναρτήσεις μου θα ενημερώνω τον κόσμο για τις λειτουργίες», μου εξηγεί  τονίζοντας πως τελικά αυτό το εγχείρημα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ όμορφο καθώς έφερε κοντά στην εκκλησία ανθρώπους κάθε ηλικίας. «Σε καθημερινή βάση λαμβάνω επιστολές και γράμματα μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου αλλά και πάρα πολλά μηνύματα στο facebook, όπου οι άνθρωποι μου μιλούν για κάτι που τους απασχολεί και πολλές φορές μου δίνουν ονόματα συγγενών τους προκειμένου να τα διαβάσω στη λειτουργία». Η γερόντισσα κάθε βράδυ αφιερώνει λίγο χρόνο προκειμένου να απαντήσει στον καθένα ξεχωριστά αλλά και να καταγράψει σε χαρτί τα ονόματα που της δίνουν ώστε το επόμενο πρωί να προσευχηθεί γι’αυτά. «Αυτή η επαφή με τους πιστούς είναι πολύ σημαντική για εμένα και εκείνους. Πολλές φορές με τους ανθρώπους που είμαστε δίπλα σωματικά δεν έχουμε τόσο μεγάλη ψυχική επαφή ενώ με κάποιους που είναι χιλιόμετρα μακρυά και δεν τους έχουμε αντικρίσει ποτέ, αισθανόμαστε ότι επικοινωνούμε βαθύτερα. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με αρκετούς ανθρώπους που μιλάμε μέσω διαδικτύου κι έχω προσευχηθεί γι’αυτούς», σημειώνει. Ενδεικτικά της βαθύτερης αυτής επικοινωνίας που αναπτύσσει με κάποιους, είναι όπως λέει, τα μηνύματα που έλαβε την ημέρα που χτύπησε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα. «Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα αναποδογύρισε και πετάχτηκε εκατοντάδες μέτρα μακρυά. Σώθηκα από θαύμα κι όταν τελικά επέστρεψα στο μοναστήρι και άνοιξα το διαδίκτυο, είδα ότι μου είχαν έστειλαν τρεις γυναίκες μήνυμα ότι με είχαν δει στον ύπνο τους νεκρή. Οι δυνάμεις της προσευχής είναι πολύ δυνατές», τονίζει με νόημα.

Η ίδια διάγει μοναστικό βίο για τρεις δεκαετίες και όπως λέει, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφαση που είχε πάρει πριν καν ενηλικιωθεί. Όταν στα 18 της χρόνια ήρθε από τη Ρόδο στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στην Φιλοσοφική, μπήκε ενεργά μέσα στην Εκκλησία. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου προσευχόμουν. Μέσα στην εκκλησία ένιωθα ελευθερία και χαρά κι έτσι αποφάσισα να αφιερωθώ στο Θεό και να δώσω αγάπη και συμπαράσταση στους ανθρώπους», αναφέρει. Η γερόντισσα από το 2017 επέλεξε να εγκατασταθεί στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Ακράτα που ήταν κλειστό για μια δεκαετία και ακατάλληλο για διαβίωση. «Αναζητώντας ένα ησυχαστήριο, ζήτησα από  τον προστάτη της Ρόδου, τον Άγιο Φανούριο, να μου φανερώσει έναν τόπο όπως τον ονειρευόμουν πάντα. Μετά από λίγους μήνες μου παρουσιάστηκε μέσω διαφόρων προσώπων το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Αυτό έγινε τρεις φορές. Όταν λοιπόν ήρθα και το είδα, αποφάσισα ότι εδώ ανήκω», διηγείται.

Η μοναχή την ώρα που αγιογραφεί

Η γερόντισσα ακολουθεί ένα δύσκολο – για τους περισσότερους – πρόγραμμα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα στις 5π.μ. και μετά την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας ακολουθεί το δείπνο στις 9.30 π.μ., κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Για το υπόλοιπο της ημέρας η ηγουμένη μαζί με τις τρεις δόκιμες που βρίσκονται στη Μονή ασχολούνται με την αγιογραφία εικόνων, το πλέξιμο κομποσκοινιών καθώς και την παρασκευή αλοιφών.

Βαζάκια με θυμίαμα ζωγραφισμένα με σμάλτο. Πρόκειται για δημιούργημα της μοναχής

Η ίδια μάλιστα έχοντας το χάρισμα της γραφής, το οποίο και εξέλιξε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Φιλολογία, ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων. Στο τελευταίο της εκδοτικό εγχείρημα με τίτλο «Το τώρα του Θεού» ωθεί τους αναγνώστες να ζουν το παρόν αφήνοντας κατά μέρος το παρελθόν που δεν μπορεί να αλλάξει και χωρίς να σκέφτονται το μέλλον που είναι από τη φύση του αβέβαιο. «Δυστυχώς εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι ο θάνατος είναι για τους άλλους, όμως είναι το μόνο σίγουρο στη ζωή. Ασχολούμαστε με το παρελθόν και προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Νομίζουμε ότι μπορούμε να βάλουμε σε κουτάκια τη ζωή μας αλλά δεν είναι σίγουρο αν θα υπάρχουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Χάνουμε το παρόν για ένα επερχόμενο ωραίο μέλλον που ονειρευόμαστε», καταλήγει.