Λέβιθα: Στο «ξερονήσι» του Αιγαίου υπάρχει ακόμη ζωή

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σε μια μικρή κουκκίδα γης στη μέση του Αιγαίου μια οικογένεια φυλάει Θερμοπύλες από το μακρινό 1820. Πλέον, ο Μανώλης Καμπόσος και οι συγγενείς του όντες οι μόνοι συνεχιστές μιας μακράς παράδοσης 200 χρόνων, αρνούνται κατηγορηματικά να εγκαταλείψουν τα Λέβιθα, το μικρό αυτό νησί που πριν λίγες ημέρες ήρθε στο προσκήνιο για τους λάθος λόγους και το οποίο σύμφωνα με ταξιδιωτικό βιβλίο της Τουρκίας, είναι από τους δέκα καλύτερους καλοκαιρινούς προορισμούς για ξεκούραση και ηρεμία.

Η προαναγγελία για δημιουργία κλειστής δομής για πρόσφυγες και μετανάστες στην εσχατιά του Αιγαίου, προκάλεσε αντιδράσεις ενώ παράλληλα «ξύπνησε» μνήμες από το κολαστήριο της Γυάρου. Ο 43χρονος Μανώλης Καμπόσος που ζει εκεί με τους γονείς και τον αδερφό του και διατηρούν μια μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα με εκατοντάδες αιγοπρόβατα, ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους πως δεν φεύγει τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, έστω κι αν για κάποιους μήνες το χρόνο αναγκάζεται να ζει μακριά από τη σύζυγο και τα παιδιά του, οι οποίοι μεταβαίνουν στην Πάτμο λόγω έλλειψης σχολείου στο νησί.

«Έμαθα από τις ειδήσεις για το ενδεχόμενο δημιουργίας δομής. Λυπάμαι πολύ διότι από το 2011 προσπαθώ να αποδείξω πως ο τόπος κατοικείται και δεν είναι βραχονησίδα, όπως τον χαρακτηρίζουν κάποιοι προκείμενου να δημιουργηθεί εδώ αιολικό πάρκο. Ξαφνικά ακούω πως θα έρθουν πρόσφυγες και μετανάστες εδώ. Άρα θέλουν να φέρουν τόσους αλλοδαπούς σε μια βραχονησίδα;», διερωτάται από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ο ίδιος θεωρεί καταστροφική την εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών στο νησί ενώ τα βάζει με την Πολιτεία καθώς, όπως λέει, παλεύει για χρόνια να λύσει ζητήματα που για άλλες περιοχές της χώρας είναι αυτονόητα. «Δεν υπάρχει καν γιατρός εδώ. Πριν από μια δεκαετία ο πατέρας μου παρουσίασε καρδιακό επεισόδιο, κάλεσα το Λιμενικό για να στείλει πλωτό σκάφος προκειμένου να τον μεταφέρω στο νοσοκομείο και μου απάντησαν πως για να έρθουν θέλουν βεβαίωση γιατρού. Τελικά δεν ήρθαν ποτέ. Αντί λοιπόν το ελληνικό κράτος να λύσει αυτά τα ζητήματα, ασχολείται με τη δημιουργία κλειστής δομής στην περιοχή», μου λέει.

Η ζωή στα Λέβιθα είναι αρκετά δύσκολη  και όπως εκτιμά, ακόμη κι αν τελικά δημιουργηθεί δομή για πρόσφυγες και μετανάστες, δεν θα αντέξουν ούτε οι ίδιοι. «Σε λιγότερο από μια εβδομάδα θα βουτήξουν στη θάλασσα για να φύγουν. Τι θα κάνουν εδώ; Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Φανταστείτε το λίγο. Θα τρελαθούν στο τέλος», σημειώνει.

Εκείνο που όπως λέει τον θλίβει, είναι το γεγονός πως κάθε καλοκαίρι οι τουρίστες από την Αγγλία που επισκέπτονται με τα σκάφη τους το νησί, του λένε πως στη δική τους χώρα το κράτος επιδοτεί τους κατοίκους για να πάνε να ζήσουν σε μικρά νησιά προκειμένου να υπάρχει ΑΟΖ. «Η Πολιτεία μας έχει εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού. Αντί το ελληνικό κράτος να φροντίσει να αξιοποιήσει τα Λέβιθα και άλλα ακριτικά νησιά, κάνει τα πάντα για να μας διώξει από εδώ, από τον τόπο που γεννηθήκαμε. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό δε μπορώ να καταλάβω αλλά με πονάει πολύ».

Έλληνας καθηγητής του Κολούμπια ανακάλυψε το νέο φάρμακο για τη σχιζοφρένεια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν ακόμη παιδί όταν στα γραφικά σοκάκια της Κομοτηνής όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας με συνομήλικούς του, «ρίζωσε» μέσα του η ιδέα της Ιατρικής. Παρόλο που στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος γιατρός, η ανάγκη του να βοηθά τον κόσμο γύρω του τον οδήγησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και εν συνεχεία στο περιβόητο Χάρβαρντ. Ο λόγος για τον διακεκριμένο πλέον καθηγητή Φυσιολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Ιωσήφ Γκώγκο, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε εκατομμύρια πάσχοντες από σχιζοφρένεια να ονειρευτούν ξανά μια ζωή λειτουργική αποκαθιστώντας τη δυνατότητά τους στη σκέψη και την εργασία.

Κι αυτό διότι πριν λίγο καιρό ο ομογενής ερευνητής κατάφερε να αποκαταστήσει σε τρωκτικά τη διαταραχή της λεγόμενης εργαζόμενης μνήμης, ένα από τα βασικότερα συμπτώματα της νόσου και υπεύθυνο για την αδυναμία των σχιζοφρενών να ανακαλούν άμεσα στο μυαλό τους χρήσιμες πληροφορίες. Πρόκειται για μια δυσλειτουργία που έχει υπάρξει αδύνατο να θεραπευτεί με τα υπάρχοντα φάρμακα, τα οποία είναι σε θέση μόνο να ελέγχουν κάποιες ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες.

Όπως μου εξηγεί ο ίδιος, με τον τρόπο αυτό οι πάσχοντες θα μπορούν να σκέφτονται, να αντιλαμβάνονται και να αποφασίζουν ορθότερα γεγονός που θα έχει αντίκτυπο σε καθημερινές εργασίες και στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. 

«Από τη στιγμή που γίνεται διάγνωση της σχιζοφρένειας, η κύρια αντιμετώπισή της είναι τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία ανακαλύφθηκαν τυχαία κατά τη δεκαετία του ’50, αρχικά σαν καταπραϋντικά για  προεγχειρητικούς ασθενείς. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την ασθένεια είναι παραλλαγές αυτών των αρχικών, τα οποία όμως δυστυχώς δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη μνήμη και κατά συνέπεια να καταστήσουν τον ασθενή λειτουργικό», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Έλληνας επιστήμονας προσθέτοντας ότι τα σκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά έχουν πολλές παρενέργειες με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να διακόπτουν την αγωγή.

Έχοντας ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με το αντικείμενο, αισθάνεται ιδιαίτερα δικαιωμένος για τη δουλειά του και ευτυχής για την ανακάλυψη στην οποία προχώρησε με την ερευνητική του ομάδα. «Είμαι αισιόδοξος πως σε λίγα χρόνια η θεραπεία που εφαρμόσαμε στα τρωκτικά καταφέροντας να αποκαταστήσουμε τη μνήμη τους, θα βοηθήσει και τους ανθρώπους», λέει διευκρινίζοντας πως το αμέσως επόμενο διάστημα θα ξεκινήσουν οι κλινικές δοκιμές κατά τις οποίες η αγωγή θα δοκιμαστεί σε έναν συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών προκειμένου να προσδιοριστεί σε πρώτη φάση η τοξικότητά της. «Οι κλινικές αυτές δοκιμές είναι μακροχρόνιες και δαπανηρές. Θα χρειαστούμε δηλαδή πέντε έως δέκα χρόνια αλλά θα σημειωθεί μεγάλη πρόοδος ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της σχιζοφρένειας που θα οδηγήσει με τη σειρά της στην εξέλιξη των φαρμάκων».

«Μπορούμε να προβλέψουμε τη νόσο»

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι κατά τον ίδιο το γεγονός πως πλέον μέσω του προγεννητικού ελέγχου μπορεί να διαπιστωθεί εάν το μωρό που κυοφορεί η γυναίκα, θα παρουσιάσει σχιζοφρένεια. Ήδη στην Αμερική αρκετές μητέρες έχουν προχωρήσει σε διακοπή της εγκυμοσύνης γι’ αυτόν το λόγο. Βέβαια, όπως εξηγεί ο ομογενής επιστήμονας, η εμφάνιση ή μη της νόσου δεν μπορεί να προβλεφθεί εκατό τις εκατό. «Μπορούμε μέσω του προγεννητικού ελέγχου να ανακαλύψουμε εάν υπάρχουν πιθανότητες το παιδί να εμφανίσει σε κάποια φάση της ζωής του σχιζοφρένεια. Είναι μια κατεξοχήν γενετική ασθένεια και μπορεί κάποιο ζευγάρι να μην έχει στο ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον κάποιον σχιζοφρενή ωστόσο να παρουσιαστούν μεταλλαγές στα γενετικά κύτταρα και το παιδί να γεννηθεί άρρωστο».

Το στίγμα

Σύμφωνα με τον δρα. Γκώγκο οι ασθενείς με τη συγκεκριμένη ψυχιατρική νόσο δεν είναι βίαοι και κατ’ επέκταση επικίνδυνοι για τους γύρω τους παρά μόνο για τον εαυτό τους, γι’ αυτό άλλωστε και ένα μεγάλο ποσοστό πασχόντων αυτοκτονεί. Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τρόμο στους περισσότερους ανθρώπους στο άκουσμα και μόνο της λέξης «σχιζοφρένεια»; «Η δαιμονοποίηση της νόσου ωφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη ενημέρωσης αλλά σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τον κινηματογράφο, όπου συχνά βλέπουμε πρωταγωνιστές με σχιζοφρένεια να παρουσιάζονται ως »τέρατα» που σκοτώνουν οποιονδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη προσέγγιση της νόσου η οποία απλά ενισχύει το στίγμα και τα στερεότυπα σε βάρος των πασχόντων», διευκρινίζει επισημαίνοντας ωστόσο πως ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να αναπτύξει επιθετική συμπεριφορά επειδή ακούει φωνές που του επιτάσσουν να κάνει κάτι βίαιο. «Δυστυχώς όμως αυτές είναι οι περιπτώσεις που ακούμε ή διαβάζουμε με αποτέλεσμα να δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση που έχει σήμερα ο περισσότερος κόσμος για τη σχιζοφρένεια», συμπληρώνει.

Μια γυναίκα τρόφιμος
του Δρομοκαΐτειου προσπάθησε να αποτυπώσει στον πίνακα το πώς ένιωθε η ίδια ως σχιζοφρενής. Ο πίνακας εκτίθεται σήμερα στο μουσείο του Ψυχιατρικού νοσοκομείου

Εκείνο που σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε να προκαλεί τρόμο, είναι το γεγονός πως πρόκειται για μια ασθένεια που αρχίζει εντελώς ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, στο τέλος της εφηβείας στους άνδρες και λίγο μετά την ηλικία των 25 στις γυναίκες. «Κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμοι να »απογειωθούν», να ξεκινήσουν δηλαδή μια ανεξάρτητη ζωή και να κάνουν τη δική τους οικογένεια».

«Δεν θα επέστρεφα στην Ελλάδα»

Ο 56χρονος σήμερα επιστήμονας έφυγε από τη χώρα μας μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ιατρική Αθηνών κι έκτοτε επιστρέφει μόνο για διακοπές. Όπως λέει, πρόκειται για μια πάρα πολύ σωστή απόφαση, η οποία τον εξέλιξε και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που δεν φανταζόταν καν ότι υπήρχαν. Όσο για τον αν σκέφτεται να γυρίσει μόνιμα πίσω στην πατρίδα του, η απάντησή του είναι καταγορηματική: «Σε καμία περίπτωση δε θα επέστρεφα στην Ελλάδα και οι λόγοι σχετίζονται καθαρά με την επιστήμη μου. Στην Αμερική αυτή τη στιγμή μου δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχω σε έρευνες και να ανακαλύπτω διαρκώς νέα δεδομένα γύρω από τη συγκεκριμένη ψυχιατρικη ασθένεια. Κάτι δηλαδή που στην Ελλάδα δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να κάνω», τονίζει.

Εκείνο που όλοι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνάντησε στη ζωή του τού είπαν, είναι πως υποφέρουν. Κι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του δρα. Γκώγκου. Να βάλει δηλαδή τέλος στον εφιάλτη τους με την ανακάλυψη νέων θεραπειών. «Όπως και με τον καρκίνο, ειναι απίθανο να βρούμε μια πανακεια, ένα φάρμακο δηλαδή για όλους τους ασθενείς με σχιζοφρένεια. Το πιο πιθανό ειναι ότι θα χρειαστούν περισσότερα απο ένα φάρμακα που θα στοχοποιούν ομάδες από ασθενείς, ίσως ανάλογα με την τις γενετικές μεταλλαγές που φέρουν στο DNA τους ή τον ακριβή τρόπο δυσλειτουργίας του εγκεφάλου τους», καταλήγει.

Νάσια Γκουβέρου: Η πρώτη γυναίκα στο μηχανοκίνητο τμήμα του ΕΚΑΒ

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό πρότυπο γυναίκας ενσαρκώνει η Νάσια Γκουβέρου, η οποία πηγαίνοντας κόντρα στα στερεότυπα που θέλουν το «αδύναμο» φύλο να μην ανταπεξέρχεται σε δουλειές προορισμένες για άνδρες, έγινε η πρώτη διασώστρια στο μηχανοκίνητο τμήμα του ΕΚΑΒ. Κάθε πρωί φορώντας την ειδική στολή και το κράνος της, «οργώνει» με τη μηχανή της την πρωτεύουσα παρέχοντας τις πρώτες βοήθειες σε έκτακτα περιστατικά. Η ίδια αποφάσισε πριν από περίπου έναν χρόνο να εγκαταλείψει την «ασφάλεια» που της παρείχε το ασθενοφόρο επί 13 συνεχόμενα έτη και να ασκήσει το επάγγελμά χωρίς συνοδό επάνω σε δύο τροχούς. «Στα ασθενοφόρα υπάρχουν πάντα δύο άνθρωποι μέσα στο όχημα ενώ ο μοτοσικλετιστής είναι και ενεργεί μόνος του χωρίς δεύτερη βοήθεια. Ήταν δική μου η απόφαση να το κάνω και παρά το γεγονός πως είμαι περισσότερο εκτεθειμμένη στον κίνδυνο με τη μηχανή, δεν το έχω μετανιώσει», μου λέει τονίζοντας πως πριν καν ξεκινήσει να εργάζεται στο νέο της πόστο, υπήρξε πληθώρα αρνητικών σχολίων ακόμη και από γυναίκες.

«Υπάρχει ένα ταμπού γύρω από τη θέση αυτή, κυρίως επειδή ο διασώστης πηγαίνει στα περιστατικά με μηχανή, ένα όχημα που παραδοσιακά είναι συνυφασμένο με τους άνδρες. Γι’ αυτό είμαι και η μόνη γυναίκα αυτή τη στιγμή στο τμήμα», εξηγεί και συνεχίζει: «Πολλοί είπαν ότι με την τοποθέτηση μιας γυναίκας στους μοτοσικλετιστές του ΕΚΑΒ ισοπεδώνονται τα πάντα ή ότι δεν θα τα καταφέρω επειδή είμαι γυναίκα. Ωστόσο το τμήμα μοτοσικλετιστών μου άνοιξε την αγκαλιά του και πλέον είμαστε οικογένεια. Τους ευχαριστώ θερμά για τη στήριξή τους».

Για τη Νάσια Γκουβέρου η δουλειά αυτή αποτελεί ένα αρκετά σημαντικό κομμάτι της ζωής της που της έχει χαρίσει συγκλονιστικές στιγμές. Όπως λέει, η ζωή ενός διασώστη δεν έχει ποτέ ρουτίνα καθώς κάθε μέρα αντιμετωπίζει κάτι καινούριο. «Ξυπνάω κάθε πρωί χαρούμενη επειδή θα πάω για δουλειά, αυτό είναι ευλογία», λέει και θυμάται κάποια περιστατικά που τη συγκίνησαν. «Από την επαφή μου με τους ανθρώπους για περισσότερο από μια δεκαετία, έχω λάβει πολλές συγκινήσεις. Όταν βλέπεις έναν καρδιακό ασθενή να σου λέει »σε παρακαλώ, μη με αφήσεις να πεθάνω» και σου φιλάει τα χέρια, είναι αδύνατον να το ξεχάσεις όσο ζεις. Επιπλέον, διαπίστωσα πόση ανάγκη έχουν οι ηλικιωμένοι άνθρωποι από μια καλή κουβέντα. Φωτίζεται το πρόσωπό τους όταν τους μιλώ με υποκοριστικά διότι νιώθουν ότι κάποιος τους νοιάζεται», σημειώνει.

Τέλος, σε ό,τι έχει να κάνει με τα ταμπού που σχετίζονται με το φύλο στον εργασιακό χώρο, προτρέπει τις γυναίκες να κλείσουν τα αυτιά τους στα πικρόχολα σχόλια και να προσηλωθούν στον στόχο τους. «Εγώ αυτό έκανα και δεν το μετάνιωσα στιγμή», καταλήγει.

Άγγελος Τσιάρας: »Είμαστε κοντά στην ανακάλυψη εξωγήινης ζωής»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια σπουδαία ανακάλυψη που αλλάζει άρδην όσα γνωρίζαμε μέχρι πρότινος, προχώρησε πριν από λίγες ημέρες ο 28χρονος αστροφυσικός  Άγγελος Τσιάρας. Ο νεαρός επιστήμονας από τη Δράμα μετά από έρευνα που διήρκεσε ενάμισι χρόνο, εντόπισε νερό σε υγρή μορφή στην ατμόσφαιρα ενός πλανήτη που έχει με θερμοκρασία παρόμοια με της Γης. Πρόκειται για τον εξωπλανήτη Κ2-18b, ο οποίος είναι δύο φορές μεγαλύτερος και οκτώ φορές βαρύτερος από τη Γη και η απόσταση που τους χωρίζει είναι 110 έτη φωτός.

«Οι προηγούμενοι πλανήτες στους οποίους είχαμε βρει νερό, ήταν αέριοι γίγαντες, σαν τον Δία ή τον Κρόνο, δεν έχουν καν επιφάνεια και συνεπώς δεν είναι φιλικοί προς εμάς. Όμως ο εξωπλανήτης Κ2-18b είναι ο πρώτος που από τους 4.000 που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, ο οποίος έχει τόσες ομοιότητες με τη Γη. Έχει δηλαδή τη σωστή θερμοκρασία για να έχει ωκεανούς και επιπλέον είναι ο πρώτος που ξέρουμε ότι έχει νερό. Είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην αποκάλυψη μιας εξωγήινης μορφής ζωής», μου λέει ο ο επικεφαλής ερευνητής,της Ομάδας Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής και Αστρονομίας του University College του Λονδίνου (UC L).

Όπως εξηγεί, ξεκίνησε την έρευνά του έχοντας αρκετές αμφιβολίες απέναντι στα διθυραμβικά σχόλια που κατά καιρούς διάβαζε από την επιστημονική κοινότητα για τον  Κ2-18b. «Είχα έναν δισταγμό και θεωρούσα ίσως υπερβολικό όλον αυτό τον »θόρυβο» που είχε δημιουργηθεί γύρω από αυτόν τον εξωπλανήτη. Τελικά εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα πως είναι η πρώτη φορά που εντοπίζονται σημάδια νερού, του πιο σημαντικού στοιχείου για τη ζωή δηλαδή, σε έναν τέτοιο πλανήτη. Το συναίσθημά μου εκείνη τη στιγμή ήταν μοναδικό».

«Ο εποικισμός σε άλλους πλανήτες είναι σχεδόν αδύνατος»

Την ώρα που οι επιστημονικές ανακαλύψεις έχουν «φουντώσει» τη συζήτηση για το μέλλον της ανθρωπότητας σε πλανήτες εκτός της Γης αφήνοντας τη φαντασία μικρών και μεγάλων να καλπάζει, ο δρ. Τσιάρας είναι ξεκάθαρος: «Το ενδεχόμενο αυτό αγγίζει την επιστημονική φαντασία. Οι πλανήτες που είναι εκτός του ηλιακού μας συστήματος είναι πολύ μακρυά, δε μπορούμε να φτάσουμε εκεί», λέει τονίζοντας ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να σπαταληθούν πάρα πολλοί πόροι προκειμένου να δημιουργηθεί σε έναν αφιλόξενο χώρο, ένα φιλόξενο περιβάλλον. «Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Θεωρώ πως είναι καλύτερο να προσπαθήσουμε να μην καταντήσουμε τον δικό μας πλανήτη αφιλόξενο».

Η ενασχόλησή του με την αστρονομία δεν προέκυψε τυχαία αλλά αποτελούσε όνειρό του από τα  μαθητικά κιόλας χρόνια. Όπως διηγείται, θυμάται τον εαυτό του από μικρό παιδί να γοητεύεται από τον έναστρο ουρανό και τους πλανήτες αλλά ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί με το αντικείμενο αυτό επαγγελματικά. «Στο Λύκειο διακρίθηκα στην Παγκόσμια Ολυμπιάδα Αστρονομίας και γνώρισα τον μετέπειτα καθηγητή μου στο Αριστοτέλειο, τον κ. Γιάννη Σειραδάκη. Μπήκα στο τμήμα της Φυσικής έχοντας σκοπό να ασχοληθώ με την Αστρονομία. Ήθελα να απαντήσω σε ερωτήματα που ακόμη και σήμερα έχω αναπάντητα μέσα μου και δεν έχω στιγμή μετανιώσει για την επιλογή μου».

Επόμενος στόχος για τον Δραμινό επιστήμονα είναι η επιστροφή του στην Ελλάδα προκειμένου να προσφέρει σε εκπαιδευτικό επίπεδο, όσες πολύτιμες γνώσεις αποκόμισε από τις σπουδές αλλά και τις έρευνες που διεξήγαγε στο εξωτερικό. «Το αντικείμενο της αστρονομίας δεν υπάρχει στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Αν μπορούσαμε κάποιοι άνθρωποι να έρθουμε στη χώρα και να δημιουργήσουμε μια ομάδα, αυτό θα ήταν ιδανικό για εμένα. Κανείς δε μπορεί να κάνει μόνος του επιστήμη σήμερα», λέει σημειώνοντας πως το συναίσθημα που τον συνδέει με την πατρίδα του, είναι κάτι που του βγαίνει αβίαστα. «Δεν είναι κάτι που το σκέφτεσαι, απλά το νιώθεις. Θέλω πάρα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα και να προσφέρω ό,τι μπορώ σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Στην Ελλάδα ολοκλήρωσα το προπτυχιακό μου στο τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μάλιστα δωρεάν, κι αυτό είναι κάτι που δεν είναι δεδομένο σε άλλες χώρες», καταλήγει.

 

 

Τα «παιδιά των βρεφοδόχων» που υιοθετήθηκαν στην Αμερική

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν αρχές του 1950, τότε που η χώρα επιχειρούσε απεγνωσμένα να μαζέψει τα συντρίμμια της από τα καταστροφικά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου, όταν ξεκίνησε ένα μαζικό και εν πολλοίς άγνωστο κύμα υιοθεσίας ελληνόπουλων από εύπορα ζευγάρια Αμερικανών.

Ξεκληρισμένες οικογένειες που είχαν «γονατίσει» από τα δραματικά γεγονότα που αιματοκύλισαν τη χώρα, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νεογέννητα μωρά τους τοποθετώντας τα στην ειδική βρεφοδόχο κι από εκεί ξεκινούσε ένα αλισβερίσι αρκετών χιλιάδων δολαρίων μεταξύ ομογενών δικηγόρων και άτεκνων ζευγαριών από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το φαινόμενο της εγκατάλειψης παιδιών που αρχικά είχε καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά και αφορούσε κατά κανόνα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να καλύπτει όλο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της χώρας. Έτσι, με όχημα τα κοινωνικά ταμπού και τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής, το δρόμο για την αμερικανική ήπειρο πήραν και παιδιά εύπορων οικογενειών που αποτελούσαν καρπούς κάποιου απαγορευμένου έρωτα. Μάλιστα, το εύρος αυτών των υιοθεσιών ήταν τέτοιο που μέσα σε δεκατρία χρόνια, από το 1949 έως το 1962, όσο δηλαδή διήρκεσε το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών, υπολογίζεται πως το ταξίδι για την Αμερική έκαναν περισσότερα από 3.200 βρέφη.

Την άγνωστη αυτή σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας που απέκοψε από τη γενέτειρά τους χιλιάδες ανθρώπους και αποστέρησε τη χώρα από αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, φέρνει στο φως η Βελγίδα Γκόντα Φαν Στιν, κάτοχος της έδρας «Κοραή» στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου με ειδικότητα στις νεοελληνικές σπουδές και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου. Η έρευνά της κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψε αρκετές φορές στην Ελλάδα, όπου «ξεσκόνισε» αρχεία δημόσιων υπηρεσιών που αφορούσαν στην έκδοση διαβατηρίων και βίζας εκείνη την εποχή ενώ παράλληλα ήρθε σε επαφή με αρκετούς από τους ανθρώπους που υιοθετήθηκαν τότε και που τώρα αναζητούν εναγωνίως τις ρίζες τους. Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζει πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά τη βοήθησε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στην έρευνά της καθώς πολλά από τα έγγραφα των περασμένων δεκαετιών ήταν στην καθαρεύουσα. Η ίδια ξεκίνησε να μελετά σε βάθος το θέμα των μαζικών υιοθεσιών το2013, όταν δίδασκε αρχαία και νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα. Τότε ένας φοιτητής της ζήτησε βιβλιογραφία για το θέμα αυτό καθώς η μητέρα του και η θεία του ήταν υιοθετημένες από την Ελλάδα.

Η Βελγίδα καθηγήτρια Γκόντα Βαν Στιν

«Η πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου των Ελλήνων όταν ακούν για τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι το παιδομάζωμα του εμφυλίου ή το παιδοφύλαγμα. Δεν έχει όμως καμία σχέση καθώς εδώ πρόκειται για αθρόα υιοθεσία παιδιών αφού ολοκληρώθηκε ο πόλεμος. Από το 1949 έως το 1962 υιοθετήθηκαν περίπου 3.200 Ελληνόπουλα. Οι λόγοι αρχικά ήταν πολιτικοί καθώς οι οικογένειες κυρίως αριστερών δεν είχαν καμιά απολύτως στήριξη και είχαν εξαντληθεί οικονομικά. Από το 1955 και μετά ξεκινά η ακμή του κύματος υιοθεσιών με τις κοινωνικές προκαταλήψεις να αποτελούν την πρωταρχική αιτία εγκατάλειψης των παιδιών από τους φυσικούς τους γονείς», αναφέρει η ίδια στη «κυριακάτικη δημοκρατία». Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός πως τα άτεκνα ζευγάρια εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες στιγματίζονταν κοινωνικά καθώς η στειρότητα θεωρούταν ντροπή, οδήγησαν στην άνθιση των τεκνοθεσιών. Όπως εξηγεί η ελληνίστρια και ακαδημαϊκός, οι Αμερικανοί υποψήφιοι γονείς ήταν όλοι τους λευκοί, οικονομικά ευκατάστατοι και ήθελαν λευκά παιδιά. Αρχικά υιοθετούσαν βρέφη από την Κορέα αλλά επειδή τα χαρακτηριστικά τους δεν είχαν καμιά σχέση με αυτά των Αμερικανών, τα Ελληνόπουλα έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή. Τη διόλου εύκολη διαδικασία της υιοθεσίας αναλάμβαναν μεσάζοντες, κυρίως ομογενείς δικηγόροι που γνώριζαν καλά τη λειτουργία του ελληνικού και αμερικανικού δημοσίου, έναντι αδρής αμοιβής. «Το να μπορείς να τοποθετήσεις ένα ελληνόπουλο σε αμερικανική οικογένεια δεν ήταν εύκολη υπόθεση γι’ αυτό και όποιος το έκανε λάμβανε το εξωφρενικό για την εποχή ποσό των 3.000 δολαρίων για κάθε βρέφος». Εκείνο που κατά την ίδια είναι ιδιαίτερα θλιβερό, είναι το γεγονός πως το κίνητρο των μεσαζόντων ήταν καθαρά χρηματικό και δε γινόταν κανένας απολύτως έλεγχος στις οικογένειες των Αμερικανών. «Γνώρισα κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους που κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά έπεσαν θύματα βιασμού ή άγριου ξυλοδαρμού από τους θετούς τους γονείς. Το να μείνει ένα παιδί σε ίδρυμα σίγουρα δεν είναι καλό αλλά ο έλεγχος στις οικογένειες ήταν απαραίτητος».

«Κλεμμένα παιδιά»

«Ελληνοαμερικανοί φοβούνται πως μπορεί να υπήρξαν παιδιά μαύρης αγοράς», «Ιστορίες κλεμμένων παιδιών και χαμένων ταυτοτήτων. Απόηχοι ενός ελληνικού σκανδάλου στη Νέα Υόρκη», «Τα μωρά της Ελλάδας που έγιναν αντικείμενο μαύρης αγοράς επιστρέφουν στην πατρίδα. Κλεμμένα παιδιά απαιτούν να μάθουν την ιστορία τους», είναι κάποιοι από τους τίτλους δημοσιευμάτων κορυφαίων αμερικανικών εντύπων για το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών. Το σενάριο ωστόσο περί κλεμμένων παιδιών υποστηρίζουν, σύμφωνα με τη Βελγίδα ερευνήτρια, και αρκετοί από τους ανθρώπους που δόθηκαν για υιοθεσία τα ταραγμένα μετεμφυλιακά χρόνια. «Έχω γνωρίσει πολλούς Έλληνες που πιστεύουν ότι είναι κλεμμένα παιδιά. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς, στις περισσότερες υιοθεσίες έβαζε η ίδια η μητέρα του βρέφους την υπογραφή της. Η μητέρα ήξερε τι έκανε απλώς δεν είχε άλλη επιλογή, είτε επειδή δε μπορούσε να συντηρήσει το παιδί λόγω οικονομικής ανέχειας είτε επειδή δεχόταν απειλές από τον περίγυρό της ότι θα βρεθεί στο δρόμο αν δεν εγκαταλείψει το παιδί, ειδικότερα αν επρόκειτο για καρπό απαγορευμένου έρωτα. Αυτό δεν μπορείς να το θεωρήσεις κλεμμένο παιδί», διευκρινίζει.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Μαρίας Χέκινγκερ που γεννήθηκε στην Πάτρα έπειτα από βιασμό που υπέστη η 17χρονη τότε μητέρα της. «Ήταν συνεσταλμένο κορίτσι που μεγάλωσε στη Λευκάδα κι όταν η εγκυμοσύνη της και ο τρόπος που αυτή προέκυψε έγιναν γνωστά, ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι διότι ντρεπόταν. Εκείνη περιπλανιόταν μόνη της στην Πάτρα για δύο μήνες, ζούσε στο δρόμο και ζητιάνευε για το φαγητό της. Όταν γεννήθηκα αναγκαστικά με παρέδωσε σε ορφανοτροφείο, καθώς ήταν αδύνατον να με συντηρήσει», εξομολογείται η ίδια στην «κυριακάτικη δημοκρατία». Η 66χρονη σήμερα συνταξιούχος δασκάλα δεν έχει καθόλου μνήμες από τις ημέρες που έζησε σε ορφανοτροφείο στην Πάτρα αλλά θυμάται με ιδιαίτερη τρυφερότητα και αγάπη τα παιδικά της χρόνια δίπλα στους θετούς της γονείς στην Αμερική. Σε ηλικία 30 ετών ταξίδεψε από την Ουάσινγκτον στη χώρα μας και έπειτα από αρκετή έρευνα κατάφερε να συναντήσει την πραγματική της μητέρα. Όταν έμαθε πως αποτελεί παιδί – προϊόν βιασμού αρχικά σοκαρίστηκε αλλά στη συνέχεια ήθελε να μάθει τα πάντα για τη ζωή των φυσικών της γονιών. «Η γνωριμία μου με την πραγματική μου μητέρα ήταν για εμένα η σημαντικότερη ημέρα της ζωής μου. Μου διηγήθηκε όλες τις δυσκολίες που βίωσε τριγυρίζοντας ολομόναχη στους δρόμους μιας, παντελώς άγνωστης για εκείνη, πόλης, όπως ήταν η Πάτρα αλλά και για τη συμφωνία που είχε γίνει με τους ιθύνοντες του ορφανοτροφείου ότι η τοποθέτησή μου εκεί θα ήταν προσωρινή. Όσο για τον πατέρα μου, θα ήθελα να τον συναντήσω αλλά δυστυχώς έχει πεθάνει. Θα του ζητούσα αρχικά να μου εξηγήσει γιατί φέρθηκε με τόσο βίαιο τρόπο σε ένα κορίτσι 17 χρονών κι έπειτα θα τον ρωτούσα αν μας σκέφτηκε ποτέ του όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν». Η ίδια μετά από απανωτά ταξίδια στην Ελλάδα επί δέκα συναπτά έτη, συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες γύρω από το παρελθόν της και κατέγραψε την ιστορία της σε βιβλίο με τίτλο »Beyond the Third Door: Based On a True Story», το οποίο αποτελείται από τρία μέρη, την αφήγηση της φυσικής της μητέρας, της θετής αλλά και της δικής της.

Η Μαρία Χέκινγκερ με τη βιολογική της μητέρα

Σύμφωνα με την Γκόντα Φαν Στιν, η κ. Χέκινφκερ ανήκει στους τυχερούς που πρόλαβαν να συναντήσουν τους πραγματικούς τους γονείς σε αντίθεση με τους περισσότερους που παραμένουν κολλημένοι στον γραφειοκρατικό δαίδαλο των ελληνικών υπηρεσιών ή έρχονται αντιμέτωποι με την απροθυμία πολλών υπαλλήλων να τους εξυπηρετήσουν. «Οι περισσότεροι άνθρωποι που υιοθετήθηκαν τότε, σήμερα είναι γύρω στα 50, έχουν περισσότερες ερωτήσεις από ποτέ σε αυτή την ηλικία, καθώς βγήκαν στη σύνταξη, ο ελεύθερός τους χρόνος είναι αρκετός και σκέπτονται διαρκώς τις ρίζες τους. Το θέμα είναι ότι ενώ ταξιδεύουν στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό, δεν υπάρχει βοήθεια από υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών, πολλές πόρτες είναι κλειστές», λέει τονίζοντας πόσο πολύτιμη μπορεί να καταστεί η συνεισφορά της ελληνικής Πολιτείας. «Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έκαναν αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι, κι ενώ έχουν μαζί τους το έγγραφο του Πρωτοδικείου που αποδεικνύει ότι δόθηκαν για υιοθεσία, αρκετοί υπάλληλοι δεν είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στους φακέλους τους. Κάποιοι κατάφεραν να γνωρίζουν τους γονείς τους που έτυχε να είναι ακόμη ζωντανοί αλλά πόσοι θα τους προλάβουν ακόμη;», διερωτάται η φλαμανδόφωνη καθηγήτρια.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «δημοκρατία» στις 15 – 09 -19

Μάτι: «Έμεινα 4 ώρες στη θάλασσα κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μας και η Πολιτεία δεν μας βοήθησε καθόλου, μας έχει παρατήσει εντελώς». Με τα παραπάνω λόγια ο Γιάννης Σταμπέλος, ιδιοκτήτης της μοναδικής ταβέρνας που έχει απομείνει στην πληγείσα περιοχή, περιγράφει στη «δημοκρατία» την αδράνεια του κρατικού μηχανισμού σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που σημειώθηκαν στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Ο  ίδιος χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να ανακαινίσει ένα μέρος του καταστήματός του που καταστράφηκε ολοσχερώς λαμβάνοντας από το κράτος αποζημίωση ύψους 8.000 ευρώ. «Από αυτά τα χρήματα, τα 7.000 ευρώ ξοδεύτηκαν μόνο για τις τέντες, τα υπόλοιπα τα κάλυψα μόνος μου. Κι αν σκεφτείτε ότι φέτος ο τζίρος είναι πεσμένος κατά 70%, μπορείτε να φανταστείτε το μέγεθος του προβλήματος», λέει τονίζοντας πως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οι υποσχέσεις για χρηματοδότηση από προγράμματα ΕΣΠΑ έπεφταν … βροχή  ωστόσο, πάντα κάποιοι φρέναραν τη διαδικασία.

Περί τα τέλη Μαΐου και πηγαίνοντας κόντρα στη «μαυρίλα» που είναι πλέον χαρακτηριστικό της περιοχής, ο κ. Σταμπέλος αποφάσισε να ανοίξει ξανά τις πόρτες της «Αργυρής Ακτής», της ταβέρνας στην οποία εγκαταστάθηκε ο στρατός πριν από έναν χρόνο προκειμένου να προσφέρει φαγητό στους πληγέντες. «Το μαγαζί το κληρονόμησα από τον παππού μου, είναι στην περιοχή από το 1960 και αποτελεί τη μοναδική πηγή εσόδων μου. Δεν είχα περιθώρια να το παρατήσω στην τύχη του», σημειώνει. Πλέον, μοναδικοί του πελάτες είναι κάποιοι, λιγοστοί, κάτοικοι που θέλουν να ζωντανέψει ξανά το Μάτι και οι τουρίστες των ξενοδοχείων. «Οι κάτοικοι θέλουν να επιστρέψουν στην περιοχή, το αγαπάμε το Μάτι, εδώ περάσαμε τα πιο όμορφα καλοκαίρια μας. Δυστυχώς οι άδειες για να μπορέσουν να χτίσουν ξανά τα σπίτια τους οι πυρόπληκτοι δεν βγήκαν ακόμη. Είμαστε απαισιόδοξοι επειδή ακούμε συνέχεια υποσχέσεις αλλά στο τέλος δεν γίνεται τίποτα ουσιαστικό».

Η ταβέρνα «Αργυρά Ακτή» σήμερα, μετά την ανακαίνιση

Οι εφιαλτικές στιγμές

Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 ο ίδιος δούλευε στην ταβέρνα μαζί με τη μητέρα του, όταν μέσα σε λίγα λεπτά ένα πυκνό σύννεφο καπνού τύλιξε το μαγαζί. «Μπήκα στη θάλασσα για να γλιτώσω, ήμασταν 500 περίπου άτομα μέσα στο νερό. Έμεινα εκεί για τέσσερις ώρες κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου που είχε ασπρίσει και βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Θυμάμαι να βλέπουμε το μαγαζί μας να καίγεται και να προσπαθώ να την εμψυχώσω λέγοντάς της πως θα το ξαναχτίσουμε, αρκεί να βγούμε ζωντανοί», αναφέρει ενθυμούμενος την πιο δύσκολη μέρα που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει. Όταν η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο, επί επτά συνεχόμενες ώρες γέμιζε έναν κουβά με νερό από τη θάλασσα, προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά από το μαγαζί του. «Προσπαθούσα να σώσω την περιουσία μου και παράλληλα έδινα στους ανθρώπους τραπεζομάντιλα για να σκεπαστούν, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν πάθει υποθερμία. Εφιαλτικές στιγμές που θα μας σημαδεύουν για πάντα».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 23-07-19

Δρ. Λεωνίδας Πλατανιάς: «Ο καρκίνος δεν είναι καταδίκη, όπως ήταν παλιά»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ακόμη παιδί όταν τα απογεύματα μετά το σχολείο τριγυρνούσε με τις παρέες του στην πάλαι ποτέ αστική συνοικία των Αθηνών, πέριξ της πλατείας Αμερικής. Τότε που στην Πατησίων υπήρχαν ακόμη αλάνες, ο μικρός Λεωνίδας περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του με τα παιδιά της γειτονιάς και ούτε που φανταζόταν πως κάποιες δεκαετίες αργότερα θα γινόταν ένας από τους κορυφαίους ογκολόγους στον κόσμο και θα διεύθυνε ένα από τα μεγαλύτερα ερευνητικά κέντρα των Ηνωμένων Πολιτειών για τον καρκίνο. Παρόλο που κανείς στην οικογένειά του δεν ήταν γιατρός, ο ίδιος είχε αποφασίσει από πολύ μικρή ηλικία πως όταν μεγαλώσει θα έσωζε ανθρώπους μέσα από τη δουλειά του. Ο στόχος της Ιατρικής επετεύχθη και τα χρόνια που σπούδαζε, ο πολυαγαπημένος του πατέρας διαγνώστηκε με λευχαιμία, ένα γεγονός που τον «λύγισε» προσωπικά και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα περπατούσε ποτέ.

«Λόγω του γεγονότος αυτού αποφάσισα να γίνω ογκολόγος και όχι καρδιολόγος όπως σχεδίαζα.  Μέσα από την περιπέτεια υγείας του πατέρα μου διαπίστωσα ότι στον συγκεκριμένο κλάδο της Ιατρικής έπρεπε να γίνουν πολλά ακόμη. Ήθελα να προσφέρω σε ερευνητικό επίπεδο τις υπηρεσίες μου και πιστεύω πως έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Φανταστείτε πως ο πατέρας μου έζησε με λευχαιμία επτά χρόνια. Αν η διάγνωσή του γινόταν σήμερα, με τα φάρμακα που έχουν βγει θα ζούσε 20 χρόνια», μου λέει χαρακτηριστικά.

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τμήμα Ιατρικής του πανεπιστημίου Πατρών όπου και έκανε το δικτατορικό του,  μετέβη στη Νέα Υόρκη για την ειδικότητά του στην Εσωτερική Παθολογία και ολοκλήρωσε την υποτροφία του στην Αιματολογία – Ογκολογία στο Νοσοκομείο του Πανεπιστημίου του Σικάγου. Το 2002 εντάχθηκε στο Ερευνητικό Κέντρο για τον καρκίνο «Robert H. Lurie» ως ο πρώτος αναπληρωτής διευθυντής του και από το 2014 έως σήμερα είναι διευθυντής του.

«Ήθελα να πάω στην Αμερική, ήταν κάτι που επιδίωξα, δεν προέκυψε τυχαία. Επέλεξα να φύγω διότι ήξερα πως θα είχα άλλες προοπτικές στην ιατρική έρευνα εκτός Ελλάδας και δεν το μετάνιωσα στιγμή», σημειώνει ο Δρ. Πλατανιάς επισημαίνοντας πόσο τον έχει βοηθήσει ο ελληνισμός του Σικάγο. «Νιώθω ευγνώμων για τη βοήθεια που έχω λάβει από τους Έλληνες του Σικάγο και  ιδιαίτερα από την Ελένη Μπούση που πριν λίγα χρόνια δημιούργησε το Hippocratic Cancer Research Foundation μέσω του οποίου βοηθά οικονομικά τις έρευνες μας.   Μόνο πέρυσι, συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου  Gala, κατάφεραν να μαζέψουν 3.5 εκατομμύρια δολάρια.   Η συνεισφορά τους είναι παρά πολύ σημαντική».

«Ο καρκίνος εξελίσσεται»

Η επιστήμη και ειδικότερα ο κλάδος της Ιατρικής έχει αναμφισβήτητα σημειώσει μεγάλη πρόοδο με αποτέλεσμα ασθένειες που κάποτε οδηγούσαν τον πάσχοντα με μαθηματική ακρίβεια στο θάνατο, σήμερα να είναι ιάσιμες.  Το ερώτημα ωστόσο που προκύπτει από τα παραπάνω και που λίγο πολύ όλους μας έχει απασχολήσει, είναι για ποιο λόγο αφού η επιστήμη έχει κάνει άλματα, δεν έχει βρεθεί ακόμη θεραπεία για τον καρκίνο. «Ο καρκίνος δεν είναι μια οντότητα, μια αρρώστια μόνο. Είναι πολλά είδη και μορφές που έχουν διαφορετική συμπεριφορά και ανταπόκριση στις θεραπείες. Κάποιες μορφές του όπως για παράδειγμα ο καρκίνος του μαστού στα αρχικά στάδια θεραπεύονται πλήρως, κάποιες άλλες όχι. Είναι πάρα πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε ότι η επιστήμη έχει νικήσει τον καρκίνο.  Δε θα είναι κάτι μαγικό που θα συμβεί πολύ γρήγορα. Θα πάρει σίγουρα πολλά χρόνια αλλά βλέπουμε σημαντικές προόδους σε κάποια είδη», εξηγεί.

Σύμφωνα με τον δρα. Πλατανιά, η χημειοθεραπεία σε πολλές περιπτώσεις ασθενών έχει αποδειχθεί σωτήρια αλλά η μεγαλύτερη ελπίδα αυτή τη στιγμή είναι η ανοσοθεραπεία, η λήψη δηλαδή φαρμάκων που ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα και του επιτρέπουν να επιτεθεί στον καρκίνο. «Έχουμε δει μεγάλη πρόοδο με τα συγκεκριμένα φάρμακα που είναι και λιγότερο τοξικά από τη χημειοθεραπεία, τα τελευταία τρία χρόνια. Βέβαια όχι σε όλες τις περιπτώσεις. Το γιατί κάποια είδη καρκίνου ανταποκρίνονται στις θεραπείες και κάποια άλλα όχι, είναι ένα ερώτημα που μας ταλανίζει και ελπίζω να βρούμε σύντομα την απάντηση», λέει και προσθέτει: «Σκεφτείτε λίγο την ιστορία του καρκίνου, υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια από την αρχαία Αίγυπτο. Όπως εξελίσσεται ο ανθρώπινος οργανισμός, έτσι και τα καρκινικά κύτταρα με το πέρασμα του χρόνου δημιουργούν μηχανισμούς αντίστασης, γίνονται δηλαδή πιο »έξυπνα»»

Ο ομογενής επιστήμονας υποστηρίζει ότι ο καρκίνος δεν είναι κάτι που μπορούμε να προλάβουμε, ωστόσο ακολουθώντας έναν τρόπο ζωής που περιλαμβάνει κατανάλωση  υγιεινών τροφών, άσκηση και καθόλου κάπνισμα, μπορούμε να μειώσουμε σημαντικά τις πιθανότητες εμφάνισης της νόσου.  «Το κάπνισμα είναι ο σημαντικότερος παράγοντας εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα, είναι καταστροφικό για τον ανθρώπινο οργανισμό. Επίσης, υπάρχουν ορισμένα είδη καρκίνου που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Η υγιεινή ζωή βοηθά σε πολλές περιπτώσεις, όμως, μπορούμε να δούμε κι έναν άνθρωπο που τρώει σωστά και δεν καπνίζει να εμφανίζει καρκίνο λόγω γενετικής προδιάθεσης, κληρονομικότητας και περιβαλλοντικών παραγόντων».

Ζήτημα οπτικής

Κατά τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας του κλήθηκε αρκετές φορές να ανακοινώσει σε ασθενείς ότι πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια. Όπως παραδέχεται, δεν ένιωσε καμιά στιγμή αμήχανα κι αυτό διότι στην Αμερική υπάρχει μια εντελώς διαφορετική αντίληψη γύρω από τον καρκίνο. «Θυμάμαι παλιότερα τους γιατρούς στην Ελλάδα να μην ανακοινώνουν στον ασθενή ότι νοσεί φοβούμενοι το πώς θα αντιδράσει. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Στην Αμερική τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο ασθενής αμέσως μαθαίνει τί του συμβαίνει κι αμέσως αναζητά λύσεις για να βοηθήσει τον εαυτό του με τις κατάλληλες θεραπείες. Δεν χρειάζεται πανικός. Ο καρκίνος δεν είναι θανατική καταδίκη, όπως ήταν παλιά». Η λευχαιμία με την οποία διαγνώστηκε ο πατέρας του όταν αυτός ήταν ακόμη φοιτητής, είναι κάτι που συνεχίζει να τον «ακολουθεί» μέχρι και σήμερα καθώς μέσα από τις έρευνές του μελετά τους τρόπους «τιθάσευσης» της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου. Μάλιστα, κάποιες από τις έρευνες αυτές έχουν βραβευθεί διεθνώς, ωστόσο, ρωτώντας τον ποια είναι η πιο συγκλονιστική στιγμή της επαγγελματικής του πορείας, η απάντηση που δίνει δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με αυτό που θα περίμενε κανείς να ακούσει από έναν επιστήμονα με τέτοιες περγαμηνές: «Η πιο συγκλονιστική στιγμή της καριέρας μου δεν έχει έρθει ακόμη. Θα είναι η στιγμή που μαζί με την ομάδα μου θα ανακαλύψουμε ένα φάρμακο που θα σώσει πάρα πολύ κόσμο από τον καρκίνο».

Πατήρ Ευάγγελος Γκανάς: Ο δεύτερος «πατέρας» του Αντετοκούνμπο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Γεννήθηκε στη λαϊκή γειτονιά των Σεπολίων και από μια μεγάλη μερίδα του κόσμου ήταν στο περιθώριο εξαιτίας της «διαφορετικότητάς» του. Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του ήταν από μόνο του ικανό να τον ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του δίνοντας αφορμή στους «πρόθυμους» να τον στιγματίζουν με ρατσιστικές φράσεις ή και πράξεις. Ωστόσο, τα χρόνια πέρασαν, ο νεαρός μεγάλωσε και πριν από λίγες μέρες έφτασε στο σημείο να αναδειχθεί ως ο πολυτιμότερος παίκτης του NBA, του κορυφαίου πρωταθλήματος μπάσκετ στον κόσμο. Ο λόγος για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, η ιστορία του οποίου αποδεικνύει πως καμιά φορά τα παραμύθια είναι βγαλμένα από την ίδια τη ζωή. Δεν ήταν όμως όλοι οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο του απειλητικοί, ούτε τον έκαναν να αισθάνεται ξένος. Υπήρχαν – όπως άλλωστε και ο ίδιος έχει παραδεχθεί – φωτεινές εξαιρέσεις που του στάθηκαν και τον βοήθησαν την ώρα που άλλοι του γύριζαν την πλάτη. Ένας από αυτούς είναι ο πατήρ Ευάγγελος Γκανάς, ο ιερέας του Αγίου Μελετίου στα Σεπόλια, στον οποίο ο «χρυσός» παίκτης του NBA έχει κατά καιρούς αναφερθεί. «Όταν ήμουν μικρός πήγαινα στο Κατηχητικό κι εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που μας βοηθούσε πολύ. Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο μας βοήθησε», δήλωσε σε παλιότερη συνέντευξή του αναφερόμενος στον πατέρα Ευάγγελο.

«Δε μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του»

Προσφέροντας αγάπη για χρόνια σε μια γειτονιά που παραδοσιακά αποτελεί «σταυροδρόμι πολιτισμών», ο πατήρ Ευάγγελος συνάντησε αρκετά παιδιά προσφύγων και μεταναστών. Όπως μου λέει, ο Γιάννης ξεχώριζε εξαιτίας της καθαρότητας της ψυχής του και της έλλειψης μεμψιμοιρίας. «Τα περισσότερα παιδιά, επειδή είχαν ζήσει πολύ δύσκολες στιγμές, είχαν μέσα τους θυμό, οργή κι ένιωθαν ότι όλοι τους χρωστούσαν. Αντιθέτως, ο Γιάννης δεν παραπονέθηκε ποτέ για ό,τι του συνέβαινε. Φανταστείτε ότι άργησα να καταλάβω πόσο δύσκολα τα έβγαζε πέρα αυτός και η οικογένειά του», λέει ενθυμούμενος την εποχή που ο σημερινός MVP επισκεπτόταν συχνά την ενορία του Αγίου Μελετίου, εκεί όπου εκείνος και τα αδέρφια του βαπτίστηκαν. Ο 54χρονος ιερέας κάθε φορά που μιλά για το Γιάννη ανακαλεί στη μνήμη του τις ημέρες που ο ανήλικος τότε μετανάστης πήγαινε κάθε εβδομάδα στο Κατηχητικό σχολείο, απ’ όπου και επηρεάστηκε καθοριστικά από το ορθόδοξο χριστιανικό ήθος. «Δε μπορώ με τίποτα να ξεχάσω το βλέμμα του. Είχε μια αθωότητα και μια αξιοπρέπεια που δύσκολα συναντά κανείς. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες έβλεπες ότι αυτό το παιδί πατούσε στα πόδια του. Δεν κατηγορούσε κανέναν για τίποτα», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον πατέρα Ευάγγελο, ολόκληρη η οικογένεια Αντετοκούνμπο είχε καλή σχέση με την εκκλησία και ποτέ δε βίωσε δραματικά τα εμπόδια που καλούταν διαρκώς να ξεπεράσει. «Τότε, σε μια δύσκολη εποχή για το μεταναστευτικό και σε μια γειτονιά όπου υπήρχαν κι άλλες απόψεις για το πώς πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους από άλλες χώρες, η ενορία του Αγίου Μελετίου και το Κατηχητικό τον »αγκάλιασαν», τον έκαναν να νιώσει πολύ καλά. Γι’ αυτό και έχει τόσο αγαθές μνήμες από εμάς», λέει επισημαίνοντας ότι πλέον όλοι θέλουν να φωτογραφηθούν μαζί του, ακόμη κι εκείνοι που κάποτε τον απέφευγαν. Ο ίδιος δεν επικοινωνεί πλέον τόσο συχνά με τον Γιάννη. Όντας αποκομμένος από το διαδίκτυο δεν έχει τη δυνατότητα να έρθει μέσω αυτού σε επαφή μαζί του, όπως κάνουν οι συνομήλικοί του από το κατηχητικό. «Είμαι πολύ χαρούμενος για την πορεία του. Μπορεί πια να μην τον βλέπω τόσο συχνά όσο παλιότερα αλλά τον έχω έννοια. Θέλω να καταφέρει να αντέξει όλη αυτή την πίεση που δέχεται από παντού γιατί η αλλαγή στη ζωή του είναι τρομακτική».

«Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό σε όλα τα έθνη»

Η προσφορά του ιερέα σε παιδιά από άλλες χώρες του κόσμου που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους στα Σεπόλια συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Όπως ο Γιάννης και τα αδέρφια του πριν από μερικά χρόνια, έτσι και τώρα άνθρωποι από Αλβανία, Μολδαβία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία και άλλες χώρες, έχουν βρει το δικό τους πνευματικό καταφύγιο στην ενορία και το κατηχητικό. «Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό σε όλα τα έθνη, χωρίς πίεση και χωρίς φυσικά να εκμεταλλευθείς την ανάγκη του άλλου για να τον προσηλυτίσεις», λέει και καταλήγει: «Ό,τι μπορείς να προσφέρεις σε κάποιον είναι καλό. Έστω μια καλημέρα, το να τον αναγνωρίσεις σαν άνθρωπο που ήρθε στον τόπο σου και όχι σαν έναν λεκέ στο παντελόνι σου, είναι βάλσαμο. Όπως έλεγαν και οι παλιότεροι, πρέπει ο άλλος να νιώθει ότι δεν τον βλέπεις με το ασπράδι του ματιού σου, αλλά με ολόκληρο το μάτι».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 7 Ιουλίου 2019

Τζον Μαυρουδής: Ο βραβευμένος σκιτσογράφος του TIME και του New Yorker

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν Οκτώβριος του 2018 όταν ολόκληρη η σκεπτόμενη Αμερική κλυδωνιζόταν από την αποκαλυπτική κατάθεση της 51χρονης ακαδημαϊκού Κριστίν Μπλάζει Φορντ για τη σεξουαλική επίθεση που δέχθηκε από τον Μπερτ Κάβανο, εκλεκτό του Ντόναλντ Τραμπ για τη θέση του Ανώτατου Δικαστή. Ήταν τότε που τα σπαρακτικά της λόγια συγκλόνισαν γυναίκες κάθε ηλικίας και άγγιξαν τις ευαίσθητες χορδές του βραβευμένου πολιτικού σκιτσογράφου Τζον Μαυρουδή. Ο ομογενής εικονογράφος των μεγαλύτερων αμερικανικών εντύπων παρακολούθησε με τεράστιο και ειλικρινές ενδιαφέρον τα όσα η Φορντ κατέθετε ενώπιον της Γερουσίας και εμπνεύστηκε από αυτήν φιλοτεχνώντας μια από τις σημαντικότερες στιγμές της νεότερης πολιτικής σκιτσογραφίας των ΗΠΑ για το περιοδικό TIME. Η Φορντ σχεδιασμένη από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις της κατάθεσής της, στέκεται στο εξώφυλλο αγέρωχη με τα μάτια ερμητικά κλειστά και το δεξί της χέρι σηκωμένο στον ουρανό, υπενθυμίζοντας σε μια ολόκληρη χώρα τις αξίες της ατομικής ελευθερίας και της δικαιοσύνης.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως από την πρώτη κιόλας μέρα κυκλοφορίας του εξωφύλλου που λίγο αργότερα έμελλε να χαρίσει στον κ. Μαρουδή μια σημαντική διάκριση, αυτή του καλύτερου εξωφύλλου για το 2019 από την Αμερικανική Εταιρεία Περιοδικών Εκδοτών, ήταν χιλιάδες τα μηνύματα υποστήριξης στα Μέσα Κοινής Δικτύωσης από ανθρώπους που έχουν βιώσει ανάλογες καταστάσεις με αυτή της ακαδημαϊκού.

Το εξώφυλλο της χρονιάς για το 2019 με υπογραφή του Μαυρουδή

Δεν ήταν όμως η πρώτη φορά που ο γεννημένος στο Σαν Φρανσίσκο Έλληνας σκιτσογράφος κέρδιζε το συγκεκριμένο βραβείο. Το 2006 το τεύχος Σεπτεμβρίου του New Yorker, του πιο δημοφιλούς έντυπου στον κόσμο, κυκλοφόρησε με σκίτσο τoυ Μαυρουδή και ψηφίστηκε πρώτο. Στο σκίτσο ήταν ο Φιλίπ Πετίτ, ο διάσημος σχοινοβάτης που το 1974 διέσχισε την απόσταση που χώριζε τους Δίδυμους Πύργους, σε ύψος 417 μέτρων. Μόνο που στο εξώφυλλο που σχεδίασε ο ομογενής καλλιτέχνης και το οποίο ήταν αφιερωμένο στην 11η Σεπτεμβρίου, ο Πετίτ περπατούσε στο κενό, χωρίς να υπάρχουν οι Δίδυμοι Πύργοι.

Εξώφυλλο της χρονιάς για το 2006 με υπογραφή του Μαυρουδή

«Θα μπορούσα να προσποιηθώ ότι δεν είναι και τόσο μεγάλη υπόθεση αυτά τα βραβεία, όμως, ειλικρινά, με χαροποιεί αφάνταστα η αναγνώριση της δουλειάς μου και με γεμίζει αυτοπεποίθηση. Η αναγνώριση κάθε είδους σε βοηθά, σε κινητοποιεί, σου δίνει κίνητρο να προσπαθείς ακόμη περισσότερο ώστε το επόμενο βήμα που θα κάνεις να είναι ακόμη καλύτερο από το προηγούμενο», μου λέει ο ίδιος και παραδέχεται ότι για αρκετά χρόνια εργαζόταν σχεδιάζοντας σκίτσα για εξώφυλλα περιοδικών και εφημερίδων, όμως δεν έπαιρνε από τη δουλειά αυτή όσα έδινε. «Απογοητεύτηκα πολλές φορές κι έφτασα σε σημείο να αμφισβητήσω την αξία μου», σημειώνει. Πλέον οι επαγγελματικές προτάσεις διαδέχονται η μία την άλλη και ο 50χρονος ομογενής θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς σκιτσογράφους παγκοσμίως. Ενδεικτικό της παρεμβατικότητάς του είναι ένα ακόμη εξώφυλλο του New Yorker στο οποίο ο ελληνικής καταγωγής καλλιτέχνης σατιρίζει τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλτ Τραμπ.

Εξώφυλλο του New Yorker που σατιρίζει τον Τραμπ

«Όταν το περιοδικό ΤΙΜΕ απηύθυνε έκκληση στον Τραμπ να σταματήσει να κοσμεί το γραφείο του και τα ξενοδοχεία του με ψεύτικα εξώφυλλα που είχαν το λογότυπο του ΤΙΜΕ και τον εκθείαζαν, μου ήρθε η ιδέα», αναφέρει και προσθέτει: «σχεδίασα το πρόσωπό του στο εξώφυλλο του New Yorker σκεπτόμενος τι θα έκανε ο ίδιος αν το έβλεπε. Έσβησα λοιπόν το λογότυπο του εντύπου με έναν κόκκινο μαρκαδόρο και το αντικατέστησα με εκείνο του TIME γράφοντας παράλληλα πόσο υπέροχος είναι». Το συγκεκριμένο εξώφυλλο έκανε το γύρο του διαδικτύου με τους χρήστες να σχολιάζουν πόσο ευρηματικό είναι και τους συγγενείς του Μαυρουδή να φοβούνται ακόμη και απέλαση από τη χώρα.

«Αναμφίβολα ο Τραμπ και όλοι οι διεφθαρμένοι άνθρωποι που έχει προσλάβει, μας δίνουν πάρα πολύ υλικό. Θα έλεγα πως είναι μια νέα χρυσή εποχή, όχι μόνο για την πολιτική τέχνη αλλά και για τη δημοσιογραφία και τον ακτιβισμό», υπογραμμίζει τονίζοντας πως η κατάσταση που επικρατεί στις ΗΠΑ υπό την προεδρία του πιο αμφιλεγόμενου προέδρου, κάνει καλό στη δουλειά του αλλά όχι στη χώρα του. «Αν μου ζητούσαν να σχεδιάσω ένα εξώφυλλο παίρνοντας ουδέτερη θέση απέναντι στον Τραμπ, δεν ξέρω πόσο επιτυχημένο θα ήταν. Επειδή συγκεντρώνει όλα εκείνα τα στοιχεία που απεχθάνομαι σε έναν άνθρωπο, είμαι σίγουρος πως η γνώμη μου γι’ αυτόν θα αποτυπωνόταν κατά κάποιον τρόπο στο χαρτί».

«Όλα τα χρωστώ στην ελληνική μου καταγωγή»

Την παραδοσιακή συνήθεια των απανταχού Ελλήνων να συγκεντρώνονται σε σπίτια συγγενών τις Κυριακές και να γλεντούν, τη διατήρησε η γιαγιά του στο μακρινό Σαν Φρανσίσκο, όπου ο Τζον μεγάλωσε και ζει ακόμη και σήμερα. Μάλιστα, αυτές οι περιβόητες οικογενειακές συνάξεις – των οποίων λίγο πολύ όλοι έχουμε γίνει κοινωνοί- αποτέλεσαν και την «σύριγγα» της μετάδοσης του μικροβίου της πολιτικής στον μικρό τότε Τζον που άκουγε τους συγγενείς του να σχολιάζουν τα πολιτικά τεκταινόμενα.

«Ο θείος μου ο Αναστάσης και η σύζυγός του Κλειώ μιλούσαν πάντα για τέτοια ζητήματα και μονίμως αναφέρονταν στα κακώς κείμενα του τότε προέδρου των Ηπα,Ρίτσαρντ Νίξον. Όταν μαζευόμασταν σε σπίτια συγγενών η πολιτική επικαιρότητα ήταν πάντοτε μέρος της συζήτησης των μεγάλων», θυμάται. Έτσι, μόλις ξεκίνησε τις σπουδές του βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να συνδυάσει την αγάπη του για τις τέχνες με αυτήν για τα τεκταινόμενα στο δημόσιο βίο, κι έτσι έγινε πολιτικός σκιτσογράφος στην εφημερίδα του πανεπιστημίου Νόρθριτζ της Καλιφόρνια , όπου σπούδασε Τέχνες και Δημοσιογραφία. «Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία διότι έπρεπε συνεχώς να σκέφτομαι νέες ιδέες. Από τότε μέχρι σήμερα το μυαλό μου βρίσκεται σε μια αέναη αναζήτηση φρέσκων ιδεών».

Όπως παραδέχεται, σπουδαίο ρόλο στην επαγγελματική του διαμόρφωση έπαιξε η ελληνική του καταγωγή, όχι μόνο διότι οι συγγενείς του τού εμφύσησαν την αγάπη για την πολιτική, αλλά κι επειδή διάβαζε από μικρός ελληνική μυθολογία, η οποία ακόμη και σήμερα αποτελεί έμπνευση για εκείνον. «Η οπτική αφήγηση, το να λέω δηλαδή ιστορίες μέσα από τα εξώφυλλα περιοδικών, είναι κάτι που με συναρπάζει και σε ορισμένες περιπτώσεις έχει τεράστια δυναμική. Τη δυνατότητά μου να εμπνέομαι από την πραγματικότητα και να αποτυπώνω τις ιδέες μου στο χαρτί με τέτοιο τρόπο που να κάνει τους αναγνώστες να σκέφτονται και να προβληματίζονται, είναι κάτι που το χρωστώ στις ελληνικές ρίζες μου», λέει.

«Με απέρριψαν πολλές φορές»

Πριν κάποια χρόνια, όταν έβλεπε κάθε εβδομάδα στο τραπέζι του σαλονιού το περιοδικό ΤΙΜΕ, του οποίου οι γονείς του ήταν συνδρομητές, δε φανταζόταν ότι κάποτε το έντυπο αυτό θα κυκλοφορούσε με εξώφυλλο που θα είχε την υπογραφή του. «Ξεκίνησα από μικρός να διαβάζω το ΤΙΜΕ κι όσο μεγάλωνα άρχισα να αγοράζω το New Yorker για την ποιότητα της δημοσιογραφίας του και τα εμβληματικά εξώφυλλά του. Σήμερα αισθάνομαι ευγνώμων που μου δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψω και στα δύο αυτά έντυπα. Πρόκειται για μια πολύ απαιτητική και ιδιαίτερα ανταγωνιστική δουλειά και δεν είναι λίγες οι φορές που πολλές από τις ιδέες που εγώ θεωρώ ιδανικές, έχουν απορριφθεί», εξηγεί. Αυτό, όπως λέει, είναι αρκετά ταπεινωτικό για τον ίδιο και ο βιοπορισμός του δεν είναι ποτέ σίγουρος. «Όμως έχω τέτοιο πάθος για ό,τι κάνω που καμιά δυσκολία δε μπορεί να με αποτρέψει. Συνεχίζω απτόητος να υποβάλλω τις ιδέες μου έχοντας πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι μπορεί να μη γίνουν δεκτές».

«Είμαι περήφανος που είμαι Έλληνας»

Ο ομογενής σκιτσογράφος έχει επισκεφθεί τη χώρα μας μονάχα μία φορά, στην οποία όμως πρόλαβε να δει αρκετά μέρη, όπως την Αθήνα, το Βόλο, τους Δελφούς και την Κεφαλλονιά. «Αυτό που θυμάμαι με νοσταλγία είναι να κάθομαι σε ένα καφενείο με τις ώρες πίνοντας ρετσίνα και τρώγοντας ελληνικές παραδοσιακές γεύσεις. Θέλω σίγουρα να ξανά έρθω και να φέρω τη σύζυγο και την κόρη μου που δεν έχουν έρθει ποτέ». Στην επόμενη επίσκεψή του θέλει να περιηγηθεί σε τόπους που γράφτηκαν σελίδες της ελληνικής ιστορίας αλλά και να πάει στη Λήμνο, απ’ όπου κατάγεται η οικογένεια του πατέρα του.

Πριν λίγες ημέρες έγινε γνωστή και η πρώτη του συνεργασία με τη χώρα μας καθώς το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που φέτος γιορτάζει τα 60 του χρόνια, επέλεξε τον Τζον Μαυρουδή προκειμένου να φιλοτεχνήσει την αφίσα του. Πρόκειται για ένα γραμματόσημο, στο οποίο απεικονίζεται ο θεατής του φεστιβάλ σχεδιασμένος από λέξεις κινηματογραφικές στην αγγλική γλώσσα. «Είμαι πολύ χαρούμενος γι’ αυτή τη δουλειά. Το γραμματόσημο ανέκαθεν μου άρεσε να το χρησιμοποιώ στα έργα μου καθώς πρόκειται για ένα διεθνές σύμβολο επικοινωνίας. Ό, τι δηλαδή κάνει κι ένα φεστιβάλ κινηματογράφου», εξηγεί και καταλήγει: «Νιώθω περήφανος που είμαι Έλληνας αλλά αισθάνομαι άσχημα που δε μιλώ τη γλώσσα, αν εξαιρέσετε κάποιες λέξεις. Είναι στα άμεσα σχέδιά μου όμως να τη μάθω».

Αφίσα για το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Η γηραιότερη windsurfer του κόσμου είναι από την Κεφαλλονιά

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ένα διαφορετικό πρότυπο γιαγιάς ενσαρκώνει η κ. Αναστασία Γερολυμάτου από το Αργοστόλι που παρότι διανύει την ένατη δεκαετία της ζωής της, «δαμάζει» καθημερινά τις θάλασσες του Ιονίου με την ιστιοσανίδα της. Ούσα λάτρης του αέρα και του νερού, η 81χρονη Κεφαλλονίτισσα αποτελεί την γηραιότερη windsurfer του κόσμου και σύντομα αναμένεται να κερδίσει μια θέση στο βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες. «Όταν έμαθα πριν λίγες ημέρες ότι δεν υπάρχει άλλος στην ηλικία μου να κάνει windsurfing, ενθουσιάστηκα. Αυτή την περίοδο ετοιμάζω τον φάκελό μου και τέλος Αυγούστου θα τον στείλω στους υπεύθυνους των βραβείων», μου λέει. 

Η ενασχόλησή της με το συγκεκριμένο άθλημα ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια αλλά άρχισε να το ασκεί εντατικά μετά την συνταξιοδότησή της. «Κάθε φορά που βρίσκομαι επάνω στη σανίδα μου και σηκώνω τα πανιά αισθάνομαι ελεύθερη, νιώθω την αγαλλίαση και την απεραντοσύνη της θάλασσας. Η μόνη μου έγνοια κάθε πρωί που ξυπνώ είναι εάν θα έχει αέρα για να κάνω το αγαπημένο μου άθλημα», λέει. Από τις στιγμές που δεν μπορεί με τίποτα να ξεχάσει, είναι όταν πριν από δύο χρόνια την ώρα που σέρφαρε, εμφανίστηκε μπροστά της μια παρέα δελφινιών. «Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη καθώς τα έβλεπα να κολυμπούν δίπλα μου», θυμάται και προσθέτει: «επίσης έχω βρεθεί μπροστά σε φάλαινα, ήταν τόσο υπέροχη!Χαίρομαι πάρα πολύ που η θάλασσά μας είναι ζωντανή. Εύχομαι να είναι πάντα τα νερά μας καθαρά για να μην υποφέρουν αυτά τα πλάσματα».

Η αυτοδίδακτη σέρφερ ξεκινάει την ημέρα της στις 6 το πρωί και αφού ψήσει ψωμί στον ξυλόφουρνο της αυλής της, κατεβαίνει στην πόλη για δουλειές. Μετά το μεσημεριανό γεύμα, κατευθύνεται προς τη θάλασσα κι αν ο καιρός το επιτρέπει θα επιδοθεί στο αγαπημένο της άθλημα. «Όταν δεν έχει ανέμους, κολυμπώ και κάνω κωπηλασία. Καμιά φορά πηγαίνω από το Αργοστόλι έως το Ληξούρι κωπηλατώντας», λέει. Το μυστικό της αντοχής της στα 81της χρόνια είναι ο υγιεινός τρόπος ζωής που ακολουθεί σε καθημερινή βάση. Όπως λέει, τρέφεται με φρέσκα λαχανικά και φρούτα, αποφεύγει την πολυφαγία και ασκείται διαρκώς. «Δεν έχω μάθει να κάθομαι. Παλεύω σαν το σκυλί από την ηλικία των δέκα ετών», διηγείται αναφερόμενη στα χρόνια που η μητέρα της την έδιωξε από το σπίτι για να πάει να εργαστεί στην Αθήνα. «Δε με άφηνε η οικογένειά μου να πάω σχολείο. Με έστειλε να καθαρίζω σπίτια στην πρωτεύουσα. Δεν είχα καν μαζί μου ρούχα και παπούτσια. Έφτιαξα σανδάλια από φύλλα και για κορδόνια χρησιμοποίησα κλωνάρια από σπάρτο. Έχω μάθει από πολύ μικρή να μην τα παρατάω», εξομολογείται συγκινημένη.

«Ζει ακόμη μέσα μου αυτός ο παλάβρας ο Οδυσσέας»

Στα μέσα Αυγούστου η κ. Αναστασία θα κάνει τον διάπλου Κεφαλλονιάς – Κυλλήνης επάνω στη σανίδα της προκειμένου να περάσει ένα μήνυμα αισιοδοξίας και να αποδείξει ότι η παραίτηση δεν είναι ποτέ λύση. Η ιστορία της πολυτάραχης ζωής της άλλωστε, από τα πέτρινα παιδικά χρόνια έως την μετανάστευσή της στην Ελβετία, όπου και έμεινε ως τα 65 της χρόνια, το αποδεικνύει περίτρανα. «Τραβάμε κουπί και προχωράμε, αφήνουμε τα δύσκολα και κοιτάμε μπροστά. Ακόμη και σε μεγάλη ηλικία μπορούμε να πετύχουμε πράγματα», λέει και καταλήγει χαμογελώντας «ζει ακόμη μέσα μου αυτός ο παλάβρας ο Οδυσσέας».