Κορονοϊός: Ο Δρ. Χρήστος Κυρατσούς στη μάχη για το νέο φάρμακο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Καθημερινή μάχη με την πανδημία του κορονοϊού, που μέχρι στιγμής έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους από έξι χιλιάδες ανθρώπους παγκοσμίως, ενώ παράλληλα έχει τρομοκρατήσει εκατομμύρια άλλους, δίνει μέσα στα εργαστήρια της φαρμακευτικής εταιρίας Regeneron ο ελληνικής καταγωγής ερευνητής, Χρήστος Κυρατσούς.

Ο 39χρονος επιστήμονας, τον οποίο το περιοδικό Business Insider συμπεριέλαβε στους 30 ανθρώπους παγκοσμίως που αναμένεται να μεταμορφώσουν το μέλλον των υπηρεσιών υγείας και ο οποίος πριν λίγα χρόνια βρήκε το φάρμακο κατά του Έμπολα, σώζοντας τη ζωή αρκετών ανθρώπων, που βρίσκονταν ένα βήμα πριν το θάνατο, μου εξηγεί πώς μέχρι το καλοκαίρι θα είναι έτοιμο το φάρμακο κατά του κορονοϊού

«Μαζί με την ομάδα μου στη Νέα Υόρκη ακολουθούμε την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως και για τον αιμορραγικό ιό του Έμπολα. Σε έξι μήνες το πολύ τα αντισώματα που θα δίνονται στους ασθενείς με τη μορφή ένεσης, θα είναι έτοιμα. Οι πρώτες ομάδες που θέλουμε να διαφυλάξουμε είναι οι ηλικιωμένοι και εκείνοι που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες», δηλώνει χαρακτηριστικά.

Όπως εξηγεί, αυτό που, στην ουσία, ο ίδιος και οι συνεργάτες του επιδιώκουν, είναι να μιμηθούν την αντίσταση του οργανισμού κάθε φορά που προσβάλλεται από έναν παθογόνο παράγοντα. «Αν για παράδειγμα κάποιος μολυνθεί από τον κορονοιό, το ανοσοποιητικό του σύστημα θα φτιάξει αντισώματα εναντίον του ιού αυτού. Εμείς προσπαθούμε να μιμηθούμε αυτή τη διαδικασία και να παραγάγουμε τα πιο αποτελεσματικά αντισώματα, τα οποία όταν χορηγηθούν σε κάποιον ασθενή, θα κολλήσουν επάνω στον ιό και θα σταματήσουν τη διασπορά του», σημειώνει.

Τα αντισώματα θα χορηγούνται στον οργανισμό υγειών αλλά και πασχόντων με ενέσεις, τις οποίες θα μπορεί κάποιος να κάνει μόνος του στο σπίτι, όπως για παράδειγμα αυτές της ινσουλίνης. Σε περίπτωση, όμως, που κάποιος χρειαστεί μεγάλη ποσότητα αντισωμάτων, η χορήγηση θα πραγματοποιείται σε νοσοκομεία με ενδοφλέβια έγχυση.

«Η παγκόσμια ανησυχία για τον Covid-19 οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για κάτι εντελώς καινούριο. Δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για εποχικό ιό και κατά πόσο θα επεκταθεί. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως εταιρίες και εργαστήρια δουλεύουν σκληρά, προκειμένου να παρασκευαστούν νέα φάρμακα ή και εμβόλια», λέει και ξεκαθαρίζει πως ο νέος κορωνοϊός δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη γρίπη του 1919, που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. «Και οι δύο προκαλούν λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος αλλά μοριακά είναι εντελώς διαφορετικοί», διευκρινίζει.

O άνθρωπος που νίκησε τον ιό Έμπολα

Ο διακεκριμένος επιστήμονας έφυγε από την Ελλάδα το 2004, προκειμένου να κάνει το μεταπτυχιακό του στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Όπως παραδέχεται, παρόλο που δεν ανήκει στη γενιά του brain drain, καθώς, την περίοδο που έφυγε η χώρα μας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της οικονομικής της ανάπτυξης, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφασή του.

«Ήταν μια συνειδητή επιλογή μου. Σίγουρα τότε η Ελλάδα ήταν σε καλύτερη μοίρα, όμως έφυγα για τους ίδιους λόγους που το κάνει κι ένας νέος σήμερα. Στην Αμερική μου δόθηκαν ευκαιρίες που δεν τολμούσα καν να φανταστώ στη χώρα μου», λέει.

Όσο για την πιο συγκινητική στιγμή της μέχρι τώρα ερευνητικής του πορείας, ο δρ. Κυρατσούς δηλώνει: «Πρόκειται αναμφισβήτητα για την ημέρα που διαπίστωσα ότι τα αντισώματα κατά του Έμπολα, που για καιρό παρασκευάζαμε, είχαν αποτέλεσμα και μάλιστα σε ετοιμοθάνατους ασθενείς. Καταφέραμε με την ομάδα μου να μειώσουμε δραματικά τη τη θνησιμότητα από τον ιό αυτό».

Ζακ Μπουσάρ: «Τα ελληνικά είναι η μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ακόμη παιδί όταν στη θέα του ελληνικού αλφάβητου σκίρτησε κάτι μέσα του. Λίγο πριν κλείσει τα 12 έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του ένα βιβλίο αρχαίων ελληνικών μαζί με φωτογραφίες του εμβληματικού Παρθενώνα και μαγεύτηκε. «Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι θέλω να γίνω ελληνιστής», λέει σε συνέντευξή του στην *«κυριακάτικη δημοκρατία» ο διακεκριμένος Καναδός καθηγητής Αρχαίων και Νέων Ελληνικών, Ζακ Μπουσάρ που μέσα από την πολύχρονη ακαδημαϊκή του πορεία στο πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, αναδεικνύει τη  σημασία της ελληνικής γλώσσας ως κυρίαρχο και συνάμα συστατικό στοιχείο ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού.

Γεννημένος το 1940 στο μακρινό Κεμπέκ, αγάπησε βαθιά τη χώρα μας και τους ανθρώπους της. Μελέτησε αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και μετέφρασε ποιητές που έγραψαν ιστορία όπως ο Μίλτος Σαχτούρης και ο Ανδρέας Εμπειρίκος και, πλέον, στην ένατη δεκαετία της ζωής του παραδέχεται με το γεμάτο καλοσύνη χαμόγελο και την αφοπλιστική ματιά του, πως θα ήθελε να είχε γεννηθεί στην Ελλάδα.

«Αν δεν ξέρεις ελληνικά κάτι ουσιώδες σου λείπει, είχε πει πολύ σωστά ο Ισοκράτης. Πρόκειται  για τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού», αναφέρει ο ακάματος φιλέλληνας που για μισό αιώνα διαδίδει το ελληνικό πνεύμα στα πέρατα του κόσμου.

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές του στον Καναδά, αποφάσισε λοιπόν να κάνει το Μεταπτυχιακό του στην Κλασσική Γραμματεία κι έπειτα μετέβη για το διδακτορικό του στη χώρα μας, όπου όπως λέει, είχε τύχη να γνωρίσει την τότε «αφρόκρεμα» των Ελλήνων που διέθεταν ήθος, γνώσεις και γενναιοδωρία. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Δημαράς, η Αικατερίνη Κουμαριανού και ο Γιώργος Μπαμπινιώτης  είναι κάποιοι από τους διανοητές που τον βοήθησαν να εξελίξει το επίπεδο της γνώσης του επάνω στη γλώσσα μας και τον πολιτισμό μας. Μάλιστα, το 2005 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας από τον Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Πενήντα χρόνια αγώνας για τους 75.000 ομογενείς του Μόντρεαλ

Από το Μόντεαλ ο Ζακ Μπουσάρ δε σταματά να παλεύει για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας των 75.000 και πλέον ομογενών που ζουν στη μεγάλη πόλη του Καναδά.

Κάθε φορά, μάλιστα, που αντικρίζει οικογένειες Ελλήνων που οι γονείς δε μιλούν στο σπίτι τη μητρική τους γλώσσα, του έρχεται στο μυαλό η φράση του Πινδράρου «Γενοι’ οίος εσσί μαθών», δηλαδή, «Μάθε ποιος είσαι και γίνε τέτοιος».

«Προσπαθώ να πείσω τους γονείς να μιλούν στο σπίτι ελληνικά στα παιδιά τους. Εγώ ναι μεν διδάσκω στο πανεπιστήμιο και μεταδίδω τις γνώσεις μου, αλλά το γλωσσικό αισθητήριο έρχεται από το σπίτι. Δυστυχώς αρκετοί  Έλληνες εδώ δεν το τηρούν και είναι κρίμα. Αυτό είναι μέγα λάθος. Οι έλληνες που ζουν εδώ έχουν την τύχη να έχουν από το σπίτι τους τη μητρική γλώσσα του δυτικού πολιτισμού. Είναι λυπηρό να την αφήνεις για να κερδίσεις τα λίγα πράγματα που σου προσφέρει ο Καναδάς και η Αμερική γενικότερα. Μπορεί σε υλικό επίπεδο να είναι περισσότερα αλλά σε πνευματικό πολύ λίγα», σημειώνει.

Όπως λέει περήφανα, ζει στον Καναδά σα να είναι Έλληνας, όχι μόνο επειδή μιλάει τη γλώσσα αλλά, κυρίως, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχει εντρυφήσει στην ελληνική παιδεία. «Αυτά που χρωστά ο δυτικός άνθρωπος στην Ελλάδα, είναι πολλά. Η γλώσσα σας είναι ένας θησαυρός, καθώς περιλαμβάνει έννοιες βασικές για κάθε επιστήμη, έννοιες που έχουν μορφώσει τους δυτικούς», λέει, επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι άνθρωποι των φυλών που ζουν στη Σιβηρία μια μαθαίνουν ρωσικά εξελληνίζονται χωρίς να το γνωρίζουν, καθώς μαθαίνουν μεταξύ άλλων για το θέατρο που είναι συνυφασμένο με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό.

Θεωρεί ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών δεν πρέπει επ’ ουδενί να καταργηθεί από τα σχολεία, διότι είναι απαραίτητη όχι μόνο για τους Έλληνες αλλά και για οποιονδήποτε στον κόσμο αποφασίσει να ασχοληθεί με τις κλασικές σπουδές. «Οι μαθητές στη χώρα σας θα πρέπει να έχουν ένα πολύ καλό επίπεδο αρχαίων ελληνικών. Η γλώσσα δίνει μια δομή στη σκέψη, στον τρόπο που αντιλαμβάνεται κανείς τον κόσμο. Η Ελλάδα από την αρχαιότητα έχει διαμορφώσει ανθρώπους της παιδείας. Θα ήταν δραματικό για τους μαθητές να καταργηθεί αυτή η γλώσσα», τονίζει.

Ο 80χρονος πρεσβευτής του ελληνισμού χρίζει τον ατομικισμό ως ένα βασικό στοιχείο του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού τον οποίο μάλιστα συνδέει ευθέως με το αρχαιοελληνκό πνεύμα. «Η σημασία της έννοιας του ατόμου δεν πρωτοεμφανίζεται στο χριστιανισμό καθώς πριν από αυτόν υπήρχαν οι Έλληνες φιλόσοφοι», αναφέρει χαρακτηριστικά και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, σημειώνει: «ο σημερινός δυτικός έχει υιοθετήσει την έννοια του ανθρωπισμού δίνοντας μεγάλη σημασία στο άτομα. Αντίθετα, οι Ανατολίτες κοιτούν το σύνολο. Στην Ιαπωνία για παράδειγμα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούσαν να θυσιάσουν άτομα γνωρίζοντας ότι το σύνολο θα σωθεί».

Γέννηση του νεοελληνικού διαφωτισμού

Λόγω της αγάπης του για την Ελλάδα, τους ανθρώπους και τον πολιτισμό της, ο Ζακ Μπουσάρ αναζήτησε τις ρίζες της γέννησης του σύγχρονου έθνους. Η άοκνη μελέτη του τον οδήγησε στο Νικόλαο Μαυροκορδάτο, εκπρόσωπο μιας σπουδαίας οικογένειας Φαναριωτών με δύναμη και ισχύ στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία «αγκάλιασε» την απελευθέρωση του Γένους.

«Αφιέρωσα πολλά χρόνια για να ερευνήσω και να μεταφράσω το ‘’Φιλοθέων πάρεργα’’, το πρώτο νεοελληνικό μυθιστόρημα. Αναζήτησα τα χειρόγραφα του Μαυροκορδάτου στο Βουκουρέστι, την Άγκυρα, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ και το Άγιο Όρος», τονίζει επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα ριζοσπαστικό έργο που μας εισάγει την έννοια του πρώιμου νεοελληνικού διαφωτισμού.

Το χειρόγραφο προέρχεται από την Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας και ο Ν. Μαυροκορδάτος το έστειλε το 1719 στο βασιλιά Λουδοβίκο XIV

Πάντως, όπως εκμυστηρεύεται, αρχικά οι μοναχοί του Αγίου Όρους αρνήθηκαν να του δώσουν το χειρόγραφο του Μαυροκορδάτου. «Τότε τους είπα ότι έχω ήδη στα χέρια μου 11 χειρόγραφα και πως ακόμη και οι Τούρκοι μου το έδωσαν. Τελικά, συμφώνησαν να το πάρω και να το μελετήσω για μία ημέρα». Κάπως έτσι κατάφερε να ερευνήσει και να μεταφράσει στα γαλλικά το σπουδαίο αυτό έργο, το οποίο, όπως λέει, αναλύει ένα ολόκληρο κεφάλαιο της Ιστορίας που βγήκε από τα ντουλάπια. «Νομίζαμε πως ο Διαφωτισμός αφορούσε μόνο  τους Γάλλους, τους Άγγλους, τους Γερμανούς και τους Δανούς αλλά υπήρξε και για τους Έλληνες».

«Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, είναι στο DNA σας»

Για τον διακεκριμένο ελληνιστή η χώρα μας αποτελεί μια δεύτερη πατρίδα, την οποία φροντίζει να επισκέπτεται τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο. Το πάθος με το οποίο κάθε φορά μιλά για την Ελλάδα οδήγησε αναπόφευκτα στο ερώτημα αν θα ήθελε να είχε γεννηθεί εδώ και όχι στο μακρινό Κεμπέκ. «Φυσικά», απάντησε χαμογελώντας και έδωσε το δικό του μήνυμα στους Έλληνες που δοκιμάζονται ακόμη από τις οδυνηρές συνέπειες της κρίσης που προηγήθηκε.

«Να έχετε αυτοπεποίθηση διότι ο πολιτισμός σας είναι βασικός για όλους τους όσους πιστεύουν ότι ανήκουν στη Δύση. Οι επιστήμες και οι τέχνες σας ανήκουν, έννοιες δηλαδή τις οποίες εμείς διδασκόμαστε, εσείς τολμώ να πω ότι τις έχετε στο DNA σας, είναι στην παράδοσή σας», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 23-02-20

Όταν η δίψα για μάθηση δεν σβήνει με τα χρόνια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Γηράσκω αεί διδασκόμενος», είχε αναφωνήσει πριν από χιλιάδες χρόνια ο  Σόλωνας, αρχαίος νομοθέτης και ένα από τους επτά σοφούς. Η φράση του αυτή που συνεχίζει ως τις μέρες μας να αναπαράγεται, αντιπροσωπεύει πλήρως το πρώτο πανεπιστήμιο για ηλικιωμένους στη χώρα μας που άνοιξε τις πύλες του πριν από λίγες ημέρες. Επί τις οδού Φρεαρίων στον Κεραμεικό άνθρωποι άνω των 65 ετών έχουν την ευκαιρία να διδαχθούν εντελώς δωρεάν Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Ευρωπαϊκή Ιστορία, Πληροφορική, Θέατρο καθώς και καλλιτεχνικά.

Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που ανήκει στις Μαρία Αστερίου και Μαρία Ηλιοπούλου, οι οποίες έχοντας παρατηρήσει τη θεαματική αλλαγή που επέφερε στον ψυχισμό των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας η απόκτηση γνώσεων, αποφάσισαν να φέρουν και στη χώρα μας έναν θεσμό που λειτουργεί στο εξωτερικό ήδη από τη δεκαετία του ‘70.

Οι συνιδρύτριες της People Behind Μαρία Αστερίου και Μαρία Ηλιοπούλου

«Μέσω της Μη Κερδοσκοπικής μας Οργάνωσης ονόματι People Behind πραγματοποιούσαμε από το 2017 κάποια πιλοτικά προγράμματα σε ΚΑΠΗ και Λέσχες Φιλίας. Η μεγάλη ανταπόκριση που υπήρξε από την πλευρά των ηλικιωμένων αλλά και τα αντίστοιχα πανεπιστήμια που λειτουργούν στο εξωτερικό, μας ενέπνευσαν. Κάπως έτσι ξεκίνησε το εγχείρημα αυτό και στη χώρα μας», μου λέει η συνιδρύτρια του πανεπιστημίου Μαρία Αστερίου.

Ο στόχος των δύο γυναικών και κατ’ επέκταση του πρότυπου αυτού πανεπιστημίου δεν περιορίζεται μόνο στη διεύρυνση γνώσεων των ηλικιωμένων αλλά εστιάζει παράλληλα στην κοινωνικοποίησή τους καθώς και στην εξάσκηση του μυαλού και της μνήμης τους. «Η δραστηριότητα αυτή βελτιώνει την ποιότητα ζωής του διότι τους βοηθά να αποκτήσουν ψυχική και πνευματική ευεξία. Στο τέλος της ημέρας ωφελείται η υγεία τους», συμπληρώνει η κ. Αστερίου.

Το μοναδικό κριτήριο που υπάρχει για την παρακολούθηση των μαθημάτων είναι το κατώτατο όριο ηλικίας να είναι τα 65 έτη. Μέχρι στιγμής άνθρωποι όλων των κοινωνικών στρωμάτων και μορφωτικών επιπέδων έχουν δηλώσει συμμετοχή, γεγονός που φανερώνει την ανάγκη των ανθρώπων αυτών για μάθηση παρά το γεγονός ότι διανύουν την έβδομη δεκαετία της ζωής τους.

«Η ανταπόκριση στο εγχείρημά μας είναι τόσο μεγάλη που δεν ξεπέρασε μόνο τις προσδοκίες μας αλλά και τις δυνατότητές μας. Ξεκινήσαμε με το σκεπτικό να υπάρχει ένα τμήμα για κάθε μάθημα και καταλήξαμε να έχουμε δύο και τρία λόγω της αυξημένης ζήτησης», εξηγεί τονίζοντας πως μαθήματα, όπως η Φιλοσοφία, διδάσκονται με εκλαϊκευμένο τρόπο προκειμένου να μπορούν να τα παρακολουθήσουν και άνθρωποι που έχουν μόνο απολυτήριο δημοτικού.

Σύμφωνα με την κ. Αστερίου, το κάθε μάθημα πραγματοποιείται μία μια φορά την εβδομάδα και διαρκεί μιάμιση ώρα ενώ όσο περνούν οι μήνες θα προστίθενται και καινούριες θεματικές. Μέχρι στιγμής πάντως, το μάθημα που έχει τη μεγαλύτερη απήχηση είναι αυτό της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας.

Η ατρόμητη «Μπουμπουλίνα» της Κινάρου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Φοβάμαι πως αν κλείσω τα μάτια μου το νησί θα το πάρουν οι Τούρκοι. Ο Ερντογάν άλλωστε κατά το παρελθόν είχε δηλώσει πως η Κίναρος προορίζεται για χώρο λατρείας». Με τα παραπάνω λόγια η 74χρονη κυρα-Ρηνιώ, η μοναδική κάτοικος στη βραχονησίδα Κίναρο που παλεύει καθημερινά για την επιβίωσή της αλλά και για τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, χτυπά μέσω της «δημοκρατίας» το καμπανάκι του κινδύνου για την πραγματική επιδίωξη της αδηφάγας τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, που δεν είναι άλλη από την καταπάτηση της εθνικής μας κυριαρχίας μέσω διεύρυνσης της επιρροής του Ερντογάν στο Αιγαίο.

Η γειτονική χώρα άλλωστε εποφθαλμιά τις εσχατιές της χώρας ήδη από το 2013, όταν στο τουρκικό Κοινοβούλιο ο βουλευτής Γιουσούφ Χαλάτσογλου αναφέρθηκε σε 16 νησιά και βραχονησίδες -ανάμεσά τους και η Κίναρος- κάνοντας λόγο για «παράνομη κατάληψή τους από την Ελλάδα».

«Δεν έχω νιώσει ποτέ απειλή. Παρά το γεγονός πως ζω σε ένα μέρος πάνω από το οποίο τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη κάνουν συχνά πτήσεις, δεν τρομάζω. Μόνο αν πεθάνω δεν ξέρω τι θα γίνει» αναφέρει χαρακτηριστικά η κυρία Κατσοτούρχη.

Ζώντας αποκομμένη από τον σύγχρονο πολιτισμό τα τελευταία 19 χρόνια, αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει τον απόκρημνο τόπο όπου μεγάλωσε. Μένει σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που παλιότερα λειτουργούσε ως καφενείο για τους διερχόμενους ψαράδες ο πατέρας της, ξυπνά κάθε πρωί στις τέσσερις και με το πρώτο φως της ημέρας ανεβαίνει στο μικρό εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη του «θαυματουργού», όπως τον αποκαλεί, και υψώνει την ελληνική σημαία.

Στο μικρό δωματιάκι στο οποίο μένει η κυρά – Ρηνιώ έχει ζωγραφίσει την ελληνική σημαία

Τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας φροντίζει με αφοσίωση τα ζώα της αλλά και το μνημείο που στήθηκε στο νησί για τους τρεις ήρωες του Πολεμικού Ναυτικού που έπεσαν κατά την εκτέλεση του καθήκοντος προς την πατρίδα.

Όπως λέει, το πρωινό της 11ης Φεβρουαρίου 2016 ήταν το χειρότερο της ζωής της, όχι μόνο επειδή ήρθε αντιμέτωπη με τα άψυχα κορμιά των τριών αξιωματικών αλλά και λόγω των τραγικών ωρών που ακολούθησαν, όταν οι γονείς των νεκρών έφτασαν στο νησί.

«Μου αρέσει η μοναξιά, αλλά με ξέχασε η Ελλάδα»

«Μου αρέσει η μοναξιά, τη συνήθισα» απαντά η ερημίτισσα του Αιγαίου σε ερώτηση για το πώς είναι να ζει κανείς στη μέση τού πουθενά μη έχοντας κανέναν για συντροφιά και μάλιστα σε μια κρίσιμη ηλικία. Οι μοναδικές ίσως φορές που νιώθει φόβο είναι οι μέρες της κακοκαιρίας κατά τη διάρκεια του χειμώνα. «Οταν ο καιρός χαλάει, δεν έχω ρεύμα. Κι εδώ τα χέρια μου είναι δεμένα χωρίς ρεύμα. Ούτε ψυγείο, ούτε κουζίνα θα έχω. Εξαρτώμαι από αυτό» συμπληρώνει.

Οι ανάγκες της καλύπτονται μία φορά την εβδομάδα από ένα επιδοτούμενο καΐκι από την Αμοργό, ωστόσο όταν η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη μπορεί να περάσουν μέχρι και 20 μέρες. «Βάζω ψωμί στην κατάψυξη κι έτσι δεν μένω ποτέ χωρίς φαγητό» λέει, επισημαίνοντας πως το ελληνικό κράτος την έχει ξεχάσει.

«Όταν πριν από τρία χρόνια έπεσε το ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού και πέθαναν τρεις άνθρωποι, ήρθαν στην Κίναρο κάποιοι πολιτικοί, οι οποίοι μου έλεγαν πόσο καλά κάνω και μένω εδώ διότι διαφορετικά το σημείο θα ήταν γκρίζα ζώνη. Έκτοτε δεν ξαναρώτησε κανείς αν ζω ή πέθανα, πώς επιβιώνω ή τι προβλήματα καλούμαι να αντιμετωπίσω σε καθημερινή βάση».

Μάλιστα, όταν πριν από περίπου έναν μήνα άκουσε στην τηλεόραση ότι ενδέχεται να μεταφερθούν πρόσφυγες και μετανάστες στα «ξερονήσια του Αιγαίου», ταράχτηκε. Οχι τόσο διότι δεν θέλει τους ανθρώπους αυτούς αλλά κυρίως εξαιτίας του γεγονότος ότι στην περιοχή δεν υπάρχει απολύτως τίποτα γι’ αυτούς.

«Δεν έχουμε δομές εδώ, ακόμη και το νερό το παίρνω από μια στέρνα. Δεν έχω τίποτα μαζί τους, άλλωστε κι εγώ στα 23 μου πήγα στην Αυστραλία ως μετανάστρια και τώρα είναι ο ένας μου γιος εκεί» λέει και καταλήγει: «Το δωματιάκι που μένω είναι ετοιμόρροπο. Ας ασχοληθούν πρώτα μαζί μου οι πολιτικοί και μετά ας λύσουν το Μεταναστευτικό».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 10/11/19

Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης: «Το να είσαι άριστος στην Ελλάδα είναι μια δραματική εμπειρία»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το όνομά του είναι συνώνυμο της επιστημονικής αυθεντίας και είναι ο γιατρός με τις περισσότερες αναφορές στο έργο του παγκοσμίως. Το 2010 χαρακτηρίστηκε ως ο «πιο τολμηρός επιστήμονας κι ένας από τους σύγχρονους διανοητές με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο» ενώ λίγα χρόνια αργότερα αναγορεύτηκε «εταίρος Αϊνστάιν» στο Ινστιτούτο Υγείας του Βερολίνου.

Ο ίδιος θεωρεί υπερβολικούς τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς του αποδίδονται και δηλώνει απλά υπηρέτης της αλήθειας, την οποία αναζητά διαρκώς μέσα από τις έρευνές του. Ο λόγος για τον Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη, καθηγητή Παθολογίας, Έρευνας και Πολιτικής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων, και Στατιστικής στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, που αν και ζει στην Καλιφόρνια, συναισθηματικά βρίσκεται, όπως λέει, «365 μέρες το χρόνο στην Ελλάδα, 366 τις δίσεκτες χρονιές».

Μια από τις πρωτοπορίες του πολυβραβευμένου επιστήμονα είναι η ίδρυση του εργαστηρίου »METRICS» στο Στάνφορντ που ασχολείται με την έρευνα επάνω στην έρευνα, μελετά δηλαδή και αναζητά τρόπους βελτίωσης στις μεθόδους που γίνονται οι επιστημονικές μελέτες.

Μάλιστα,πριν από λίγα χρόνια ο ομογενής ακαδημαϊκός προκάλεσε τριγμούς στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα όταν δημοσίευσε μια εργασία με τίτλο «Γιατί τα ευρήματα, των περισσότερων δημοσιευμένων επιστημονικών ερευνών είναι αναληθή». Το άρθρο του διακεκριμένου Έλληνα είναι το πλέον πολυδιαβασμένο στην ιστορία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Επιστήμης με σχεδόν τρία εκατομμύρια αναγνώσεις.

Επιστήμη και γνώση

«H επιστήμη και η γνώση είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί στον Ηomo sapiens. Πρέπει να στηριζόμαστε στην επιστήμη για να παίρνουμε αποφάσεις, να βελτιώσουμε αλλά και να παρατείνουμε τη διάρκεια της ζωής μας. Άρα το να βελτιώσουμε την αξιοπιστία της έρευνας είναι μια προτεραιότητα για την ίδια την επιστήμη», δηλώνει ο ίδιος στη «Δημοκρατία».

Σήμερα, η γιγάντωση της ποσότητας των επιστημονικών πληροφοριών οδηγεί μοιραία σε έλλειψη αξιοπιστίας ενώ η ευρύτατη διείσδυση μεροληπτικών χρηματοδοτούμενων ερευνών στον κοινωνικό ιστό έχει, σε πολλές περιπτώσεις, καταστροφικά αποτελέσματα. «Πάρτε για παράδειγμα τις μελέτες που χρηματοδοτούνται από καπνοβιομηχανίες. Πρόκειται για μελέτες προπαγάνδας, οι οποίες είναι εντελώς αναξιόπιστες και προσπαθούν να κοροϊδεύσουν τους καταναλωτές ότι τα «νέα» προϊόντα τους δεν είναι και τόσο επιβλαβή την ώρα που το κάπνισμα σκοτώνει δέκα εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως». Μάλιστα, για να γίνει ευρέως αντιληπτό το μέγεθος των επιπτώσεων που μπορεί να έχει μια έρευνα με αναξιόπιστα στοιχεία, αναφέρθηκε στο περίφημο αντιεμβολιαστικό κίνημα, το οποίο «γεννήθηκε» όταν το περιοδικό «Lancet» δημοσίευσε έρευνα που έθετε εν αμφιβόλω την ασφάλεια του εμβολίου MMR εναντίον της ιλαράς, της ερυθράς και της παρωτίτιδας (μαγουλάδες).

Τελικά το περιοδικό απέσυρε την έρευνα ως λανθασμένη, όμως το κακό είχε ήδη γίνει. Πολλοί γονείς επέλεξαν να μην εμβολιάσουν τα παιδιά τους με αποτέλεσμα η ξεχασμένη μέχρι πρότινος ιλαρά να κάνει την εμφάνισή της παίρνοντας μάλιστα σε πολλές χώρες διαστάσεις επιδημίας. «Δόθηκε αυτός ο αρχικός σπινθήρας που διάφορες κοινωνικές ομάδες τον μετέτρεψαν σε θεωρίες συνωμοσίας διαδίδοντας ότι το εμβόλιο προκαλεί αυτισμό ή ότι τα παιδιά γίνονται πειραματόζωα προκειμένου απλά οι φαρμακοβιομηχανίες να παίρνουν λεφτά. Τέτοιες αντιλήψεις δημιουργούν ένα πισωγύρισμα στο Μεσαίωνα», λέει ξεκαθαρίζοντας πως το συγκεκριμένο εμβόλιο είναι ασφαλέστατο και θα πρέπει να χρησιμοποιείται ευρύτατα και καθολικά για τον εμβολιασμό των παιδιών.

«Τα μυαλά στην πατρίδα εγκλωβίζονται σε μικρότητες και και μετριότητες»

Γεννημένος στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, στο τμήμα Ιατρικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, από το οποίο αποφοίτησε πρώτος με άριστα. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αμερική, όπου θήτευσε σε κορυφαία πανεπιστήμια όπως το Χάρβαρντ και το 1999 εγκαταστάθηκε για δέκα χρόνια στα Γιάννενα, αναλαμβάνοντας διευθυντής του εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Ο δρ. Ιωαννίδης σε ηλικία 20 ετών

Κατά την δεκαετή παραμονή του στη χώρα μας, ήρθε αντιμέτωπος με το σαθρό σύστημα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, στο οποίο ωστόσο εντόπισε και νησίδες αριστείας. «Η συνολική μου αίσθηση είναι ότι αν στην Ελλάδα έχεις όρεξη για δουλειά και αν προσπαθήσεις, θα συγκεντρώσεις αξιόλογους ανθρώπους τριγύρω σου, θα φτιάξεις έναν πυρήνα που έχει βλέψεις αριστείας». Όμως, όπως λέει, το συνολικό περιβάλλον θα είναι εχθρικό και σκοπός δεν θα είναι η βοήθεια εκείνου που θέλει και προσπαθεί να εξελιχθεί αλλά η εξόντωσή του.

«Το να είσαι άριστος στην Ελλάδα είναι μια δραματική εμπειρία», σημειώνει. Εκείνο που τον θλίβει ιδιαίτερα είναι η πνευματική γεροντοκρατία, ειδικότερα όταν αυτή εκδηλώνεται από νέους ανθρώπους. «Τα μυαλά στην Ελλάδα κλείνουν αντί να ανοίγουν και κατά κάποιον τρόπο εγκλωβίζονται μέσα σε μικρότητες, μετριότητες και καταστάσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με την επιστήμη, το πανεπιστήμιο και την έρευνα. Απλώς εκπροσωπούν φθαρμένους θεσμούς, κομματικούς, παραθρησκευτικούς, ποδοσφαιρικούς, παραπληροφορικούς. Είναι άσχημο να βλέπεις ανθρώπους να έχουν γεράσει πριν καν ξεκινήσουν», λέει.

Τα πανεπιστήμια

Ο δρ. Ιωαννίδης που πέρυσι εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής των ΗΠΑ, δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος με τη θέση που καταλαμβάνουν τα ελληνικά πανεπιστήμια στην κλίμακα αξιολόγησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων διεθνώς.

«Ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι στη λίστα με τα 30 κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο, βρίσκεται σε θέσεις ιδιαίτερα χαμηλές», τονίζει και προσθέτει: «Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχουν πάρα πολλά πανεπιστήμια στον κόσμο, οπότε οι θέσεις 200 ή 500 δεν είναι και τόσο κακές. Όμως με ενοχλεί η αντίληψη της ελάσσονος προσπάθειας και του συμβιβασμού», επισημαίνει διευκρινίζοντας ωστόσο πως στις αίθουσες των ελληνικών ΑΕΙ υπάρχουν καθηγητές που είναι πρώτοι στον κόσμο σε αυτό που κάνουν αλλά και άλλοι που είναι τελευταίοι.

«Το άσχημο είναι ότι οι δεύτεροι εκμεταλλεύονται οποιονδήποτε θετικό έπαινο και τον παίρνουν επάνω τους ενώ οι καλύτεροι είναι αυτοί που θάβονται περισσότερο. Το να βλέπεις τους τενεκέδες να χαρακτηρίζονται και να αυτοχαρακτηρίζονται μεταξύ τους ως άριστοι, είναι κάτι που δεν μπορείς να αντέξεις εύκολα».

«Η χώρα είναι σε κατάσταση γενικευμένης διαφθοράς και ανακυκλούμενης σήψης»

«Άρα κάνουν καλά τα κορυφαία μυαλά της χώρας μας που επιλέγουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να προσφέρουν την τεχνογνωσία τους σε μια άλλη χώρα;», τον ρωτώ. «Δεν μπορώ να πω σε όλους τους νέους της Ελλάδας να σηκωθούν να φύγουν επειδή η χώρα βρίσκεται σε μια κατάσταση γενικευμένης διαφθοράς και ανακυκλούμενης σήψης. Όποιος μπορεί να μείνει και να προσφέρει, για εμένα είναι ήρωας», απαντά.

Από την άλλη, δεν μπορεί και να κατηγορήσει κάποιον που πιστεύει ότι υπάρχουν προοπτικές εξέλιξης σε κάποια άλλη χώρα «Ο κόσμος μας πλέον δεν έχει σύνορα. Η σκέψη και η επιστήμη είναι παγκόσμιες», εξηγεί υπογραμμίζοντας πως ακόμη κι εκείνοι που επιλέξουν να μείνουν στην Ελλάδα, είναι σχεδόν απίθανο να μπορέσουν να εξελιχθούν στον τομέα τους εάν δεν έχουν κάποιες συνεργασίες ή επικοινωνία με συναδέλφους ή φορείς από το χώρο της επιστήμης, της έρευνας και της γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο.

«Γνωρίζω αρκετές επιστημονικές ομάδες στην Ελλάδα που απομονώνονται, γράφουν και δημοσιεύουν εκ κενώ αγνοώντας ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος πέρα από αυτούς. Πιθανότατα η μόνη λύση για να διορθωθούν αυτά τα στραβά που περιγράφουμε στην Ελλάδα, είναι το άνοιγμα των νοητικών συνόρων».

Στα πολλά βιβλία που έχει γράψει ως τώρα ο πολυβραβευμένος ερευνητής, αναφέρει ονόματα σπουδαίων Ελλήνων της διασποράς που διαγράφουν λαμπρή πορεία στον τομέα τους εκτός συνόρων και τους οποίους, δυστυχώς, η χώρα μας δεν αξιοποιεί ούτε στον ελάχιστο βαθμό.

«Πρόκειται για μια επίσημη επιλογή, μη καταγεγραμμένη σε κάποιο νομοσχέδιο ή πρόγραμμα κόμματος», λέει ο κ. Ιωαννίδης και συνεχίζει: «υπάρχουν κορυφαίοι Έλληνες εκτός συνόρων που αντί η χώρα τους να χρησιμοποιεί, έστω και στοιχειωδώς, την τεχνογνωσία τους και την καλύτερη ενδεχομένως αντίληψη που μπορεί να έχουν για κάποια πράγματα, κατά κάποιον τρόπο τους απωθεί και τους εξορίζει».

Το φαινόμενο αυτό το αποδίδει στην ανεπάρκεια των προσώπων που κινούνται στο δημόσιο χώρο και που εξουσιάζουν την Ελλάδα. «Εφόσον πρόκειται για άτομα πολύ χαμηλού βεληνεκούς, με τεράστιες ανασφάλειες και έλλειψη στοιχειωδών αρετών και ικανοτήτων, η πιθανότητα ότι οι ανοησίες τους μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πληροφορία, γνώση και επιστήμη νομίζω ότι τους δημιουργεί πανικό, όχι απλώς απέχθεια. Και έτσι διαιωνίζεται η μετριότητά τους», υπογραμμίζει προσθέτοντας ότι η Ελλάδα δίνει μόλις το 1,0 του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη, όσο περίπου και το Μεξικό κι η Τουρκία.

«Η ζωή δεν κρατά αιώνες, αυτή είναι η αρχή μου»

Ο δρ. Ιωαννίδης ξεφεύγει από το αρχετυπικό μοντέλο του επιστήμονα καθώς εκτός από τον κλάδο του, ασχολείται παράλληλα με τη λογοτεχνία – έχει δημοσιεύσει επτά βιβλία – και λατρεύει την ποίηση. Όπως λέει, όλη του η ζωή είναι ένας ελεύθερος χρόνος κι αυτό διότι έχει επιλέξει να καταπιαστεί με πράγματα που του αρέσουν, όπως είναι η επιστήμη του και η συγγραφή βιβλίων. «Δεν θέλω να κάνω κάτι που δεν μου αρέσει, η ζωή δεν κρατά αιώνες. Πρέπει να χαιρόμαστε το καθετί και να προσπαθούμε να κάνουμε το καθετί – είτε είναι επιστήμη, είτε λογοτεχνία, είτε οτιδήποτε άλλο – όσο μπορούμε καλύτερα. Αυτή είναι η αρχή μου».

Αν και το πρόγραμμά του είναι αρκετά βεβαρημένο, ο ομογενής ερευνητής φροντίζει να ξεκλέβει καθημερινά λίγο χρόνο προκειμένου να ενημερώνεται για τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Ως λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι αισιόδοξος με τον τρόπο που εξελίσσονται τα πράγματα στη χώρα, ωστόσο επικαλούμενος την τυχαιότητα της ζωής, αναγνωρίζει πως πάντα θα υπάρχουν ευκαιρίες για τους τολμηρούς. «Μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον με 100% ακρίβεια; Καμιά επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να μας πει κάτι τέτοιο. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι από χάος, τύχη και συγκυρίες που δημιουργούν συνεχώς νέες ευκαιρίες για κάποιον που είναι προετοιμασμένος να τις αρπάξει. Σε κάθε περίπτωση θέλω να διατηρώ για το μέλλον της Ελλάδας μια αισιοδοξία που δυστυχώς η λογική δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια να κρατάω», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη δημοκρατία στις 23 – 06-19»

Λέβιθα: Στο «ξερονήσι» του Αιγαίου υπάρχει ακόμη ζωή

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σε μια μικρή κουκκίδα γης στη μέση του Αιγαίου μια οικογένεια φυλάει Θερμοπύλες από το μακρινό 1820. Πλέον, ο Μανώλης Καμπόσος και οι συγγενείς του όντες οι μόνοι συνεχιστές μιας μακράς παράδοσης 200 χρόνων, αρνούνται κατηγορηματικά να εγκαταλείψουν τα Λέβιθα, το μικρό αυτό νησί που πριν λίγες ημέρες ήρθε στο προσκήνιο για τους λάθος λόγους και το οποίο σύμφωνα με ταξιδιωτικό βιβλίο της Τουρκίας, είναι από τους δέκα καλύτερους καλοκαιρινούς προορισμούς για ξεκούραση και ηρεμία.

Η προαναγγελία για δημιουργία κλειστής δομής για πρόσφυγες και μετανάστες στην εσχατιά του Αιγαίου, προκάλεσε αντιδράσεις ενώ παράλληλα «ξύπνησε» μνήμες από το κολαστήριο της Γυάρου. Ο 43χρονος Μανώλης Καμπόσος που ζει εκεί με τους γονείς και τον αδερφό του και διατηρούν μια μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα με εκατοντάδες αιγοπρόβατα, ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους πως δεν φεύγει τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, έστω κι αν για κάποιους μήνες το χρόνο αναγκάζεται να ζει μακριά από τη σύζυγο και τα παιδιά του, οι οποίοι μεταβαίνουν στην Πάτμο λόγω έλλειψης σχολείου στο νησί.

«Έμαθα από τις ειδήσεις για το ενδεχόμενο δημιουργίας δομής. Λυπάμαι πολύ διότι από το 2011 προσπαθώ να αποδείξω πως ο τόπος κατοικείται και δεν είναι βραχονησίδα, όπως τον χαρακτηρίζουν κάποιοι προκείμενου να δημιουργηθεί εδώ αιολικό πάρκο. Ξαφνικά ακούω πως θα έρθουν πρόσφυγες και μετανάστες εδώ. Άρα θέλουν να φέρουν τόσους αλλοδαπούς σε μια βραχονησίδα;», διερωτάται από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ο ίδιος θεωρεί καταστροφική την εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών στο νησί ενώ τα βάζει με την Πολιτεία καθώς, όπως λέει, παλεύει για χρόνια να λύσει ζητήματα που για άλλες περιοχές της χώρας είναι αυτονόητα. «Δεν υπάρχει καν γιατρός εδώ. Πριν από μια δεκαετία ο πατέρας μου παρουσίασε καρδιακό επεισόδιο, κάλεσα το Λιμενικό για να στείλει πλωτό σκάφος προκειμένου να τον μεταφέρω στο νοσοκομείο και μου απάντησαν πως για να έρθουν θέλουν βεβαίωση γιατρού. Τελικά δεν ήρθαν ποτέ. Αντί λοιπόν το ελληνικό κράτος να λύσει αυτά τα ζητήματα, ασχολείται με τη δημιουργία κλειστής δομής στην περιοχή», μου λέει.

Η ζωή στα Λέβιθα είναι αρκετά δύσκολη  και όπως εκτιμά, ακόμη κι αν τελικά δημιουργηθεί δομή για πρόσφυγες και μετανάστες, δεν θα αντέξουν ούτε οι ίδιοι. «Σε λιγότερο από μια εβδομάδα θα βουτήξουν στη θάλασσα για να φύγουν. Τι θα κάνουν εδώ; Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Φανταστείτε το λίγο. Θα τρελαθούν στο τέλος», σημειώνει.

Εκείνο που όπως λέει τον θλίβει, είναι το γεγονός πως κάθε καλοκαίρι οι τουρίστες από την Αγγλία που επισκέπτονται με τα σκάφη τους το νησί, του λένε πως στη δική τους χώρα το κράτος επιδοτεί τους κατοίκους για να πάνε να ζήσουν σε μικρά νησιά προκειμένου να υπάρχει ΑΟΖ. «Η Πολιτεία μας έχει εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού. Αντί το ελληνικό κράτος να φροντίσει να αξιοποιήσει τα Λέβιθα και άλλα ακριτικά νησιά, κάνει τα πάντα για να μας διώξει από εδώ, από τον τόπο που γεννηθήκαμε. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό δε μπορώ να καταλάβω αλλά με πονάει πολύ».

Φίνος: Ο ριζοσπάστης κινηματογραφιστής μέσα από τις διηγήσεις του πιο στενού του συνεργάτη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Με όνομα βαρύ σαν ιστορία και τέχνη που μετρά δύο γενιές, το ισόγειο στούντιο του 80χρονου κινηματογραφιστή Νίκου Καβουκίδη σε μια γωνιά της λεωφόρου Καρέα, μπορεί ακόμα ν’ αντιστέκεται στο χρόνο. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, η αυστηρή φιγούρα του πρωτοπόρου Φιλοποίμενος  Φίνου, κάμερες από τη δεκαετία του ’30 με τις οποίες κινηματογραφήθηκαν τα ιστορικά γεγονότα στο Μέτωπο και αργότερα στην Αθήνα, παραμένουν αλώβητα για να θυμίζουν σε όλους τα χρόνια τα παλιά. Άλλωστε, ο κ. Καβουκίδης είναι από τους ελάχιστους εναπομείναντες συνεργάτες του «πατριάρχη» – όπως του αρέσει να τον αποκαλεί – του κινηματογράφου και μετέπειτα ιδρυτή της Finos Film αλλά κι ένας άνθρωπος που τον έζησε από πολύ κοντά, μια και από την ηλικία των 15 ετών παράτησε το σχολείο και δούλευε στα στούντιο του Φίνου στα Εξάρχεια.

«Έχω κλείσει 63 χρόνια στον κινηματογράφο και θεωρώ τον Φίνο πνευματικό μου πατέρα», μου λέει. Κατά τον αγώνα ενάντια στην ιταλική επίθεση ο πατέρας του κ. Καβουκίδη, Γιώργος – πρωτοπόρος κινηματογραφιστής της εποχής-, τραβούσε πλάνα με το Φίνο από την προσπάθεια των Ελλήνων στο Μέτωπο. Τα περισσότερα από αυτά καταστράφηκαν από τους Γερμανούς με την έναρξη της Κατοχής, ωστόσο κάποια – που παρουσιάζονται στο παρών site – διασώθηκαν.

Εικόνα από πλάνα που τράβηξε κατά την περίοδο της Κατοχής ο Φίνος με τον Γιώργο Καβουκίδη

Εικόνες από τα πλάνα του Φιλοποίμενα Φίνου και Γιώργου Καβουκίδη που διασώθηκαν

Ωστόσο, ο Φίνος δεν πτοήθηκε από το περιστατικό αυτό και η ακαταμάχητη επιθυμία του να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο τον οδήγησε το 1942, μια περίοδο σκληρής Γερμανικής Κατοχής, κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε πείνα και εκτελέσεις, στη δημιουργία της πρώτης ταινίας του με τίτλο «Η Φωνή της Καρδιάς». «Ο πατέρας μου είχε αρκετές λίρες τότε και χρηματοδότησε την ταινία με πρωταγωνιστές τον Δημήτρη Χορν και τον Αιμίλιο Βεάκη. Έβαλε βέβαια και ο Φίνος λεφτά. Ήταν η πρώτη ταινία της Κατοχής και έγινε εθνικό θέμα», σημειώνει ο κ. Καβουκίδης. Μάλιστα, ο ενθουσιασμός των Αθηναίων ήταν τέτοιος που η πρεμιέρα στον κινηματογράφο Rex πήρε χαρακτηριστικά συλλαλητηρίου με λαμπάδες στην οδό Πανεπιστημίου, πράγμα που εξόργισε τους Γερμανούς.

Όπως εξηγεί ο κ. Καβουκίδης, η λαμπρή πορεία του Φίνου στον ελληνικό κινηματογράφο οφείλεται πρωτίστως στο πάθος που διέκρινε τον Έλληνα παραγωγό ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. «Ήταν παθιασμένος με αυτό που έκανε. Ζούσε γι’ αυτό. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ήταν στο στούντιο. Δεν έβγαινε ούτε για να φάει», αναφέρει και τονίζει ότι από τα εργαστήριά του Φίνου πέρασαν και αναδείχτηκαν όλες οι λαμπρές προσωπικότητες του ελληνικού κινηματογράφου. «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη, Ζωή Λάσκαρη, Αλέκος Αλεξανδράκης αλλά και σκηνοθέτες, όπως ο σπουδαίος Αλέκος Σακελλάριος και ο Νίκος Τσιφόρος ξεκίνησαν την καριέρα τους από το Φίνο». Μάλιστα, ο καλλιτέχνης των επιτυχιών Αλέκος Σακελλάριος ασχολήθηκε με το αντικείμενο έπειτα από παρότρυνση του Φίνου. Όπως θυμάται ο κ. Καβουκίδης, όταν ο Έλληνας παραγωγός ήθελε το 1948 να γυρίσει την ταινία ‘’Οι Γερμανοί ξανάρχονται’’  με  τους Βασίλη Λογοθετίδη και Γεωργία Βασιλειάδου, πρότεινε στον τότε θεατρικό συγγραφέα Σακελλάριο να σκηνοθετήσει. «Εκείνος του απάντησε πως δεν έχει ιδέα, δεν ήθελε να το κάνει αλλά ο Φίνος επέμενε, του έβαλε δίπλα τον Ντίνο Καρύδη που ήξερε να στήνει τα πλάνα και να χειρίζεται τις μηχανές και κάπως έτσι ξεκίνησε τη μεγάλη του καριέρα στη σκηνοθεσία ο Σακελλάριος. Μαζί του έκανα την ταινία ‘’Δόλωμα’’ με τη Αλίκη Βουγιουκλάκη».

Η Τζένη Καρέζη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία «Κοντσέρτο για Πολυβόλα»

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό του σπουδαίου παραγωγού που αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης ελληνικής πολιτιστικής ιστορίας, ήταν η συνέπειά του απέναντι στους συνεργάτες του, τους οποίους πλήρωνε κάθε 15 μέρες. Όταν όμως γύρισε την ταινία «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν, για την οποία δαπάνησε ένα αρκετά μεγάλο ποσό, δεν μπόρεσε να πληρώσει τους συνεργάτες του διότι οι εισπράξεις ήταν πολύ χαμηλές. «Ζήτησε δανεικά για να μας πληρώσει, τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Φίνος», αναφέρει με συγκίνηση ο κ. Καβουκίδης και συνεχίζει: «Είπε τότε στον Αλέκο Σακελλάριο να κάνουμε μια ταινία γρήγορα, προκειμένου η Finos Film να πάρει τα πάνω της. Έγραψε λοιπόν ο Σακελλάριος τον ‘’Ηλία του 16ου’’ και μέσα σε πέντε εβδομάδες τη γυρίσαμε, τη μοντάραμε και βγήκε στις αίθουσες. Μας είχε δώσει βιταμίνες ο Φίνος για να αντέξουμε τις πολλές ώρες εργασίας. Η ταινία έσκισε και η Finos Film επανήλθε στα καλά της».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τον Νίκο Καβουκίδη στην ταινία »Το ξύλο βγήκε απ’τον Παράδεισο»

«Ο κατσαβιδάκιας»

Ένα από τα πολλά παρατσούκλια που είχαν βγάλει οι συνεργάτες του στο Φίνο ήταν αυτό του «κατσαβιδάκια». Κι αυτό διότι, όπως διηγείται ο κ. Καβουκίδης, του άρεσε να επισκευάζει όλες τις κάμερες που αγόραζε. «Δεν λυπόταν τα χρήματα, έπαιρνε πάντα τα καλύτερα μηχανήματα από Γαλλία και Γερμανία, αλλά τα αγόραζε μεταχειρισμένα για να τα φτιάχνει ο ίδιος μετά με το κατσαβίδι του. Έπιαναν πολύ τα χέρια του», λέει τονίζοντας ότι όταν ο Φίνος έφερε στην Ελλάδα τα μαγνητόφωνα Nagra ξεκίνησε να τα λύνει με το κατσαβίδι του κι έστειλε επιστολή στην ελβετική εταιρία μέσω της οποίας παρότρυνε τους τεχνικούς να προβούν σε μα διόρθωση. «Ο κατασκευαστής Στέφαν Κουντέλσκι ανέφερε ότι η συγκεκριμένη διόρθωση προήλθε ύστερα από επισήμανση του Φίνου αλλά ο ίδιος δε ζήτησε ποτέ χρήματα γι’αυτό. Δεν ήταν καθόλου φιλάργυρος», αναφέρει και θυμάται ένα περιστατικό από τα γυρίσματα της ταινίας «Κλωτσοσκούφι» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

«Στην ταινία αυτή ήμουν οπερατέρ και η μισή γυρίστηκε με πρωταγωνιστή τον Μιχάλη Νικουλινάκο. Όταν μετά είδε τα πλάνα ο Φίνος, αποφάσισε ότι δεν του άρεσε ο Νικουλινάκος, φώναξε τον Αλέκο Αλεξανδράκη και γυρίσαμε από την αρχή τα πλάνα. Αυτή η διαδικασία είχε πολλά έξοδα αλλά ο Φίνος δε λογάριαζε τίποτα. Η τελειομανία του στο θέμα της ποιότητας των ταινιών του ήταν πρωτόγνωρη».

Κλείνοντας τη συζήτησή μας ο κύριος Καβουκίδης φανερά συγκινημένος θυμήθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φιλοποίμενα Φίνου, τα οποία όπως είπε, τα πέρασε μέσα στο στούντιό του. Μάλιστα, εκείνη την περίοδο ο Φίνος αγόρασε την πρώτη του ολοκαίνουρια κάμερα, την οποία είχε δίπλα στο κρεβάτι του και την »ψαχούλευε». «Ήταν μια μορφή πολύπλευρη, ένας διορατικός κινηματογραφιστής που όμοιός του δεν υπήρχε στην Ευρώπη. Νιώθω ευτυχής από την καριέρα μου στην 7η τέχνη κι αυτό το οφείλω στον Φίνο», καταλήγει.

Έλληνας καθηγητής του Κολούμπια ανακάλυψε το νέο φάρμακο για τη σχιζοφρένεια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν ακόμη παιδί όταν στα γραφικά σοκάκια της Κομοτηνής όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας με συνομήλικούς του, «ρίζωσε» μέσα του η ιδέα της Ιατρικής. Παρόλο που στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος γιατρός, η ανάγκη του να βοηθά τον κόσμο γύρω του τον οδήγησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και εν συνεχεία στο περιβόητο Χάρβαρντ. Ο λόγος για τον διακεκριμένο πλέον καθηγητή Φυσιολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Ιωσήφ Γκώγκο, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε εκατομμύρια πάσχοντες από σχιζοφρένεια να ονειρευτούν ξανά μια ζωή λειτουργική αποκαθιστώντας τη δυνατότητά τους στη σκέψη και την εργασία.

Κι αυτό διότι πριν λίγο καιρό ο ομογενής ερευνητής κατάφερε να αποκαταστήσει σε τρωκτικά τη διαταραχή της λεγόμενης εργαζόμενης μνήμης, ένα από τα βασικότερα συμπτώματα της νόσου και υπεύθυνο για την αδυναμία των σχιζοφρενών να ανακαλούν άμεσα στο μυαλό τους χρήσιμες πληροφορίες. Πρόκειται για μια δυσλειτουργία που έχει υπάρξει αδύνατο να θεραπευτεί με τα υπάρχοντα φάρμακα, τα οποία είναι σε θέση μόνο να ελέγχουν κάποιες ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες.

Όπως μου εξηγεί ο ίδιος, με τον τρόπο αυτό οι πάσχοντες θα μπορούν να σκέφτονται, να αντιλαμβάνονται και να αποφασίζουν ορθότερα γεγονός που θα έχει αντίκτυπο σε καθημερινές εργασίες και στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. 

«Από τη στιγμή που γίνεται διάγνωση της σχιζοφρένειας, η κύρια αντιμετώπισή της είναι τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία ανακαλύφθηκαν τυχαία κατά τη δεκαετία του ’50, αρχικά σαν καταπραϋντικά για  προεγχειρητικούς ασθενείς. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την ασθένεια είναι παραλλαγές αυτών των αρχικών, τα οποία όμως δυστυχώς δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη μνήμη και κατά συνέπεια να καταστήσουν τον ασθενή λειτουργικό», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Έλληνας επιστήμονας προσθέτοντας ότι τα σκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά έχουν πολλές παρενέργειες με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να διακόπτουν την αγωγή.

Έχοντας ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με το αντικείμενο, αισθάνεται ιδιαίτερα δικαιωμένος για τη δουλειά του και ευτυχής για την ανακάλυψη στην οποία προχώρησε με την ερευνητική του ομάδα. «Είμαι αισιόδοξος πως σε λίγα χρόνια η θεραπεία που εφαρμόσαμε στα τρωκτικά καταφέροντας να αποκαταστήσουμε τη μνήμη τους, θα βοηθήσει και τους ανθρώπους», λέει διευκρινίζοντας πως το αμέσως επόμενο διάστημα θα ξεκινήσουν οι κλινικές δοκιμές κατά τις οποίες η αγωγή θα δοκιμαστεί σε έναν συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών προκειμένου να προσδιοριστεί σε πρώτη φάση η τοξικότητά της. «Οι κλινικές αυτές δοκιμές είναι μακροχρόνιες και δαπανηρές. Θα χρειαστούμε δηλαδή πέντε έως δέκα χρόνια αλλά θα σημειωθεί μεγάλη πρόοδος ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της σχιζοφρένειας που θα οδηγήσει με τη σειρά της στην εξέλιξη των φαρμάκων».

«Μπορούμε να προβλέψουμε τη νόσο»

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι κατά τον ίδιο το γεγονός πως πλέον μέσω του προγεννητικού ελέγχου μπορεί να διαπιστωθεί εάν το μωρό που κυοφορεί η γυναίκα, θα παρουσιάσει σχιζοφρένεια. Ήδη στην Αμερική αρκετές μητέρες έχουν προχωρήσει σε διακοπή της εγκυμοσύνης γι’ αυτόν το λόγο. Βέβαια, όπως εξηγεί ο ομογενής επιστήμονας, η εμφάνιση ή μη της νόσου δεν μπορεί να προβλεφθεί εκατό τις εκατό. «Μπορούμε μέσω του προγεννητικού ελέγχου να ανακαλύψουμε εάν υπάρχουν πιθανότητες το παιδί να εμφανίσει σε κάποια φάση της ζωής του σχιζοφρένεια. Είναι μια κατεξοχήν γενετική ασθένεια και μπορεί κάποιο ζευγάρι να μην έχει στο ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον κάποιον σχιζοφρενή ωστόσο να παρουσιαστούν μεταλλαγές στα γενετικά κύτταρα και το παιδί να γεννηθεί άρρωστο».

Το στίγμα

Σύμφωνα με τον δρα. Γκώγκο οι ασθενείς με τη συγκεκριμένη ψυχιατρική νόσο δεν είναι βίαοι και κατ’ επέκταση επικίνδυνοι για τους γύρω τους παρά μόνο για τον εαυτό τους, γι’ αυτό άλλωστε και ένα μεγάλο ποσοστό πασχόντων αυτοκτονεί. Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τρόμο στους περισσότερους ανθρώπους στο άκουσμα και μόνο της λέξης «σχιζοφρένεια»; «Η δαιμονοποίηση της νόσου ωφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη ενημέρωσης αλλά σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τον κινηματογράφο, όπου συχνά βλέπουμε πρωταγωνιστές με σχιζοφρένεια να παρουσιάζονται ως »τέρατα» που σκοτώνουν οποιονδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη προσέγγιση της νόσου η οποία απλά ενισχύει το στίγμα και τα στερεότυπα σε βάρος των πασχόντων», διευκρινίζει επισημαίνοντας ωστόσο πως ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να αναπτύξει επιθετική συμπεριφορά επειδή ακούει φωνές που του επιτάσσουν να κάνει κάτι βίαιο. «Δυστυχώς όμως αυτές είναι οι περιπτώσεις που ακούμε ή διαβάζουμε με αποτέλεσμα να δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση που έχει σήμερα ο περισσότερος κόσμος για τη σχιζοφρένεια», συμπληρώνει.

Μια γυναίκα τρόφιμος
του Δρομοκαΐτειου προσπάθησε να αποτυπώσει στον πίνακα το πώς ένιωθε η ίδια ως σχιζοφρενής. Ο πίνακας εκτίθεται σήμερα στο μουσείο του Ψυχιατρικού νοσοκομείου

Εκείνο που σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε να προκαλεί τρόμο, είναι το γεγονός πως πρόκειται για μια ασθένεια που αρχίζει εντελώς ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, στο τέλος της εφηβείας στους άνδρες και λίγο μετά την ηλικία των 25 στις γυναίκες. «Κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμοι να »απογειωθούν», να ξεκινήσουν δηλαδή μια ανεξάρτητη ζωή και να κάνουν τη δική τους οικογένεια».

«Δεν θα επέστρεφα στην Ελλάδα»

Ο 56χρονος σήμερα επιστήμονας έφυγε από τη χώρα μας μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ιατρική Αθηνών κι έκτοτε επιστρέφει μόνο για διακοπές. Όπως λέει, πρόκειται για μια πάρα πολύ σωστή απόφαση, η οποία τον εξέλιξε και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που δεν φανταζόταν καν ότι υπήρχαν. Όσο για τον αν σκέφτεται να γυρίσει μόνιμα πίσω στην πατρίδα του, η απάντησή του είναι καταγορηματική: «Σε καμία περίπτωση δε θα επέστρεφα στην Ελλάδα και οι λόγοι σχετίζονται καθαρά με την επιστήμη μου. Στην Αμερική αυτή τη στιγμή μου δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχω σε έρευνες και να ανακαλύπτω διαρκώς νέα δεδομένα γύρω από τη συγκεκριμένη ψυχιατρικη ασθένεια. Κάτι δηλαδή που στην Ελλάδα δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να κάνω», τονίζει.

Εκείνο που όλοι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνάντησε στη ζωή του τού είπαν, είναι πως υποφέρουν. Κι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του δρα. Γκώγκου. Να βάλει δηλαδή τέλος στον εφιάλτη τους με την ανακάλυψη νέων θεραπειών. «Όπως και με τον καρκίνο, ειναι απίθανο να βρούμε μια πανακεια, ένα φάρμακο δηλαδή για όλους τους ασθενείς με σχιζοφρένεια. Το πιο πιθανό ειναι ότι θα χρειαστούν περισσότερα απο ένα φάρμακα που θα στοχοποιούν ομάδες από ασθενείς, ίσως ανάλογα με την τις γενετικές μεταλλαγές που φέρουν στο DNA τους ή τον ακριβή τρόπο δυσλειτουργίας του εγκεφάλου τους», καταλήγει.

Ο συλλέκτης που μάζεψε χιλιάδες έργα του Μάνου Χατζιδάκι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν καλοκαίρι του 1987 σ’ένα από εκείνα τα κλασσικά καφενεία της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο 20χρονος τότε Γιάννης Μπότσας άκουσε ξαφνιασμένος στις συζητήσεις της ομήγυρης επαινετικά σχόλια για τη μουσική του Μάνου, έτσι τον αποκαλούσαν, με το μικρό του όνομα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο νεαρός Γιάννης πίστευε ότι η μουσική του Χατζιδάκι και τα τραγούδια του απευθύνονταν μονάχα σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις ελίτ, όπως έχουμε συνηθίσει να τις αποκαλούμε.

Μάλιστα, το γεγονός ότι άνθρωποι του μεροκάματου έτρεφαν τόσο μεγάλη εκτίμηση για το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, του κίνησε την περιέργεια και την ίδια κιόλας ημέρα πήγε στην επετειακή συναυλία που έδωσε ο συνθέτης στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ημέρα έως και σήμερα, ο Γιάννης αφιέρωσε αμέτρητες ώρες αλλά και δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη συλλογή δίσκων, παρτιτούρων, επιστολών αλλά και ανέκδοτου υλικού του συνθέτη.

«Μόλις γύρισα σπίτι μου από τη συναυλία του 1987, στα αυτιά μου ηχούσε συνεχώς η »Μπαλάντα των Αισθήσεων». Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου αυτή την υπέροχη μελωδία που είχα την τύχη να απολαύσω ζωντανά. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, έχω συλλέξει από δισκοπωλεία και δημοπρασίες σπάνιο υλικό και νιώθω πολύ περήφανος γι’αυτό», μου λέει ο 51χρονος σήμερα ιδιωτικός υπάλληλος.

Εξώφυλλο του περιοδικού »ΕΙΚΟΝΕΣ» με το Μανος Χατζιδάκι, από τη συλλογή του κ. Μπότσα

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για την επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας

Στη σπάνια συλλογή του θα βρει κανείς όλες τις πρώτες εκδόσεις δίσκων 33 και 45 στροφών, δίσκους γραμμοφώνου, φωτογραφίες με το έργο του Χατζιδάκι από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τις συναυλίες του καθώς και σπάνιες παρτιτούρες, επιστολές του συνθέτη, αφίσες κινηματογράφου αλλά και όλα τα προγράμματα που μοιράζονταν στους θεατές από το 1944 ώς και το 1998, τη χρονιά δηλαδή που ο Χατζιδάκις συμμετείχε τελευταία φορά ως μουσικός σε θεατρική παράσταση. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει προς στο κοινό ένα μέρος του υλικού που έχει στην κατοχή του, δημιούργησε την ιστοσελίδα manoshadjidakis.com αλλά και ένα κανάλι στην διαδικτυακή πλατφόρμα youtube όπου μπορεί να ακούσει κανείς συνεντεύξεις του συνθέτη, αποσπάσματα από ταινίες με συνθέσεις του, ραδιοφωνικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ για το »Μεγάλο Ερωτικό» καθώς και ανέκδοτα τραγούδια.

«Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο μουσικές του Χατζιδάκι που έχω στην κατοχή μου και δεν είναι ευρέως γνωστές. Δεν σκέφτηκα στιγμή ότι επειδή δαπάνησα ένα αρκετά μεγάλο ποσό, θα έπρεπε να το απολαύσω μόνος μου. Άλλωστε η »απαγόρευση» είναι μια λέξη που δεν ταίριαζε στο πνεύμα του Χατζιδάκι», λέει και προσθέτει: «Στο κανάλι μου θα βρει κανείς μεταξύ άλλων μια οριεντάλ σύνθεσή του για την ταινία »Το Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου που γυρίστηκε το 1958, θα ακούσει τη μουσική του με την οποία »ντύθηκαν» οι εικόνες του ντοκιμαντέρ «Ατλαντίδα» που γυρίστηκε το 1978 από τον Jacques-Yves Cousteau, παρουσιάσεις δίσκων από τον ίδιο τον Χατζιδάκι, αποσπάσματα από ραδιοφωνικές του εκπομπές, δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών και πολλά άλλα ηχητικά ντοκουμέντα».

Συλλεκτικό εξώφυλλο από δίσκο του Χατζιδάκι, ζωγραφισμένο στο χέρι

Η συλλογή του καλλιτεχνικού αυτού θησαυρού έγινε με πολύ κόπο και ατέλειωτες ώρες έρευνας. Ενδεικτικό των όσων τράβηξε προκειμένου σήμερα να έχει στην κατοχή του αυτό το σπάνιο υλικό, είναι η προσπάθειά του να αποκτήσει την ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι» που γυρίστηκε το 1962 από Αμερικανό παραγωγό με μουσική του Χατζιδάκι. «Η ταινία δεν είχε προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα και για να τη βρω έπρεπε να απευθυνθώ σε ταινιοθήκες του εξωτερικού. Μετά από αμέτρητες επιστολές και δεκάδες e-mails η ταινιοθήκη της Αμερικής μου την έστειλε. Η όλη διαδικασία κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια ενώ για τη μετροπή της ταινίας από το αμερικανικό σύστημα της δεκαετίας του ’60 σε σημερινή μορφή DVD, έδωσα 400 δολάρια», λέει ο κ. Μπότσας.

Η ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι, την οποία ο κ. Μπότσας απέκτησε μετά από τρία χρόνια συνεχούς προσπάθειας

Κλειστές πόρτες

Όταν το 2012 ο Γιάννης Μπότσας αποφάσισε να εκθέσει το αρχειακό υλικό του για τον συνθέτη – σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας, απευθύνθηκε στο επίσημο αρχείο του Μάνου Χατζιδάκι, στο  Μέγαρο Μουσικής, το ίδρυμα Ωνάση, το μουσείο Μπενάκη, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Ωνάση στη λεωφόρο Συγγρού,το   ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την Εθνική Πινακοθήκη. «Εκείνο που με λύπη διαπίστωσα είναι πως οι ιθύνοντες του πολιτισμού στη χώρα μας δεν ενδιαφέρονται για τη διάσωσή του αλλά μονάχα για τις δημόσιες σχέσεις. Αν ήμουν ένας επιφανής Αθηναίος κι όχι ένας απλός ιδιωτικός υπάλληλος, θα είχα πάρει το »πράσινο φως»», λέει με παράπονο.

Ο κ. Μπότσας δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το ίνδαλμά του. Ακόμη και την ημέρα που ο Μάνος Χατζιδάκις «ταξίδεψε» για πάντα στην Οδό Ονείρων, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία του. Ωστόσο, το ερώτημα που τον βασανίζει σήμερα, μετά από δύο δεκαετίες διαρκούς ενασχόλησης με το έργο του συνθέτη, είναι το εξής: «Για ποιο λόγο ενώ έγραφε τόσο σπουδαίες μουσικές, οι οποίες μάλιστα πήραν διεθνή βραβεία που ο κόσμος δεν γνωρίζει, δεν τις δισκογράφησε ώστε να μπορούν σήμερα όλοι να τις απολαύσουν;».

Άγγελος Τσιάρας: »Είμαστε κοντά στην ανακάλυψη εξωγήινης ζωής»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Σε μια σπουδαία ανακάλυψη που αλλάζει άρδην όσα γνωρίζαμε μέχρι πρότινος, προχώρησε πριν από λίγες ημέρες ο 28χρονος αστροφυσικός  Άγγελος Τσιάρας. Ο νεαρός επιστήμονας από τη Δράμα μετά από έρευνα που διήρκεσε ενάμισι χρόνο, εντόπισε νερό σε υγρή μορφή στην ατμόσφαιρα ενός πλανήτη που έχει με θερμοκρασία παρόμοια με της Γης. Πρόκειται για τον εξωπλανήτη Κ2-18b, ο οποίος είναι δύο φορές μεγαλύτερος και οκτώ φορές βαρύτερος από τη Γη και η απόσταση που τους χωρίζει είναι 110 έτη φωτός.

«Οι προηγούμενοι πλανήτες στους οποίους είχαμε βρει νερό, ήταν αέριοι γίγαντες, σαν τον Δία ή τον Κρόνο, δεν έχουν καν επιφάνεια και συνεπώς δεν είναι φιλικοί προς εμάς. Όμως ο εξωπλανήτης Κ2-18b είναι ο πρώτος που από τους 4.000 που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, ο οποίος έχει τόσες ομοιότητες με τη Γη. Έχει δηλαδή τη σωστή θερμοκρασία για να έχει ωκεανούς και επιπλέον είναι ο πρώτος που ξέρουμε ότι έχει νερό. Είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην αποκάλυψη μιας εξωγήινης μορφής ζωής», μου λέει ο ο επικεφαλής ερευνητής,της Ομάδας Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής και Αστρονομίας του University College του Λονδίνου (UC L).

Όπως εξηγεί, ξεκίνησε την έρευνά του έχοντας αρκετές αμφιβολίες απέναντι στα διθυραμβικά σχόλια που κατά καιρούς διάβαζε από την επιστημονική κοινότητα για τον  Κ2-18b. «Είχα έναν δισταγμό και θεωρούσα ίσως υπερβολικό όλον αυτό τον »θόρυβο» που είχε δημιουργηθεί γύρω από αυτόν τον εξωπλανήτη. Τελικά εξεπλάγην όταν συνειδητοποίησα πως είναι η πρώτη φορά που εντοπίζονται σημάδια νερού, του πιο σημαντικού στοιχείου για τη ζωή δηλαδή, σε έναν τέτοιο πλανήτη. Το συναίσθημά μου εκείνη τη στιγμή ήταν μοναδικό».

«Ο εποικισμός σε άλλους πλανήτες είναι σχεδόν αδύνατος»

Την ώρα που οι επιστημονικές ανακαλύψεις έχουν «φουντώσει» τη συζήτηση για το μέλλον της ανθρωπότητας σε πλανήτες εκτός της Γης αφήνοντας τη φαντασία μικρών και μεγάλων να καλπάζει, ο δρ. Τσιάρας είναι ξεκάθαρος: «Το ενδεχόμενο αυτό αγγίζει την επιστημονική φαντασία. Οι πλανήτες που είναι εκτός του ηλιακού μας συστήματος είναι πολύ μακρυά, δε μπορούμε να φτάσουμε εκεί», λέει τονίζοντας ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να σπαταληθούν πάρα πολλοί πόροι προκειμένου να δημιουργηθεί σε έναν αφιλόξενο χώρο, ένα φιλόξενο περιβάλλον. «Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Θεωρώ πως είναι καλύτερο να προσπαθήσουμε να μην καταντήσουμε τον δικό μας πλανήτη αφιλόξενο».

Η ενασχόλησή του με την αστρονομία δεν προέκυψε τυχαία αλλά αποτελούσε όνειρό του από τα  μαθητικά κιόλας χρόνια. Όπως διηγείται, θυμάται τον εαυτό του από μικρό παιδί να γοητεύεται από τον έναστρο ουρανό και τους πλανήτες αλλά ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί με το αντικείμενο αυτό επαγγελματικά. «Στο Λύκειο διακρίθηκα στην Παγκόσμια Ολυμπιάδα Αστρονομίας και γνώρισα τον μετέπειτα καθηγητή μου στο Αριστοτέλειο, τον κ. Γιάννη Σειραδάκη. Μπήκα στο τμήμα της Φυσικής έχοντας σκοπό να ασχοληθώ με την Αστρονομία. Ήθελα να απαντήσω σε ερωτήματα που ακόμη και σήμερα έχω αναπάντητα μέσα μου και δεν έχω στιγμή μετανιώσει για την επιλογή μου».

Επόμενος στόχος για τον Δραμινό επιστήμονα είναι η επιστροφή του στην Ελλάδα προκειμένου να προσφέρει σε εκπαιδευτικό επίπεδο, όσες πολύτιμες γνώσεις αποκόμισε από τις σπουδές αλλά και τις έρευνες που διεξήγαγε στο εξωτερικό. «Το αντικείμενο της αστρονομίας δεν υπάρχει στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Αν μπορούσαμε κάποιοι άνθρωποι να έρθουμε στη χώρα και να δημιουργήσουμε μια ομάδα, αυτό θα ήταν ιδανικό για εμένα. Κανείς δε μπορεί να κάνει μόνος του επιστήμη σήμερα», λέει σημειώνοντας πως το συναίσθημα που τον συνδέει με την πατρίδα του, είναι κάτι που του βγαίνει αβίαστα. «Δεν είναι κάτι που το σκέφτεσαι, απλά το νιώθεις. Θέλω πάρα πολύ να γυρίσω στην Ελλάδα και να προσφέρω ό,τι μπορώ σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Στην Ελλάδα ολοκλήρωσα το προπτυχιακό μου στο τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μάλιστα δωρεάν, κι αυτό είναι κάτι που δεν είναι δεδομένο σε άλλες χώρες», καταλήγει.