Μάνα και κόρη συναντήθηκαν μετά από 60 χρόνια – Βιβλίο και ταινία η ιστορία τους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν το 1957 η 18χρονη Χαρίκλεια Νούλα από το χωριό Στράνωμα της ορεινής Ναυπακτίας έμεινε έγκυος, δεν φανταζόταν την κινηματογραφική τροπή που θα έπαιρνε η ζωή της. Η μικρή τοπική κοινωνία στο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας αδυνατούσε να αποδεχθεί μια ανύπαντρη μητέρα με το παιδί της, καθώς οι μονογονεϊκές οικογένειες εκείνη την εποχή συγκέντρωναν σφοδρές αντιδράσεις. Οι γονείς της την έδιωξε από το σπίτι, την αποκλήρωσαν κι εκείνη μη έχοντας κανένα απολύτως στήριγμα, έδωσε το παιδί σε ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Λίγες ημέρες αργότερα, ένα ζευγάρι από το Χιούστον των Ηνωμένων Πολιτειών υιοθέτησε το μωρό και η μικρή Λίντα μεγάλωσε, παντρεύτηκε και έκανε παιδιά στην Αμερική, μακρυά από τη βιολογική της μητέρα, η οποία δεν έπαψε στιγμή να σκέφτεται τη μέρα που την παρέδωσε στο ορφανοτροφείο. Μετά από πολλές έρευνες, αμέτρητα τηλεφωνήματα και e-mails η Λίντα έλαβε επιτέλους το πολυπόθητο μήνυμα που την ενημέρωνε πως η μητέρα της ήταν ζωντανή και την αναζητούσε. «Όταν διάβασα το γράμμα, με κυρίευσε ένα περίεργο συναίσθημα. Από τη μία ένιωθα ανακούφιση για το γεγονός ότι ζούσε ακόμη, απέραντη χαρά που δε με είχε ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια και ήθελε να με συναντήσει αλλά και μια δόση μετάνοιας που δεν ξεκίνησα νωρίτερα να την ψάχνω. Ένας από τους λόγους που δεν την αναζήτησα τόσα χρόνια ήταν ότι ο Έλληνας δικηγόρος είχε πει στους θετούς γονείς μου ότι γεννήθηκα πρόωρα και η μητέρα μου πέθανε στον τοκετό», μου λέει  η 61χρονη Λίντα Φόρεστ. Η πρώτη της επικοινωνία με τη βιολογική της μητέρα έγινε πέρυσι μέσω Skype, παρουσία μιας μεταφράστριας καθώς η ίδια δε μιλά ελληνικά. Όπως λέει, ένα μείγμα άγχους, περιέργειας και ενθουσιασμού την κυρίευσε μόλις είδε τη μητέρα της μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. «Λίγους μήνες μετά συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Ακριβώς 60 χρόνια από την ημέρα που με άφησε στο ορφανοτροφείο της Αθήνας. Με περίμενε στην πύλη με ένα μπουκέτο λουλούδια και αφού αγκαλιαστήκαμε, ξεσπάσαμε και οι δυο σε κλάματα», σημειώνει.

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

 

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης

Από την ημέρα εκείνη η ίδια και η οικογένειά της επισκέφθηκαν την Ελλάδα συνολικά 11 φορές. Όπως λέει, πλέον θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα και αυτό που αγαπά περισσότερο στη χώρα είναι η οικογένειά της. «Ο σύζυγός μου μού λέει ότι η ιστορία αυτή του θυμίζει έντονα την ταινία »Big Fat Wedding» όπου ένας Aμερικανός παντρεύεται μια Eλληνίδα και στη συνέχεια βαφτίζεται κι αυτός χριστιανός ορθόδοξος. Αυτό ακριβώς έκανε και ο άνδρας μου στις 16 Οκτωβρίου 2016. Βαφτίστηκε Ροβέρτος – Ευτύχιος στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο».

Θα κάνει ταινία την ιστορία της;

Αυτή την περίοδο η Λίντα εργάζεται πυρετωδώς καθώς έχει συγκροτήσει μια μη κυβερνητική οργάνωση με το όνομα «The Eftychia Project’ μέσω της οποίας βοηθά παιδιά που υιοθετήθηκαν τις δεκαετίες ’50 και ’60 προκειμένου να βρουν τους βιολογικούς τους γονείς. «Είμαι ένα από τα 3.000 παιδιά εκείνης της περιόδου που δόθηκαν για υιοθεσία και θέλω να βοηθήσω κι άλλους σαν εμένα. Είμαι πολύ συγκινημένη γιατί μέσω του »Eftychia project» καταφέραμε ήδη να φέρουμε σε επικοινωνία με τους βιολογικούς της γονείς μια γυναίκα, τη Ντενίς που έψαχνε την οικογένειά της επί 20 ολόκληρα χρόνια. Προς το παρόν έχει επικοινωνήσει με τους βιολογικούς της γονείς μέσω διαδικτύου και προς τα τέλη Ιουνίου θα ταξιδέψει στην Ελλάδα προκειμένου να τους γνωρίσει από κοντά», εξηγεί. Παράλληλα ετοιμάζει ένα βιβλίο στο οποίο καταγράφει το Γολγοθά που πέρασε ώστε να καταφέρει να βρει τη μητέρα της αλλά και τον εξευτελισμό που βίωσε η δεύτερη όταν έμεινε έγκυος χωρίς να έχει παντρευτεί. «Είμαστε σε επικοινωνία με έναν παραγωγό του Χόλιγουντ για το ενδεχόμενο να γίνει ταινία η ιστορία μας», καταλήγει.

 

Η μοναχή Σωφρονία επικοινωνεί με τους πιστούς μέσω Facebook

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Έναν ιδιαίτερο τρόπο προκειμένου να επικοινωνεί και να καθοδηγεί πνευματικά τους πιστούς, σκέφθηκε η γερόντισσα Σωφρονία Φαρμακίδου που από το 2017 «ανέστησε» το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Ακράτα που ήταν εγκαταλελειμμένο για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ακολουθώντας λοιπόν τις τάσεις της εποχής που θέλουν το διαδίκτυο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, η 52χρονη μοναχή επικοινωνεί καθημερινά με δεκάδες πιστούς από κάθε γωνιά της Γης με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που κάνει Παρακλήσεις σε ζωντανή σύνδεση δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε εκατοντάδες άτομα να συντονιστούν και να προσευχηθούν όλοι μαζί παρόλο που βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη της χώρας ή και του κόσμου. «Μέχρι πριν δύο χρόνια δεν είχα καν ίντερνετ. Όμως επειδή το μοναστήρι είναι στο βουνό και δεν έχει τόσους πολλούς προσκυνητές, θέλησα να δημιουργήσω προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου μέσα από τις αναρτήσεις μου θα ενημερώνω τον κόσμο για τις λειτουργίες», μου εξηγεί  τονίζοντας πως τελικά αυτό το εγχείρημα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ όμορφο καθώς έφερε κοντά στην εκκλησία ανθρώπους κάθε ηλικίας. «Σε καθημερινή βάση λαμβάνω επιστολές και γράμματα μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου αλλά και πάρα πολλά μηνύματα στο facebook, όπου οι άνθρωποι μου μιλούν για κάτι που τους απασχολεί και πολλές φορές μου δίνουν ονόματα συγγενών τους προκειμένου να τα διαβάσω στη λειτουργία». Η γερόντισσα κάθε βράδυ αφιερώνει λίγο χρόνο προκειμένου να απαντήσει στον καθένα ξεχωριστά αλλά και να καταγράψει σε χαρτί τα ονόματα που της δίνουν ώστε το επόμενο πρωί να προσευχηθεί γι’αυτά. «Αυτή η επαφή με τους πιστούς είναι πολύ σημαντική για εμένα και εκείνους. Πολλές φορές με τους ανθρώπους που είμαστε δίπλα σωματικά δεν έχουμε τόσο μεγάλη ψυχική επαφή ενώ με κάποιους που είναι χιλιόμετρα μακρυά και δεν τους έχουμε αντικρίσει ποτέ, αισθανόμαστε ότι επικοινωνούμε βαθύτερα. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με αρκετούς ανθρώπους που μιλάμε μέσω διαδικτύου κι έχω προσευχηθεί γι’αυτούς», σημειώνει. Ενδεικτικά της βαθύτερης αυτής επικοινωνίας που αναπτύσσει με κάποιους, είναι όπως λέει, τα μηνύματα που έλαβε την ημέρα που χτύπησε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα. «Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα αναποδογύρισε και πετάχτηκε εκατοντάδες μέτρα μακρυά. Σώθηκα από θαύμα κι όταν τελικά επέστρεψα στο μοναστήρι και άνοιξα το διαδίκτυο, είδα ότι μου είχαν έστειλαν τρεις γυναίκες μήνυμα ότι με είχαν δει στον ύπνο τους νεκρή. Οι δυνάμεις της προσευχής είναι πολύ δυνατές», τονίζει με νόημα.

Η ίδια διάγει μοναστικό βίο για τρεις δεκαετίες και όπως λέει, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφαση που είχε πάρει πριν καν ενηλικιωθεί. Όταν στα 18 της χρόνια ήρθε από τη Ρόδο στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στην Φιλοσοφική, μπήκε ενεργά μέσα στην Εκκλησία. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου προσευχόμουν. Μέσα στην εκκλησία ένιωθα ελευθερία και χαρά κι έτσι αποφάσισα να αφιερωθώ στο Θεό και να δώσω αγάπη και συμπαράσταση στους ανθρώπους», αναφέρει. Η γερόντισσα από το 2017 επέλεξε να εγκατασταθεί στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Ακράτα που ήταν κλειστό για μια δεκαετία και ακατάλληλο για διαβίωση. «Αναζητώντας ένα ησυχαστήριο, ζήτησα από  τον προστάτη της Ρόδου, τον Άγιο Φανούριο, να μου φανερώσει έναν τόπο όπως τον ονειρευόμουν πάντα. Μετά από λίγους μήνες μου παρουσιάστηκε μέσω διαφόρων προσώπων το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Αυτό έγινε τρεις φορές. Όταν λοιπόν ήρθα και το είδα, αποφάσισα ότι εδώ ανήκω», διηγείται.

Η μοναχή την ώρα που αγιογραφεί

Η γερόντισσα ακολουθεί ένα δύσκολο – για τους περισσότερους – πρόγραμμα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα στις 5π.μ. και μετά την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας ακολουθεί το δείπνο στις 9.30 π.μ., κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Για το υπόλοιπο της ημέρας η ηγουμένη μαζί με τις τρεις δόκιμες που βρίσκονται στη Μονή ασχολούνται με την αγιογραφία εικόνων, το πλέξιμο κομποσκοινιών καθώς και την παρασκευή αλοιφών.

Βαζάκια με θυμίαμα ζωγραφισμένα με σμάλτο. Πρόκειται για δημιούργημα της μοναχής

Η ίδια μάλιστα έχοντας το χάρισμα της γραφής, το οποίο και εξέλιξε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Φιλολογία, ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων. Στο τελευταίο της εκδοτικό εγχείρημα με τίτλο «Το τώρα του Θεού» ωθεί τους αναγνώστες να ζουν το παρόν αφήνοντας κατά μέρος το παρελθόν που δεν μπορεί να αλλάξει και χωρίς να σκέφτονται το μέλλον που είναι από τη φύση του αβέβαιο. «Δυστυχώς εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι ο θάνατος είναι για τους άλλους, όμως είναι το μόνο σίγουρο στη ζωή. Ασχολούμαστε με το παρελθόν και προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Νομίζουμε ότι μπορούμε να βάλουμε σε κουτάκια τη ζωή μας αλλά δεν είναι σίγουρο αν θα υπάρχουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Χάνουμε το παρόν για ένα επερχόμενο ωραίο μέλλον που ονειρευόμαστε», καταλήγει.

Παλαιοπωλείο ανθρωπιάς από άστεγους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν πριν από κάποια χρόνια έχασε τη δουλειά του, ο 68χρονος Λεωνίδας Κουρσούμης, απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και πρώην εργαζόμενος σε εκδοτικό οίκο, δεν φανταζόταν την τροπή που θα έπαιρνε η ζωή του. Αρχικά έκανε δουλειές του ποδαριού, οι οποίες όμως δεν επαρκούσαν για να καλύψει τα βιοποριστικά έξοδά του, και όταν το οικονομικό απόθεμά του τέλειωσε, έμεινε άστεγος.

Στη διάρκεια της βίαιης αυτής πραγματικότητας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει μάζευε βιβλία από κάδους σκουπιδιών, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι προκειμένου να βγάζει κάποια χρήματα. Πριν από περίπου δύο μήνες σκέφτηκε να απευθύνει μέσα από τη σελίδα του στο facebook έκκληση προς τους διαδικτυακούς φίλους του προκειμένου να του δωρίσουν βιβλία που δεν χρειάζονται πια.

Στόχος του είναι μαζί με άλλους δύο ανέστιους άνδρες να δημιουργήσουν ένα αυτοοργανωμένο παλαιοπωλείο προκειμένου να καταφέρουν να σταθούν και πάλι στα πόδια τους. «Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν συγκινητική, έχω μαζέψει χιλιάδες βιβλία. Προτιμούσα να κρατώ μικρό καλάθι, αλλά ο κόσμος έδειξε την ανθρωπιά του», μου λέει.

Το προσεχές Σαββατοκύριακο 16 και 17 Μαρτίου στο νούμερο 132 της οδού Πειραιώς θα διοργανώσει ένα παζάρι με τα βιβλία που έχει ως τώρα μαζέψει. «Σκοπός μας είναι να δημιουργηθεί ένας μόνιμος χώρος, ένα παλαιοπωλείο, όπου θα δουλέψουμε δύο άνθρωποι προκειμένου να έχουμε ένα μεροκάματο, να μείνουμε κάπου. Στην πορεία θα δούμε με ποιον τρόπο αυτό μπορεί να εξελιχθεί» σημειώνει.

Πάντως, η απόφασή του να μιλήσει δημόσια για την κατάστασή του μέσα από το προφίλ του δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όπως παραδέχεται, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάστηκε να ζει, ούτε καν στους πιο κοντινούς του. «Ντρεπόμουν τι θα πουν οι φίλοι και οι γνωστοί, οι οποίοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον όσο καιρό έψαχνα δουλειά. Όταν μίλησα για την κατάστασή μου, απελευθερώθηκα. Τελικά, κατάλαβα ότι μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε, δεν είναι ντροπή να είσαι άστεγος» καταλήγει.

Τρεις σύγχρονοι «Ροβινσώνες» στο Αιγαίο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Αποκομμένα από τον σύγχρονο πολιτισμό σε ένα μικρό νησί μόλις 350 στρεμμάτων στα Δωδεκάνησα κατοικούν μόνα τους τρία αδέρφια ηλικίας 60, 65 και 77 ετών. Ζώντας σαν σύγχρονοι Ροβινσώνες Κρούσοι, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους και τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, αρνούμενοι πεισματικά να εγκαταλείψουν το Μαράθι, τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Ένας εξ αυτών, ο 65χρονος Μιχάλης Κάβουρας, που κάθε πρωί υψώνει τη γαλανόλευκη στο μικρό λιμάνι του νησιού, ακούγεται με δυσκολία στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, καθώς η περιοχή είναι δύσβατη και το σήμα αδύναμο. «Ένας κεραυνός πριν από έναν μήνα έκαψε τα πάντα και δεν έχω πια τηλεόραση και σταθερό τηλέφωνο. Εγώ και τα αδέρφια μου είμαστε πλήρως αποκομμένοι από τον κόσμο» αναφέρει, τονίζοντας ότι παρά τις αλλεπάλληλες κρούσεις που έκανε στην εταιρία παροχής κανένας δεν έχει ενδιαφερθεί.

«Αν χρειαστούμε οτιδήποτε το βράδυ, βγαίνουμε έξω από το σπίτι με τον φακό, καθώς δεν έχουμε ρεύμα τον τελευταίο χρόνο, και ανεβαίνουμε στο βουνό προκειμένου να βρούμε σήμα. Αναβιώνουμε στιγμές περασμένων δεκαετιών» συμπληρώνει. Όμως, τα προβλήματα για τον κ. Μιχάλη και τα αδέρφια του δεν σταματούν εδώ. Ο τόπος διαμονής τους, στον οποίο το ρεύμα έφτασε πριν από μόλις έξι χρόνια (!), είναι ξεχασμένος από τον Πολιτεία.

Ο ίδιος, έχοντας επιζήσει από δύο εμφράγματα, προσεύχεται καθημερινά να βγει η μέρα χωρίς προβλήματα, διότι στο νησί δεν υπάρχει γιατρός. Μάλιστα, στην ταβέρνα που διατηρεί στο Μαράθι και η οποία λειτουργεί μόνο λίγες ημέρες κάθε Αύγουστο, ένας νεαρός τουρίστας έχασε τη ζωή του.

«Δεν υπάρχει γιατρός εδώ ή στους Αρκιούς, που είναι πολύ κοντά, και ώσπου να βρούμε βάρκα και να τον μεταφέρουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο που απέχει δύο ώρες πέθανε. Και τα άλλα δύο αδέρφια μου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά κανείς δεν μας δίνει σημασία» λέει με παράπονο. Το έσοδά τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα και προέρχονται κατά κύριο λόγο από την ταβέρνα που λειτουργούν λίγες ημέρες τον Αύγουστο.

Τα τρία αδέρφια επιβιώνουν με μεγάλη δυσκολία και η διατροφή τους βασίζεται κυρίως στα ψάρια.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι ο καιρός θα μας επιτρέψει να λάβουμε τρόφιμα. Φέτος τον χειμώνα το καΐκι έκανε έως και 15 μέρες να μας φέρει ψωμί. Ωστόσο, εγώ όχι μόνο πληρώνω τον ίδιο φόρο με κάποιον που ζει σε χωριό ή πόλη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάει να αγοράσει τα τρόφιμα που θέλει, αλλά καλούμαι να δώσω και πέντε ευρώ στο καΐκι, το οποίο είναι ήδη επιδοτούμενο» λέει και καταλήγει: «Είμαι τόσο αγανακτισμένος, που φοβάμαι πως καμιά μέρα θα μου στρίψει και θα υψώσω την τουρκική σημαία».

Η ηρωίδα δασκάλα του Αιγαίου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Κάθε πρωί στις οκτώ ο εννιάχρονος Χρήστος πηγαίνει στο σχολείο, όπου τον περιμένει η δασκάλα του και αφού χτυπήσουν συμβολικά το κουδούνι, κάνουν προσευχή κι έπειτα ξεκινά το μάθημα. Ο Χρήστος είναι ο μοναδικός μαθητής στο πολύπαθο σχολείο των Αρκιών, το μικρότερο της Ευρώπης, όπου τον τελευταίο ενάμισι χρόνο η 50χρονη Μαρία Τσιαλέρα εκτελεί τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα κάνοντάς το παράλληλα γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Όπως μου λέει, ζήτησε η ίδια να υπηρετήσει στην εσχατιά του Αιγαίου και παρά το γεγονός ότι πλέον βλέπει το σύζυγό της μόνο τα Σαββατοκύριακα που ο καιρός επιτρέπει τη μετακίνησή της, χαίρεται πολύ που επιτέλους το επαγγελματικό της όνειρο έγινε πραγματικότητα. Μάλιστα, το μέγεθος του λειτουργήματός της γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός πως η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, έναν τόπο εκ διαμέτρου αντίθετο με το ακριτικό νησί των 34 κατοίκων.

«Είχα πόθο να εργαστώ εδώ από το 2007. Παρακολουθούσα την πορεία του σχολείου, γνώριζα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι αλλά και το πόσο αδικημένα είναι τα παιδιά που ζουν στο νησί. Δεν μετάνιωσα στιγμή για την απόφασή μου. Αντιθέτως, αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες, οι οποίες με έχουν πεισμώσει και θέλω ακόμη περισσότερο να αγωνιστώ για τα αυτονόητα δικαιώματα του μοναδικού μαθητή στους Αρκιούς», δηλώνει χαρακτηριστικά. Πριν από λίγο καιρό η Ακαδημία Αθηνών τίμησε την 50χρονη δασκάλα  για την αφοσίωση και τη συνέπεια με την οποία εκτελεί τα καθήκοντα της. «Είναι σίγουρα τιμητικό αλλά δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου το γεγονός ότι θα βραβευτώ επειδή κάνω τη δουλειά μου, το αυτονόητο δηλαδή», σημειώνει. Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας της εργάστηκε σε ολιγοθέσια σχολεία ανά την Ελλάδα αλλά πρώτη φορά διδάσκει σε μονοθέσιο  αναλαμβάνοντας παράλληλα εκτός από το ρόλο της δασκάλας, εκείνον της συμμαθήτριας και της φίλης. «Το νησί δεν έχει άλλα παιδιά και ο Χρήστος δεν κοινωνικοποιείται. Μετά το πέρας των μαθημάτων παίζουμε μαζί κάποιο επιτραπέζιο και κουβεντιάζουμε για ό,τι μας απασχολεί. Μόλις τελειώσει το δημοτικό θα πρέπει είτε να αρχίσει να δουλεύει, είτε να μετακομίσει στο κοντινότερο νησί που υπάρχει γυμνάσιο. Το κράτος με αντισυνταγματικό τρόπο καταδικάζει τα παιδιά των Αρκιών καθώς δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση».

Προβλήματα

Εκτός όμως από τη μοναχικότητα, ο εννιάχρονος μαθητής φέτος κλήθηκε να αντιμετωπίσει και τις επιπτώσεις της έντονης κακοκαιρίας καθώς το κτίριο του σχολείου έχει υποστεί τόσες φθορές με το πέρασμα του χρόνου που πλέον πλημμυρίζει με την πρώτη βροχόπτωση. «Υπάρχουν μέρες που φορά το μπουφάν του από τις οκτώ το πρωί έως το μεσημέρι που σχολάει. Το παιδί τρέμει ολόκληρο από την υγρασία», λέει η δασκάλα του καταγγέλλοντας το γεγονός πως ενώ έγινε αυτοψία στο κτίριο το περασμένο καλοκαίρι, οι ζημιές δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί.

Νερά της βροχής στάζουν στον τοίχο της σχολικής αίθουσας

Μάλιστα, εκτός από τους κινδύνους που ενέχει μια τέτοια κατάσταση για την υγεία της ίδιας και του μαθητή της, πολλές φορές αναγκάζονται να ακυρώσουν τα μαθήματα των αγγλικών που για πρώτη φορά φέτος γίνονται στο σχολείο των Αρκιών σε συνεργασία με κέντρο ξένων γλωσσών στους Λειψούς. «Τα μαθήματα αυτά γίνονται ηλεκτρονικά όμως όταν βρέχει βγάζουμε από την πρίζα τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό διότι το νερό στάζει στους τοίχους και υπάρχει πιθανότητα βραχυκυκλώματος. Είναι αδιανόητο να ζούμε εν έτη 2019 σε μια γωνιά του Αιγαίου σε συνθήκες λίγο καλύτερες απ’ότι στην Κατοχή», αναφέρει.

Ένα ακόμη πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν για χρόνια οι κάτοικοι του νησιού, είναι η έλλειψη γιατρού με αποτέλεσμα να χάνονται ζωές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του παππού του εννιάχρονου Χρήστου, ο οποίος τον περασμένο Απρίλη παρουσίασε έντονη αδιαθεσία και λίγες ώρες αργότερα εξέπνευσε.

«Αν υπήρχε κάποιος γιατρός εδώ, ενδεχομένως να ζούσε σήμερα. Είμαστε ξεχασμένοι από την Πολιτεία κι αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που το νησί σιγά σιγά ερημώνει. Πως θα έρθει μια νέα γυναίκα εδώ να κάνει οικογένεια όταν γνωρίζει πως αν πάθει κάτι η ίδια ή το παιδί της θα είναι στο έλεος του Θεού εξαιτίας της έλλειψης γιατρού;», διερωτάται.

Ωστόσο, παρά τις αντιξοότητες η 50χρονη δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη έχει επιλέξει να υπηρετήσει το πόστο της υποδειγματικά και όνειρό της, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, είναι να μην κλείσει το σχολείο των Αρκιών. Αυτό επιθυμεί και ο εννιάχρονος μαθητής της Χρήστος που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει δάσκαλος και να επιστρέψει στο νησί του. «Θα παλέψουμε όσο μπορούμε γι’αυτό το σχολείο διότι το πονάμε. Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου μας επισκέπτονται το καλοκαίρι και δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε ένα τόσο απομονωμένο μέρος υπάρχει σχολείο. Μας βγάζουν φωτογραφίες και όταν φεύγουν κρατούν επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας».

 

Η τουρίστρια της Αμοργού που έγινε μοναχή και «ανέστησε» εγκαταλελειμμένη μονή από το 1757

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό πρωινό πριν από τριάντα περίπου χρόνια όταν μετά από είκοσι ώρες ταξίδι, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την… άγονη τότε Αμοργό προκειμένου να περάσει εκεί τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αρκετά χρόνια μετά, το 2011, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί, ως μοναχή πια, αναβιώνοντας παράλληλα τη μονή του Αγίου Γεωργίου Βαρσαμίτη που ήταν κλειστή από το 1757. Ο λόγος για τη γερόντισσα Ειρήνη, που αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αφοσιωθεί στο Θείο της κάλεσμα, όπως το αποκαλεί, αφιερώνοντας τη ζωή της στο Χριστό και τον συνάνθρωπο.

«Μόλις κατέβηκα από το πλοίο, ένιωσα κάτι πολύ οικείο. Τότε το νησί ήταν διαφορετικό, δεν είχε αναπτυχθεί τουριστικά, εξέπεμπε μια ηρεμία που με αιχμαλώτισε», μου διηγείται η ίδια. Τότε, ήταν υπάλληλος σε εταιρία μάρκετινγκ στην Αθήνα, ωστόσο το ανήσυχο πνεύμα της την οδηγούσε συνεχώς σε νέες εσωτερικές αναζητήσεις. Παράλληλα λοιπόν με την εργασία της, μελετούσε την Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία και διαπίστωσε ότι είχε πολλές απορίες. «Κάποια στιγμή βρήκα τον πνευματικό μου που ήταν καθηγητής στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας και μέσα από μια διαδικασία βαθιάς αναζήτησης, »γνώρισα» τον Χριστό. Στο πρόσωπό του βρήκα τις ιδιότητες που πάντα έψαχνα στη ζωή μου, δηλαδή την απόλυτη αγάπη, τη συγχώρεση και την ειρήνη», εξηγεί. Κάπως έτσι αποφάσισε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, εκείνο του μοναχισμού και από το 2011, όταν έγινε η κουρά της, ζει μόνιμα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στην Αμοργό που ήταν κλειστό για δυόμισι αιώνες. Μάλιστα, το συντηρεί η ίδια αποκλειστικά από τα έσοδα που προέρχονται από τις αγιογραφίες που φιλοτεχνεί.

Η γερόντισσα Ειρήνη μετέτρεψε την άλλοτε εγκαταλελειμμένη μονή σε επίγειο παράδεισο

«Η τελευταία μοναχή που ζούσε εδώ, η Φιλαρέτη, πέθανε το 1757 και ο τάφος της είναι μέσα στο ναό. Από την ημέρα που ήρθα εδώ, το μοναστήρι »ζωντάνεψε» και τους περισσότερους μήνες του χρόνου σφύζει από ζωή», αναφέρει. Πράγματι, ο άλλοτε εγκαταλελειμμένος ναός, έχει μετατραπεί σε επίγειο παράδεισο γεμάτο λουλούδια και δέντρα που φύτεψε η ίδια και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας που πραγματοποιείται κάθε Σάββατο, οι πιστοί κάθονται γύρω από το τραπέζι και τρώνε όλοι μαζί. «Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο έρχονται άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μόλις μπαίνουν στο μικρό ναό μου λένε ότι αισθάνονται μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εγώ δεν το καταλαβαίνω διότι ζω μόνιμα σε αυτή την γλυκιά ειρήνη».

Η καθημερινότητα

Η μοναχή ξυπνά καθημερινά στις πέντε το πρωί και αφού προσευχηθεί για δύο ώρες, πίνει τον καφέ της και στη συνέχεια φιλοτεχνεί τις αγιογραφίες, μέσα από τις οποίες συντηρεί το ναό. «Το πρόγραμμα είναι γεμάτο μέχρι το βράδυ. Φέρτε μου κάποιον με κατάθλιψη εδώ και θα γίνει καλά», λέει τονίζοντας πως η σωματική εργασία σε συνδυασμό με την προσφορά στο συνάνθρωπο και την επαφή με τη φύση, δεν αφήνει περιθώρια ψυχικής κατάπτωσης. Εκείνο που κάθε φορά προτρέπει τους πιστούς που συρρέουν στο γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, είναι να προσπαθήσουν να γνωρίσουν το Χριστό. «Λέω στους ανθρώπους να διαβάσουν την Καινή Διαθήκη και αφού «γνωριστούν» μαζί Του, μετά ας Του πουν με την ελευθερία της βούλησής τους »χάρηκα που σε γνώρισα» ή »γεια χαρά, δε χάρηκα». Μόνο μέσα από τη γνώση μπορείς να αποδεχθείς ή να απορρίψεις κάτι», καταλήγει.

 

Η γαστρονομική πλευρά της προσφυγικής ροής στη Λέσβο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό εστιατόριο που δίνει τη δυνατότητα σε πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και γηγενείς που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια μέσα από την εργασία «παντρεύοντας» παράλληλα γεύσεις από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ελλάδα, λειτουργεί τους τελευταίους μήνες στη Λέσβο. Πρόκειται για το κοινωνικό εστιατόριο «ΝΑΝ» που σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες όπως ινδικά, πακιστανικά και φαρσί,  η ιδέα για το οποίο «γεννήθηκε» από τέσσερις εθελόντριες που σε καθημερινή βάση επισκέπτονταν τον καταυλισμό ΠΙΚΠΑ – απ’ όπου πέρασαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες – και θέλησαν μαζί με τον θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, να φέρουν τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε, να μιλήσουν αλλά και να δημιουργήσουν μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτήν που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. «Συναντήσαμε πάρα πολλούς ανθρώπους που ήρθαν στο νησί και εγκλωβίστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα να μη μπορεί να δει ο κόσμος την άλλη πλευρά των προσφύγων και να τους δει ως μονάδες. Άλλωστε, μόνο γύρω από ένα τραπέζι μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία κάποιου», μου λέει μια εκ των τεσσάρων ιδρυτριών, η κα. Λένα Αλτίνογλου και συνεχίζει: «Όνειρό μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όμορφο και φιλόξενο, όπου ο καθένας θα μπορεί να αναδείξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του. Ένα εστιατόριο που θα παρουσιάζει γεύσεις από άλλες πατρίδες και μέσα από τη συνύπαρξη θα δούμε πόσα κοινά υπάρχουν μεταξύ μας, παρά τις διαφορετικές μας ρίζες». Έτσι, στο ΝΑΝ σήμερα εργάζονται συνολικά δώδεκα άνθρωποι, έξι των οποίων είναι ντόπιοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, όπως μακροχρόνια ανεργία, ιατρικές παθήσεις ενώ οι υπόλοιποι προέρχονται από χώρες όπως τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Παράλληλα, εκτός από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, το εστιατόριο ΝΑΝ ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς από τους οποίους αγοράζει τις πρώτες ύλες για το φαγητό ενώ παράλληλα προωθεί τις αξίες και ιδέες της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της μη σπατάλης τροφίμων. Το φαγητό που περισσεύει δίνεται σε δομές και κοινωνικές κουζίνες για άπορους πολίτες.

«Δεν στηρίζουμε πολυεθνικές εταιρίες που μπορεί να έχουν φθηνότερα προϊόντα αλλά οι τεχνικές τους δε συνάδουν με το πνεύμα του εστιατορίου και το πνεύμα της ομάδας μας που ονειρεύτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει η κ. Αλτίνογλου.

Δυσκολίες

Όπως μου λέει, το εστιατόριο δεν έτυχε ευρείας ανταπόκρισης από την κοινωνία του νησιού, μεγάλο μέρος της οποίας βλέπει το εγχείρημα αυτό με καχυποψία. «Από νησί της αλληλεγγύης η Μυτιλήνη έχει μετατραπεί σε ένα φοβικό μέρος, όπου εκφράζονται φόβοι ότι θα αλλοιωθεί ο πληθυσμός, ότι οι άνθρωποι αποτελούν κίνδυνο. Έχουν συσσωρευτεί προβλήματα διότι έχουμε συνέχεια αφίξεις και καταλαβαίνω ότι αυτό έχει κουράσει κάποιο κόσμο», σημειώνει διευκρινίζοντας για ποιο λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι «κλέβουν» τις θέσεις εργασίας από τους γηγενείς.

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι εμπνευστές πιστεύουμε ότι η εργατική τους δύναμη είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται κανονικά με τις σχέσεις εργασίας που ορίζει το ελληνικό κράτος. Δεν κλέβουν δουλειές από κανέναν, απεναντίας δημιουργήσαμε θέσεις εργασίας, τις μισές από τις οποίες καταλαμβάνουν οι ντόπιοι. Επιπλέον, υπήρξε ένας κύκλος εργασιών που περιλάμβανε μια πολύ ευρύτερη ομάδα τεχνητών και εργατών, οι οποίοι δούλεψαν για το ΝΑΝ και πληρώθηκαν από αυτό, άρα δώσαμε πίσω στην κοινωνία», εξηγεί.

Στόχος είναι η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του καταστήματος, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του χάρη σε διάφορες δωρεές από οργανώσεις και φίλους αλλά και με τη βοήθεια εθελοντών, προκειμένου οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτό, να καταφέρουν να σταθούν στο πόδια τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Όπως χαρακτηριστικά λέει η κα. Αλτίνογλου, οι μόνοι που θα χάσουν σε περίπτωση που το ΝΑΝ δεν πάει καλά, είναι οι εργαζόμενοί του. «Ευελπιστούμε εκτός από εστιατόριο να αποτελέσει στο μέλλον κι έναν χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται δράσεις και θα γίνονται ζυμώσεις, να συζητιούνται τα θέματα που απασχολούν τη γειτονιά, την πόλη και να βρίσκονται λύσεις», καταλήγει. 

Ο βραβευμένος Ιορδανός φωτορεπόρτερ που ακολουθεί το δράμα των προσφύγων

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Τι κι αν είναι μόλις 37 ετών, ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Ιορδανός φωτορεπόρτερ Muhammed Muheisen έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή των κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την τελευταία δεκαπενταετία τη Μέση Ανατολή – από τον πόλεμο στο Ιράκ και την επανάσταση στην Υεμένη έως την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και το ξέσπασμα της Αραβικής «Άνοιξης»έχει βραβευθεί με δύο Πούλιτζερ και έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό TIME ως «ο καλύτερος φωτογράφος της χρονιάς» για το 2013. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του είναι εστιασμένη στην προσφυγική κρίση και με την κάμερά του ακολουθεί τους απανταχού εκτοπισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω συρράξεων και διώξεων. Πρόσφατα, βρέθηκε στα ελληνικά κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών και «αιχμαλώτισε» με την κάμερά του παιδικά πρόσωπα, οι φωτογραφίες των οποίων εκτέθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Άλλωστε, όπως μου λέει ο ίδιος, πιστεύει ότι τα παιδιά είναι τα πραγματικά θύματα του πολέμου και της φτώχειας. «Όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και εκείνα που ζουν σε εύφλεκτες ζώνες, αναζητούν ένα πράγμα μόνο, τη χαρά. Ακόμα και μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Πάντα »κουβαλώ» μαζί μου τη φωνή τους μέσα από τα πορτραίτα τους, όχι επειδή είναι πιο εύκολο να φωτογραφίσεις τα παιδιά αλλά επειδή είναι τόσο σημαντικό να ακουστεί η φωνή τους. Τα παιδιά ποτέ δεν λένε ψέματα και στα μάτια τους καθρεφτίζεται η αλήθεια τους».

Η 14χρονη Liyana από την Ιορδανία είναι καρκινοπαθής και ονειρεύεται να γίνει η καλύτερη σχεδιάστρια μόδας του κόσμου

Πόσο εύκολο είναι όμως να προσεγγίσει τις οικογένειες των παιδιών αυτών και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ώστε να δεχθούν να φωτογραφηθούν; Όπως μου λέει, η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα στη δουλειά του, ένα συναίσθημα που απαιτεί χρόνο αλλά και κόπο για να κερδηθεί. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να σέβεσαι τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις, να μην παραβιάζεις την ιδιωτικότητά τους, να μαθαίνεις συνεχώς πράγματα για την κουλτούρα και τις παραδόσεις τους ζώντας μαζί τους», σημειώνει τονίζοντας ότι προτού τους φωτογραφίσει, περνά αρκετό χρόνο με τις οικογένειες αυτές προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Ο σεβασμός είναι το κλειδί», προσθέτει.

Φωτογραφία που τράβηξε σε ελληνικό καταυλισμό

Μια από τις τελευταίες του φωτογραφίες που συγκίνησε τους ακόλουθούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι εκείνη που απεικονίζει την Κίραν, ένα εννιάχρονο κορίτσι που σκύβει στοργικά προς το νεογέννητο αδερφό της, ο οποίος είναι ξαπλωμένος σε μια αυτοσχέδια αιώρα στον αύλειο χώρο ενός εργοστασίου τούβλων στο Πακιστάν. Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια, η οποία είναι μια από τις πολλές εσωτερικά εκτοπισμένες της χώρας. «Έχοντας καλύψει αρκετές συγκρούσεις στο Πακιστάν, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο εστιάζω και θέλω να αναδείξω μέσα από τη δουλειά μου κι αυτό είναι οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πολίτες και τα παιδιά που εξαιτίας της ανελέητης φτώχειας αναγκάζονται να δουλέψουν από πολύ μικρή ηλικία για να επιβιώσουν. Η Κίραν και οι γονείς της αναγκάστηκαν να φύγουν από την επαρχιακή πόλη που ζούσαν εξαιτίας των πλημμυρών  και προκειμένου να επιβιώσουν, δουλεύουν όλοι μαζί στο εργοστάσιο. Η Κίραν λοιπόν δεν πηγαίνει σχολείο», σημειώνει και προσθέτει: «Όπως είπα και πριν, όταν περνάς ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μέρος, γίνεσαι αναπόφευκτα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί κι αυτοί της δικής σου. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για μια φωτογραφία αλλά για ένα μήνυμα από ένα παιδί στο συγκεκριμένο σημείο του κόσμου».

 

Η πολαρόιντ της γιαγιάς

Κομβικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει φωτορεπόρτερ και να μας χαρίζει μέσα από τις εικόνες του γνώσεις για τη ζωή σε εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη, έπαιξε μια πολαρόιντ κάμερα της γιαγιάς του. Αυτό το «μαγικό», όπως λέει, κουτί που όταν πατάς το κουμπί, εμφανίζεται αμέσως ένα κομμάτι χαρτιού που αποτυπώνει τη συγκεκριμένη στιγμή και το οποίο μπορείς να κουβαλάς μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής σου. «Συνειδητοποίησα τη σημασία της φωτογραφίας ως ένα εργαλείο αποτύπωσης και εξιστόρησης γεγονότων που μπορεί να ρίξει φως σε σημαντικά ζητήματα, να αλλάξει τα στερεότυπα αλλά και να βοηθήσει. Τα τελευταία χρόνια γυρίζω τον κόσμο προκειμένου να προβάλω ανείπωτες ιστορίες και αφανείς ήρωες», λέει και θυμάται την πρώτη του αποστολή ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ιράκ το 2003. «Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος αλλά τελικά δεν ήμουν. Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πόσο τυχερός είμαι που έζησα και μου δίνεται τώρα η δυνατότητα να σου μιλήσω γι’αυτό», λέει και καταλήγει: «Ο πόλεμος αυτός μου χάρισε το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ και παρά το γεγονός ότι μου άνοιξε το δρόμο προς την επιτυχία, δεν θα δίσταζα να το δώσω πίσω γιατί οι αναμνήσεις πίσω από αυτό με ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Το μάθημα ζωής που πάντα υπενθυμίζω στον εαυτό μου και στους ανθρώπους γύρω μου είναι πόσο τυχεροί είμαστε που στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα σπίτι, ένα κρεβάτι κι ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το αντίθετο δηλαδή από τους ανθρώπους τους οποίους φωτογραφίζω, οι οποίοι μην έχοντας τίποτα, παλεύουν ασταμάτητα προκειμένου να επιβιώσουν και να είναι χαρούμενοι».

 

Από την Οδύσσεια της ξενιτιάς, στην… Ιθάκη της «Σχεδίας»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ιστορία του 70χρονου Παναγιώτη Δημητρίου θα μπορούσε να αποτελέσει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Κι αυτό διότι η ζωή του είχε μεγάλες ανατροπές, δεν φοβόταν τις προκλήσεις, ταξίδεψε σε αρκετές χώρες του κόσμου και, κυρίως, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται ποτέ για να βρει την Ιθάκη του. Ήταν μόλις 12 ετών όταν τέλειωσε το δημοτικό σχολείο σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αίγιο, «ρίχτηκε» αμέσως στο μεροκάματο και λίγο πριν ενηλικιωθεί, μπάρκαρε στα καράβια, έζησε και εργάστηκε στη Δανία αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για αρκετά χρόνια όπου κατάφερε να δημιουργήσει και μια δική του επιχείρηση. Τον τελευταίο χρόνο χωρίς καμία μέριμνα για τα γεράματα και πέφτοντας θύμα του πάλαι ποτέ κραταιού κράτους πρόνοιας των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, ο 70χρονος κ. Παναγιώτης ήρθε στην Αθήνα, πάσχισε και τελικά δικαιώθηκε χάρη στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία».

«Το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν από την Κόρινθο στο Πρίντεζι. Δεν μου άρεσε καθόλου, έπλενα στοίβες από πιάτα αλλά από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω. Σκοπός μου ήταν να φύγω για Αμερική», μου λέει. Η στιγμή που δεν μπορεί ακόμη να ξεχάσει από τη θητεία του στα καράβια ήταν όταν ένα βράδυ κατά τη διάρκεια ταξιδιού από το Ρότερνταμ στη Σαγκάη μέσω Νοτίου Αφρικής, το πλοίο βρέθηκε στο έλεος του κυκλώνα. «Τα κύματα έφταναν το ύψος μιας επταόροφης πολυκατοικίας και δεν ήξερα καθόλου μπάνιο. Προσευχήθηκα στον Άγιο Νικόλα να βγω ζωντανός από εκεί μέσα και έδωσα όρκο πως δεν θα ξαναμπώ στη θάλασσα», διηγείται ο κ. Παναγιώτης. Λίγο καιρό μετά ήρθε η πολυπόθητη πρόταση από Αμερική και συγκεκριμένα από το Ντιτρόιντ του Μίσιγκαν, όπου εργάστηκε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως μάγειρας και μετά άνοιξε το δική του επιχείρηση εστίασης στο Σικάγο. Το ανήσυχο πνεύμα του ωστόσο δεν τον άφηνε να εγκαθίσταται στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό κι έτσι λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στη Χαβάη, «πάτησε» τον όρκο του και δούλεψε για δύο χρόνια στο «Πλοίο της Αγάπης» που έκανε καθημερινά το γύρο των νησιών για τους τουρίστες. «Ήταν ωραία εμπειρία, ερχόταν κόσμος από κάθε γωνιά της Γης. Μετά πήγα στη Δανία όπου δούλεψα ως μάγειρας σε ευρωπαϊκά εστιατόρια και λίγο πριν επιστρέψω πίσω, έζησα στον Καναδά».

«Έψαξα στον τηλεφωνικό κατάλογο να βρω ελληνικά εστιατόρια στο Κεμπέκ. Δούλεψα σε κάποιο, το οποίο σιχάθηκα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Όποια κατσαρόλα σήκωνα, έβλεπα κατσαρίδες», σημειώνει. Λίγο καιρό αργότερα βρήκε άλλη δουλειά πάλι στο χώρο της εστίασης, η οποία απαιτούσε να εργάζεται ως τα χαράματα. «Έπινα δώδεκα ποτήρια καφέ την ημέρα για να αντέξω ώσπου μια μέρα λιποθύμησα. Ο γιατρός μου είπε πως έπρεπε να αφήσω αυτή τη δουλειά αν ήθελα να είμαι υγιής». Από το 2006 έως και το 2017 που επέστρεψε στην Ελλάδα, ο κ. Παναγιώτης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε χρήματα για τους ανάπηρους. Όπως λέει, αν και αρχικά δυσκολεύτηκε, στη συνέχεια τα πήγε πολύ καλά και κατάφερε να καταρρίψει το ρεκόρ των συναδέλφων του μαζεύοντας τα περισσότερα χρήματα. «Ήμουν κοινωνικός και γλυκομίλητος. Το σκορ μου ήταν 1.300 δολάρια σε 2,5 ώρες».

Τον Ιούνιο του 2017 ήρθε στην Ελλάδα καθώς δεν ανανεώθηκε η άδεια παραμονής του και έχασε και μια μικρή σύνταξη που έπαιρνε από το καναδικό κράτος. Πλέον, ζει σε έναν ξενώνα για άστεγους και άπορους πολίτες στον Καρέα και βγάζει το χαρτζιλίκι του πουλώντας το περιοδικό δρόμου «Σχεδία». «Βρήκα τη χαμένη μου αξιοπρέπεια και μπορώ να ζω χωρίς να επιβαρύνω κανέναν γύρω μου. Βέβαια, για έναν άνθρωπο 70 χρονών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να στέκεται όρθιος στο δρόμο και να πουλά περιοδικό, αλλά από την άλλη νιώθω ευγνώμων που μου δόθηκε έστω κι αυτή η δυνατότητα», καταλήγει.

Ο συλλέκτης που μάζεψε χιλιάδες έργα του Μάνου Χατζιδάκι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν καλοκαίρι του 1987 σ’ένα από εκείνα τα κλασσικά καφενεία της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο 20χρονος τότε Γιάννης Μπότσας άκουσε ξαφνιασμένος στις συζητήσεις της ομήγυρης επαινετικά σχόλια για τη μουσική του Μάνου, έτσι τον αποκαλούσαν, με το μικρό του όνομα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο νεαρός Γιάννης πίστευε ότι η μουσική του Χατζιδάκι και τα τραγούδια του απευθύνονταν μονάχα σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις ελίτ, όπως έχουμε συνηθίσει να τις αποκαλούμε.

Μάλιστα, το γεγονός ότι άνθρωποι του μεροκάματου έτρεφαν τόσο μεγάλη εκτίμηση για το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, του κίνησε την περιέργεια και την ίδια κιόλας ημέρα πήγε στην επετειακή συναυλία που έδωσε ο συνθέτης στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ημέρα έως και σήμερα, ο Γιάννης αφιέρωσε αμέτρητες ώρες αλλά και δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη συλλογή δίσκων, παρτιτούρων, επιστολών αλλά και ανέκδοτου υλικού του συνθέτη.

«Μόλις γύρισα σπίτι μου από τη συναυλία του 1987, στα αυτιά μου ηχούσε συνεχώς η »Μπαλάντα των Αισθήσεων». Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου αυτή την υπέροχη μελωδία που είχα την τύχη να απολαύσω ζωντανά. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, έχω συλλέξει από δισκοπωλεία και δημοπρασίες σπάνιο υλικό και νιώθω πολύ περήφανος γι’αυτό», μου λέει ο 51χρονος σήμερα ιδιωτικός υπάλληλος.

Εξώφυλλο του περιοδικού »ΕΙΚΟΝΕΣ» με το Μανος Χατζιδάκι, από τη συλλογή του κ. Μπότσα

 

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για την επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας

Στη σπάνια συλλογή του θα βρει κανείς όλες τις πρώτες εκδόσεις δίσκων 33 και 45 στροφών, δίσκους γραμμοφώνου, φωτογραφίες με το έργο του Χατζιδάκι από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τις συναυλίες του καθώς και σπάνιες παρτιτούρες, επιστολές του συνθέτη, αφίσες κινηματογράφου αλλά και όλα τα προγράμματα που μοιράζονταν στους θεατές από το 1944 ώς και το 1998, τη χρονιά δηλαδή που ο Χατζιδάκις συμμετείχε τελευταία φορά ως μουσικός σε θεατρική παράσταση. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει προς στο κοινό ένα μέρος του υλικού που έχει στην κατοχή του, δημιούργησε την ιστοσελίδα manoshadjidakis.com αλλά και ένα κανάλι στην διαδικτυακή πλατφόρμα youtube όπου μπορεί να ακούσει κανείς συνεντεύξεις του συνθέτη, αποσπάσματα από ταινίες με συνθέσεις του, ραδιοφωνικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ για το »Μεγάλο Ερωτικό» καθώς και ανέκδοτα τραγούδια.

«Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο μουσικές του Χατζιδάκι που έχω στην κατοχή μου και δεν είναι ευρέως γνωστές. Δεν σκέφτηκα στιγμή ότι επειδή δαπάνησα ένα αρκετά μεγάλο ποσό, θα έπρεπε να το απολαύσω μόνος μου. Άλλωστε η »απαγόρευση» είναι μια λέξη που δεν ταίριαζε στο πνεύμα του Χατζιδάκι», λέει και προσθέτει: «Στο κανάλι μου θα βρει κανείς μεταξύ άλλων μια οριεντάλ σύνθεσή του για την ταινία »Το Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου που γυρίστηκε το 1958, θα ακούσει τη μουσική του με την οποία »ντύθηκαν» οι εικόνες του ντοκιμαντέρ «Ατλαντίδα» που γυρίστηκε το 1978 από τον Jacques-Yves Cousteau, παρουσιάσεις δίσκων από τον ίδιο τον Χατζιδάκι, αποσπάσματα από ραδιοφωνικές του εκπομπές, δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών και πολλά άλλα ηχητικά ντοκουμέντα».

Συλλεκτικό εξώφυλλο από δίσκο του Χατζιδάκι, ζωγραφισμένο στο χέρι

Η συλλογή του καλλιτεχνικού αυτού θησαυρού έγινε με πολύ κόπο και ατέλειωτες ώρες έρευνας. Ενδεικτικό των όσων τράβηξε προκειμένου σήμερα να έχει στην κατοχή του αυτό το σπάνιο υλικό, είναι η προσπάθειά του να αποκτήσει την ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι» που γυρίστηκε το 1962 από Αμερικανό παραγωγό με μουσική του Χατζιδάκι. «Η ταινία δεν είχε προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα και για να τη βρω έπρεπε να απευθυνθώ σε ταινιοθήκες του εξωτερικού. Μετά από αμέτρητες επιστολές και δεκάδες e-mails η ταινιοθήκη της Αμερικής μου την έστειλε. Η όλη διαδικασία κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια ενώ για τη μετροπή της ταινίας από το αμερικανικό σύστημα της δεκαετίας του ’60 σε σημερινή μορφή DVD, έδωσα 400 δολάρια», λέει ο κ. Μπότσας.

Η ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι, την οποία ο κ. Μπότσας απέκτησε μετά από τρία χρόνια συνεχούς προσπάθειας

Κλειστές πόρτες

Όταν το 2012 ο Γιάννης Μπότσας αποφάσισε να εκθέσει το αρχειακό υλικό του για τον συνθέτη – σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας, απευθύνθηκε στο επίσημο αρχείο του Μάνου Χατζιδάκι, στο  Μέγαρο Μουσικής, το ίδρυμα Ωνάση, το μουσείο Μπενάκη, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Ωνάση στη λεωφόρο Συγγρού,το   ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την Εθνική Πινακοθήκη. «Εκείνο που με λύπη διαπίστωσα είναι πως οι ιθύνοντες του πολιτισμού στη χώρα μας δεν ενδιαφέρονται για τη διάσωσή του αλλά μονάχα για τις δημόσιες σχέσεις. Αν ήμουν ένας επιφανής Αθηναίος κι όχι ένας απλός ιδιωτικός υπάλληλος, θα είχα πάρει το »πράσινο φως»», λέει με παράπονο.

Ο κ. Μπότσας δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το ίνδαλμά του. Ακόμη και την ημέρα που ο Μάνος Χατζιδάκις «ταξίδεψε» για πάντα στην Οδό Ονείρων, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία του. Ωστόσο, το ερώτημα που τον βασανίζει σήμερα, μετά από δύο δεκαετίες διαρκούς ενασχόλησης με το έργο του συνθέτη, είναι το εξής: «Για ποιο λόγο ενώ έγραφε τόσο σπουδαίες μουσικές, οι οποίες μάλιστα πήραν διεθνή βραβεία που ο κόσμος δεν γνωρίζει, δεν τις δισκογράφησε ώστε να μπορούν σήμερα όλοι να τις απολαύσουν;».