Ο Σπαρτιάτης ελαιοπαραγωγός που σαρώνει όλα τα βραβεία

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Μέγιστον αγαθόν προς πάσαν του βίου θεραπείαν», είχε χαρακτηρίσει την ελιά ο Σόλωνας, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας. Σήμερα, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, εκατοντάδες επιστήμονες από κάθε γωνιά της Γης ορκίζονται στη διατροφική αξία του «ευλογημένου» αυτού καρπού και άλλοι τόσοι παραγωγοί προσπαθούν να φέρουν στο τραπέζι των καταναλωτών την καλύτερη εκδοχή του. Ένας από αυτούς είναι ο βιοκαλλιεργητής και παραγωγός από τη Σπάρτη Γιώργος Σακελλαρόπουλος που πριν από λίγες ημέρες κατέκτησε το εκατοστό (!) διεθνές βραβείο για την ποιότητα των ελαιοπροϊόντων του δημιουργώντας παράλληλα ένα παγκόσμιο ρεκόρ για Έλληνα παραγωγό. Μάλιστα, η φήμη των αγαθών που παράγει και εξάγει σε συνολικά 16 χώρες, έφτασε μέχρι το κορυφαίο πανεπιστήμιο του κόσμου, το Χάρβαρντ, όπου επιστήμονες αξιοποιούν τα προϊόντα από τους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου σε έρευνές τους.

Το βιολογικό αγουρέλαιο των ελαιώνων Σακελλαρόπουλου που κέρδισε το εκατοστό βραβείο

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι συνεργάτες μου νιώθουμε ιδιαίτερη τιμή για το ασημένιο βραβείο που πήραμε πριν λίγες ημέρες στον μεγαλύτερο παγκόσμιο διαγωνισμό ελαιολάδου στη Νέα Υόρκη, για το βιολογικό έξτρα παρθένο Αγουρέλαιό μας. Στο διαγωνισμό συμμετείχαν 903 δείγματα από 27 χώρες από όλο τον κόσμο, όπως … Όραμά μας ήταν ανέκαθεν η πάρα πολύ υψηλή ποιότητα και χαίρομαι πολύ που μέσα από τις εκατό πλέον διεθνείς βραβεύσεις, αυτό αναγνωρίζεται στους μεγαλύτερους διαγωνισμούς παγκοσμίως», δηλώνει ο ίδιος στην «κυριακάτικη δημοκρατία».

Μια ακόμη πρωτιά για τον κ. Σακελλαρόπουλο αποτελεί το γεγονός πως ξεκίνησε την αγροδιατροφική του επιχείρηση στη Σπάρτη το 1992, μια εποχή όπου η βιολογική γεωργία ήταν εντελώς άγνωστη στη χώρα μας. Ο ίδιος, σε ηλικία 27 ετών τότε, μελέτησε τις εδαφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής και προχώρησε στην καλλιέργεια των ποικιλιών Κορωνέικης και της Καλαμών ελιάς. «Το όραμά μου ήταν ανέκαθεν η πολύ υψηλή ποιότητα. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου, είχα συγκεκριμένο στόχο, δεν ξεκίνησα με τη λογική »πάμε κι όπου βγει»», εξηγεί. Σήμερα, 27 χρόνια μετά, οι διακρίσεις ακολουθούν η μία την άλλη ενώ οι εξαγωγές ξεπερνούν το 90% της παραγωγής.

Οι ελαιώνες Σακελλαρόπουλου

«Όταν πας σε έναν διεθνή διαγωνισμό, ακόμη και η παραμικρή λεπτομέρεια μετρά. Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο για εμάς, απαιτεί από την πλευρά μας αρκετές ώρες εργασίας και έρευνας αλλά η αναγνώριση μας ανταμείβει», συμπληρώνει.

Πανεπιστήμια

Ο βραβευμένος ελαιοπαραγωγός εκτός από την καινοτομία και τον πλουραλισμό σε γεύσεις και αρώματα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στα οφέλη που έχουν τα προϊόντα που παράγει στην υγεία των καταναλωτών. Για το λόγο αυτό άλλωστε, οι συνεργασίες του με ερευνητές και επιστήμονες είναι πρωτεύουσας σημασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αξιοποίηση των βιολογικών ελαιολάδων που παράγει ο ίδιος στην τριετή έρευνα «Παρεμβατική Μελέτη Μεσογειακής Διατροφής» που πραγματοποιείται από το πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και τη σχολή Δημόσιας Υγείας, στην καθημερινή διατροφή 1000 εθελοντών πυροσβεστών σε 44 πυροσβεστικούς σταθμούς των Ηνωμένων Πολιτειών. Σκοπός της τριετούς μελέτης είναι να αποδείξει ότι αλλάζοντας τις διατροφικές συνήθειες, με επιστημονικά αποδεδειγμένο τρόπο, σε ομάδες ανθρώπων που έχουν υψηλό κίνδυνο ασθενειών και κυρίως καρδιακών προσβολών κατά την εκτέλεση της εργασίας τους – όπως οι πυροσβέστες – ο κίνδυνος αυτός μειώνεται σε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά.

To »majestic» αναδείχθηκε καλύτερο λάδι του κόσμου πέρυσι

Την ίδια ώρα, οι βιολογικές ελιές από τους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου επιλέχθηκαν μετά από έρευνες από επιστήμονες του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι σε συνεργασία με το 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο μελέτησαν πολλά εμπορικά δείγματα ελιών και κατέληξαν ότι οι ελιές από τους βιολογικούς ελαιώνες Σακελλαρόπουλου περιέχουν πέντε φορές περισσότερα αντιοξειδωτικά συστατικά. Έτσι, δίνοντας μόνο πέντε ελιές ημερησίως σε είκοσι υγιή άτομα – εθελοντές για 60 ημέρες, διαπίστωσαν σημαντική αύξηση της καλής χοληστερόλης και μείωση της κακής.

Εκείνο που ίσως τον διαφοροποιεί είναι το γεγονός πως αρκετοί – Έλληνες και ξένοι – παραγωγοί εστιάζουν αποκλειστικά στην ποσότητα και όχι στην ποιότητα των προϊόντων τους με αποτέλεσμα να γεμίζει το πιάτο του καταναλωτή με φυτοφάρμακα και ορμόνες. «Ανταγωνιζόμαστε εταιρίες που δεν είναι βιολογικές και που τα λάδια τους και οι ελιές τους είναι γεμάτα ορμόνες και φυτοφάρμακα, με το δέλεαρ μιας χαμηλότερης τιμής. Όμως ο καταναλωτής, έχει ένα μεγάλο όπλο, τη δυνατότητα της επιλογής», λέει και προσθέτει: «έχουμε κάνει με τους συνεργάτες μου στην Ελλάδα και το εξωτερικό πολύ μεγάλη προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια προκειμένου να εξηγήσουμε την αξία του βιολογικού λαδιού και της βιολογικής ελιάς».

Περισσότερες πληροφορίες για τους βραβευμένους ελαιώνες Σακελλαρόπουλου και τα καινοτόμα προϊόντα τους, θα βρείτε στην ιστοσελίδα της επιχείρησης www.bioarmonia.gr.

Τρεις σύγχρονοι «Ροβινσώνες» στο Αιγαίο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Αποκομμένα από τον σύγχρονο πολιτισμό σε ένα μικρό νησί μόλις 350 στρεμμάτων στα Δωδεκάνησα κατοικούν μόνα τους τρία αδέρφια ηλικίας 60, 65 και 77 ετών. Ζώντας σαν σύγχρονοι Ροβινσώνες Κρούσοι, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους και τη διατήρηση της ελληνικότητας της περιοχής, αρνούμενοι πεισματικά να εγκαταλείψουν το Μαράθι, τον τόπο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν.

Ένας εξ αυτών, ο 65χρονος Μιχάλης Κάβουρας, που κάθε πρωί υψώνει τη γαλανόλευκη στο μικρό λιμάνι του νησιού, ακούγεται με δυσκολία στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, καθώς η περιοχή είναι δύσβατη και το σήμα αδύναμο. «Ένας κεραυνός πριν από έναν μήνα έκαψε τα πάντα και δεν έχω πια τηλεόραση και σταθερό τηλέφωνο. Εγώ και τα αδέρφια μου είμαστε πλήρως αποκομμένοι από τον κόσμο» αναφέρει, τονίζοντας ότι παρά τις αλλεπάλληλες κρούσεις που έκανε στην εταιρία παροχής κανένας δεν έχει ενδιαφερθεί.

«Αν χρειαστούμε οτιδήποτε το βράδυ, βγαίνουμε έξω από το σπίτι με τον φακό, καθώς δεν έχουμε ρεύμα τον τελευταίο χρόνο, και ανεβαίνουμε στο βουνό προκειμένου να βρούμε σήμα. Αναβιώνουμε στιγμές περασμένων δεκαετιών» συμπληρώνει. Όμως, τα προβλήματα για τον κ. Μιχάλη και τα αδέρφια του δεν σταματούν εδώ. Ο τόπος διαμονής τους, στον οποίο το ρεύμα έφτασε πριν από μόλις έξι χρόνια (!), είναι ξεχασμένος από τον Πολιτεία.

Ο ίδιος, έχοντας επιζήσει από δύο εμφράγματα, προσεύχεται καθημερινά να βγει η μέρα χωρίς προβλήματα, διότι στο νησί δεν υπάρχει γιατρός. Μάλιστα, στην ταβέρνα που διατηρεί στο Μαράθι και η οποία λειτουργεί μόνο λίγες ημέρες κάθε Αύγουστο, ένας νεαρός τουρίστας έχασε τη ζωή του.

«Δεν υπάρχει γιατρός εδώ ή στους Αρκιούς, που είναι πολύ κοντά, και ώσπου να βρούμε βάρκα και να τον μεταφέρουμε στο κοντινότερο νοσοκομείο που απέχει δύο ώρες πέθανε. Και τα άλλα δύο αδέρφια μου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας αλλά κανείς δεν μας δίνει σημασία» λέει με παράπονο. Το έσοδά τους είναι εξαιρετικά περιορισμένα και προέρχονται κατά κύριο λόγο από την ταβέρνα που λειτουργούν λίγες ημέρες τον Αύγουστο.

Τα τρία αδέρφια επιβιώνουν με μεγάλη δυσκολία και η διατροφή τους βασίζεται κυρίως στα ψάρια.

«Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ σίγουροι ότι ο καιρός θα μας επιτρέψει να λάβουμε τρόφιμα. Φέτος τον χειμώνα το καΐκι έκανε έως και 15 μέρες να μας φέρει ψωμί. Ωστόσο, εγώ όχι μόνο πληρώνω τον ίδιο φόρο με κάποιον που ζει σε χωριό ή πόλη και μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάει να αγοράσει τα τρόφιμα που θέλει, αλλά καλούμαι να δώσω και πέντε ευρώ στο καΐκι, το οποίο είναι ήδη επιδοτούμενο» λέει και καταλήγει: «Είμαι τόσο αγανακτισμένος, που φοβάμαι πως καμιά μέρα θα μου στρίψει και θα υψώσω την τουρκική σημαία».

Μάνα και κόρη συναντήθηκαν μετά από 60 χρόνια – Βιβλίο και ταινία η ιστορία τους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν το 1957 η 18χρονη Χαρίκλεια Νούλα από το χωριό Στράνωμα της ορεινής Ναυπακτίας έμεινε έγκυος, δεν φανταζόταν την κινηματογραφική τροπή που θα έπαιρνε η ζωή της. Η μικρή τοπική κοινωνία στο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας αδυνατούσε να αποδεχθεί μια ανύπαντρη μητέρα με το παιδί της, καθώς οι μονογονεϊκές οικογένειες εκείνη την εποχή συγκέντρωναν σφοδρές αντιδράσεις. Οι γονείς της την έδιωξε από το σπίτι, την αποκλήρωσαν κι εκείνη μη έχοντας κανένα απολύτως στήριγμα, έδωσε το παιδί σε ορφανοτροφείο στην Αθήνα. Λίγες ημέρες αργότερα, ένα ζευγάρι από το Χιούστον των Ηνωμένων Πολιτειών υιοθέτησε το μωρό και η μικρή Λίντα μεγάλωσε, παντρεύτηκε και έκανε παιδιά στην Αμερική, μακρυά από τη βιολογική της μητέρα, η οποία δεν έπαψε στιγμή να σκέφτεται τη μέρα που την παρέδωσε στο ορφανοτροφείο. Μετά από πολλές έρευνες, αμέτρητα τηλεφωνήματα και e-mails η Λίντα έλαβε επιτέλους το πολυπόθητο μήνυμα που την ενημέρωνε πως η μητέρα της ήταν ζωντανή και την αναζητούσε. «Όταν διάβασα το γράμμα, με κυρίευσε ένα περίεργο συναίσθημα. Από τη μία ένιωθα ανακούφιση για το γεγονός ότι ζούσε ακόμη, απέραντη χαρά που δε με είχε ξεχάσει μετά από τόσα χρόνια και ήθελε να με συναντήσει αλλά και μια δόση μετάνοιας που δεν ξεκίνησα νωρίτερα να την ψάχνω. Ένας από τους λόγους που δεν την αναζήτησα τόσα χρόνια ήταν ότι ο Έλληνας δικηγόρος είχε πει στους θετούς γονείς μου ότι γεννήθηκα πρόωρα και η μητέρα μου πέθανε στον τοκετό», μου λέει  η 61χρονη Λίντα Φόρεστ. Η πρώτη της επικοινωνία με τη βιολογική της μητέρα έγινε πέρυσι μέσω Skype, παρουσία μιας μεταφράστριας καθώς η ίδια δε μιλά ελληνικά. Όπως λέει, ένα μείγμα άγχους, περιέργειας και ενθουσιασμού την κυρίευσε μόλις είδε τη μητέρα της μέσα από την οθόνη του υπολογιστή. «Λίγους μήνες μετά συναντηθήκαμε στο αεροδρόμιο της Αθήνας. Ακριβώς 60 χρόνια από την ημέρα που με άφησε στο ορφανοτροφείο της Αθήνας. Με περίμενε στην πύλη με ένα μπουκέτο λουλούδια και αφού αγκαλιαστήκαμε, ξεσπάσαμε και οι δυο σε κλάματα», σημειώνει.

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος

 

Η πρώτη συνάντηση μάνας και κόρης

Από την ημέρα εκείνη η ίδια και η οικογένειά της επισκέφθηκαν την Ελλάδα συνολικά 11 φορές. Όπως λέει, πλέον θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα και αυτό που αγαπά περισσότερο στη χώρα είναι η οικογένειά της. «Ο σύζυγός μου μού λέει ότι η ιστορία αυτή του θυμίζει έντονα την ταινία »Big Fat Wedding» όπου ένας Aμερικανός παντρεύεται μια Eλληνίδα και στη συνέχεια βαφτίζεται κι αυτός χριστιανός ορθόδοξος. Αυτό ακριβώς έκανε και ο άνδρας μου στις 16 Οκτωβρίου 2016. Βαφτίστηκε Ροβέρτος – Ευτύχιος στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στη Ναύπακτο».

Θα κάνει ταινία την ιστορία της;

Αυτή την περίοδο η Λίντα εργάζεται πυρετωδώς καθώς έχει συγκροτήσει μια μη κυβερνητική οργάνωση με το όνομα «The Eftychia Project’ μέσω της οποίας βοηθά παιδιά που υιοθετήθηκαν τις δεκαετίες ’50 και ’60 προκειμένου να βρουν τους βιολογικούς τους γονείς. «Είμαι ένα από τα 3.000 παιδιά εκείνης της περιόδου που δόθηκαν για υιοθεσία και θέλω να βοηθήσω κι άλλους σαν εμένα. Είμαι πολύ συγκινημένη γιατί μέσω του »Eftychia project» καταφέραμε ήδη να φέρουμε σε επικοινωνία με τους βιολογικούς της γονείς μια γυναίκα, τη Ντενίς που έψαχνε την οικογένειά της επί 20 ολόκληρα χρόνια. Προς το παρόν έχει επικοινωνήσει με τους βιολογικούς της γονείς μέσω διαδικτύου και προς τα τέλη Ιουνίου θα ταξιδέψει στην Ελλάδα προκειμένου να τους γνωρίσει από κοντά», εξηγεί. Παράλληλα ετοιμάζει ένα βιβλίο στο οποίο καταγράφει το Γολγοθά που πέρασε ώστε να καταφέρει να βρει τη μητέρα της αλλά και τον εξευτελισμό που βίωσε η δεύτερη όταν έμεινε έγκυος χωρίς να έχει παντρευτεί. «Είμαστε σε επικοινωνία με έναν παραγωγό του Χόλιγουντ για το ενδεχόμενο να γίνει ταινία η ιστορία μας», καταλήγει.

 

Η μοναχή Σωφρονία επικοινωνεί με τους πιστούς μέσω Facebook

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Έναν ιδιαίτερο τρόπο προκειμένου να επικοινωνεί και να καθοδηγεί πνευματικά τους πιστούς, σκέφθηκε η γερόντισσα Σωφρονία Φαρμακίδου που από το 2017 «ανέστησε» το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Ακράτα που ήταν εγκαταλελειμμένο για δέκα ολόκληρα χρόνια. Ακολουθώντας λοιπόν τις τάσεις της εποχής που θέλουν το διαδίκτυο αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, η 52χρονη μοναχή επικοινωνεί καθημερινά με δεκάδες πιστούς από κάθε γωνιά της Γης με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που κάνει Παρακλήσεις σε ζωντανή σύνδεση δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε εκατοντάδες άτομα να συντονιστούν και να προσευχηθούν όλοι μαζί παρόλο που βρίσκονται σε διαφορετικά μέρη της χώρας ή και του κόσμου. «Μέχρι πριν δύο χρόνια δεν είχα καν ίντερνετ. Όμως επειδή το μοναστήρι είναι στο βουνό και δεν έχει τόσους πολλούς προσκυνητές, θέλησα να δημιουργήσω προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου μέσα από τις αναρτήσεις μου θα ενημερώνω τον κόσμο για τις λειτουργίες», μου εξηγεί  τονίζοντας πως τελικά αυτό το εγχείρημα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ όμορφο καθώς έφερε κοντά στην εκκλησία ανθρώπους κάθε ηλικίας. «Σε καθημερινή βάση λαμβάνω επιστολές και γράμματα μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου αλλά και πάρα πολλά μηνύματα στο facebook, όπου οι άνθρωποι μου μιλούν για κάτι που τους απασχολεί και πολλές φορές μου δίνουν ονόματα συγγενών τους προκειμένου να τα διαβάσω στη λειτουργία». Η γερόντισσα κάθε βράδυ αφιερώνει λίγο χρόνο προκειμένου να απαντήσει στον καθένα ξεχωριστά αλλά και να καταγράψει σε χαρτί τα ονόματα που της δίνουν ώστε το επόμενο πρωί να προσευχηθεί γι’αυτά. «Αυτή η επαφή με τους πιστούς είναι πολύ σημαντική για εμένα και εκείνους. Πολλές φορές με τους ανθρώπους που είμαστε δίπλα σωματικά δεν έχουμε τόσο μεγάλη ψυχική επαφή ενώ με κάποιους που είναι χιλιόμετρα μακρυά και δεν τους έχουμε αντικρίσει ποτέ, αισθανόμαστε ότι επικοινωνούμε βαθύτερα. Αυτό λοιπόν συμβαίνει και με αρκετούς ανθρώπους που μιλάμε μέσω διαδικτύου κι έχω προσευχηθεί γι’αυτούς», σημειώνει. Ενδεικτικά της βαθύτερης αυτής επικοινωνίας που αναπτύσσει με κάποιους, είναι όπως λέει, τα μηνύματα που έλαβε την ημέρα που χτύπησε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα. «Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινα αναποδογύρισε και πετάχτηκε εκατοντάδες μέτρα μακρυά. Σώθηκα από θαύμα κι όταν τελικά επέστρεψα στο μοναστήρι και άνοιξα το διαδίκτυο, είδα ότι μου είχαν έστειλαν τρεις γυναίκες μήνυμα ότι με είχαν δει στον ύπνο τους νεκρή. Οι δυνάμεις της προσευχής είναι πολύ δυνατές», τονίζει με νόημα.

Η ίδια διάγει μοναστικό βίο για τρεις δεκαετίες και όπως λέει, δεν μετάνιωσε στιγμή για την απόφαση που είχε πάρει πριν καν ενηλικιωθεί. Όταν στα 18 της χρόνια ήρθε από τη Ρόδο στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει στην Φιλοσοφική, μπήκε ενεργά μέσα στην Εκκλησία. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου προσευχόμουν. Μέσα στην εκκλησία ένιωθα ελευθερία και χαρά κι έτσι αποφάσισα να αφιερωθώ στο Θεό και να δώσω αγάπη και συμπαράσταση στους ανθρώπους», αναφέρει. Η γερόντισσα από το 2017 επέλεξε να εγκατασταθεί στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στην Ακράτα που ήταν κλειστό για μια δεκαετία και ακατάλληλο για διαβίωση. «Αναζητώντας ένα ησυχαστήριο, ζήτησα από  τον προστάτη της Ρόδου, τον Άγιο Φανούριο, να μου φανερώσει έναν τόπο όπως τον ονειρευόμουν πάντα. Μετά από λίγους μήνες μου παρουσιάστηκε μέσω διαφόρων προσώπων το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Αυτό έγινε τρεις φορές. Όταν λοιπόν ήρθα και το είδα, αποφάσισα ότι εδώ ανήκω», διηγείται.

Η μοναχή την ώρα που αγιογραφεί

Η γερόντισσα ακολουθεί ένα δύσκολο – για τους περισσότερους – πρόγραμμα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα στις 5π.μ. και μετά την ολοκλήρωση της Θείας Λειτουργίας ακολουθεί το δείπνο στις 9.30 π.μ., κατά τα πρότυπα του Αγίου Όρους. Για το υπόλοιπο της ημέρας η ηγουμένη μαζί με τις τρεις δόκιμες που βρίσκονται στη Μονή ασχολούνται με την αγιογραφία εικόνων, το πλέξιμο κομποσκοινιών καθώς και την παρασκευή αλοιφών.

Βαζάκια με θυμίαμα ζωγραφισμένα με σμάλτο. Πρόκειται για δημιούργημα της μοναχής

Η ίδια μάλιστα έχοντας το χάρισμα της γραφής, το οποίο και εξέλιξε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Φιλολογία, ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων. Στο τελευταίο της εκδοτικό εγχείρημα με τίτλο «Το τώρα του Θεού» ωθεί τους αναγνώστες να ζουν το παρόν αφήνοντας κατά μέρος το παρελθόν που δεν μπορεί να αλλάξει και χωρίς να σκέφτονται το μέλλον που είναι από τη φύση του αβέβαιο. «Δυστυχώς εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε ότι ο θάνατος είναι για τους άλλους, όμως είναι το μόνο σίγουρο στη ζωή. Ασχολούμαστε με το παρελθόν και προσπαθούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Νομίζουμε ότι μπορούμε να βάλουμε σε κουτάκια τη ζωή μας αλλά δεν είναι σίγουρο αν θα υπάρχουμε το επόμενο δευτερόλεπτο. Χάνουμε το παρόν για ένα επερχόμενο ωραίο μέλλον που ονειρευόμαστε», καταλήγει.

Μαθήματα ζωής από τον Στέλιο Κυμπουρόπουλο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ακαταμάχητη «δίψα» για ζωή, η ισχυρή θέληση και η πολυπραγμοσύνη είναι κάποια μόνο από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να προσδώσει  κανείς στον 28χρονο Στέλιο Κυμπουρόπουλο, ειδικευόμενο φοιτητή της Ψυχιατρικής, διαγνωσμένο με Νωτιαία Μυϊκή Ατροφία.

Η σταδιακή αδυναμία και των άνω άκρων του σε ηλικία 14 ετών, δεν στάθηκε ικανή να τον αποπροσανατολίσει από τον στόχο του κι έτσι, το 2004 πέρασε με άριστα στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Όπως μου εξηγεί επέλεξε την ειδικότητα της ψυχιατρικής διότι θεωρεί πως του ταιριάζει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη. «Η ψυχιατρική μου δίνει τη δυνατότητα να επικοινωνώ με τους ασθενείς, να μην είμαι κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους ενός ιατρείου και επιπλέον, λόγω της αναπηρίας μου, είναι από τις λίγες ειδικότητες στις οποίες μπορώ να ανταπεξέλθω», λέει χαρακτηριστικά.

Μέριμνα

Ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία, σύμφωνα με τον Στέλιο, είναι η άγνοια που επικρατεί σε ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Όπως λέει, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα άτομα σαν κι αυτόν αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συνόλου. «Ανθρώπους με φυσικές δυσκολίες συναντούμε σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Μπορεί να είναι ο φίλος μας, ο συνεργάτης ή ο ερωτικός μας  σύντροφος», επισημαίνει.

Όσον αφορά το κράτος, ο Στέλιος είναι κάθετος, λέγοντας ότι οφείλει να αναγνωρίσει πως οι άνθρωποι με αναπηρία αποτελούν κομμάτι της κοινωνίας και έχουν το δικαίωμα να συμπεριφέρονται, να λειτουργούν και να παρουσιάζονται όπως όλα τα υπόλοιπα μέλη της.

« Δεν είμαστε ούτε επαίτες, ούτε άνθρωποι που θέλουν να ζουν παρασιτικά από τα επιδόματα του κράτους. Θέλουμε να  μετατρέψουμε την αδυναμία μας σε κάτι παραγωγικό και λειτουργικό και να ανταποδώσουμε όσα η κοινωνία μας προσφέρει . Όλα αυτά όμως θα τα καταφέρουμε μόνο αν δείξουμε ότι είμαστε εδώ, ότι η κοινωνία διαφέρει, μπορεί να έχει και προβλήματα αλλά ακόμη και αυτά αποτελούν ένα υγιές κομμάτι της », τονίζει.

Δράσεις 

Ενδεικτικές της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Στέλιου, είναι μια σειρά δραστηριοτήτων. Ο 28χρονος φοιτητής αποτελεί ιδρυτικό μέλος του «Συλλόγου Νέων Ιατρών», ενός ιατρικού επιστημονικού φορέα που απαρτίζεται από είκοσι περίπου νέους γιατρούς που παράγουν υψηλού επιπέδου επιστημονικό έργο. Επίσης, τον  Δεκέμβριο του 2012  προβλήθηκε και το ντοκιμαντέρ «Με λένε Στέλιο» με θέμα τη ζωή του, το οποίο προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση στους θεατές.

Ακόμη, από τον τελευταίο μήνα οι δράσεις του επεκτείνονται και εκτός συνόρων μιας και ο νεαρός ειδικευόμενος φοιτητής αποτέλεσε  ένα από τα έντεκα μέλη της ομάδας, η οποία εκπροσώπησε τη χώρα μας στο συνέδριο που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανεξάρτητης Διαβίωσης (ENIL) στο Στρασβούργο. Μάλιστα, φέτος η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε  για πρώτη φορά με επίσημη αποστολή.

«Το θέμα του συνεδρίου ήταν η ανεξάρτητη διαβίωση που είναι πολύ σημαντική  για εμάς, τα άτομα με αναπηρία. Θέλουμε να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας  κι αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω υπηρεσιών που θα μας προσφέρει το κράτος, όπως είναι οι προσωπικοί βοηθοί, άτομα δηλαδή που εργάζονται και εξυπηρετούν το άτομο με αναπηρία σε πράγματα που αδυνατεί να ανταπεξέλθει λόγω φυσικών αδυναμιών. Πρόκειται για μια υπηρεσία που παρέχεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και συμβάλει τόσο στην εξυπηρέτηση των αναπήρων όσο και στην αποδέσμευση των γονέων από τη συνεχή επίβλεψη του παιδιού τους», αναφέρει.

«Ανθρωποποίηση» της εκπαίδευσης

Βαρύνουσας σημασίας για την ομαλή ένταξη των ατόμων με αναπηρία σε μια κοινωνία είναι, κατά στον Στέλιο, η παιδεία.

«Η εκπαίδευση παίζει σημαντικό ρόλο σε ό,τι έχει να κάνει με την αναπηρία. Υπάρχει γενικότερα μια άγνοια, η οποία επιφέρει την προκατάληψη και εν συνεχεία την περιθωριοποίηση των ατόμων με αναπηρικά προβλήματα», υπογραμμίζει τονίζοντας την ανάγκη για δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού εκπαιδευτικού συστήματος. «Στην Ελλάδα η εκπαίδευση δίνει προτεραιότητα στην παπαγαλία και όχι στον άνθρωπο. Χρειάζεται κατά τη γνώμη μου διεύρυνση του πνεύματος, κατανόηση της ποικιλομορφίας των κοινωνιών  και έρευνα ώστε να καταλάβουμε την ουσία και όχι να παπαγαλίζουμε. Δεν μπορούμε να μιλάμε λοιπόν για μια παιδεία , η οποία ναι μεν υπάρχει αλλά καλλιεργεί τα λάθος πράγματα».

Μήνυμα 

Έχοντας βιώσει την αναπηρία από τους δεκατέσσερις  πρώτους μήνες της ζωής του, ο Στέλιος στέλνει το δικό του μήνυμα σε όλους όσους αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα.

«Οι άνθρωποι που γεννηθήκαμε με κάποια μορφή φυσικής αδυναμίας, πρέπει να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και να εξωτερικεύουμε όσα σκεφτόμαστε. Μέσω της συμπεριφοράς μας οφείλουμε να δείχνουμε εξοικειωμένοι με την κατάσταση της υγείας μας, να βγαίνουμε έξω, να διασκεδάζουμε και να διεκπεραιώνουμε μόνοι μας τις υποχρεώσεις μας».

Τέλος, αναφέρει πως το αίσθημα της μειονεξίας και ο φθόνος για τους υπόλοιπους, τους αρτιμελείς, είναι ανούσια καθώς σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος που μπορεί να αφιερωθείς σε παραγωγικές δραστηριότητες. «Έτσι είναι η ζωή. Κάποιος έπρεπε να το πάθει. Δεν είπα ποτέ «Γιατί σε μένα;». Αντιθέτως, αυτό που συνηθίζω να λέω είναι: «Γιατί όχι σε μένα;», καταλήγει.

Παλαιοπωλείο ανθρωπιάς από άστεγους

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Όταν πριν από κάποια χρόνια έχασε τη δουλειά του, ο 68χρονος Λεωνίδας Κουρσούμης, απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και πρώην εργαζόμενος σε εκδοτικό οίκο, δεν φανταζόταν την τροπή που θα έπαιρνε η ζωή του. Αρχικά έκανε δουλειές του ποδαριού, οι οποίες όμως δεν επαρκούσαν για να καλύψει τα βιοποριστικά έξοδά του, και όταν το οικονομικό απόθεμά του τέλειωσε, έμεινε άστεγος.

Στη διάρκεια της βίαιης αυτής πραγματικότητας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει μάζευε βιβλία από κάδους σκουπιδιών, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε σε παλαιοπωλεία στο Μοναστηράκι προκειμένου να βγάζει κάποια χρήματα. Πριν από περίπου δύο μήνες σκέφτηκε να απευθύνει μέσα από τη σελίδα του στο facebook έκκληση προς τους διαδικτυακούς φίλους του προκειμένου να του δωρίσουν βιβλία που δεν χρειάζονται πια.

Στόχος του είναι μαζί με άλλους δύο ανέστιους άνδρες να δημιουργήσουν ένα αυτοοργανωμένο παλαιοπωλείο προκειμένου να καταφέρουν να σταθούν και πάλι στα πόδια τους. «Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν συγκινητική, έχω μαζέψει χιλιάδες βιβλία. Προτιμούσα να κρατώ μικρό καλάθι, αλλά ο κόσμος έδειξε την ανθρωπιά του», μου λέει.

Το προσεχές Σαββατοκύριακο 16 και 17 Μαρτίου στο νούμερο 132 της οδού Πειραιώς θα διοργανώσει ένα παζάρι με τα βιβλία που έχει ως τώρα μαζέψει. «Σκοπός μας είναι να δημιουργηθεί ένας μόνιμος χώρος, ένα παλαιοπωλείο, όπου θα δουλέψουμε δύο άνθρωποι προκειμένου να έχουμε ένα μεροκάματο, να μείνουμε κάπου. Στην πορεία θα δούμε με ποιον τρόπο αυτό μπορεί να εξελιχθεί» σημειώνει.

Πάντως, η απόφασή του να μιλήσει δημόσια για την κατάστασή του μέσα από το προφίλ του δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όπως παραδέχεται, δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάστηκε να ζει, ούτε καν στους πιο κοντινούς του. «Ντρεπόμουν τι θα πουν οι φίλοι και οι γνωστοί, οι οποίοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον όσο καιρό έψαχνα δουλειά. Όταν μίλησα για την κατάστασή μου, απελευθερώθηκα. Τελικά, κατάλαβα ότι μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε, δεν είναι ντροπή να είσαι άστεγος» καταλήγει.

Η ηρωίδα δασκάλα του Αιγαίου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Κάθε πρωί στις οκτώ ο εννιάχρονος Χρήστος πηγαίνει στο σχολείο, όπου τον περιμένει η δασκάλα του και αφού χτυπήσουν συμβολικά το κουδούνι, κάνουν προσευχή κι έπειτα ξεκινά το μάθημα. Ο Χρήστος είναι ο μοναδικός μαθητής στο πολύπαθο σχολείο των Αρκιών, το μικρότερο της Ευρώπης, όπου τον τελευταίο ενάμισι χρόνο η 50χρονη Μαρία Τσιαλέρα εκτελεί τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα κάνοντάς το παράλληλα γνωστό στα πέρατα του κόσμου. Όπως μου λέει, ζήτησε η ίδια να υπηρετήσει στην εσχατιά του Αιγαίου και παρά το γεγονός ότι πλέον βλέπει το σύζυγό της μόνο τα Σαββατοκύριακα που ο καιρός επιτρέπει τη μετακίνησή της, χαίρεται πολύ που επιτέλους το επαγγελματικό της όνειρο έγινε πραγματικότητα. Μάλιστα, το μέγεθος του λειτουργήματός της γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός πως η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, έναν τόπο εκ διαμέτρου αντίθετο με το ακριτικό νησί των 34 κατοίκων.

«Είχα πόθο να εργαστώ εδώ από το 2007. Παρακολουθούσα την πορεία του σχολείου, γνώριζα για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι αλλά και το πόσο αδικημένα είναι τα παιδιά που ζουν στο νησί. Δεν μετάνιωσα στιγμή για την απόφασή μου. Αντιθέτως, αντιμετωπίζω πολλές δυσκολίες, οι οποίες με έχουν πεισμώσει και θέλω ακόμη περισσότερο να αγωνιστώ για τα αυτονόητα δικαιώματα του μοναδικού μαθητή στους Αρκιούς», δηλώνει χαρακτηριστικά. Πριν από λίγο καιρό η Ακαδημία Αθηνών τίμησε την 50χρονη δασκάλα  για την αφοσίωση και τη συνέπεια με την οποία εκτελεί τα καθήκοντα της. «Είναι σίγουρα τιμητικό αλλά δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου το γεγονός ότι θα βραβευτώ επειδή κάνω τη δουλειά μου, το αυτονόητο δηλαδή», σημειώνει. Στη διάρκεια της πολυετούς καριέρας της εργάστηκε σε ολιγοθέσια σχολεία ανά την Ελλάδα αλλά πρώτη φορά διδάσκει σε μονοθέσιο  αναλαμβάνοντας παράλληλα εκτός από το ρόλο της δασκάλας, εκείνον της συμμαθήτριας και της φίλης. «Το νησί δεν έχει άλλα παιδιά και ο Χρήστος δεν κοινωνικοποιείται. Μετά το πέρας των μαθημάτων παίζουμε μαζί κάποιο επιτραπέζιο και κουβεντιάζουμε για ό,τι μας απασχολεί. Μόλις τελειώσει το δημοτικό θα πρέπει είτε να αρχίσει να δουλεύει, είτε να μετακομίσει στο κοντινότερο νησί που υπάρχει γυμνάσιο. Το κράτος με αντισυνταγματικό τρόπο καταδικάζει τα παιδιά των Αρκιών καθώς δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση».

Προβλήματα

Εκτός όμως από τη μοναχικότητα, ο εννιάχρονος μαθητής φέτος κλήθηκε να αντιμετωπίσει και τις επιπτώσεις της έντονης κακοκαιρίας καθώς το κτίριο του σχολείου έχει υποστεί τόσες φθορές με το πέρασμα του χρόνου που πλέον πλημμυρίζει με την πρώτη βροχόπτωση. «Υπάρχουν μέρες που φορά το μπουφάν του από τις οκτώ το πρωί έως το μεσημέρι που σχολάει. Το παιδί τρέμει ολόκληρο από την υγρασία», λέει η δασκάλα του καταγγέλλοντας το γεγονός πως ενώ έγινε αυτοψία στο κτίριο το περασμένο καλοκαίρι, οι ζημιές δεν έχουν ακόμη αποκατασταθεί.

Νερά της βροχής στάζουν στον τοίχο της σχολικής αίθουσας

Μάλιστα, εκτός από τους κινδύνους που ενέχει μια τέτοια κατάσταση για την υγεία της ίδιας και του μαθητή της, πολλές φορές αναγκάζονται να ακυρώσουν τα μαθήματα των αγγλικών που για πρώτη φορά φέτος γίνονται στο σχολείο των Αρκιών σε συνεργασία με κέντρο ξένων γλωσσών στους Λειψούς. «Τα μαθήματα αυτά γίνονται ηλεκτρονικά όμως όταν βρέχει βγάζουμε από την πρίζα τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό διότι το νερό στάζει στους τοίχους και υπάρχει πιθανότητα βραχυκυκλώματος. Είναι αδιανόητο να ζούμε εν έτη 2019 σε μια γωνιά του Αιγαίου σε συνθήκες λίγο καλύτερες απ’ότι στην Κατοχή», αναφέρει.

Ένα ακόμη πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν για χρόνια οι κάτοικοι του νησιού, είναι η έλλειψη γιατρού με αποτέλεσμα να χάνονται ζωές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του παππού του εννιάχρονου Χρήστου, ο οποίος τον περασμένο Απρίλη παρουσίασε έντονη αδιαθεσία και λίγες ώρες αργότερα εξέπνευσε.

«Αν υπήρχε κάποιος γιατρός εδώ, ενδεχομένως να ζούσε σήμερα. Είμαστε ξεχασμένοι από την Πολιτεία κι αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που το νησί σιγά σιγά ερημώνει. Πως θα έρθει μια νέα γυναίκα εδώ να κάνει οικογένεια όταν γνωρίζει πως αν πάθει κάτι η ίδια ή το παιδί της θα είναι στο έλεος του Θεού εξαιτίας της έλλειψης γιατρού;», διερωτάται.

Ωστόσο, παρά τις αντιξοότητες η 50χρονη δασκάλα από τη Θεσσαλονίκη έχει επιλέξει να υπηρετήσει το πόστο της υποδειγματικά και όνειρό της, όπως μου εκμυστηρεύτηκε, είναι να μην κλείσει το σχολείο των Αρκιών. Αυτό επιθυμεί και ο εννιάχρονος μαθητής της Χρήστος που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει δάσκαλος και να επιστρέψει στο νησί του. «Θα παλέψουμε όσο μπορούμε γι’αυτό το σχολείο διότι το πονάμε. Άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου μας επισκέπτονται το καλοκαίρι και δεν μπορούν να πιστέψουν ότι σε ένα τόσο απομονωμένο μέρος υπάρχει σχολείο. Μας βγάζουν φωτογραφίες και όταν φεύγουν κρατούν επικοινωνία μέσω αλληλογραφίας».

 

Η γαστρονομική πλευρά της προσφυγικής ροής στη Λέσβο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό εστιατόριο που δίνει τη δυνατότητα σε πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και γηγενείς που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια μέσα από την εργασία «παντρεύοντας» παράλληλα γεύσεις από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ελλάδα, λειτουργεί τους τελευταίους μήνες στη Λέσβο. Πρόκειται για το κοινωνικό εστιατόριο «ΝΑΝ» που σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες όπως ινδικά, πακιστανικά και φαρσί,  η ιδέα για το οποίο «γεννήθηκε» από τέσσερις εθελόντριες που σε καθημερινή βάση επισκέπτονταν τον καταυλισμό ΠΙΚΠΑ – απ’ όπου πέρασαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες – και θέλησαν μαζί με τον θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, να φέρουν τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε, να μιλήσουν αλλά και να δημιουργήσουν μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτήν που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. «Συναντήσαμε πάρα πολλούς ανθρώπους που ήρθαν στο νησί και εγκλωβίστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα να μη μπορεί να δει ο κόσμος την άλλη πλευρά των προσφύγων και να τους δει ως μονάδες. Άλλωστε, μόνο γύρω από ένα τραπέζι μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία κάποιου», μου λέει μια εκ των τεσσάρων ιδρυτριών, η κα. Λένα Αλτίνογλου και συνεχίζει: «Όνειρό μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όμορφο και φιλόξενο, όπου ο καθένας θα μπορεί να αναδείξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του. Ένα εστιατόριο που θα παρουσιάζει γεύσεις από άλλες πατρίδες και μέσα από τη συνύπαρξη θα δούμε πόσα κοινά υπάρχουν μεταξύ μας, παρά τις διαφορετικές μας ρίζες». Έτσι, στο ΝΑΝ σήμερα εργάζονται συνολικά δώδεκα άνθρωποι, έξι των οποίων είναι ντόπιοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, όπως μακροχρόνια ανεργία, ιατρικές παθήσεις ενώ οι υπόλοιποι προέρχονται από χώρες όπως τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Παράλληλα, εκτός από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, το εστιατόριο ΝΑΝ ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς από τους οποίους αγοράζει τις πρώτες ύλες για το φαγητό ενώ παράλληλα προωθεί τις αξίες και ιδέες της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της μη σπατάλης τροφίμων. Το φαγητό που περισσεύει δίνεται σε δομές και κοινωνικές κουζίνες για άπορους πολίτες.

«Δεν στηρίζουμε πολυεθνικές εταιρίες που μπορεί να έχουν φθηνότερα προϊόντα αλλά οι τεχνικές τους δε συνάδουν με το πνεύμα του εστιατορίου και το πνεύμα της ομάδας μας που ονειρεύτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει η κ. Αλτίνογλου.

Δυσκολίες

Όπως μου λέει, το εστιατόριο δεν έτυχε ευρείας ανταπόκρισης από την κοινωνία του νησιού, μεγάλο μέρος της οποίας βλέπει το εγχείρημα αυτό με καχυποψία. «Από νησί της αλληλεγγύης η Μυτιλήνη έχει μετατραπεί σε ένα φοβικό μέρος, όπου εκφράζονται φόβοι ότι θα αλλοιωθεί ο πληθυσμός, ότι οι άνθρωποι αποτελούν κίνδυνο. Έχουν συσσωρευτεί προβλήματα διότι έχουμε συνέχεια αφίξεις και καταλαβαίνω ότι αυτό έχει κουράσει κάποιο κόσμο», σημειώνει διευκρινίζοντας για ποιο λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι «κλέβουν» τις θέσεις εργασίας από τους γηγενείς.

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι εμπνευστές πιστεύουμε ότι η εργατική τους δύναμη είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται κανονικά με τις σχέσεις εργασίας που ορίζει το ελληνικό κράτος. Δεν κλέβουν δουλειές από κανέναν, απεναντίας δημιουργήσαμε θέσεις εργασίας, τις μισές από τις οποίες καταλαμβάνουν οι ντόπιοι. Επιπλέον, υπήρξε ένας κύκλος εργασιών που περιλάμβανε μια πολύ ευρύτερη ομάδα τεχνητών και εργατών, οι οποίοι δούλεψαν για το ΝΑΝ και πληρώθηκαν από αυτό, άρα δώσαμε πίσω στην κοινωνία», εξηγεί.

Στόχος είναι η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του καταστήματος, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του χάρη σε διάφορες δωρεές από οργανώσεις και φίλους αλλά και με τη βοήθεια εθελοντών, προκειμένου οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτό, να καταφέρουν να σταθούν στο πόδια τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Όπως χαρακτηριστικά λέει η κα. Αλτίνογλου, οι μόνοι που θα χάσουν σε περίπτωση που το ΝΑΝ δεν πάει καλά, είναι οι εργαζόμενοί του. «Ευελπιστούμε εκτός από εστιατόριο να αποτελέσει στο μέλλον κι έναν χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται δράσεις και θα γίνονται ζυμώσεις, να συζητιούνται τα θέματα που απασχολούν τη γειτονιά, την πόλη και να βρίσκονται λύσεις», καταλήγει. 

Ο βραβευμένος Ιορδανός φωτορεπόρτερ που ακολουθεί το δράμα των προσφύγων

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Τι κι αν είναι μόλις 37 ετών, ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Ιορδανός φωτορεπόρτερ Muhammed Muheisen έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή των κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την τελευταία δεκαπενταετία τη Μέση Ανατολή – από τον πόλεμο στο Ιράκ και την επανάσταση στην Υεμένη έως την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και το ξέσπασμα της Αραβικής «Άνοιξης»έχει βραβευθεί με δύο Πούλιτζερ και έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό TIME ως «ο καλύτερος φωτογράφος της χρονιάς» για το 2013. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του είναι εστιασμένη στην προσφυγική κρίση και με την κάμερά του ακολουθεί τους απανταχού εκτοπισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω συρράξεων και διώξεων. Πρόσφατα, βρέθηκε στα ελληνικά κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών και «αιχμαλώτισε» με την κάμερά του παιδικά πρόσωπα, οι φωτογραφίες των οποίων εκτέθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Άλλωστε, όπως μου λέει ο ίδιος, πιστεύει ότι τα παιδιά είναι τα πραγματικά θύματα του πολέμου και της φτώχειας. «Όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και εκείνα που ζουν σε εύφλεκτες ζώνες, αναζητούν ένα πράγμα μόνο, τη χαρά. Ακόμα και μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Πάντα »κουβαλώ» μαζί μου τη φωνή τους μέσα από τα πορτραίτα τους, όχι επειδή είναι πιο εύκολο να φωτογραφίσεις τα παιδιά αλλά επειδή είναι τόσο σημαντικό να ακουστεί η φωνή τους. Τα παιδιά ποτέ δεν λένε ψέματα και στα μάτια τους καθρεφτίζεται η αλήθεια τους».

Η 14χρονη Liyana από την Ιορδανία είναι καρκινοπαθής και ονειρεύεται να γίνει η καλύτερη σχεδιάστρια μόδας του κόσμου

Πόσο εύκολο είναι όμως να προσεγγίσει τις οικογένειες των παιδιών αυτών και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ώστε να δεχθούν να φωτογραφηθούν; Όπως μου λέει, η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα στη δουλειά του, ένα συναίσθημα που απαιτεί χρόνο αλλά και κόπο για να κερδηθεί. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να σέβεσαι τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις, να μην παραβιάζεις την ιδιωτικότητά τους, να μαθαίνεις συνεχώς πράγματα για την κουλτούρα και τις παραδόσεις τους ζώντας μαζί τους», σημειώνει τονίζοντας ότι προτού τους φωτογραφίσει, περνά αρκετό χρόνο με τις οικογένειες αυτές προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Ο σεβασμός είναι το κλειδί», προσθέτει.

Φωτογραφία που τράβηξε σε ελληνικό καταυλισμό

Μια από τις τελευταίες του φωτογραφίες που συγκίνησε τους ακόλουθούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι εκείνη που απεικονίζει την Κίραν, ένα εννιάχρονο κορίτσι που σκύβει στοργικά προς το νεογέννητο αδερφό της, ο οποίος είναι ξαπλωμένος σε μια αυτοσχέδια αιώρα στον αύλειο χώρο ενός εργοστασίου τούβλων στο Πακιστάν. Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια, η οποία είναι μια από τις πολλές εσωτερικά εκτοπισμένες της χώρας. «Έχοντας καλύψει αρκετές συγκρούσεις στο Πακιστάν, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο εστιάζω και θέλω να αναδείξω μέσα από τη δουλειά μου κι αυτό είναι οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πολίτες και τα παιδιά που εξαιτίας της ανελέητης φτώχειας αναγκάζονται να δουλέψουν από πολύ μικρή ηλικία για να επιβιώσουν. Η Κίραν και οι γονείς της αναγκάστηκαν να φύγουν από την επαρχιακή πόλη που ζούσαν εξαιτίας των πλημμυρών  και προκειμένου να επιβιώσουν, δουλεύουν όλοι μαζί στο εργοστάσιο. Η Κίραν λοιπόν δεν πηγαίνει σχολείο», σημειώνει και προσθέτει: «Όπως είπα και πριν, όταν περνάς ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μέρος, γίνεσαι αναπόφευκτα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί κι αυτοί της δικής σου. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για μια φωτογραφία αλλά για ένα μήνυμα από ένα παιδί στο συγκεκριμένο σημείο του κόσμου».

 

Η πολαρόιντ της γιαγιάς

Κομβικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει φωτορεπόρτερ και να μας χαρίζει μέσα από τις εικόνες του γνώσεις για τη ζωή σε εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη, έπαιξε μια πολαρόιντ κάμερα της γιαγιάς του. Αυτό το «μαγικό», όπως λέει, κουτί που όταν πατάς το κουμπί, εμφανίζεται αμέσως ένα κομμάτι χαρτιού που αποτυπώνει τη συγκεκριμένη στιγμή και το οποίο μπορείς να κουβαλάς μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής σου. «Συνειδητοποίησα τη σημασία της φωτογραφίας ως ένα εργαλείο αποτύπωσης και εξιστόρησης γεγονότων που μπορεί να ρίξει φως σε σημαντικά ζητήματα, να αλλάξει τα στερεότυπα αλλά και να βοηθήσει. Τα τελευταία χρόνια γυρίζω τον κόσμο προκειμένου να προβάλω ανείπωτες ιστορίες και αφανείς ήρωες», λέει και θυμάται την πρώτη του αποστολή ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ιράκ το 2003. «Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος αλλά τελικά δεν ήμουν. Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πόσο τυχερός είμαι που έζησα και μου δίνεται τώρα η δυνατότητα να σου μιλήσω γι’αυτό», λέει και καταλήγει: «Ο πόλεμος αυτός μου χάρισε το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ και παρά το γεγονός ότι μου άνοιξε το δρόμο προς την επιτυχία, δεν θα δίσταζα να το δώσω πίσω γιατί οι αναμνήσεις πίσω από αυτό με ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Το μάθημα ζωής που πάντα υπενθυμίζω στον εαυτό μου και στους ανθρώπους γύρω μου είναι πόσο τυχεροί είμαστε που στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα σπίτι, ένα κρεβάτι κι ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το αντίθετο δηλαδή από τους ανθρώπους τους οποίους φωτογραφίζω, οι οποίοι μην έχοντας τίποτα, παλεύουν ασταμάτητα προκειμένου να επιβιώσουν και να είναι χαρούμενοι».

 

Από την Οδύσσεια της ξενιτιάς, στην… Ιθάκη της «Σχεδίας»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ιστορία του 70χρονου Παναγιώτη Δημητρίου θα μπορούσε να αποτελέσει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Κι αυτό διότι η ζωή του είχε μεγάλες ανατροπές, δεν φοβόταν τις προκλήσεις, ταξίδεψε σε αρκετές χώρες του κόσμου και, κυρίως, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται ποτέ για να βρει την Ιθάκη του. Ήταν μόλις 12 ετών όταν τέλειωσε το δημοτικό σχολείο σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αίγιο, «ρίχτηκε» αμέσως στο μεροκάματο και λίγο πριν ενηλικιωθεί, μπάρκαρε στα καράβια, έζησε και εργάστηκε στη Δανία αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για αρκετά χρόνια όπου κατάφερε να δημιουργήσει και μια δική του επιχείρηση. Τον τελευταίο χρόνο χωρίς καμία μέριμνα για τα γεράματα και πέφτοντας θύμα του πάλαι ποτέ κραταιού κράτους πρόνοιας των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, ο 70χρονος κ. Παναγιώτης ήρθε στην Αθήνα, πάσχισε και τελικά δικαιώθηκε χάρη στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία».

«Το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν από την Κόρινθο στο Πρίντεζι. Δεν μου άρεσε καθόλου, έπλενα στοίβες από πιάτα αλλά από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω. Σκοπός μου ήταν να φύγω για Αμερική», μου λέει. Η στιγμή που δεν μπορεί ακόμη να ξεχάσει από τη θητεία του στα καράβια ήταν όταν ένα βράδυ κατά τη διάρκεια ταξιδιού από το Ρότερνταμ στη Σαγκάη μέσω Νοτίου Αφρικής, το πλοίο βρέθηκε στο έλεος του κυκλώνα. «Τα κύματα έφταναν το ύψος μιας επταόροφης πολυκατοικίας και δεν ήξερα καθόλου μπάνιο. Προσευχήθηκα στον Άγιο Νικόλα να βγω ζωντανός από εκεί μέσα και έδωσα όρκο πως δεν θα ξαναμπώ στη θάλασσα», διηγείται ο κ. Παναγιώτης. Λίγο καιρό μετά ήρθε η πολυπόθητη πρόταση από Αμερική και συγκεκριμένα από το Ντιτρόιντ του Μίσιγκαν, όπου εργάστηκε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως μάγειρας και μετά άνοιξε το δική του επιχείρηση εστίασης στο Σικάγο. Το ανήσυχο πνεύμα του ωστόσο δεν τον άφηνε να εγκαθίσταται στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό κι έτσι λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στη Χαβάη, «πάτησε» τον όρκο του και δούλεψε για δύο χρόνια στο «Πλοίο της Αγάπης» που έκανε καθημερινά το γύρο των νησιών για τους τουρίστες. «Ήταν ωραία εμπειρία, ερχόταν κόσμος από κάθε γωνιά της Γης. Μετά πήγα στη Δανία όπου δούλεψα ως μάγειρας σε ευρωπαϊκά εστιατόρια και λίγο πριν επιστρέψω πίσω, έζησα στον Καναδά».

«Έψαξα στον τηλεφωνικό κατάλογο να βρω ελληνικά εστιατόρια στο Κεμπέκ. Δούλεψα σε κάποιο, το οποίο σιχάθηκα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Όποια κατσαρόλα σήκωνα, έβλεπα κατσαρίδες», σημειώνει. Λίγο καιρό αργότερα βρήκε άλλη δουλειά πάλι στο χώρο της εστίασης, η οποία απαιτούσε να εργάζεται ως τα χαράματα. «Έπινα δώδεκα ποτήρια καφέ την ημέρα για να αντέξω ώσπου μια μέρα λιποθύμησα. Ο γιατρός μου είπε πως έπρεπε να αφήσω αυτή τη δουλειά αν ήθελα να είμαι υγιής». Από το 2006 έως και το 2017 που επέστρεψε στην Ελλάδα, ο κ. Παναγιώτης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε χρήματα για τους ανάπηρους. Όπως λέει, αν και αρχικά δυσκολεύτηκε, στη συνέχεια τα πήγε πολύ καλά και κατάφερε να καταρρίψει το ρεκόρ των συναδέλφων του μαζεύοντας τα περισσότερα χρήματα. «Ήμουν κοινωνικός και γλυκομίλητος. Το σκορ μου ήταν 1.300 δολάρια σε 2,5 ώρες».

Τον Ιούνιο του 2017 ήρθε στην Ελλάδα καθώς δεν ανανεώθηκε η άδεια παραμονής του και έχασε και μια μικρή σύνταξη που έπαιρνε από το καναδικό κράτος. Πλέον, ζει σε έναν ξενώνα για άστεγους και άπορους πολίτες στον Καρέα και βγάζει το χαρτζιλίκι του πουλώντας το περιοδικό δρόμου «Σχεδία». «Βρήκα τη χαμένη μου αξιοπρέπεια και μπορώ να ζω χωρίς να επιβαρύνω κανέναν γύρω μου. Βέβαια, για έναν άνθρωπο 70 χρονών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να στέκεται όρθιος στο δρόμο και να πουλά περιοδικό, αλλά από την άλλη νιώθω ευγνώμων που μου δόθηκε έστω κι αυτή η δυνατότητα», καταλήγει.