Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης: «Τα κρούσματα στην Ελλάδα μπορεί να φτάνουν τα 50.000»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σοβαρά ερωτήματα για τον πραγματικό αριθμό των νοσούντων από κορονοϊό στη χώρα μας, εγείρει  ο   διακεκριμένος καθηγητής Παθολογίας και Επιδημιολογίας και Πληθυσμιακής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων και Στατιστικής του πανεπιστημίου Στάνφορντ των Ηνωμένων Πολιτειών, Ιωάννης Ιωαννίδης. Συγκεκριμένα, ενώ τα επίσημα καταγεγραμμένα κρούσματα είναι μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές 387, ο  επιστήμονας που πριν από λίγα χρόνια χαρακτηρίστηκε ως ο πιο τολμηρός  κι ένας από τους σύγχρονους διανοητές με τη μεγαλύτερη επιρροή παγκοσμίως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να φτάνουν αυτή τη στιγμή ακόμη και τις 50.000.

«Αν έπρεπε να διακινδυνεύσω κάποια εκτίμηση, ο αριθμός των μολυσμένων ατόμων στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή μπορεί να ποικίλλει από 1.000 έως 50.000 άτομα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία άτομα που μέχρι στιγμής είναι χωρίς συμπτώματα ή με ελαφρά συμπτώματα και που δεν έχουν ελεγχθεί για τον ιό. Μέχρι τώρα οι θάνατοι από κορονοϊό είναι βέβαια ελάχιστοι σε σχέση με τους θανάτους από την απλή γρίπη, αλλά η πιθανότητα εκθετικής αύξησή τους δεν έχει αποκλειστεί», μου λέει χαρακτηριστικά.

Απαντώντας στο ερώτημα για το αν θα σημειωθεί ύφεση της νόσου όσο θα ανεβαίνει η θερμοκρασία, ο δρ. Ιωαννίδης ξεκαθαρίζει πως δεν υπάρχουν μέχρι αυτή τη στιγμή δεδομένα που να οδηγούν με ασφάλεια σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. «Οι άλλοι κορονοϊοί που ξέραμε μέχρι τώρα έχουν σαφή εποχικότητα, αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ότι αυτό θα ισχύσει και για τον καινούργιο SARS-CoV-2. Μπορεί επίσης να μειωθούν τα κρούσματα όσο ζεσταίνει ο καιρός, αλλά να μην εξαλειφτεί τελείως και να επιστρέψει με το φθινόπωρο. Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα ως προς αυτό», σημειώνει τονίζοντας ότι θα πρέπει να παρακολουθούνται πολύ προσεκτικά τα δεδομένα  που συγκεντρώνονται από περιοχές του νοτίου ημισφαιρίου όπως η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Σιγκαπούρη.

Σε ό,τι έχει να κάνει με το πολυπόθητο εμβόλιο που θα «δαμάσει» τον κινεζικό ιό, ο ομογενής καθηγητής Ιατρικής διευκρινίζει πως αν και ο χρόνος που απαιτείται για την παρασκευή ενός εμβολίου έχει επιταχυνθεί σημαντικά, θα χρειαστούν ένα με δύο χρόνια προκειμένου να γίνουν οι κατάλληλες κλινικές δοκιμές που θα δείξουν ότι είναι αποτελεσματικό και ασφαλές. «Άλλοι κορονοϊοί είναι γνωστοί εδώ και δεκαετίες αλλά δεν υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για να γίνει κάποιο εμβόλιο. Έγιναν βέβαια κάποιες  προσπάθειες αλλά δεν πήγαν μακριά. Πριν 30 χρόνια για παράδειγμα ένα εμβόλιο που δοκιμάστηκε για κορονοϊό της γάτας είχε αρνητικά αποτελέσματα γιατί οδηγούσε σε υπεραντίδραση και θάνατο αντί για προστασία μετά από έκθεση σε ιό. Άρα, αν και είμαι αισιόδοξος ότι θα υπάρξει τελικά κάποιο εμβόλιο, πρώτον δεν υπάρχει βεβαιότητα, δεύτερον δεν θα είναι διαθέσιμο σε αυτήν την οξεία φάση που διανύουμε, και τρίτον σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να βιαστούμε να δώσουμε εμβόλια στον πληθυσμό που δεν έχουμε ελέγξει τι κάνουν. Τα εμβόλια είναι από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της ανθρωπότητας, όταν ξέρουμε ότι είναι αποτελεσματικά και ασφαλή».

Posted in Χωρίς κατηγορία.