Βροντερό «όχι» στον Βρούτση από τέσσερις Έλληνες του Brain Drain

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Συχνά θυμούμαι το πάθος που σε είχε πιάσει να γυρίσεις. Δεν ήθελες ν’ ακούσεις κανέναν. Έλεγες πως δεν υπάρχει άλλη σωτηρία, πως σου λείπει το χώμα. Όμως το χώμα υπάρχει εκεί που μπορούμε να δουλέψουμε, νομίζω. Εδώ είμαι ξένος κι όμως ελπίζω κάτι να κάνω. Πώς να γίνει αυτό στην Ελλάδα όπου καταστρέφουν τα πάντα σαν τις ακρίδες;», διερωτάται με τα λόγια αυτά ο Γιώργος Σεφέρης μέσα από το πεζογράφημά του «’Εξι νύχτες στην Ακρόπολη», τα ταραγμένα χρόνια μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Σήμερα, σχεδόν εκατό χρόνια από τα γεγονότα που σημάδεψαν τον νομπελίστα ποιητή, τα λόγια του φαντάζουν πιο επίκαιρα από ποτέ.

Απανωτά μέτρα λιτότητας, αυξημένοι δείκτες ανεργίας, «τσεκούρι» σε μισθούς και μια παρολίγον χρεοκοπία, συνέθεταν το σκηνικό της Ελλάδας στο λυκόφως της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Οι συνέπειες της οικονομικής αυτής κρίσης, μιας από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της χώρας μας, ήταν δραματικές και αρκετοί ήταν εκείνοι που είδαν την ξενιτιά ως μοναδική διέξοδο. Βλέποντας το δυσοίωνο μέλλον να πλησιάζει απειλητικά, σχεδόν μισό εκατομμύριο νέοι άνθρωποι εγκατέλειψαν την εστία τους, αποχαιρέτησαν οικογένεια και φίλους και άνοιξαν φτερά για μια ζωή γεμάτη προοπτικές μα και προκλήσεις. Η μαζική φυγή αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί μέχρι και σήμερα μια βαθιά πληγή που το ελληνικό κράτος προσπαθεί σταδιακά να επουλώσει. Στο πλαίσιο αυτό πριν από περίπου ένα μήνα ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Γιάννης Βρούτσης ανακοίνωσε την πρωτοβουλία Rebrain Greece, σκοπός της οποίας είναι μεταξύ άλλων η επιστροφή τουλάχιστον 500 Ελλήνων της διασποράς με υψηλή ειδίκευση και επιστημονική εμπειρία. Η ελάχιστη αμοιβή τους καθορίζεται στις 3.000 ευρώ, με χρηματοδότηση της επιχείρησης στο 70% περίπου της ελάχιστης αμοιβής για ένα χρόνο, με υποχρέωση διατήρησης του εργαζόμενου με την ίδια αμοιβή για τουλάχιστον 12 μήνες.

Η «κυριακάτικη δημοκρατία» επικοινώνησε με τέσσερις επιτυχημένους Έλληνες της διασποράς και τους ζήτησε να σχολιάσουν την πρόταση του κ. Βρούτση.

Κατερίνα Ηλιακοπούλου, μηχανικός λογισμικού στους New York Times: «Πολύ δύσκολο να εγκαταλείψω ό,τι έχτισα εδώ»

Μόλις ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών μετέβη στη Νέα Υόρκη για μεταπτυχιακό στον τομέα της Δημοσιογραφίας και της Επιστήμης Υπολογιστών. Η 31χρονη Κατερίνα ζει τα τελευταία πέντε χρόνια στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και εργάζεται στον ειδησεογραφικό κολοσσό των New York Times ως μηχανικός λογισμικού. Η ίδια διαβλέπει μια καλή πρόθεση πίσω από την πρόταση του υπουργού Εργασίας, ωστόσο χαρακτηρίζει επιφανειακή την προσέγγισή του. «Το σχέδιο που ανακοινώθηκε από τον κ. Βρούτση στοχεύει κυρίως στο να δελεάσει τους νέους με το μισθό των 3.000 ευρώ, ένα δηλαδή ποσό που ήδη βγάζει κάποιος που εργάζεται στο εξωτερικό. Η ουσία όμως βρίσκεται στην ποιότητα της δουλειάς, στην προοπτική της εξέλιξης καθώς και στο περιβάλλον εργασίας», αναφέρει η ίδια και προσθέτει: «Οι περισσότεροι νέοι που έφυγαν από την Ελλάδα το έκαναν κυρίως επειδή είναι φιλόδοξοι και αναζητούσαν το κάτι παραπάνω που η χώρα τους αδυνατούσε να τους προσφέρει». Όσο για το αν η ίδια θα επέστρεφε, η απάντηση είναι «όχι», τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Κι αυτό διότι, όπως λέει, οι άνθρωποι της ιστορικής εφημερίδας στην οποία εργάζεται, έχουν επενδύσει σε εκείνη και συμβάλλουν στην επαγγελματική της εξέλιξη. «Είναι πολύ δύσκολο να εγκαταλείψω ό,τι έχτισα εδώ και να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα», επισημαίνει.

Μαργαρίτα Χρυσάκη, Ειδικός διαστημικής βιωσιμότητας: «Η φυγή να αντιμετωπιστεί με ενιαία σταθερή πολιτική και όχι επιφανειακά»

Τι κι αν είχε στην κατοχή της ένα πτυχίο κι ένα μεταπτυχιακό στις Πολιτικές Επιστήμες, η Ελλάδα της κρίσης δεν είχε χώρο για εκείνη. Μετά από 11 συνεχόμενους μήνες ανεργίας, διάστημα κατά το οποίο αναζητούσε εργασία και σε κλάδους εντελώς διαφορετικούς από το αντικείμενο σπουδών της, ξεκίνησε να στέλνει αιτήσεις στο εξωτερικό. Στο τέλος έγινε δεκτή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανάμεσα σε εκατοντάδες χιλιάδες υποψήφιους, και μετακόμισε στις Βρυξέλλες όπου παράλληλα έκανε Διαστημικές Σπουδές.

«Η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια ενιαία σταθερή πολιτική ριζικά και όχι επιφανειακά. Έχοντας μεταναστεύσει στο εξωτερικό εδώ και λίγα χρόνια, έχω καταφέρει να διαγράψω μια σημαντική επαγγελματική πορεία, η οποία και εμπλουτίζεται συνεχώς λόγω των μοντέρνων υποδομών και ευκαιριών που μου προσφέρει το κράτος που διαμένω», αναφέρει χαρακτηριστικά τονίζοντας πως ένα σημαντικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από την ελληνική κυβέρνηση είναι τι αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να προσφέρει το κράτος ώστε να υπάρχει κίνητρο επιστροφής όλων όσων έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό.

«Μπορεί το ελληνικό κράτος να ανταγωνιστεί επάξια εκείνα άλλων κρατών; Τα προγράμματα επαναπατρισμού αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης κρατικής πολιτικής; Αν ναι, τότε κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί τι γίνεται αναφορικά με το επιστημονικό δυναμικό που παρέμεινε στην Ελλάδα. Έχουν ικανοποιηθεί τα αιτήματα του για απορρόφηση στην αγορά εργασίας;», διερωτάται.

Όπως σημειώνει, τέτοιου είδους ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν με λογικά επιχειρήματα, τεκμήρια και ζωντανά παραδείγματα προκειμένου κάποιος να πάρει μια τόσο σημαντική απόφαση επιστροφής στη χώρα του. «Η σχέση εμπιστοσύνης κράτους-πολίτη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί, αυτή τη φορά πάνω σε ισχυρά κοινωνικοπολιτικά θεμέλια», προσθέτει.

Νίκος Στεργίου, καθηγητής Εμβιομηχανικής και ερευνητής στο πανεπιστήμιο της Νεμπράσκα (ΗΠΑ): «Γιατί να έρθω όταν τον μισό μισθό θα τον πάρει το κράτος»

Μεγαλωμένος με αρκετές στερήσεις στη Θεσσαλονίκη, πάλεψε σκληρά για ένα καλύτερο και αξιοπρεπές μέλλον και σήμερα διαγράφει μια σπουδαία ακαδημαϊκή καριέρα στη Νεμπράσκα των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου μέσα από τις έρευνές του δίνει ελπίδα σε ανθρώπους με κινητικά προβλήματα και παιδιά με εγκεφαλική παράλυση. Μιλώντας στην «κυριακάτικη δημοκρατία» εξηγεί πως η πρωτοβουλία του κ. Βρούτση αποτελεί σίγουρα ένα πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αυτού φαινομένου τονίζοντας ωστόσο πως δεν αρκεί από μόνη της για να πείσει κάποιον να επιστρέψει στην πατρίδα του. «Για να γυρίσουν οι νέοι άνθρωποι δεν αρκεί ο μισθός των 3.000 ευρώ για ένα ή δύο χρόνια αλλά πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα παρακινήσουν τους Έλληνες της διασποράς να σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο της επιστροφής. Η φορολογία για παράδειγμα και η γραφειοκρατία είναι δύο μεγάλες πληγές. Γιατί να έρθω να εργαστώ στην Ελλάδα όταν ξέρω ότι τον μισό μισθό θα μου τον πάρει πίσω το κράτος μέσω των φόρων;», διερωτάται και προσθέτει: 

«Όποιος έχει ζήσει στο εξωτερικό, έχει δει πώς λειτουργεί ένα σύγχρονο κράτος που σέβεται φορολογικά τον πολίτη. Επιπλέον δεν χρειάζονται δέκα χαρτιά για τη διευθέτηση ενός ζητήματος σε δημόσια υπηρεσία αλλά ένα. Αν δεν καλυτερεύει η καθημερινότητα στην Ελλάδα δύσκολα θα γυρίσει κανείς πίσω», τονίζει.

Γιώργος Φωτιάδης, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Λουξεμβούργου: «Γιατί να έρθω όταν τον μισό μισθό θα τον πάρει το κράτος

«Δε με ενδιαφέρει να επιστρέψω στην Ελλάδα. Θεωρώ πως όσοι έχουν μια καλή θέση σε άλλη χώρα δε θα ασχοληθούν με την συγκεκριμένη πρόταση του υπουργού Εργασίας. Ίσως ανταποκριθούν κάποιοι νέοι που μόλις τελείωσαν τις σπουδές τους», σχολιάζει ο 36χρονος Γιώργος που εργάζεται στο διεπιστημονικό κέντρο ασφαλείας, αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης (SnT).

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι σύμφωνα με τον ίδιο η έλλειψη ανταγωνισμού, γεγονός που αυτομάτως μειώνει τη δυναμική της κυβερνητικής εξαγγελίας για τον επαναπατρισμό των νέων. «Τι γίνεται μετά τη λήξη του προγράμματος; Δε θέλω να φανώ απαισιόδοξος, ίσως είναι η αρχή για κάτι καλύτερο. Μένει να το δούμε», καταλήγει.

Δημοσιεύθηκε στην «κυριακάτικη δημοκρατία» στις 05-01-20

Posted in Ρεπορτάζ and tagged , , .