Λύρειο Παιδικό Ίδρυμα: Μια μοναχή που έζησε τον πύρινο εφιάλτη, εξομολογείται

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το ξημέρωμα της 23ης Ιουλίου δεν ήταν καθόλου διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα για τις μοναχές του Λυρείου Ιδρύματος που φιλοξενεί 45 ορφανά παιδιά στον υψηλότερο λόφο του Νέου Βουτζά. Κανείς και τίποτα μέσα στη γαλήνη της περιοχής δεν προμήνυε την ολοκληρωτική καταστροφή που θα ακολουθούσε λίγες ώρες μετά. Όταν νωρίς το απόγευμα η αδελφή Μαρία είδε τη φωτιά από μακριά, δεν ανησύχησε ιδιαίτερα. Από το 1975 που είναι στο Ίδρυμα, το απέναντι βουνό έχει καεί συνολικά έξι φορές χωρίς όμως να φτάσει ως την αυλή του ιδρύματος. «Κατευθύνθηκα προς το λογιστήριο για να τηλεφωνήσω στην Πυροσβεστική και να μάθω αν η φωτιά έρχεται προς τα εδώ. Πριν προλάβω να μπω στο γραφείο, βλέπω έναν μοτοσικλετιστή να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πίστεψα ότι ήταν εμπρηστής γιατί αυτό συνήθως κάνουν, ανάβουν εστίες και φεύγουν. Τελικά ήταν εργαζόμενος του ιδρύματος που έτρεχε για να μας ειδοποιήσει ότι η φωτιά ερχόταν σε εμάς κι έπρεπε άμεσα να εκκενώσουμε το κτίριο», αναφέρει στη «δημοκρατία» η μοναχή στην προσπάθειά της να περιγράψει τις σκηνές τρόμου που βίωσε το απόγευμα της περασμένης Δευτέρας.

Τα παιδιά που φιλοξενούνται στο Λύρειο ήταν σε κατασκήνωση, ωστόσο στο εσωτερικό του κτιρίου υπήρχαν οι υπόλοιπες μοναχές, κάποιες από τις οποίες ήταν κατάκοιτες, λίγοι ηλικιωμένοι που διαμένουν εκεί κι ένα ανήλικο παιδί που σε λίγες ημέρες θα πήγαινε να βρει τα υπόλοιπα. «Έτρεχα σαν τρελή να ειδοποιήσω τις γερόντισσες και να μετακινήσω με τα αναπηρικά αμαξίδια όσες είχαν κινητικά προβλήματα. Τις έβαζα άρον άρον σε αυτοκίνητα εργαζομένων κι έφευγαν. Η φωτιά μέσα σε δέκα λεπτά είχε φτάσει στην αυλή μας. Τρέχαμε, προσευχόμασταν και φωνάζαμε ότι αύριο θα γίνει η κηδεία μας».

Η πιο συνταρακτική στιγμή εκείνου του απογεύματος ήταν για την αδελφή Μαρία όταν οι φλόγες κύκλωσαν το αυτοκίνητο ενός εργαζόμενου που μετέφερε σε ασφαλές μέρος δύο μοναχές κι έναν παππά. Τελικά η φορά του ανέμου άλλαξε, οι επιβαίνοντες κατάφεραν να βγουν από το όχημα και κλείστηκαν στην εκκλησία για να σωθούν. «Προσευχόμουν να μην καούν οι άνθρωποι κι ας καιγόταν το κτίριο. Τα κτίρια με κόπο και χρήμα ξαναγίνονται, οι άνθρωποι όμως όχι. Άκουγα στο ραδιόφωνο ότι υπήρχαν νεκροί στο Μάτι και με έπιασε τρέλα. Ειδοποίησα την Πυροσβεστική, η οποία ήρθε τρεις ώρες μετά καθώς καιγόντουσαν τα πάντα γύρω και δε μπορούσε να μπει. Τελικά καταφέραμε να σωθούμε όλοι».

Το κτίριο καταστράφηκε ολοσχερώς, τα παιδιά του ιδρύματος αυτή τη στιγμή φιλοξενούνται σε προσφερόμενη στέγη στην Ανάβυσσο ενώ οι μοναχές και οι ηλικιωμένοι που διέμεναν εκεί διανυκτερεύουν σε ξενοδοχείο στο Μαραθώνα. Πάντως, παρά τα συντρίμμια που παρέπεμπαν σε μια μορφή Βιβλικής καταστροφής, στο πρόσωπο της μοναχής μπορούσε κανείς να διακρίνει μια αίσθηση ανακούφισης που εκπορευόταν από το γεγονός πως δεν υπήρξαν θύματα στο ορφανοτροφείο. «Αφού σωθήκαμε όλοι, ας γίνουν στάχτη τα υπόλοιπα. Αν είχε μείνει όρθιο το κτίριο και είχε γεμίσει με φέρετρα, δε θα το άντεχα». Εκείνο που από την επόμενη κιόλας ημέρας της πυρκαγιάς τη συγκίνησε περισσότερο, ήταν το κύμα αλληλεγγύης από εισέπραξε από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από ανθρώπους κάθε ηλικίας που ακόμη μέχρι σήμερα σπεύδουν στο σημείο προκειμένου να προσφέρουν βοήθεια. «Έπρεπε να γίνει όλο αυτό το κακό για να να αποκαλύψουν την ομορφιά της ψυχής τους οι άνθρωποι», καταλήγει.

 

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δημοκρατία» στις 30/07/18

Posted in Συνεντεύξεις.