«Κάποτε ήταν ο Ωνάσης, σήμερα είναι ο Αντετοκούνμπο»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Έχουν περάσει έξι χρόνια από τη στιγμή που το αμούστακο κιόλας παιδί από τα Σεπόλια πήρε το ελληνικό διαβατήριο επικυρώνοντας έτσι το εισιτήριό του για την πιο ανταγωνιστική λίγκα καλαθοσφαίρισης του κόσμου. Έξι ολόκληρα χρόνια, σε ένα κυριολεκτικά μαγικό ταξίδι που με πολλή δουλειά και ακόμη μεγαλύτερο πάθος καταξίωσαν τον Γιάννη Αντετοκούνμπο στην ελίτ του επαγγελματικού αθλητισμού στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τα πρώτα βήματα δεν ήταν εύκολα, καθώς ο Γιάννης αναγκαζόταν να περπατήσει αρκετά χιλιόμετρα προκειμένου να βρεθεί στις εγκαταστάσεις της ομάδας του Μιλγουόκι και να προπονηθεί με στόχο να βελτιώσει το παιχνίδι του. Βέβαια, όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από… «διακοπές» σε σχέση με όσα πέρασε στην Ελλάδα για να καταφέρει να ζήσει την οικογένειά του.

Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα του ταξιδιού του, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο έχει κατορθώσει να γεμίσει με περηφάνια ένα ολόκληρο έθνος και να κάνει τους φίλους των Bucks να ονειρεύονται μια ομάδα μεγάλη, όπως ακριβώς ο Γιάννης: χωρίς ταβάνι. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως ο Σακίλ Ο’ Νιλ, ένας από τους μεγαλύτερους αθλητές που πέρασαν τα τελευταία 20 χρόνια από τα παρκέ, δηλώνει ανοιχτά πως ο Γιάννης είναι καλύτερος από αυτόν ενώ τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης έχουν αρχίσει να του παραχωρούν τη θέση του «βασιλιά» στον μαγικό κόσμο του NBA.

Στη πραγματικότητα η ίδια η ζωή του Γιάννη θυμίζει έντονα παραμύθι: ένα νεαρό αγόρι, γιος μεταναστών από τη Νιγηρία, πάσχιζε για χρόνια να τα βγάλει πέρα κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Αποκομμένος από το δικαίωμα στη παιδική αθωότητα και απαξιωμένος από μια κοινωνία που αδυνατούσε να τον καταλάβει, αναζητούσε το όνειρο στις γειτονιές των Σεπολίων και στο, περίφημο πλέον, ανοιχτό γήπεδο του Τρίτωνα.

Η ανακάλυψη

Η φτώχεια και η ανέχεια συνέθεσαν τα βασικά συστατικά της νιότης του που έμελλε να αλλάξουν ολοκληρωτικά τη μέρα που αποφάσισε – ή για την ακρίβεια πιέστηκε – να αγγίξει με τα χέρια του την πορτοκαλί θεά.

Ο »Greek Freak» του σήμερα που μια μέρα θα διεκδικήσει τη θέση του στο πάνθεον των αθλητών του ΝΒΑ, δεν θα ήταν ποτέ ο ίδιος αν στο δρόμο του δεν είχε βρεθεί ο κατάλληλος άνθρωπος που δεν είναι άλλος από τον Σπύρο Βελλινιάτη.

Πρόκειται για εκείνον που όχι μόνο πίστεψε εξαρχής στον 17χρονο τότε Γιάννη, αλλά έκανε τα πάντα προκειμένου να πείσει αυτόν και την οικογένειά του να ασχοληθεί με το μπάσκετ.

«Στον Γιάννη εκείνη την περίοδο άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο και με αυτό ήθελε να ασχοληθεί. Πέρασα πολύ δύσκολα ώσπου να καταφέρω να του αλλάξω γνώμη. Οι γονείς δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν το πραγματικό χάρισμα του παιδιού τους. Ήταν πάρα πολύ φτωχοί, διέκρινα την ανέχειά τους και την αδυναμία τους να βγάλουν τα προς το ζην και το εκμεταλλεύτηκα γι’ αυτό που θεωρούσα πως ήταν το καλύτερο και για το γιο τους αλλά και για τους ίδιους. Τους είπα λοιπόν πως θα τους βρω δουλειά με την προϋπόθεση ο Γιάννης να ξεκινήσει το μπάσκετ», μου λέει ο Σπύρος Βελλινιάτης.

Έτσι κι έγινε. Ο σημερινός παίκτης των Bucks ξεκίνησε την ενασχόλησή του με το μπάσκετ, ωστόσο, όσο περνούσε ο καιρός δεν ήταν ιδιαίτερα συνεπής στις προπονήσεις του. Όπως μάλιστα αναφέρει ο 50χρονος πρώην προπονητής του, οι απουσίες του Γιάννη έγιναν συχνότερες από τη στιγμή που οι γονείς του δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της νέας δουλειάς κι έμειναν πάλι άνεργοι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο Γιάννης να λείπει διότι έπρεπε να δουλεύει για να τους βοηθά.

Ο νεαρός Γιάννης εν δράσει υπό την καθοδήγηση του Βελλινιάτη

«Αποφασίσαμε λοιπόν με τον Λουκά Καρακούση, τον έφορο των Ακαδημιών του Φιλαθλητικού, να βοηθήσουμε την οικογένεια ώστε το παιδί να συνεχίσει να παίζει. Ο Λουκάς συμφώνησε να δίνει στους γονείς του 500 ευρώ το μήνα για να έρχεται ο Γιάννης για μπάσκετ. Ήμουν πολύ σίγουρος γι’ αυτό το παιδί και ήξερα πως στο τέλος θα δικαιωθώ. Θυμάμαι μάλιστα σε μια συνέντευξή του είπε πως ακόμη κι αν δεν έβγαζε λεφτά, θα έπαιζε μπάσκετ. Αυτό για μένα ήταν μια επιβεβαίωση πως τελικά έπραξα το σωστό», αναφέρει εξηγώντας πως αρκετοί άνθρωποι της ομάδας δεν πίστεψαν εξαρχής στο ταλέντο του νεαρού ελληνοαφρικανού. «Δεν ήξερε καν να σκάει τη μπάλα. Όταν τον πήγα στον Φιλαθλητικό, πολλοί με κορόιδεψαν διότι δεν θεωρούταν πολύ ψηλός. Σε ηλικία 17 ετών είχε ύψος 1.90. Μετά βέβαια δεν σταματούσε να ψηλώνει».

«Ο Γιάννης δεν υπήρξε ποτέ παιδί»

Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια Αντετοκούνμπο είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτησή μας με τον κύριο Βελινιάτη. Ο ίδιος μάλιστα θεωρεί πως οι ακραίες αυτές συνθήκες διαβίωσης έπαιξαν καθοριστικό παράγοντα στη λαμπρή καριέρα του Γιάννη.

«Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είχαν σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης κι έκαναν οτιδήποτε για να βγάλουν το μεροκάματο. Η άγνοια του φόβου που είχε ο Γιάννης λόγω της απόλυτης φτώχειας που βίωνε, ήταν το μεγαλύτερο όπλο του», τονίζει ξεκαθαρίζοντας πως αν ζούσε σ’ένα περιβάλλον φυσιολογικό, θα ήταν πιο δύσκολο να φτάσει εκεί που είναι σήμερα.

«Θα είχε ψυχολογική πίεση, δεν θα άκουγε και θα είχε άποψη. Εμείς βλέποντας το χάρισμά του, του δώσαμε τα τεχνικά εφόδια. Το να πας στο NBA από τους δρόμους της Αθήνας, είναι αντίστοιχο με το να στείλεις κάποιον άνθρωπο στον Άρη ή στο φεγγάρι», εξηγεί.

Όσο για τον χαρακτήρα του, ο έμπειρος προπονητής κάνει λόγο για ένα αρκετά κλειστό παιδί που δεν είχε φίλους, όχι επειδή ήταν κακός άνθρωπος αλλά επειδή ήταν αναγκασμένος να εργάζεται συνεχώς. «Ήταν κάτι σαν πατέρας για την οικογένεια. Όσους φίλους είχε, ήταν φίλοι του Θανάση, του αδερφού του. Ο Γιάννης δεν υπήρξε ποτέ παιδί. Μπορώ να πω πως τώρα είναι περισσότερο παιδί από τότε που ζούσε στα Σεπόλια».

Οι γονείς του Γιάννη παρακολουθούν το γιο τους να παίζει ερασιτεχνικά στα Σεπόλια

«Πλέον δεν επικοινωνούμε καθόλου»

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει αυτή την περίοδο ο κύριος Βελινιάτης, δεν του επιτρέπουν να έχει στο σπίτι του ίντερνετ και κατά συνέπεια δεν παρακολουθεί τα παιχνίδια των Milwaukie Bucks. Όποτε ευκαιρεί όμως, πηγαίνει στο πλησιέστερο internet café προκειμένου να δει τα Highlights κάθε παιχνιδιού και να καμαρώσει τις επιδόσεις του Γιάννη.

«Χαίρομαι απίστευτα γι’ αυτόν και είμαι πολύ περήφανος. Εκείνο που ο κόσμος ίσως δεν μπορεί να καταλάβει είναι το τι κινδύνους είχε όλο αυτό για μένα. Δεν είναι μόνο το ότι πήρα στο λαιμό μου ένα παιδί , ήταν και μια σειρά από πράγματα που έπρεπε να κάνω», λέει εξηγώντας πως πριν από τον Γιάννη είχε συναντήσει αρκετά ταλαντούχα παιδιά μεταναστών που δεν άντεξαν τον Γολγοθά που βίωναν και κάποια αυτοκτόνησαν, κάποια έπεσαν στα ναρκωτικά ενώ κάποια άλλα παρουσίασαν ψυχιατρικές διαταραχές.

«Έχοντας βιώσει πολλές τέτοιες ιστορίες προτού βοηθήσω τον Γιάννη, αποφάσισα να “θυσιαστώ” γι αυτόν. Ειδικά τα πρώτα τρία χρόνια πάλευα μόνος μου στον ωκεανό καθώς εκτός από το ότι έπρεπε να πείσω τον ίδιο και την οικογένειά του, είχα και τους γονείς μου βαριά άρρωστους. Ο πατέρας μου λόγω σακχάρου δεν έβλεπε και είχε χάσει και το ένα του πόδι και η μητέρα μου είχε άνοια».

Ωστόσο, παρά τα όσα πέρασαν μαζί, σήμερα ο κύριος Βελινιάτης δεν έχει καμιά επικοινωνία με τον Γιάννη. Η τελευταία φορά που μίλησαν ήταν το καλοκαίρι του 2016, όταν ο Γιάννης και ο αδερφός του ο Θανάσης ήρθαν στην Ελλάδα. Όπως μάλιστα λέει ο κ. Βελλινιάτης, ο Θανάσης ήταν πολύ πιο θερμός μαζί του. «Ο Γιάννης είχε να διαχειριστεί πάρα πολύ κόσμο. Μου είπε βέβαια ότι θα με ξαναπάρει τηλέφωνο, αλλά από τότε έχω χάσει τα ίχνη του».

Ο ίδιος πιστεύει πως ο Γιάννης θα πρέπει να κάνει έναν συντηρητικό βίο προκειμένου να αντέξει τις πιέσεις και τις απαιτήσεις που χρειάζονται να για παίξει σε ένα τέτοιο επίπεδο. «Έχει σίγουρα το μυαλό για να κρατήσει τις ισορροπίες που χρειάζονται. Θα το δείξει η πορεία», αναφέρει.

Όσο για τις συγκρίσεις που κάνουν οι Αμερικανοί μεταξύ του Αντετοκούμπο και διεθνών αστέρων του μπάσκετ, ο κύριος Βελλινιάτης πιστεύει πως όχι μόνο οι συγκρίσεις αυτές γίνονται δικαίως αλλά πως ο Γιάννης θα φτάσει ακόμη πιο ψηλά κι από τον Lebron James των Cavaliers. 

«To μόνο που φοβάμαι είναι το πώς θα διαχειριστεί τον εαυτό του εκτός γηπέδου, μέσα στο γήπεδο δεν τον φοβάμαι. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Δεν φτάνει δηλαδή μόνο το να μην μπλέξει ο Γιάννης. Θα πρέπει ε να μην μπλέξουν και οι γονείς του σε προβλήματα που να απασχολούν τον Γιάννη από το στόχο του. Πρέπει και το περιβάλλον του να τον στηρίξει». 

«Ο Γιάννης έχει μια τεράστια δυναμική. Κάποτε ήταν ο Ωνάσης, σήμερα είναι ο Αντετοκούμπο. Πρόκειται για το νούμερο ένα εξαγώγιμο προϊόν της χώρας μας αυτή τη στιγμή», επισημαίνει και θυμάται ένα περιστατικό που βίωσε στην Κόπα Καμπάνα. «Μόλις κάποιοι Βραζιλιάνοι άκουσαν πως είμαι Έλληνας, ρώτησαν αμέσως για τον Αντετοκούνμπο. Είναι απίστευτο αυτό που συμβαίνει».

Αυτή την περίοδο ο κύριος Βελινιάτης στην προσπάθειά του να βοηθήσει παιδιά μεταναστών, διατηρεί έναν σύλλογο με 90 κορίτσια και αγόρια από την Αφρική, καθένα από τα οποία προσπαθεί να χαράξει τη δική του πορεία στον αθλητισμό και όχι μόνο. 

Άλλωστε, οι μέχρι τώρα «ανακαλύψεις» του που εκτός από τον Γιάννη Αντετοκούμπο, περιλαμβάνουν τους Μιχάλης Αφολάνιο -τον πρώτο Ελληνοαφρικανό που μίλησε στην ελληνική Βουλή- τον Παύλο Τζόουν, αξιωματικό του ελληνικού στρατού και πολλούς άλλος, έχουν αποδείξει πως ο ίδιος έχει το χάρισμα που απαιτείται για να αλλάξει τις ζωές ταλαντούχων παιδιών. 

«Πρόκειται για κάτι που κληρονόμησα από τη γερμανίδα μητέρα μου, η οποία ήταν υπεύθυνη προσωπικού σε μια μεγάλη εταιρία και είχε υπό την εποπτεία της 5.000 εργαζόμενους. Με έπαιρνε μαζί της από τότε που ήμουν μικρός κι αυτό με βοήθησε πολύ στη ζωή μου όπως φαίνεται».  

Ο λόγος που τόσα χρόνια επιλέγει να προσεγγίζει την αφρικανική κοινότητα είναι, όπως αναφέρει, το γεγονός ότι η κουλτούρα των ανθρώπων αυτών είναι πολύ διαφορετική από τη δική μας με αποτέλεσμα να ενσωματώνονται με μεγαλύτερη δυσκολία στη χώρα μας. «Τα παιδιά που είναι από τις βαλκανικές χώρες, έχουν μια προδιάθεση να καταλάβουν πως λειτουργεί η Ελλάδα , με αποτέλεσμα να μη χρειάζονται κάποια βοήθεια. Οι μετανάστες που προέρχονται από τις αφρικανικές χώρες όμως, δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν την ελληνική κοινωνία στην οποία η οικογένεια τους τούς ζητά να ζήσουν». 

Η μόνη του ίσως πικρία είναι το γεγονός πως όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει καμιά στήριξη από την Πολιτεία. «Υπάρχει πολύ ταλέντο εκεί έξω αλλά παλεύω μόνος μου. Δεν είναι ανάγκη το κράτος να βοηθήσει οικονομικά αλλά θα μπορούσε να φωτίσει το γεγονός μέσω μιας βράβευσης», καταλήγει με παράπονο.

 

 

Posted in Συνεντεύξεις.