Τα «παιδιά των βρεφοδόχων» που υιοθετήθηκαν στην Αμερική

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Ήταν αρχές του 1950, τότε που η χώρα επιχειρούσε απεγνωσμένα να μαζέψει τα συντρίμμια της από τα καταστροφικά αποτελέσματα του εμφυλίου πολέμου, όταν ξεκίνησε ένα μαζικό και εν πολλοίς άγνωστο κύμα υιοθεσίας ελληνόπουλων από εύπορα ζευγάρια Αμερικανών.

Ξεκληρισμένες οικογένειες που είχαν «γονατίσει» από τα δραματικά γεγονότα που αιματοκύλισαν τη χώρα, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νεογέννητα μωρά τους τοποθετώντας τα στην ειδική βρεφοδόχο κι από εκεί ξεκινούσε ένα αλισβερίσι αρκετών χιλιάδων δολαρίων μεταξύ ομογενών δικηγόρων και άτεκνων ζευγαριών από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Το φαινόμενο της εγκατάλειψης παιδιών που αρχικά είχε καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά και αφορούσε κατά κανόνα φτωχά στρώματα του πληθυσμού, με το πέρασμα του χρόνου άρχισε να καλύπτει όλο το φάσμα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης της χώρας. Έτσι, με όχημα τα κοινωνικά ταμπού και τον φόβο της δημόσιας κατακραυγής, το δρόμο για την αμερικανική ήπειρο πήραν και παιδιά εύπορων οικογενειών που αποτελούσαν καρπούς κάποιου απαγορευμένου έρωτα. Μάλιστα, το εύρος αυτών των υιοθεσιών ήταν τέτοιο που μέσα σε δεκατρία χρόνια, από το 1949 έως το 1962, όσο δηλαδή διήρκεσε το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών, υπολογίζεται πως το ταξίδι για την Αμερική έκαναν περισσότερα από 3.200 βρέφη.

Την άγνωστη αυτή σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας που απέκοψε από τη γενέτειρά τους χιλιάδες ανθρώπους και αποστέρησε τη χώρα από αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, φέρνει στο φως η Βελγίδα Γκόντα Φαν Στιν, κάτοχος της έδρας «Κοραή» στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου με ειδικότητα στις νεοελληνικές σπουδές και διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου. Η έρευνά της κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ταξίδεψε αρκετές φορές στην Ελλάδα, όπου «ξεσκόνισε» αρχεία δημόσιων υπηρεσιών που αφορούσαν στην έκδοση διαβατηρίων και βίζας εκείνη την εποχή ενώ παράλληλα ήρθε σε επαφή με αρκετούς από τους ανθρώπους που υιοθετήθηκαν τότε και που τώρα αναζητούν εναγωνίως τις ρίζες τους. Μάλιστα, το γεγονός ότι γνωρίζει πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά τη βοήθησε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στην έρευνά της καθώς πολλά από τα έγγραφα των περασμένων δεκαετιών ήταν στην καθαρεύουσα. Η ίδια ξεκίνησε να μελετά σε βάθος το θέμα των μαζικών υιοθεσιών το2013, όταν δίδασκε αρχαία και νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο της Φλόριντα. Τότε ένας φοιτητής της ζήτησε βιβλιογραφία για το θέμα αυτό καθώς η μητέρα του και η θεία του ήταν υιοθετημένες από την Ελλάδα.

Η Βελγίδα καθηγήτρια Γκόντα Βαν Στιν

«Η πρώτη σκέψη που έρχεται στο νου των Ελλήνων όταν ακούν για τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι το παιδομάζωμα του εμφυλίου ή το παιδοφύλαγμα. Δεν έχει όμως καμία σχέση καθώς εδώ πρόκειται για αθρόα υιοθεσία παιδιών αφού ολοκληρώθηκε ο πόλεμος. Από το 1949 έως το 1962 υιοθετήθηκαν περίπου 3.200 Ελληνόπουλα. Οι λόγοι αρχικά ήταν πολιτικοί καθώς οι οικογένειες κυρίως αριστερών δεν είχαν καμιά απολύτως στήριξη και είχαν εξαντληθεί οικονομικά. Από το 1955 και μετά ξεκινά η ακμή του κύματος υιοθεσιών με τις κοινωνικές προκαταλήψεις να αποτελούν την πρωταρχική αιτία εγκατάλειψης των παιδιών από τους φυσικούς τους γονείς», αναφέρει η ίδια στη «κυριακάτικη δημοκρατία». Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το γεγονός πως τα άτεκνα ζευγάρια εκείνη την εποχή στις Ηνωμένες Πολιτείες στιγματίζονταν κοινωνικά καθώς η στειρότητα θεωρούταν ντροπή, οδήγησαν στην άνθιση των τεκνοθεσιών. Όπως εξηγεί η ελληνίστρια και ακαδημαϊκός, οι Αμερικανοί υποψήφιοι γονείς ήταν όλοι τους λευκοί, οικονομικά ευκατάστατοι και ήθελαν λευκά παιδιά. Αρχικά υιοθετούσαν βρέφη από την Κορέα αλλά επειδή τα χαρακτηριστικά τους δεν είχαν καμιά σχέση με αυτά των Αμερικανών, τα Ελληνόπουλα έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή. Τη διόλου εύκολη διαδικασία της υιοθεσίας αναλάμβαναν μεσάζοντες, κυρίως ομογενείς δικηγόροι που γνώριζαν καλά τη λειτουργία του ελληνικού και αμερικανικού δημοσίου, έναντι αδρής αμοιβής. «Το να μπορείς να τοποθετήσεις ένα ελληνόπουλο σε αμερικανική οικογένεια δεν ήταν εύκολη υπόθεση γι’ αυτό και όποιος το έκανε λάμβανε το εξωφρενικό για την εποχή ποσό των 3.000 δολαρίων για κάθε βρέφος». Εκείνο που κατά την ίδια είναι ιδιαίτερα θλιβερό, είναι το γεγονός πως το κίνητρο των μεσαζόντων ήταν καθαρά χρηματικό και δε γινόταν κανένας απολύτως έλεγχος στις οικογένειες των Αμερικανών. «Γνώρισα κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους που κατέληξαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και τελικά έπεσαν θύματα βιασμού ή άγριου ξυλοδαρμού από τους θετούς τους γονείς. Το να μείνει ένα παιδί σε ίδρυμα σίγουρα δεν είναι καλό αλλά ο έλεγχος στις οικογένειες ήταν απαραίτητος».

«Κλεμμένα παιδιά»

«Ελληνοαμερικανοί φοβούνται πως μπορεί να υπήρξαν παιδιά μαύρης αγοράς», «Ιστορίες κλεμμένων παιδιών και χαμένων ταυτοτήτων. Απόηχοι ενός ελληνικού σκανδάλου στη Νέα Υόρκη», «Τα μωρά της Ελλάδας που έγιναν αντικείμενο μαύρης αγοράς επιστρέφουν στην πατρίδα. Κλεμμένα παιδιά απαιτούν να μάθουν την ιστορία τους», είναι κάποιοι από τους τίτλους δημοσιευμάτων κορυφαίων αμερικανικών εντύπων για το μαζικό αυτό κύμα υιοθεσιών. Το σενάριο ωστόσο περί κλεμμένων παιδιών υποστηρίζουν, σύμφωνα με τη Βελγίδα ερευνήτρια, και αρκετοί από τους ανθρώπους που δόθηκαν για υιοθεσία τα ταραγμένα μετεμφυλιακά χρόνια. «Έχω γνωρίσει πολλούς Έλληνες που πιστεύουν ότι είναι κλεμμένα παιδιά. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς, στις περισσότερες υιοθεσίες έβαζε η ίδια η μητέρα του βρέφους την υπογραφή της. Η μητέρα ήξερε τι έκανε απλώς δεν είχε άλλη επιλογή, είτε επειδή δε μπορούσε να συντηρήσει το παιδί λόγω οικονομικής ανέχειας είτε επειδή δεχόταν απειλές από τον περίγυρό της ότι θα βρεθεί στο δρόμο αν δεν εγκαταλείψει το παιδί, ειδικότερα αν επρόκειτο για καρπό απαγορευμένου έρωτα. Αυτό δεν μπορείς να το θεωρήσεις κλεμμένο παιδί», διευκρινίζει.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Μαρίας Χέκινγκερ που γεννήθηκε στην Πάτρα έπειτα από βιασμό που υπέστη η 17χρονη τότε μητέρα της. «Ήταν συνεσταλμένο κορίτσι που μεγάλωσε στη Λευκάδα κι όταν η εγκυμοσύνη της και ο τρόπος που αυτή προέκυψε έγιναν γνωστά, ο πατέρας της την έδιωξε από το σπίτι διότι ντρεπόταν. Εκείνη περιπλανιόταν μόνη της στην Πάτρα για δύο μήνες, ζούσε στο δρόμο και ζητιάνευε για το φαγητό της. Όταν γεννήθηκα αναγκαστικά με παρέδωσε σε ορφανοτροφείο, καθώς ήταν αδύνατον να με συντηρήσει», εξομολογείται η ίδια στην «κυριακάτικη δημοκρατία». Η 66χρονη σήμερα συνταξιούχος δασκάλα δεν έχει καθόλου μνήμες από τις ημέρες που έζησε σε ορφανοτροφείο στην Πάτρα αλλά θυμάται με ιδιαίτερη τρυφερότητα και αγάπη τα παιδικά της χρόνια δίπλα στους θετούς της γονείς στην Αμερική. Σε ηλικία 30 ετών ταξίδεψε από την Ουάσινγκτον στη χώρα μας και έπειτα από αρκετή έρευνα κατάφερε να συναντήσει την πραγματική της μητέρα. Όταν έμαθε πως αποτελεί παιδί – προϊόν βιασμού αρχικά σοκαρίστηκε αλλά στη συνέχεια ήθελε να μάθει τα πάντα για τη ζωή των φυσικών της γονιών. «Η γνωριμία μου με την πραγματική μου μητέρα ήταν για εμένα η σημαντικότερη ημέρα της ζωής μου. Μου διηγήθηκε όλες τις δυσκολίες που βίωσε τριγυρίζοντας ολομόναχη στους δρόμους μιας, παντελώς άγνωστης για εκείνη, πόλης, όπως ήταν η Πάτρα αλλά και για τη συμφωνία που είχε γίνει με τους ιθύνοντες του ορφανοτροφείου ότι η τοποθέτησή μου εκεί θα ήταν προσωρινή. Όσο για τον πατέρα μου, θα ήθελα να τον συναντήσω αλλά δυστυχώς έχει πεθάνει. Θα του ζητούσα αρχικά να μου εξηγήσει γιατί φέρθηκε με τόσο βίαιο τρόπο σε ένα κορίτσι 17 χρονών κι έπειτα θα τον ρωτούσα αν μας σκέφτηκε ποτέ του όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν». Η ίδια μετά από απανωτά ταξίδια στην Ελλάδα επί δέκα συναπτά έτη, συγκέντρωσε όλες τις πληροφορίες γύρω από το παρελθόν της και κατέγραψε την ιστορία της σε βιβλίο με τίτλο »Beyond the Third Door: Based On a True Story», το οποίο αποτελείται από τρία μέρη, την αφήγηση της φυσικής της μητέρας, της θετής αλλά και της δικής της.

Η Μαρία Χέκινγκερ με τη βιολογική της μητέρα

Σύμφωνα με την Γκόντα Φαν Στιν, η κ. Χέκινφκερ ανήκει στους τυχερούς που πρόλαβαν να συναντήσουν τους πραγματικούς τους γονείς σε αντίθεση με τους περισσότερους που παραμένουν κολλημένοι στον γραφειοκρατικό δαίδαλο των ελληνικών υπηρεσιών ή έρχονται αντιμέτωποι με την απροθυμία πολλών υπαλλήλων να τους εξυπηρετήσουν. «Οι περισσότεροι άνθρωποι που υιοθετήθηκαν τότε, σήμερα είναι γύρω στα 50, έχουν περισσότερες ερωτήσεις από ποτέ σε αυτή την ηλικία, καθώς βγήκαν στη σύνταξη, ο ελεύθερός τους χρόνος είναι αρκετός και σκέπτονται διαρκώς τις ρίζες τους. Το θέμα είναι ότι ενώ ταξιδεύουν στην Ελλάδα για το σκοπό αυτό, δεν υπάρχει βοήθεια από υπαλλήλους των δημόσιων υπηρεσιών, πολλές πόρτες είναι κλειστές», λέει τονίζοντας πόσο πολύτιμη μπορεί να καταστεί η συνεισφορά της ελληνικής Πολιτείας. «Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έκαναν αυτό το υπερατλαντικό ταξίδι, κι ενώ έχουν μαζί τους το έγγραφο του Πρωτοδικείου που αποδεικνύει ότι δόθηκαν για υιοθεσία, αρκετοί υπάλληλοι δεν είναι πρόθυμοι να τους βοηθήσουν ώστε να αποκτήσουν πρόσβαση στους φακέλους τους. Κάποιοι κατάφεραν να γνωρίζουν τους γονείς τους που έτυχε να είναι ακόμη ζωντανοί αλλά πόσοι θα τους προλάβουν ακόμη;», διερωτάται η φλαμανδόφωνη καθηγήτρια.

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «δημοκρατία» στις 15 – 09 -19

Posted in Συνεντεύξεις.