Τοξικοεξαρτημένοι: Οι παρίες της πανδημίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Γνωρίζουμε ότι με τη βοήθεια του ‘’παυσίλυπου’’ μπορούμε κάθε στιγμή να αποφύγουμε την πίεση της πραγματικότητας και να καταφύγουμε σε έναν δικό μας κόσμο, με καλύτερες συνθήκες άνθησης. Είναι γνωστό ότι ακριβώς αυτή η ιδιότητα των ναρκωτικών τα κάνει τόσο επικίνδυνα και βλαβερά», αναφέρει ο Σίγκμουντ Φρόυντ στο βιβλίο του «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».

Βέβαια, ο «πατέρας της ψυχανάλυσης» δεν είχε στο μυαλό του όταν έγραφε τα παραπάνω, την κατάσταση της πανδημίας που γνωρίζει σήμερα όλος ο κόσμος. Ίσως, αν το έκανε, να είχε να πει ακόμα περισσότερα για την επιρροή που μπορεί να αποκτήσουν οι εξαρτησιογόνες ουσίες στο άτομο σε συνθήκες εγκλεισμού.

Όπως μου εξηγεί η ψυχίατρος, συγγραφέας  και εκδότρια του επιστημονικού περιοδικού «Τετράδια Ψυχιατρικής» Κατερίνα Μάτσα, μια επιστήμονας με έντονο κοινωνικό έργο και ενεργή συμμετοχή σε αγώνες για τα δικαιωμάτων των τοξικοεξαρτημένων, η δεύτερη καραντίνα που διανύουμε είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους ανθρώπους αυτούς, τους οποίους, όπως χαρακτηριστικά λέει, τόσο η κοινωνία όσο και η ακαδημαϊκή ψυχιατρική κοινότητα, επιλέγει να τους τοποθετεί στο περιθώριο.

«Η τοξικομανία δεν είναι νόσος αλλά κοινωνικό φαινόμενο, συνεπώς μεταβάλλεται ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες. Μετά την πρώτη καραντίνα, τα λήμματα της Ψυτάλλειας έδειξαν αυξημένη χρήση ναρκωτικών από τους Αθηναίους. Φανταστείτε τι θα γίνει τώρα, στη δεύτερη καραντίνα. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνες αυξηθήκαν οι αγχώδεις διαταραχές, οι αυτοκτονίες καθώς και η χρήση ουσιών στη διάρκεια του lockdown. Από τότε μέχρι σήμερα δεν άλλαξε κάτι, αυτοί οι πληθυσμοί παρέμειναν εγκαταλελειμμένοι και φοβάμαι πως η κατάσταση θα γίνει πολύ χειρότερη».

Όπως επισημαίνει, η Πολιτεία έχει γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη σε αυτούς που «έψαξαν ανθρώπους και βρήκαν σκιές», σε εκείνους που εκτός από τα πλείστα όσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, πλέον, βρίσκονται εκτεθειμένοι και στην πανδημία. «Για τους άστεγους χρήστες ουσιών δεν υπάρχει μέριμνα, πέρα από κάποια συσσίτια που γίνονται, κανείς δεν φροντίζει γι’ αυτούς. Δεν διατρέφονται σωστά, έχουν προϋπάρχοντα νοσήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί και είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον κορονοϊό. Γενικότερα δε γίνεται δουλειά στο χώρο που συχνάζουν οι εξαρτημένοι, στις πιάτσες», λέει, τονίζοντας πως μια ομάδα εξειδικευμένου προσωπικού θα μπορούσε να τους επισκέπτεται προτρέποντάς τους να ενταχθούν σε προγράμματα απεξάρτησης.

 

Ωστόσο, εκτός από τους χρήστες που βρίσκονται στο δρόμο, η παρούσα συγκυρία είναι ιδιαιτέρως δύσκολη και για εκείνους που έχουν απεξαρτηθεί. Η ακραία αβεβαιότητα, η ανεργία και η πίεση που συνοδεύουν τη δεύτερη αυτή καραντίνα, αποτελούν κατά την κ. Μάτσα παράγοντες κινδύνου υποτροπής. «Η περίοδος της καραντίνας είναι εξαιρετικά δύσκολη και για όσους έχουν καταφέρει να σταθούν στα πόδια τους μετά τον εφιάλτη των ναρκωτικών. Δε μπορεί κάποιος να βρει δουλειά τώρα, κι ακόμη κι αν είχε κάποια, είναι πολύ πιθανό να τη χάσει. Ο εγκλεισμός στο σπίτι δημιουργεί περαιτέρω άγχος και το ενδεχόμενο κάποιος να επιστρέψει στις ουσίες προκειμένου να ξεφύγει από την πραγματικότητα είναι πολύ πιθανό. Τα προγράμματα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για να στηρίξουν αυτά τα παιδιά».

Κι αν περίμενε κανείς πως η διακίνηση των ναρκωτικών θα είχε περιοριστεί εξαιτίας των περιορισμών στην μετακίνηση που επιβληθεί σε όλο το κόσμο ελεώ πανδημίας, το διαδίκτυο για ακόμη μία φορά έδωσε τη λύση. «Με τσιμπημένη  τιμή και εννοείται νοθευμένη καθαρότητα, μπορείς να προμηθευτείς όποια ουσία θέλεις. Σε πρόσφατη έκθεσή του το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ναρκωτικών επισημαίνει ότι οι ποσότητες ναρκωτικών που διακινούνται μέσω ίντερνετ, είναι τρομακτικά μεγάλες».

 

«Όχι» στα υποκατάστατα

Έχοντας διατελέσει διευθύντρια της ομάδας απεξάρτησης 18 ΑΝΩ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών για αρκετά χρόνια, η κ. Μάτσα γνωρίζει σε βάθος το πρόβλημα και μιλά με παρρησία – πάντα άλλωστε το έκανε – για τις ανορθόδοξες μεθόδους αποκατάστασης που βαφτίζονται «θεραπευτικές».

«Υπάρχει η πεποίθηση πως η εξάρτηση είναι μια αρρώστια που χρειάζεται το φάρμακό της. Για το λόγο αυτό στις μονάδες του ΟΚΑΝΑ χορηγούν υποκατάστατα ηρωίνης στους χρήστες κι αυτό βαφτίζεται ‘’θεραπεία’’», σημειώνει. Εκείνο που κατά την ίδια χρειάζεται ένας τοξικοεξαρτημένος, είναι μια ουσιαστική ρήξη με τις ουσίες, αλλαγή του τρόπου ζωής που θα περιλαμβάνει ανθρώπινη επικοινωνία και δραστηριότητες που θα δώσουν και πάλι νόημα στη ζωή του. «Όταν ονοματίζεται θεραπεία η υποκατάσταση, τότε η θεραπεία χάνει το νόημά της. Εξαρτημένος σημαίνει ότι η ουσία έχει καταλάβει όλη τη ζωή ενός ανθρώπου. Όταν λοιπόν δεν τον βγάζεις από αυτή τη λογική, και δε γεμίζει τη ζωή του με άλλα ουσιαστικά πράγματα και σχέσεις, τότε απλά εναλλάσσει τις ουσίες και δεν υπάρχει καμιά προοπτική γι’ αυτόν. Ένα πρόγραμμα ‘’στεγνό’’κοστίζει, άρα οι κυβερνήσεις δέχονται την εύκολη λύση, εκείνη που κοστίζει λιγότερο, το υποκατάστατο δηλαδή».

Η ίδια θεωρεί την τοξικομανία ως την εμβληματική παθολογία της νεωτερικότητας, και αν η κοινωνία προωθεί τα υποκατάστατα είναι επειδή η αναγόρευση της τοξικομανίας σε αρρώστια απενοχοποιεί την κοινωνία από τις ευθύνες της.

Όπως επισημαίνει η πρώην διευθύντρια του 18ΑΝΩ, η κοινωνική πραγματικότητα απωθεί τα παιδιά αυτά, αισθάνονται ότι δεν έχουν κανένα μέλλον μπροστά τους, καμιά προοπτική. «Αφού η κοινωνία έχει αυτή την απορριπτική στάση απέναντί τους, κι εκείνα καταφεύγουν στις ουσίες για να έρθουν σε κόντρα, για να προκαλέσουν το κατεστημένο των γονιών και της κοινωνίας», υπογραμμίζει τονίζοντας με νόημα πως η «συνάντηση» ενός παιδιού με τις ουσίες γίνεται σε ένα πλαίσιο κρίσης, κοινωνικής, πολιτιστικής ή οικογενειακής. «Αυτή η κρίση προσδιορίζει και το νόημα που θα δώσει το παιδί στη συνάντηση αυτή με τα ναρκωτικά. Πολλά παιδιά δοκιμάζουν πλέον, δεν γίνονται όλα εξαρτημένα».

Ζώντας μια ζωή μαχόμενη ενάντια στις αδικίες αυτού του κόσμου, τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση, η κα. Μάτσα συνεχίζει απτόητη παρά τα 70 και πλέον χρόνια της να αγωνίζεται για τους αδύναμους αλλά και την κοινωνική επανάσταση που τόσο πολύ πιστεύει.

«Υπάρχει κοινωνική δυστυχία, οι ανισότητες έχουν μεγαλώσει τρομακτικά, υπάρχει πολλή οργή στον κόσμο. Η δολοφονία του George Floyd για παράδειγμα, αποτέλεσε αφορμή να ξεσηκωθούν οι πάντες, όχι μονάχα οι έγχρωμοι», λέει και καταλήγει: «Υπάρχουν και πολύ ελπιδοφόρα μηνύματα για το πώς η κοινωνία θα προχωρήσει μπροστά, για το πώς οι άνθρωποι εκφράζουν την αλληλεγγύη τους, πώς αυτό οργανώνονται για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, πώς αντιστέκονται στις πιέσεις με κάθε τρόπο. Δείτε τι έγινε στη δίκη της Χρυσής Αυγής στις 7 Οκτωβρίου, όπου χιλιάδες άνθρωποι εξέφρασαν ένα πνεύμα αντίστασης ενάντια στο φασισμό, ένα πνεύμα εξέγερσης…».

 

Posted in Συνεντεύξεις.