Πατήρ Ευάγγελος Γκανάς: Ο δεύτερος «πατέρας» του Αντετοκούνμπο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Γεννήθηκε στη λαϊκή γειτονιά των Σεπολίων και από μια μεγάλη μερίδα του κόσμου ήταν στο περιθώριο εξαιτίας της «διαφορετικότητάς» του. Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του ήταν από μόνο του ικανό να τον ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του δίνοντας αφορμή στους «πρόθυμους» να τον στιγματίζουν με ρατσιστικές φράσεις ή και πράξεις. Ωστόσο, τα χρόνια πέρασαν, ο νεαρός μεγάλωσε και πριν από λίγες μέρες έφτασε στο σημείο να αναδειχθεί ως ο πολυτιμότερος παίκτης του NBA, του κορυφαίου πρωταθλήματος μπάσκετ στον κόσμο. Ο λόγος για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, η ιστορία του οποίου αποδεικνύει πως καμιά φορά τα παραμύθια είναι βγαλμένα από την ίδια τη ζωή. Δεν ήταν όμως όλοι οι άνθρωποι που βρέθηκαν στο δρόμο του απειλητικοί, ούτε τον έκαναν να αισθάνεται ξένος. Υπήρχαν – όπως άλλωστε και ο ίδιος έχει παραδεχθεί – φωτεινές εξαιρέσεις που του στάθηκαν και τον βοήθησαν την ώρα που άλλοι του γύριζαν την πλάτη. Ένας από αυτούς είναι ο πατήρ Ευάγγελος Γκανάς, ο ιερέας του Αγίου Μελετίου στα Σεπόλια, στον οποίο ο «χρυσός» παίκτης του NBA έχει κατά καιρούς αναφερθεί. «Όταν ήμουν μικρός πήγαινα στο Κατηχητικό κι εκεί υπήρχε ένας άνθρωπος που μας βοηθούσε πολύ. Δε μπορείτε να φανταστείτε πόσο μας βοήθησε», δήλωσε σε παλιότερη συνέντευξή του αναφερόμενος στον πατέρα Ευάγγελο.

«Δε μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του»

Προσφέροντας αγάπη για χρόνια σε μια γειτονιά που παραδοσιακά αποτελεί «σταυροδρόμι πολιτισμών», ο πατήρ Ευάγγελος συνάντησε αρκετά παιδιά προσφύγων και μεταναστών. Όπως μου λέει, ο Γιάννης ξεχώριζε εξαιτίας της καθαρότητας της ψυχής του και της έλλειψης μεμψιμοιρίας. «Τα περισσότερα παιδιά, επειδή είχαν ζήσει πολύ δύσκολες στιγμές, είχαν μέσα τους θυμό, οργή κι ένιωθαν ότι όλοι τους χρωστούσαν. Αντιθέτως, ο Γιάννης δεν παραπονέθηκε ποτέ για ό,τι του συνέβαινε. Φανταστείτε ότι άργησα να καταλάβω πόσο δύσκολα τα έβγαζε πέρα αυτός και η οικογένειά του», λέει ενθυμούμενος την εποχή που ο σημερινός MVP επισκεπτόταν συχνά την ενορία του Αγίου Μελετίου, εκεί όπου εκείνος και τα αδέρφια του βαπτίστηκαν. Ο 54χρονος ιερέας κάθε φορά που μιλά για το Γιάννη ανακαλεί στη μνήμη του τις ημέρες που ο ανήλικος τότε μετανάστης πήγαινε κάθε εβδομάδα στο Κατηχητικό σχολείο, απ’ όπου και επηρεάστηκε καθοριστικά από το ορθόδοξο χριστιανικό ήθος. «Δε μπορώ με τίποτα να ξεχάσω το βλέμμα του. Είχε μια αθωότητα και μια αξιοπρέπεια που δύσκολα συναντά κανείς. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες έβλεπες ότι αυτό το παιδί πατούσε στα πόδια του. Δεν κατηγορούσε κανέναν για τίποτα», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον πατέρα Ευάγγελο, ολόκληρη η οικογένεια Αντετοκούνμπο είχε καλή σχέση με την εκκλησία και ποτέ δε βίωσε δραματικά τα εμπόδια που καλούταν διαρκώς να ξεπεράσει. «Τότε, σε μια δύσκολη εποχή για το μεταναστευτικό και σε μια γειτονιά όπου υπήρχαν κι άλλες απόψεις για το πώς πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους από άλλες χώρες, η ενορία του Αγίου Μελετίου και το Κατηχητικό τον »αγκάλιασαν», τον έκαναν να νιώσει πολύ καλά. Γι’ αυτό και έχει τόσο αγαθές μνήμες από εμάς», λέει επισημαίνοντας ότι πλέον όλοι θέλουν να φωτογραφηθούν μαζί του, ακόμη κι εκείνοι που κάποτε τον απέφευγαν. Ο ίδιος δεν επικοινωνεί πλέον τόσο συχνά με τον Γιάννη. Όντας αποκομμένος από το διαδίκτυο δεν έχει τη δυνατότητα να έρθει μέσω αυτού σε επαφή μαζί του, όπως κάνουν οι συνομήλικοί του από το κατηχητικό. «Είμαι πολύ χαρούμενος για την πορεία του. Μπορεί πια να μην τον βλέπω τόσο συχνά όσο παλιότερα αλλά τον έχω έννοια. Θέλω να καταφέρει να αντέξει όλη αυτή την πίεση που δέχεται από παντού γιατί η αλλαγή στη ζωή του είναι τρομακτική».

«Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό σε όλα τα έθνη»

Η προσφορά του ιερέα σε παιδιά από άλλες χώρες του κόσμου που βρέθηκαν για διαφορετικούς λόγους στα Σεπόλια συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Όπως ο Γιάννης και τα αδέρφια του πριν από μερικά χρόνια, έτσι και τώρα άνθρωποι από Αλβανία, Μολδαβία, Ρουμανία, Ουκρανία, Ρωσία και άλλες χώρες, έχουν βρει το δικό τους πνευματικό καταφύγιο στην ενορία και το κατηχητικό. «Το ευαγγέλιο είναι ανοιχτό σε όλα τα έθνη, χωρίς πίεση και χωρίς φυσικά να εκμεταλλευθείς την ανάγκη του άλλου για να τον προσηλυτίσεις», λέει και καταλήγει: «Ό,τι μπορείς να προσφέρεις σε κάποιον είναι καλό. Έστω μια καλημέρα, το να τον αναγνωρίσεις σαν άνθρωπο που ήρθε στον τόπο σου και όχι σαν έναν λεκέ στο παντελόνι σου, είναι βάλσαμο. Όπως έλεγαν και οι παλιότεροι, πρέπει ο άλλος να νιώθει ότι δεν τον βλέπεις με το ασπράδι του ματιού σου, αλλά με ολόκληρο το μάτι».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 7 Ιουλίου 2019