Έλληνας καθηγητής του Κολούμπια ανακάλυψε το νέο φάρμακο για τη σχιζοφρένεια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν ακόμη παιδί όταν στα γραφικά σοκάκια της Κομοτηνής όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας με συνομήλικούς του, «ρίζωσε» μέσα του η ιδέα της Ιατρικής. Παρόλο που στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος γιατρός, η ανάγκη του να βοηθά τον κόσμο γύρω του τον οδήγησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και εν συνεχεία στο περιβόητο Χάρβαρντ. Ο λόγος για τον διακεκριμένο πλέον καθηγητή Φυσιολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Ιωσήφ Γκώγκο, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε εκατομμύρια πάσχοντες από σχιζοφρένεια να ονειρευτούν ξανά μια ζωή λειτουργική αποκαθιστώντας τη δυνατότητά τους στη σκέψη και την εργασία.

Κι αυτό διότι πριν λίγο καιρό ο ομογενής ερευνητής κατάφερε να αποκαταστήσει σε τρωκτικά τη διαταραχή της λεγόμενης εργαζόμενης μνήμης, ένα από τα βασικότερα συμπτώματα της νόσου και υπεύθυνο για την αδυναμία των σχιζοφρενών να ανακαλούν άμεσα στο μυαλό τους χρήσιμες πληροφορίες. Πρόκειται για μια δυσλειτουργία που έχει υπάρξει αδύνατο να θεραπευτεί με τα υπάρχοντα φάρμακα, τα οποία είναι σε θέση μόνο να ελέγχουν κάποιες ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες.

Όπως μου εξηγεί ο ίδιος, με τον τρόπο αυτό οι πάσχοντες θα μπορούν να σκέφτονται, να αντιλαμβάνονται και να αποφασίζουν ορθότερα γεγονός που θα έχει αντίκτυπο σε καθημερινές εργασίες και στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. 

«Από τη στιγμή που γίνεται διάγνωση της σχιζοφρένειας, η κύρια αντιμετώπισή της είναι τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία ανακαλύφθηκαν τυχαία κατά τη δεκαετία του ’50, αρχικά σαν καταπραϋντικά για  προεγχειρητικούς ασθενείς. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την ασθένεια είναι παραλλαγές αυτών των αρχικών, τα οποία όμως δυστυχώς δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη μνήμη και κατά συνέπεια να καταστήσουν τον ασθενή λειτουργικό», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Έλληνας επιστήμονας προσθέτοντας ότι τα σκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά έχουν πολλές παρενέργειες με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να διακόπτουν την αγωγή.

Έχοντας ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με το αντικείμενο, αισθάνεται ιδιαίτερα δικαιωμένος για τη δουλειά του και ευτυχής για την ανακάλυψη στην οποία προχώρησε με την ερευνητική του ομάδα. «Είμαι αισιόδοξος πως σε λίγα χρόνια η θεραπεία που εφαρμόσαμε στα τρωκτικά καταφέροντας να αποκαταστήσουμε τη μνήμη τους, θα βοηθήσει και τους ανθρώπους», λέει διευκρινίζοντας πως το αμέσως επόμενο διάστημα θα ξεκινήσουν οι κλινικές δοκιμές κατά τις οποίες η αγωγή θα δοκιμαστεί σε έναν συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών προκειμένου να προσδιοριστεί σε πρώτη φάση η τοξικότητά της. «Οι κλινικές αυτές δοκιμές είναι μακροχρόνιες και δαπανηρές. Θα χρειαστούμε δηλαδή πέντε έως δέκα χρόνια αλλά θα σημειωθεί μεγάλη πρόοδος ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της σχιζοφρένειας που θα οδηγήσει με τη σειρά της στην εξέλιξη των φαρμάκων».

«Μπορούμε να προβλέψουμε τη νόσο»

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι κατά τον ίδιο το γεγονός πως πλέον μέσω του προγεννητικού ελέγχου μπορεί να διαπιστωθεί εάν το μωρό που κυοφορεί η γυναίκα, θα παρουσιάσει σχιζοφρένεια. Ήδη στην Αμερική αρκετές μητέρες έχουν προχωρήσει σε διακοπή της εγκυμοσύνης γι’ αυτόν το λόγο. Βέβαια, όπως εξηγεί ο ομογενής επιστήμονας, η εμφάνιση ή μη της νόσου δεν μπορεί να προβλεφθεί εκατό τις εκατό. «Μπορούμε μέσω του προγεννητικού ελέγχου να ανακαλύψουμε εάν υπάρχουν πιθανότητες το παιδί να εμφανίσει σε κάποια φάση της ζωής του σχιζοφρένεια. Είναι μια κατεξοχήν γενετική ασθένεια και μπορεί κάποιο ζευγάρι να μην έχει στο ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον κάποιον σχιζοφρενή ωστόσο να παρουσιαστούν μεταλλαγές στα γενετικά κύτταρα και το παιδί να γεννηθεί άρρωστο».

Το στίγμα

Σύμφωνα με τον δρα. Γκώγκο οι ασθενείς με τη συγκεκριμένη ψυχιατρική νόσο δεν είναι βίαοι και κατ’ επέκταση επικίνδυνοι για τους γύρω τους παρά μόνο για τον εαυτό τους, γι’ αυτό άλλωστε και ένα μεγάλο ποσοστό πασχόντων αυτοκτονεί. Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τρόμο στους περισσότερους ανθρώπους στο άκουσμα και μόνο της λέξης «σχιζοφρένεια»; «Η δαιμονοποίηση της νόσου ωφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη ενημέρωσης αλλά σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τον κινηματογράφο, όπου συχνά βλέπουμε πρωταγωνιστές με σχιζοφρένεια να παρουσιάζονται ως »τέρατα» που σκοτώνουν οποιονδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη προσέγγιση της νόσου η οποία απλά ενισχύει το στίγμα και τα στερεότυπα σε βάρος των πασχόντων», διευκρινίζει επισημαίνοντας ωστόσο πως ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να αναπτύξει επιθετική συμπεριφορά επειδή ακούει φωνές που του επιτάσσουν να κάνει κάτι βίαιο. «Δυστυχώς όμως αυτές είναι οι περιπτώσεις που ακούμε ή διαβάζουμε με αποτέλεσμα να δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση που έχει σήμερα ο περισσότερος κόσμος για τη σχιζοφρένεια», συμπληρώνει.

Μια γυναίκα τρόφιμος
του Δρομοκαΐτειου προσπάθησε να αποτυπώσει στον πίνακα το πώς ένιωθε η ίδια ως σχιζοφρενής. Ο πίνακας εκτίθεται σήμερα στο μουσείο του Ψυχιατρικού νοσοκομείου

Εκείνο που σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε να προκαλεί τρόμο, είναι το γεγονός πως πρόκειται για μια ασθένεια που αρχίζει εντελώς ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, στο τέλος της εφηβείας στους άνδρες και λίγο μετά την ηλικία των 25 στις γυναίκες. «Κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμοι να »απογειωθούν», να ξεκινήσουν δηλαδή μια ανεξάρτητη ζωή και να κάνουν τη δική τους οικογένεια».

«Δεν θα επέστρεφα στην Ελλάδα»

Ο 56χρονος σήμερα επιστήμονας έφυγε από τη χώρα μας μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ιατρική Αθηνών κι έκτοτε επιστρέφει μόνο για διακοπές. Όπως λέει, πρόκειται για μια πάρα πολύ σωστή απόφαση, η οποία τον εξέλιξε και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που δεν φανταζόταν καν ότι υπήρχαν. Όσο για τον αν σκέφτεται να γυρίσει μόνιμα πίσω στην πατρίδα του, η απάντησή του είναι καταγορηματική: «Σε καμία περίπτωση δε θα επέστρεφα στην Ελλάδα και οι λόγοι σχετίζονται καθαρά με την επιστήμη μου. Στην Αμερική αυτή τη στιγμή μου δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχω σε έρευνες και να ανακαλύπτω διαρκώς νέα δεδομένα γύρω από τη συγκεκριμένη ψυχιατρικη ασθένεια. Κάτι δηλαδή που στην Ελλάδα δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να κάνω», τονίζει.

Εκείνο που όλοι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνάντησε στη ζωή του τού είπαν, είναι πως υποφέρουν. Κι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του δρα. Γκώγκου. Να βάλει δηλαδή τέλος στον εφιάλτη τους με την ανακάλυψη νέων θεραπειών. «Όπως και με τον καρκίνο, ειναι απίθανο να βρούμε μια πανακεια, ένα φάρμακο δηλαδή για όλους τους ασθενείς με σχιζοφρένεια. Το πιο πιθανό ειναι ότι θα χρειαστούν περισσότερα απο ένα φάρμακα που θα στοχοποιούν ομάδες από ασθενείς, ίσως ανάλογα με την τις γενετικές μεταλλαγές που φέρουν στο DNA τους ή τον ακριβή τρόπο δυσλειτουργίας του εγκεφάλου τους», καταλήγει.