Ιωάννης Π.Α. Ιωαννίδης: «Το να είσαι άριστος στην Ελλάδα είναι μια δραματική εμπειρία»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το όνομά του είναι συνώνυμο της επιστημονικής αυθεντίας και είναι ο γιατρός με τις περισσότερες αναφορές στο έργο του παγκοσμίως. Το 2010 χαρακτηρίστηκε ως ο «πιο τολμηρός επιστήμονας κι ένας από τους σύγχρονους διανοητές με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο» ενώ λίγα χρόνια αργότερα αναγορεύτηκε «εταίρος Αϊνστάιν» στο Ινστιτούτο Υγείας του Βερολίνου.

Ο ίδιος θεωρεί υπερβολικούς τους χαρακτηρισμούς που κατά καιρούς του αποδίδονται και δηλώνει απλά υπηρέτης της αλήθειας, την οποία αναζητά διαρκώς μέσα από τις έρευνές του. Ο λόγος για τον Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη, καθηγητή Παθολογίας, Έρευνας και Πολιτικής Υγείας, Επιστημών Δεδομένων, και Στατιστικής στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, που αν και ζει στην Καλιφόρνια, συναισθηματικά βρίσκεται, όπως λέει, «365 μέρες το χρόνο στην Ελλάδα, 366 τις δίσεκτες χρονιές».

Μια από τις πρωτοπορίες του πολυβραβευμένου επιστήμονα είναι η ίδρυση του εργαστηρίου »METRICS» στο Στάνφορντ που ασχολείται με την έρευνα επάνω στην έρευνα, μελετά δηλαδή και αναζητά τρόπους βελτίωσης στις μεθόδους που γίνονται οι επιστημονικές μελέτες.

Μάλιστα,πριν από λίγα χρόνια ο ομογενής ακαδημαϊκός προκάλεσε τριγμούς στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα όταν δημοσίευσε μια εργασία με τίτλο «Γιατί τα ευρήματα, των περισσότερων δημοσιευμένων επιστημονικών ερευνών είναι αναληθή». Το άρθρο του διακεκριμένου Έλληνα είναι το πλέον πολυδιαβασμένο στην ιστορία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Επιστήμης με σχεδόν τρία εκατομμύρια αναγνώσεις.

Επιστήμη και γνώση

«H επιστήμη και η γνώση είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί στον Ηomo sapiens. Πρέπει να στηριζόμαστε στην επιστήμη για να παίρνουμε αποφάσεις, να βελτιώσουμε αλλά και να παρατείνουμε τη διάρκεια της ζωής μας. Άρα το να βελτιώσουμε την αξιοπιστία της έρευνας είναι μια προτεραιότητα για την ίδια την επιστήμη», μου λέει ο ίδιος.

Σήμερα, η γιγάντωση της ποσότητας των επιστημονικών πληροφοριών οδηγεί μοιραία σε έλλειψη αξιοπιστίας ενώ η ευρύτατη διείσδυση μεροληπτικών χρηματοδοτούμενων ερευνών στον κοινωνικό ιστό έχει, σε πολλές περιπτώσεις, καταστροφικά αποτελέσματα. «Πάρτε για παράδειγμα τις μελέτες που χρηματοδοτούνται από καπνοβιομηχανίες. Πρόκειται για μελέτες προπαγάνδας, οι οποίες είναι εντελώς αναξιόπιστες και προσπαθούν να κοροϊδεύσουν τους καταναλωτές ότι τα «νέα» προϊόντα τους δεν είναι και τόσο επιβλαβή την ώρα που το κάπνισμα σκοτώνει δέκα εκατομμύρια ανθρώπους ετησίως». Μάλιστα, για να γίνει ευρέως αντιληπτό το μέγεθος των επιπτώσεων που μπορεί να έχει μια έρευνα με αναξιόπιστα στοιχεία, αναφέρθηκε στο περίφημο αντιεμβολιαστικό κίνημα, το οποίο «γεννήθηκε» όταν το περιοδικό «Lancet» δημοσίευσε έρευνα που έθετε εν αμφιβόλω την ασφάλεια του εμβολίου MMR εναντίον της ιλαράς, της ερυθράς και της παρωτίτιδας (μαγουλάδες).

Τελικά το περιοδικό απέσυρε την έρευνα ως λανθασμένη, όμως το κακό είχε ήδη γίνει. Πολλοί γονείς επέλεξαν να μην εμβολιάσουν τα παιδιά τους με αποτέλεσμα η ξεχασμένη μέχρι πρότινος ιλαρά να κάνει την εμφάνισή της παίρνοντας μάλιστα σε πολλές χώρες διαστάσεις επιδημίας. «Δόθηκε αυτός ο αρχικός σπινθήρας που διάφορες κοινωνικές ομάδες τον μετέτρεψαν σε θεωρίες συνωμοσίας διαδίδοντας ότι το εμβόλιο προκαλεί αυτισμό ή ότι τα παιδιά γίνονται πειραματόζωα προκειμένου απλά οι φαρμακοβιομηχανίες να παίρνουν λεφτά. Τέτοιες αντιλήψεις δημιουργούν ένα πισωγύρισμα στο Μεσαίωνα», λέει ξεκαθαρίζοντας πως το συγκεκριμένο εμβόλιο είναι ασφαλέστατο και θα πρέπει να χρησιμοποιείται ευρύτατα και καθολικά για τον εμβολιασμό των παιδιών.

«Τα μυαλά στην πατρίδα εγκλωβίζονται σε μικρότητες και και μετριότητες»

Γεννημένος στη Νέα Υόρκη, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα, στο τμήμα Ιατρικής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, από το οποίο αποφοίτησε πρώτος με άριστα. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αμερική, όπου θήτευσε σε κορυφαία πανεπιστήμια όπως το Χάρβαρντ και το 1999 εγκαταστάθηκε για δέκα χρόνια στα Γιάννενα, αναλαμβάνοντας διευθυντής του εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Ο δρ. Ιωαννίδης σε ηλικία 20 ετών

Κατά την δεκαετή παραμονή του στη χώρα μας, ήρθε αντιμέτωπος με το σαθρό σύστημα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, στο οποίο ωστόσο εντόπισε και νησίδες αριστείας. «Η συνολική μου αίσθηση είναι ότι αν στην Ελλάδα έχεις όρεξη για δουλειά και αν προσπαθήσεις, θα συγκεντρώσεις αξιόλογους ανθρώπους τριγύρω σου, θα φτιάξεις έναν πυρήνα που έχει βλέψεις αριστείας». Όμως, όπως λέει, το συνολικό περιβάλλον θα είναι εχθρικό και σκοπός δεν θα είναι η βοήθεια εκείνου που θέλει και προσπαθεί να εξελιχθεί αλλά η εξόντωσή του.

«Το να είσαι άριστος στην Ελλάδα είναι μια δραματική εμπειρία», σημειώνει. Εκείνο που τον θλίβει ιδιαίτερα είναι η πνευματική γεροντοκρατία, ειδικότερα όταν αυτή εκδηλώνεται από νέους ανθρώπους. «Τα μυαλά στην Ελλάδα κλείνουν αντί να ανοίγουν και κατά κάποιον τρόπο εγκλωβίζονται μέσα σε μικρότητες, μετριότητες και καταστάσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με την επιστήμη, το πανεπιστήμιο και την έρευνα. Απλώς εκπροσωπούν φθαρμένους θεσμούς, κομματικούς, παραθρησκευτικούς, ποδοσφαιρικούς, παραπληροφορικούς. Είναι άσχημο να βλέπεις ανθρώπους να έχουν γεράσει πριν καν ξεκινήσουν», λέει.

Τα πανεπιστήμια

Ο δρ. Ιωαννίδης που πέρυσι εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής των ΗΠΑ, δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος με τη θέση που καταλαμβάνουν τα ελληνικά πανεπιστήμια στην κλίμακα αξιολόγησης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων διεθνώς.

«Ενώ η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι στη λίστα με τα 30 κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο, βρίσκεται σε θέσεις ιδιαίτερα χαμηλές», τονίζει και προσθέτει: «Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι υπάρχουν πάρα πολλά πανεπιστήμια στον κόσμο, οπότε οι θέσεις 200 ή 500 δεν είναι και τόσο κακές. Όμως με ενοχλεί η αντίληψη της ελάσσονος προσπάθειας και του συμβιβασμού», επισημαίνει διευκρινίζοντας ωστόσο πως στις αίθουσες των ελληνικών ΑΕΙ υπάρχουν καθηγητές που είναι πρώτοι στον κόσμο σε αυτό που κάνουν αλλά και άλλοι που είναι τελευταίοι.

«Το άσχημο είναι ότι οι δεύτεροι εκμεταλλεύονται οποιονδήποτε θετικό έπαινο και τον παίρνουν επάνω τους ενώ οι καλύτεροι είναι αυτοί που θάβονται περισσότερο. Το να βλέπεις τους τενεκέδες να χαρακτηρίζονται και να αυτοχαρακτηρίζονται μεταξύ τους ως άριστοι, είναι κάτι που δεν μπορείς να αντέξεις εύκολα».

«Η χώρα είναι σε κατάσταση γενικευμένης διαφθοράς και ανακυκλούμενης σήψης»

«Άρα κάνουν καλά τα κορυφαία μυαλά της χώρας μας που επιλέγουν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να προσφέρουν την τεχνογνωσία τους σε μια άλλη χώρα;», τον ρωτώ. «Δεν μπορώ να πω σε όλους τους νέους της Ελλάδας να σηκωθούν να φύγουν επειδή η χώρα βρίσκεται σε μια κατάσταση γενικευμένης διαφθοράς και ανακυκλούμενης σήψης. Όποιος μπορεί να μείνει και να προσφέρει, για εμένα είναι ήρωας», απαντά.

Από την άλλη, δεν μπορεί και να κατηγορήσει κάποιον που πιστεύει ότι υπάρχουν προοπτικές εξέλιξης σε κάποια άλλη χώρα «Ο κόσμος μας πλέον δεν έχει σύνορα. Η σκέψη και η επιστήμη είναι παγκόσμιες», εξηγεί υπογραμμίζοντας πως ακόμη κι εκείνοι που επιλέξουν να μείνουν στην Ελλάδα, είναι σχεδόν απίθανο να μπορέσουν να εξελιχθούν στον τομέα τους εάν δεν έχουν κάποιες συνεργασίες ή επικοινωνία με συναδέλφους ή φορείς από το χώρο της επιστήμης, της έρευνας και της γνώσης σε παγκόσμιο επίπεδο.

«Γνωρίζω αρκετές επιστημονικές ομάδες στην Ελλάδα που απομονώνονται, γράφουν και δημοσιεύουν εκ κενώ αγνοώντας ότι υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος πέρα από αυτούς. Πιθανότατα η μόνη λύση για να διορθωθούν αυτά τα στραβά που περιγράφουμε στην Ελλάδα, είναι το άνοιγμα των νοητικών συνόρων».

Στα πολλά βιβλία που έχει γράψει ως τώρα ο πολυβραβευμένος ερευνητής, αναφέρει ονόματα σπουδαίων Ελλήνων της διασποράς που διαγράφουν λαμπρή πορεία στον τομέα τους εκτός συνόρων και τους οποίους, δυστυχώς, η χώρα μας δεν αξιοποιεί ούτε στον ελάχιστο βαθμό.

«Πρόκειται για μια επίσημη επιλογή, μη καταγεγραμμένη σε κάποιο νομοσχέδιο ή πρόγραμμα κόμματος», λέει ο κ. Ιωαννίδης και συνεχίζει: «υπάρχουν κορυφαίοι Έλληνες εκτός συνόρων που αντί η χώρα τους να χρησιμοποιεί, έστω και στοιχειωδώς, την τεχνογνωσία τους και την καλύτερη ενδεχομένως αντίληψη που μπορεί να έχουν για κάποια πράγματα, κατά κάποιον τρόπο τους απωθεί και τους εξορίζει».

Το φαινόμενο αυτό το αποδίδει στην ανεπάρκεια των προσώπων που κινούνται στο δημόσιο χώρο και που εξουσιάζουν την Ελλάδα. «Εφόσον πρόκειται για άτομα πολύ χαμηλού βεληνεκούς, με τεράστιες ανασφάλειες και έλλειψη στοιχειωδών αρετών και ικανοτήτων, η πιθανότητα ότι οι ανοησίες τους μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πληροφορία, γνώση και επιστήμη νομίζω ότι τους δημιουργεί πανικό, όχι απλώς απέχθεια. Και έτσι διαιωνίζεται η μετριότητά τους», υπογραμμίζει προσθέτοντας ότι η Ελλάδα δίνει μόλις το 1,0 του ΑΕΠ για έρευνα και ανάπτυξη, όσο περίπου και το Μεξικό κι η Τουρκία.

«Η ζωή δεν κρατά αιώνες, αυτή είναι η αρχή μου»

Ο δρ. Ιωαννίδης ξεφεύγει από το αρχετυπικό μοντέλο του επιστήμονα καθώς εκτός από τον κλάδο του, ασχολείται παράλληλα με τη λογοτεχνία – έχει δημοσιεύσει επτά βιβλία – και λατρεύει την ποίηση. Όπως λέει, όλη του η ζωή είναι ένας ελεύθερος χρόνος κι αυτό διότι έχει επιλέξει να καταπιαστεί με πράγματα που του αρέσουν, όπως είναι η επιστήμη του και η συγγραφή βιβλίων. «Δεν θέλω να κάνω κάτι που δεν μου αρέσει, η ζωή δεν κρατά αιώνες. Πρέπει να χαιρόμαστε το καθετί και να προσπαθούμε να κάνουμε το καθετί – είτε είναι επιστήμη, είτε λογοτεχνία, είτε οτιδήποτε άλλο – όσο μπορούμε καλύτερα. Αυτή είναι η αρχή μου».

Αν και το πρόγραμμά του είναι αρκετά βεβαρημένο, ο ομογενής ερευνητής φροντίζει να ξεκλέβει καθημερινά λίγο χρόνο προκειμένου να ενημερώνεται για τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Ως λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι αισιόδοξος με τον τρόπο που εξελίσσονται τα πράγματα στη χώρα, ωστόσο επικαλούμενος την τυχαιότητα της ζωής, αναγνωρίζει πως πάντα θα υπάρχουν ευκαιρίες για τους τολμηρούς. «Μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον με 100% ακρίβεια; Καμιά επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να μας πει κάτι τέτοιο. Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι από χάος, τύχη και συγκυρίες που δημιουργούν συνεχώς νέες ευκαιρίες για κάποιον που είναι προετοιμασμένος να τις αρπάξει. Σε κάθε περίπτωση θέλω να διατηρώ για το μέλλον της Ελλάδας μια αισιοδοξία που δυστυχώς η λογική δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια να κρατάω», καταλήγει.

*Δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη δημοκρατία στις 23 – 06-19»

Λέβιθα: Στο «ξερονήσι» του Αιγαίου υπάρχει ακόμη ζωή

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Σε μια μικρή κουκκίδα γης στη μέση του Αιγαίου μια οικογένεια φυλάει Θερμοπύλες από το μακρινό 1820. Πλέον, ο Μανώλης Καμπόσος και οι συγγενείς του όντες οι μόνοι συνεχιστές μιας μακράς παράδοσης 200 χρόνων, αρνούνται κατηγορηματικά να εγκαταλείψουν τα Λέβιθα, το μικρό αυτό νησί που πριν λίγες ημέρες ήρθε στο προσκήνιο για τους λάθος λόγους και το οποίο σύμφωνα με ταξιδιωτικό βιβλίο της Τουρκίας, είναι από τους δέκα καλύτερους καλοκαιρινούς προορισμούς για ξεκούραση και ηρεμία.

Η προαναγγελία για δημιουργία κλειστής δομής για πρόσφυγες και μετανάστες στην εσχατιά του Αιγαίου, προκάλεσε αντιδράσεις ενώ παράλληλα «ξύπνησε» μνήμες από το κολαστήριο της Γυάρου. Ο 43χρονος Μανώλης Καμπόσος που ζει εκεί με τους γονείς και τον αδερφό του και διατηρούν μια μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα με εκατοντάδες αιγοπρόβατα, ξεκαθαρίζει σε όλους τους τόνους πως δεν φεύγει τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, έστω κι αν για κάποιους μήνες το χρόνο αναγκάζεται να ζει μακριά από τη σύζυγο και τα παιδιά του, οι οποίοι μεταβαίνουν στην Πάτμο λόγω έλλειψης σχολείου στο νησί.

«Έμαθα από τις ειδήσεις για το ενδεχόμενο δημιουργίας δομής. Λυπάμαι πολύ διότι από το 2011 προσπαθώ να αποδείξω πως ο τόπος κατοικείται και δεν είναι βραχονησίδα, όπως τον χαρακτηρίζουν κάποιοι προκείμενου να δημιουργηθεί εδώ αιολικό πάρκο. Ξαφνικά ακούω πως θα έρθουν πρόσφυγες και μετανάστες εδώ. Άρα θέλουν να φέρουν τόσους αλλοδαπούς σε μια βραχονησίδα;», διερωτάται από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ο ίδιος θεωρεί καταστροφική την εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών στο νησί ενώ τα βάζει με την Πολιτεία καθώς, όπως λέει, παλεύει για χρόνια να λύσει ζητήματα που για άλλες περιοχές της χώρας είναι αυτονόητα. «Δεν υπάρχει καν γιατρός εδώ. Πριν από μια δεκαετία ο πατέρας μου παρουσίασε καρδιακό επεισόδιο, κάλεσα το Λιμενικό για να στείλει πλωτό σκάφος προκειμένου να τον μεταφέρω στο νοσοκομείο και μου απάντησαν πως για να έρθουν θέλουν βεβαίωση γιατρού. Τελικά δεν ήρθαν ποτέ. Αντί λοιπόν το ελληνικό κράτος να λύσει αυτά τα ζητήματα, ασχολείται με τη δημιουργία κλειστής δομής στην περιοχή», μου λέει.

Η ζωή στα Λέβιθα είναι αρκετά δύσκολη  και όπως εκτιμά, ακόμη κι αν τελικά δημιουργηθεί δομή για πρόσφυγες και μετανάστες, δεν θα αντέξουν ούτε οι ίδιοι. «Σε λιγότερο από μια εβδομάδα θα βουτήξουν στη θάλασσα για να φύγουν. Τι θα κάνουν εδώ; Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Φανταστείτε το λίγο. Θα τρελαθούν στο τέλος», σημειώνει.

Εκείνο που όπως λέει τον θλίβει, είναι το γεγονός πως κάθε καλοκαίρι οι τουρίστες από την Αγγλία που επισκέπτονται με τα σκάφη τους το νησί, του λένε πως στη δική τους χώρα το κράτος επιδοτεί τους κατοίκους για να πάνε να ζήσουν σε μικρά νησιά προκειμένου να υπάρχει ΑΟΖ. «Η Πολιτεία μας έχει εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού. Αντί το ελληνικό κράτος να φροντίσει να αξιοποιήσει τα Λέβιθα και άλλα ακριτικά νησιά, κάνει τα πάντα για να μας διώξει από εδώ, από τον τόπο που γεννηθήκαμε. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό δε μπορώ να καταλάβω αλλά με πονάει πολύ».

Έλληνας καθηγητής του Κολούμπια ανακάλυψε το νέο φάρμακο για τη σχιζοφρένεια

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν ακόμη παιδί όταν στα γραφικά σοκάκια της Κομοτηνής όπου περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας με συνομήλικούς του, «ρίζωσε» μέσα του η ιδέα της Ιατρικής. Παρόλο που στο ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος γιατρός, η ανάγκη του να βοηθά τον κόσμο γύρω του τον οδήγησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και εν συνεχεία στο περιβόητο Χάρβαρντ. Ο λόγος για τον διακεκριμένο πλέον καθηγητή Φυσιολογίας και Νευροεπιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια Ιωσήφ Γκώγκο, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα σε εκατομμύρια πάσχοντες από σχιζοφρένεια να ονειρευτούν ξανά μια ζωή λειτουργική αποκαθιστώντας τη δυνατότητά τους στη σκέψη και την εργασία.

Κι αυτό διότι πριν λίγο καιρό ο ομογενής ερευνητής κατάφερε να αποκαταστήσει σε τρωκτικά τη διαταραχή της λεγόμενης εργαζόμενης μνήμης, ένα από τα βασικότερα συμπτώματα της νόσου και υπεύθυνο για την αδυναμία των σχιζοφρενών να ανακαλούν άμεσα στο μυαλό τους χρήσιμες πληροφορίες. Πρόκειται για μια δυσλειτουργία που έχει υπάρξει αδύνατο να θεραπευτεί με τα υπάρχοντα φάρμακα, τα οποία είναι σε θέση μόνο να ελέγχουν κάποιες ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες.

Όπως μου εξηγεί ο ίδιος, με τον τρόπο αυτό οι πάσχοντες θα μπορούν να σκέφτονται, να αντιλαμβάνονται και να αποφασίζουν ορθότερα γεγονός που θα έχει αντίκτυπο σε καθημερινές εργασίες και στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. 

«Από τη στιγμή που γίνεται διάγνωση της σχιζοφρένειας, η κύρια αντιμετώπισή της είναι τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία ανακαλύφθηκαν τυχαία κατά τη δεκαετία του ’50, αρχικά σαν καταπραϋντικά για  προεγχειρητικούς ασθενείς. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται σήμερα για την ασθένεια είναι παραλλαγές αυτών των αρχικών, τα οποία όμως δυστυχώς δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη μνήμη και κατά συνέπεια να καταστήσουν τον ασθενή λειτουργικό», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Έλληνας επιστήμονας προσθέτοντας ότι τα σκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά έχουν πολλές παρενέργειες με αποτέλεσμα πολλοί ασθενείς να διακόπτουν την αγωγή.

Έχοντας ασχοληθεί επί δύο δεκαετίες με το αντικείμενο, αισθάνεται ιδιαίτερα δικαιωμένος για τη δουλειά του και ευτυχής για την ανακάλυψη στην οποία προχώρησε με την ερευνητική του ομάδα. «Είμαι αισιόδοξος πως σε λίγα χρόνια η θεραπεία που εφαρμόσαμε στα τρωκτικά καταφέροντας να αποκαταστήσουμε τη μνήμη τους, θα βοηθήσει και τους ανθρώπους», λέει διευκρινίζοντας πως το αμέσως επόμενο διάστημα θα ξεκινήσουν οι κλινικές δοκιμές κατά τις οποίες η αγωγή θα δοκιμαστεί σε έναν συγκεκριμένο αριθμό εθελοντών προκειμένου να προσδιοριστεί σε πρώτη φάση η τοξικότητά της. «Οι κλινικές αυτές δοκιμές είναι μακροχρόνιες και δαπανηρές. Θα χρειαστούμε δηλαδή πέντε έως δέκα χρόνια αλλά θα σημειωθεί μεγάλη πρόοδος ως προς την κατανόηση των μηχανισμών της σχιζοφρένειας που θα οδηγήσει με τη σειρά της στην εξέλιξη των φαρμάκων».

«Μπορούμε να προβλέψουμε τη νόσο»

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι κατά τον ίδιο το γεγονός πως πλέον μέσω του προγεννητικού ελέγχου μπορεί να διαπιστωθεί εάν το μωρό που κυοφορεί η γυναίκα, θα παρουσιάσει σχιζοφρένεια. Ήδη στην Αμερική αρκετές μητέρες έχουν προχωρήσει σε διακοπή της εγκυμοσύνης γι’ αυτόν το λόγο. Βέβαια, όπως εξηγεί ο ομογενής επιστήμονας, η εμφάνιση ή μη της νόσου δεν μπορεί να προβλεφθεί εκατό τις εκατό. «Μπορούμε μέσω του προγεννητικού ελέγχου να ανακαλύψουμε εάν υπάρχουν πιθανότητες το παιδί να εμφανίσει σε κάποια φάση της ζωής του σχιζοφρένεια. Είναι μια κατεξοχήν γενετική ασθένεια και μπορεί κάποιο ζευγάρι να μην έχει στο ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον κάποιον σχιζοφρενή ωστόσο να παρουσιαστούν μεταλλαγές στα γενετικά κύτταρα και το παιδί να γεννηθεί άρρωστο».

Το στίγμα

Σύμφωνα με τον δρα. Γκώγκο οι ασθενείς με τη συγκεκριμένη ψυχιατρική νόσο δεν είναι βίαοι και κατ’ επέκταση επικίνδυνοι για τους γύρω τους παρά μόνο για τον εαυτό τους, γι’ αυτό άλλωστε και ένα μεγάλο ποσοστό πασχόντων αυτοκτονεί. Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τρόμο στους περισσότερους ανθρώπους στο άκουσμα και μόνο της λέξης «σχιζοφρένεια»; «Η δαιμονοποίηση της νόσου ωφείλεται πρωτίστως στην έλλειψη ενημέρωσης αλλά σχετίζεται ως ένα βαθμό και με τον κινηματογράφο, όπου συχνά βλέπουμε πρωταγωνιστές με σχιζοφρένεια να παρουσιάζονται ως »τέρατα» που σκοτώνουν οποιονδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους. Αυτή είναι μια εντελώς λανθασμένη προσέγγιση της νόσου η οποία απλά ενισχύει το στίγμα και τα στερεότυπα σε βάρος των πασχόντων», διευκρινίζει επισημαίνοντας ωστόσο πως ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό ασθενών μπορεί να αναπτύξει επιθετική συμπεριφορά επειδή ακούει φωνές που του επιτάσσουν να κάνει κάτι βίαιο. «Δυστυχώς όμως αυτές είναι οι περιπτώσεις που ακούμε ή διαβάζουμε με αποτέλεσμα να δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση που έχει σήμερα ο περισσότερος κόσμος για τη σχιζοφρένεια», συμπληρώνει.

Μια γυναίκα τρόφιμος
του Δρομοκαΐτειου προσπάθησε να αποτυπώσει στον πίνακα το πώς ένιωθε η ίδια ως σχιζοφρενής. Ο πίνακας εκτίθεται σήμερα στο μουσείο του Ψυχιατρικού νοσοκομείου

Εκείνο που σύμφωνα με τον ίδιο θα έπρεπε να προκαλεί τρόμο, είναι το γεγονός πως πρόκειται για μια ασθένεια που αρχίζει εντελώς ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, στο τέλος της εφηβείας στους άνδρες και λίγο μετά την ηλικία των 25 στις γυναίκες. «Κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων ακριβώς τη στιγμή που είναι έτοιμοι να »απογειωθούν», να ξεκινήσουν δηλαδή μια ανεξάρτητη ζωή και να κάνουν τη δική τους οικογένεια».

«Δεν θα επέστρεφα στην Ελλάδα»

Ο 56χρονος σήμερα επιστήμονας έφυγε από τη χώρα μας μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Ιατρική Αθηνών κι έκτοτε επιστρέφει μόνο για διακοπές. Όπως λέει, πρόκειται για μια πάρα πολύ σωστή απόφαση, η οποία τον εξέλιξε και τον οδήγησε σε επαγγελματικά μονοπάτια που δεν φανταζόταν καν ότι υπήρχαν. Όσο για τον αν σκέφτεται να γυρίσει μόνιμα πίσω στην πατρίδα του, η απάντησή του είναι καταγορηματική: «Σε καμία περίπτωση δε θα επέστρεφα στην Ελλάδα και οι λόγοι σχετίζονται καθαρά με την επιστήμη μου. Στην Αμερική αυτή τη στιγμή μου δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχω σε έρευνες και να ανακαλύπτω διαρκώς νέα δεδομένα γύρω από τη συγκεκριμένη ψυχιατρικη ασθένεια. Κάτι δηλαδή που στην Ελλάδα δε θα μπορούσα σε καμία περίπτωση να κάνω», τονίζει.

Εκείνο που όλοι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια που συνάντησε στη ζωή του τού είπαν, είναι πως υποφέρουν. Κι αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του δρα. Γκώγκου. Να βάλει δηλαδή τέλος στον εφιάλτη τους με την ανακάλυψη νέων θεραπειών. «Όπως και με τον καρκίνο, ειναι απίθανο να βρούμε μια πανακεια, ένα φάρμακο δηλαδή για όλους τους ασθενείς με σχιζοφρένεια. Το πιο πιθανό ειναι ότι θα χρειαστούν περισσότερα απο ένα φάρμακα που θα στοχοποιούν ομάδες από ασθενείς, ίσως ανάλογα με την τις γενετικές μεταλλαγές που φέρουν στο DNA τους ή τον ακριβή τρόπο δυσλειτουργίας του εγκεφάλου τους», καταλήγει.

Ο συλλέκτης που μάζεψε χιλιάδες έργα του Μάνου Χατζιδάκι

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ήταν καλοκαίρι του 1987 σ’ένα από εκείνα τα κλασσικά καφενεία της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο 20χρονος τότε Γιάννης Μπότσας άκουσε ξαφνιασμένος στις συζητήσεις της ομήγυρης επαινετικά σχόλια για τη μουσική του Μάνου, έτσι τον αποκαλούσαν, με το μικρό του όνομα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο νεαρός Γιάννης πίστευε ότι η μουσική του Χατζιδάκι και τα τραγούδια του απευθύνονταν μονάχα σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις, τις ελίτ, όπως έχουμε συνηθίσει να τις αποκαλούμε.

Μάλιστα, το γεγονός ότι άνθρωποι του μεροκάματου έτρεφαν τόσο μεγάλη εκτίμηση για το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, του κίνησε την περιέργεια και την ίδια κιόλας ημέρα πήγε στην επετειακή συναυλία που έδωσε ο συνθέτης στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Αυτό ήταν. Από εκείνη την ημέρα έως και σήμερα, ο Γιάννης αφιέρωσε αμέτρητες ώρες αλλά και δεκάδες χιλιάδες ευρώ για τη συλλογή δίσκων, παρτιτούρων, επιστολών αλλά και ανέκδοτου υλικού του συνθέτη.

«Μόλις γύρισα σπίτι μου από τη συναυλία του 1987, στα αυτιά μου ηχούσε συνεχώς η »Μπαλάντα των Αισθήσεων». Δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου αυτή την υπέροχη μελωδία που είχα την τύχη να απολαύσω ζωντανά. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, έχω συλλέξει από δισκοπωλεία και δημοπρασίες σπάνιο υλικό και νιώθω πολύ περήφανος γι’αυτό», μου λέει ο 51χρονος σήμερα ιδιωτικός υπάλληλος.

Εξώφυλλο του περιοδικού »ΕΙΚΟΝΕΣ» με το Μανος Χατζιδάκι, από τη συλλογή του κ. Μπότσα

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για την επέτειο της Αποκατάστασης της Δημοκρατίας

Στη σπάνια συλλογή του θα βρει κανείς όλες τις πρώτες εκδόσεις δίσκων 33 και 45 στροφών, δίσκους γραμμοφώνου, φωτογραφίες με το έργο του Χατζιδάκι από τον κινηματογράφο, το θέατρο, τις συναυλίες του καθώς και σπάνιες παρτιτούρες, επιστολές του συνθέτη, αφίσες κινηματογράφου αλλά και όλα τα προγράμματα που μοιράζονταν στους θεατές από το 1944 ώς και το 1998, τη χρονιά δηλαδή που ο Χατζιδάκις συμμετείχε τελευταία φορά ως μουσικός σε θεατρική παράσταση. Μάλιστα, στην προσπάθειά του να παρουσιάσει προς στο κοινό ένα μέρος του υλικού που έχει στην κατοχή του, δημιούργησε την ιστοσελίδα manoshadjidakis.com αλλά και ένα κανάλι στην διαδικτυακή πλατφόρμα youtube όπου μπορεί να ακούσει κανείς συνεντεύξεις του συνθέτη, αποσπάσματα από ταινίες με συνθέσεις του, ραδιοφωνικές εκπομπές, ντοκιμαντέρ για το »Μεγάλο Ερωτικό» καθώς και ανέκδοτα τραγούδια.

«Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο μουσικές του Χατζιδάκι που έχω στην κατοχή μου και δεν είναι ευρέως γνωστές. Δεν σκέφτηκα στιγμή ότι επειδή δαπάνησα ένα αρκετά μεγάλο ποσό, θα έπρεπε να το απολαύσω μόνος μου. Άλλωστε η »απαγόρευση» είναι μια λέξη που δεν ταίριαζε στο πνεύμα του Χατζιδάκι», λέει και προσθέτει: «Στο κανάλι μου θα βρει κανείς μεταξύ άλλων μια οριεντάλ σύνθεσή του για την ταινία »Το Ποτάμι» του Νίκου Κούνδουρου που γυρίστηκε το 1958, θα ακούσει τη μουσική του με την οποία »ντύθηκαν» οι εικόνες του ντοκιμαντέρ «Ατλαντίδα» που γυρίστηκε το 1978 από τον Jacques-Yves Cousteau, παρουσιάσεις δίσκων από τον ίδιο τον Χατζιδάκι, αποσπάσματα από ραδιοφωνικές του εκπομπές, δεύτερες εκτελέσεις τραγουδιών και πολλά άλλα ηχητικά ντοκουμέντα».

Συλλεκτικό εξώφυλλο από δίσκο του Χατζιδάκι, ζωγραφισμένο στο χέρι

Η συλλογή του καλλιτεχνικού αυτού θησαυρού έγινε με πολύ κόπο και ατέλειωτες ώρες έρευνας. Ενδεικτικό των όσων τράβηξε προκειμένου σήμερα να έχει στην κατοχή του αυτό το σπάνιο υλικό, είναι η προσπάθειά του να αποκτήσει την ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι» που γυρίστηκε το 1962 από Αμερικανό παραγωγό με μουσική του Χατζιδάκι. «Η ταινία δεν είχε προβληθεί ποτέ στην Ελλάδα και για να τη βρω έπρεπε να απευθυνθώ σε ταινιοθήκες του εξωτερικού. Μετά από αμέτρητες επιστολές και δεκάδες e-mails η ταινιοθήκη της Αμερικής μου την έστειλε. Η όλη διαδικασία κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια ενώ για τη μετροπή της ταινίας από το αμερικανικό σύστημα της δεκαετίας του ’60 σε σημερινή μορφή DVD, έδωσα 400 δολάρια», λέει ο κ. Μπότσας.

Η ταινία »Εννιά μίλια το μεσημέρι, την οποία ο κ. Μπότσας απέκτησε μετά από τρία χρόνια συνεχούς προσπάθειας

Κλειστές πόρτες

Όταν το 2012 ο Γιάννης Μπότσας αποφάσισε να εκθέσει το αρχειακό υλικό του για τον συνθέτη – σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας, απευθύνθηκε στο επίσημο αρχείο του Μάνου Χατζιδάκι, στο  Μέγαρο Μουσικής, το ίδρυμα Ωνάση, το μουσείο Μπενάκη, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, το Ίδρυμα Ωνάση στη λεωφόρο Συγγρού,το   ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και την Εθνική Πινακοθήκη. «Εκείνο που με λύπη διαπίστωσα είναι πως οι ιθύνοντες του πολιτισμού στη χώρα μας δεν ενδιαφέρονται για τη διάσωσή του αλλά μονάχα για τις δημόσιες σχέσεις. Αν ήμουν ένας επιφανής Αθηναίος κι όχι ένας απλός ιδιωτικός υπάλληλος, θα είχα πάρει το »πράσινο φως»», λέει με παράπονο.

Ο κ. Μπότσας δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το ίνδαλμά του. Ακόμη και την ημέρα που ο Μάνος Χατζιδάκις «ταξίδεψε» για πάντα στην Οδό Ονείρων, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην κηδεία του. Ωστόσο, το ερώτημα που τον βασανίζει σήμερα, μετά από δύο δεκαετίες διαρκούς ενασχόλησης με το έργο του συνθέτη, είναι το εξής: «Για ποιο λόγο ενώ έγραφε τόσο σπουδαίες μουσικές, οι οποίες μάλιστα πήραν διεθνή βραβεία που ο κόσμος δεν γνωρίζει, δεν τις δισκογράφησε ώστε να μπορούν σήμερα όλοι να τις απολαύσουν;».