Μάτι: «Έμεινα 4 ώρες στη θάλασσα κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Σήμερα κλείνει ένας χρόνος από την ημέρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή μας και η Πολιτεία δεν μας βοήθησε καθόλου, μας έχει παρατήσει εντελώς». Με τα παραπάνω λόγια ο Γιάννης Σταμπέλος, ιδιοκτήτης της μοναδικής ταβέρνας που έχει απομείνει στην πληγείσα περιοχή, περιγράφει στη «δημοκρατία» την αδράνεια του κρατικού μηχανισμού σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες που σημειώθηκαν στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Ο  ίδιος χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη προκειμένου να ανακαινίσει ένα μέρος του καταστήματός του που καταστράφηκε ολοσχερώς λαμβάνοντας από το κράτος αποζημίωση ύψους 8.000 ευρώ. «Από αυτά τα χρήματα, τα 7.000 ευρώ ξοδεύτηκαν μόνο για τις τέντες, τα υπόλοιπα τα κάλυψα μόνος μου. Κι αν σκεφτείτε ότι φέτος ο τζίρος είναι πεσμένος κατά 70%, μπορείτε να φανταστείτε το μέγεθος του προβλήματος», λέει τονίζοντας πως καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους οι υποσχέσεις για χρηματοδότηση από προγράμματα ΕΣΠΑ έπεφταν … βροχή  ωστόσο, πάντα κάποιοι φρέναραν τη διαδικασία.

Περί τα τέλη Μαΐου και πηγαίνοντας κόντρα στη «μαυρίλα» που είναι πλέον χαρακτηριστικό της περιοχής, ο κ. Σταμπέλος αποφάσισε να ανοίξει ξανά τις πόρτες της «Αργυρής Ακτής», της ταβέρνας στην οποία εγκαταστάθηκε ο στρατός πριν από έναν χρόνο προκειμένου να προσφέρει φαγητό στους πληγέντες. «Το μαγαζί το κληρονόμησα από τον παππού μου, είναι στην περιοχή από το 1960 και αποτελεί τη μοναδική πηγή εσόδων μου. Δεν είχα περιθώρια να το παρατήσω στην τύχη του», σημειώνει. Πλέον, μοναδικοί του πελάτες είναι κάποιοι, λιγοστοί, κάτοικοι που θέλουν να ζωντανέψει ξανά το Μάτι και οι τουρίστες των ξενοδοχείων. «Οι κάτοικοι θέλουν να επιστρέψουν στην περιοχή, το αγαπάμε το Μάτι, εδώ περάσαμε τα πιο όμορφα καλοκαίρια μας. Δυστυχώς οι άδειες για να μπορέσουν να χτίσουν ξανά τα σπίτια τους οι πυρόπληκτοι δεν βγήκαν ακόμη. Είμαστε απαισιόδοξοι επειδή ακούμε συνέχεια υποσχέσεις αλλά στο τέλος δεν γίνεται τίποτα ουσιαστικό».

Η ταβέρνα «Αργυρά Ακτή» σήμερα, μετά την ανακαίνιση

Οι εφιαλτικές στιγμές

Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018 ο ίδιος δούλευε στην ταβέρνα μαζί με τη μητέρα του, όταν μέσα σε λίγα λεπτά ένα πυκνό σύννεφο καπνού τύλιξε το μαγαζί. «Μπήκα στη θάλασσα για να γλιτώσω, ήμασταν 500 περίπου άτομα μέσα στο νερό. Έμεινα εκεί για τέσσερις ώρες κρατώντας αγκαλιά τη μητέρα μου που είχε ασπρίσει και βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Θυμάμαι να βλέπουμε το μαγαζί μας να καίγεται και να προσπαθώ να την εμψυχώσω λέγοντάς της πως θα το ξαναχτίσουμε, αρκεί να βγούμε ζωντανοί», αναφέρει ενθυμούμενος την πιο δύσκολη μέρα που κλήθηκε ποτέ να αντιμετωπίσει. Όταν η κατάσταση τέθηκε υπό έλεγχο, επί επτά συνεχόμενες ώρες γέμιζε έναν κουβά με νερό από τη θάλασσα, προσπαθώντας να σβήσει τη φωτιά από το μαγαζί του. «Προσπαθούσα να σώσω την περιουσία μου και παράλληλα έδινα στους ανθρώπους τραπεζομάντιλα για να σκεπαστούν, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαν πάθει υποθερμία. Εφιαλτικές στιγμές που θα μας σημαδεύουν για πάντα».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα »δημοκρατία» στις 23-07-19

Posted in Συνεντεύξεις.