Soumya Swaminathan: «Τα lockdowns πλήττουν τους φτωχούς»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Απαισιόδοξο μήνυμα για εκατομμύρια ανθρώπους στον κόσμο που θα βρεθούν αντιμέτωποι με τον κοινωνικό αποκλεισμό και την οικονομική εξαθλίωση από τις συνέπειες της πανδημίας, εκφράζει μέσα από την αποκλειστική συνέντευξή της στη «δημοκρατία»* η επιστημονική διευθύντρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, Σούμια Σουαμινάθαν.

Σύμφωνα με την Ινδή γιατρό που αποτελεί την επίσημη «φωνή» του οργανισμού σε ό,τι αφορά τα νέα επιστημονικά δεδομένα για τον ιό, οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις θα είναι καταστροφικές.

«Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι κινδυνεύουν να βρεθούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, εκατομμύρια επιχειρήσεις θα κλείσουν ενώ το ήμισυ του παγκόσμιου εργατικού δυναμικού των 3,3 δισεκατομμυρίων, κινδυνεύει να χάσει το βιος του. Τα lockdowns έχουν πολλαπλάσιες αρνητικές επιδράσεις στους ευάλωτους και οικονομικά ασθενέστερους πληθυσμούς», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Στον αντίποδα, για πρώτη φορά στα χρονικά η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα συνεργάζεται τόσο στενά για έναν κοινό σκοπό που δεν είναι άλλος από την παρασκευή εμβολίου ή φαρμάκου που θα μας επιτρέψει την πολυπόθητη επιστροφή στην κανονικότητα. Όπως εξηγεί η δρ. Σουαμινάθαν,  αυτή τη στιγμή 48 εμβόλια διαφορετικών και καινοτομικών τεχνολογιών βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, 11 εκ των οποίων  είναι ήδη στη φάση III.  «Δεν ξέρουμε ακόμη ποιο η ποια θα περάσουν όλα τα τεστ αποτελεσματικότητας, ασφάλειας και διάρκειας κάλυψης», σημειώνει.

Σε ό, τι έχει να κάνει με τα φάρμακα, η γιατρός του ΠΟΥ τονίζει πως μόνο τα κορτικοστεροειδή (δεξαμεθαζόνη) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά σε σοβαρές περιπτώσεις Covid -19. «Με την ανοσολογική απόκριση που προκαλούν, μπορούν να σώσουν τη ζωή πολύ άρρωστων ασθενών με κορονοϊό. Επιπλέον, τα μονοκλωνικά αντισώματα έχουν αποτελέσματα τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία όμως είναι δύσκολη η παραγωγή τους σε μεγάλες ποσότητες και είναι ακριβή θεραπεία», σημειώνει προσθέτοντας πως και τα αντιπηκτικά επίσης δείχνουν να βοηθούν επειδή ο ιός δημιουργεί θρομβώσεις σε βαριά αρρώστους.

Τεράστια σημασία ωστόσο έχει, σύμφωνα με την επικεφαλής επιστήμονα του ΠΟΥ, και η ευρεία διαθεσιμότητα οξυγόνου στις υπηρεσίες υγείας καθώς έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ωφέλιμη σε βαριά νοσούντες.

Τα δεδομένα αυτά είναι εν πολλοίς ενθαρρυντικά, ωστόσο, ο δρόμος που έχουμε ακόμη μπροστά μας φαίνεται να είναι μακρύς και ανηφορικός. «Μπορεί να κουραστήκαμε από τον ιό αλλά εκείνος δεν κουράστηκε με εμάς», τονίζει με νόημα η γιατρός, επισημαίνοντας πως αυτή την εβδομάδα τα κρούσματα ξεπέρασαν τα 50 εκατομμύρια παγκοσμίως.

«Ο μόνος τρόπος να σπάσουμε την αλυσίδα μετάδοσης είναι να τηρούμε τα μέτρα προστασίας, να εντοπίζουμε τα κρούσματα, να τα απομονώνουμε και να παρακολουθούμε παράλληλα τις στενές επαφές τους, να προστατεύουμε τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας και φυσικά να ενισχύσουμε τα νοσοκομεία. Η υιοθέτηση κάποιων εξ’ αυτών των μέτρων δε θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Πρέπει τα κράτη να εφαρμόζουν όλα τα παραπάνω παράλληλα».

Σύμφωνα με την ίδια, ο ΠΟΥ με μια σειρά από μαθηματικά μοντέλα έχει υπολογίσει ότι το ποσοστό θνητότητας όσων νοσούν από κορονοϊό ανέρχεται στο 0,6% που σημαίνει ένας θάνατος σε 200 κρούσματα.

 «Στοπ» στην κατανάλωση άγριων ζώων

Από τις πρώτες κιόλας ημέρες εμφάνισης της πανδημίας, πολύς λόγος έγινε για τις υγρές, υπαίθριες αγορές της Κίνας με την επιστημονική κοινότητα να θεωρεί υπεύθυνους τους αιματηρούς πάγκους τους για τη μετάδοση και εξάπλωση του SARS-CoV-2 που άλλαξε τον κόσμο όπως τον γνωρίζαμε μέχρι πρότινος.

«Οι αγορές αυτές αποτελούν πηγή διατροφής για  εκατομμύρια ανθρώπους, δεν μπορούν να κλείσουν. Πρέπει όμως να τηρούν πολύ αυστηρά μέτρα και, το κυριότερο, πρέπει να απαγορευτεί εντελώς η πώληση αγρίων ζώων/πτηνών σε αυτές τις αγορές. To 70% των ιών προέρχονται από ζώα», σημειώνει και τονίζει πως το γεγονός ότι τα πρώτα κρούσματα κορονοϊού συνδέθηκαν τις αγορές στην Ουχάν δεν σημαίνει απαραίτητα πως η πανδημία ξεκίνησε από εκεί. «Από τότε που εντοπίστηκαν οι πρώτες περιπτώσεις Covid -19 , ο ΠΟΥ αναζητούσε στοιχεία για το πώς ο ιός αρχικά έκανε το άλμα από ζώα σε ανθρώπους. Οι μελέτες για την προέλευσή του βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη και αναμένουμε τα αποτελέσματα με ανυπομονησία, καθώς η ικανότητά μας να αποτρέψουμε και να ανταποκριθούμε σε μελλοντικές πανδημίες εξαρτάται από τον εντοπισμό των φυσικών δεξαμενών και των ενδιάμεσων ξενιστών του SARS-CoV-2».

Αναφερόμενη στις επιπτώσεις των lockdowns – τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζει ως ακραία μέτρα – η γιατρός του ΠΟΥ υπογραμμίζει πως η απομόνωση, η απώλεια εισοδήματος που απορρέει από το κλείσιμο των επιχειρήσεων καθώς και ο διαρκής φόβος για την υγεία και το μέλλον, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας ή να επιδεινώσουν τα ήδη υπάρχοντα.

«Η εργασία από το σπίτι, η κατ’ οίκον εκπαίδευση των παιδιών και η έλλειψη επαφής με άλλα μέλη της οικογένειας, φίλους και συναδέλφους, είναι λογικό να επηρεάσει την ψυχική μας ευημερία. Υπάρχουν ωστόσο που κάποια πράγματα που θα μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε τον εαυτό μας σε αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση· η τήρηση τακτικών ρουτινών, όσον αφορά στον ύπνο και τα γεύματα  είναι σημαντική. Επίσης η σωστή κατανομή του χρόνου για εργασία και ξεκούραση είναι εξίσου ωφέλιμη».

Την ίδια ώρα, όπως λέει, θα πρέπει οι κυβερνήσεις να εκμεταλλευτούν στο έπακρο το καθεστώς της καραντίνας προκειμένου να ενισχυθούν νοσοκομεία και δομές υγείας ενώ παράλληλα να γίνονται όσο το δυνατόν περισσότερα τεστ στον πληθυσμό.

 «Ενισχύστε το κράτος πρόνοιας»

 Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας η δρ. Σοαυμινάθαν επισημαίνει πως η πανδημία του κορονοϊού αποτέλεσε αφορμή να «ξεγυμνωθούν» τα πολυδιαφημισμένα συστήματα πρόνοιας του δυτικού κόσμου που αποδείχθηκαν εξαιρετικά ελλιπή και ευάλωτα σε κρίσης και τονίζει την ανάγκη στροφής σε πιο ανθρωποκεντρικά συστήματα υγείας.

«Η πανδημία μας υπενθύμισε ότι η υγεία είναι το θεμέλιο της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας. Αυτή η κρίση στην υγεία πυροδότησε μια κοινωνικοοικονομική κρίση που θα επηρεάσει δισεκατομμύρια ζωές. Το ερώτημα είναι αν το μάθημα αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστικές επενδύσεις  στην υγεία την επόμενη μέρα. Χρειαζόμαστε ενισχύσεις στον τομέα αυτό, αλλά δεν θα πρέπει να το θεωρήσουμε ως κόστος, αλλά σαν μια επένδυση που αποτελεί το θεμέλιο παραγωγικών, ανθεκτικών και σταθερών οικονομιών», επισημαίνει και καταλήγει: «Η υγεία είναι μια πολιτική επιλογή. Χωρίς ισχυρή πολιτική βούληση θα παραμείνει απλώς ένας στόχος για πολλές χώρες του κόσμου».

*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «δημοκρατία» στις 21/11/20

Τοξικοεξαρτημένοι: Οι παρίες της πανδημίας

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

«Γνωρίζουμε ότι με τη βοήθεια του ‘’παυσίλυπου’’ μπορούμε κάθε στιγμή να αποφύγουμε την πίεση της πραγματικότητας και να καταφύγουμε σε έναν δικό μας κόσμο, με καλύτερες συνθήκες άνθησης. Είναι γνωστό ότι ακριβώς αυτή η ιδιότητα των ναρκωτικών τα κάνει τόσο επικίνδυνα και βλαβερά», αναφέρει ο Σίγκμουντ Φρόυντ στο βιβλίο του «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας».

Βέβαια, ο «πατέρας της ψυχανάλυσης» δεν είχε στο μυαλό του όταν έγραφε τα παραπάνω, την κατάσταση της πανδημίας που γνωρίζει σήμερα όλος ο κόσμος. Ίσως, αν το έκανε, να είχε να πει ακόμα περισσότερα για την επιρροή που μπορεί να αποκτήσουν οι εξαρτησιογόνες ουσίες στο άτομο σε συνθήκες εγκλεισμού.

Όπως μου εξηγεί η ψυχίατρος, συγγραφέας  και εκδότρια του επιστημονικού περιοδικού «Τετράδια Ψυχιατρικής» Κατερίνα Μάτσα, μια επιστήμονας με έντονο κοινωνικό έργο και ενεργή συμμετοχή σε αγώνες για τα δικαιωμάτων των τοξικοεξαρτημένων, η δεύτερη καραντίνα που διανύουμε είναι ιδιαίτερα δύσκολη για τους ανθρώπους αυτούς, τους οποίους, όπως χαρακτηριστικά λέει, τόσο η κοινωνία όσο και η ακαδημαϊκή ψυχιατρική κοινότητα, επιλέγει να τους τοποθετεί στο περιθώριο.

«Η τοξικομανία δεν είναι νόσος αλλά κοινωνικό φαινόμενο, συνεπώς μεταβάλλεται ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες. Μετά την πρώτη καραντίνα, τα λήμματα της Ψυτάλλειας έδειξαν αυξημένη χρήση ναρκωτικών από τους Αθηναίους. Φανταστείτε τι θα γίνει τώρα, στη δεύτερη καραντίνα. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνες αυξηθήκαν οι αγχώδεις διαταραχές, οι αυτοκτονίες καθώς και η χρήση ουσιών στη διάρκεια του lockdown. Από τότε μέχρι σήμερα δεν άλλαξε κάτι, αυτοί οι πληθυσμοί παρέμειναν εγκαταλελειμμένοι και φοβάμαι πως η κατάσταση θα γίνει πολύ χειρότερη».

Όπως επισημαίνει, η Πολιτεία έχει γυρίσει επιδεικτικά την πλάτη σε αυτούς που «έψαξαν ανθρώπους και βρήκαν σκιές», σε εκείνους που εκτός από τα πλείστα όσα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, πλέον, βρίσκονται εκτεθειμένοι και στην πανδημία. «Για τους άστεγους χρήστες ουσιών δεν υπάρχει μέριμνα, πέρα από κάποια συσσίτια που γίνονται, κανείς δεν φροντίζει γι’ αυτούς. Δεν διατρέφονται σωστά, έχουν προϋπάρχοντα νοσήματα που δεν έχουν αντιμετωπιστεί και είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στον κορονοϊό. Γενικότερα δε γίνεται δουλειά στο χώρο που συχνάζουν οι εξαρτημένοι, στις πιάτσες», λέει, τονίζοντας πως μια ομάδα εξειδικευμένου προσωπικού θα μπορούσε να τους επισκέπτεται προτρέποντάς τους να ενταχθούν σε προγράμματα απεξάρτησης.

 

Ωστόσο, εκτός από τους χρήστες που βρίσκονται στο δρόμο, η παρούσα συγκυρία είναι ιδιαιτέρως δύσκολη και για εκείνους που έχουν απεξαρτηθεί. Η ακραία αβεβαιότητα, η ανεργία και η πίεση που συνοδεύουν τη δεύτερη αυτή καραντίνα, αποτελούν κατά την κ. Μάτσα παράγοντες κινδύνου υποτροπής. «Η περίοδος της καραντίνας είναι εξαιρετικά δύσκολη και για όσους έχουν καταφέρει να σταθούν στα πόδια τους μετά τον εφιάλτη των ναρκωτικών. Δε μπορεί κάποιος να βρει δουλειά τώρα, κι ακόμη κι αν είχε κάποια, είναι πολύ πιθανό να τη χάσει. Ο εγκλεισμός στο σπίτι δημιουργεί περαιτέρω άγχος και το ενδεχόμενο κάποιος να επιστρέψει στις ουσίες προκειμένου να ξεφύγει από την πραγματικότητα είναι πολύ πιθανό. Τα προγράμματα πρέπει να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες για να στηρίξουν αυτά τα παιδιά».

Κι αν περίμενε κανείς πως η διακίνηση των ναρκωτικών θα είχε περιοριστεί εξαιτίας των περιορισμών στην μετακίνηση που επιβληθεί σε όλο το κόσμο ελεώ πανδημίας, το διαδίκτυο για ακόμη μία φορά έδωσε τη λύση. «Με τσιμπημένη  τιμή και εννοείται νοθευμένη καθαρότητα, μπορείς να προμηθευτείς όποια ουσία θέλεις. Σε πρόσφατη έκθεσή του το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Ναρκωτικών επισημαίνει ότι οι ποσότητες ναρκωτικών που διακινούνται μέσω ίντερνετ, είναι τρομακτικά μεγάλες».

 

«Όχι» στα υποκατάστατα

Έχοντας διατελέσει διευθύντρια της ομάδας απεξάρτησης 18 ΑΝΩ του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών για αρκετά χρόνια, η κ. Μάτσα γνωρίζει σε βάθος το πρόβλημα και μιλά με παρρησία – πάντα άλλωστε το έκανε – για τις ανορθόδοξες μεθόδους αποκατάστασης που βαφτίζονται «θεραπευτικές».

«Υπάρχει η πεποίθηση πως η εξάρτηση είναι μια αρρώστια που χρειάζεται το φάρμακό της. Για το λόγο αυτό στις μονάδες του ΟΚΑΝΑ χορηγούν υποκατάστατα ηρωίνης στους χρήστες κι αυτό βαφτίζεται ‘’θεραπεία’’», σημειώνει. Εκείνο που κατά την ίδια χρειάζεται ένας τοξικοεξαρτημένος, είναι μια ουσιαστική ρήξη με τις ουσίες, αλλαγή του τρόπου ζωής που θα περιλαμβάνει ανθρώπινη επικοινωνία και δραστηριότητες που θα δώσουν και πάλι νόημα στη ζωή του. «Όταν ονοματίζεται θεραπεία η υποκατάσταση, τότε η θεραπεία χάνει το νόημά της. Εξαρτημένος σημαίνει ότι η ουσία έχει καταλάβει όλη τη ζωή ενός ανθρώπου. Όταν λοιπόν δεν τον βγάζεις από αυτή τη λογική, και δε γεμίζει τη ζωή του με άλλα ουσιαστικά πράγματα και σχέσεις, τότε απλά εναλλάσσει τις ουσίες και δεν υπάρχει καμιά προοπτική γι’ αυτόν. Ένα πρόγραμμα ‘’στεγνό’’κοστίζει, άρα οι κυβερνήσεις δέχονται την εύκολη λύση, εκείνη που κοστίζει λιγότερο, το υποκατάστατο δηλαδή».

Η ίδια θεωρεί την τοξικομανία ως την εμβληματική παθολογία της νεωτερικότητας, και αν η κοινωνία προωθεί τα υποκατάστατα είναι επειδή η αναγόρευση της τοξικομανίας σε αρρώστια απενοχοποιεί την κοινωνία από τις ευθύνες της.

Όπως επισημαίνει η πρώην διευθύντρια του 18ΑΝΩ, η κοινωνική πραγματικότητα απωθεί τα παιδιά αυτά, αισθάνονται ότι δεν έχουν κανένα μέλλον μπροστά τους, καμιά προοπτική. «Αφού η κοινωνία έχει αυτή την απορριπτική στάση απέναντί τους, κι εκείνα καταφεύγουν στις ουσίες για να έρθουν σε κόντρα, για να προκαλέσουν το κατεστημένο των γονιών και της κοινωνίας», υπογραμμίζει τονίζοντας με νόημα πως η «συνάντηση» ενός παιδιού με τις ουσίες γίνεται σε ένα πλαίσιο κρίσης, κοινωνικής, πολιτιστικής ή οικογενειακής. «Αυτή η κρίση προσδιορίζει και το νόημα που θα δώσει το παιδί στη συνάντηση αυτή με τα ναρκωτικά. Πολλά παιδιά δοκιμάζουν πλέον, δεν γίνονται όλα εξαρτημένα».

Ζώντας μια ζωή μαχόμενη ενάντια στις αδικίες αυτού του κόσμου, τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση, η κα. Μάτσα συνεχίζει απτόητη παρά τα 70 και πλέον χρόνια της να αγωνίζεται για τους αδύναμους αλλά και την κοινωνική επανάσταση που τόσο πολύ πιστεύει.

«Υπάρχει κοινωνική δυστυχία, οι ανισότητες έχουν μεγαλώσει τρομακτικά, υπάρχει πολλή οργή στον κόσμο. Η δολοφονία του George Floyd για παράδειγμα, αποτέλεσε αφορμή να ξεσηκωθούν οι πάντες, όχι μονάχα οι έγχρωμοι», λέει και καταλήγει: «Υπάρχουν και πολύ ελπιδοφόρα μηνύματα για το πώς η κοινωνία θα προχωρήσει μπροστά, για το πώς οι άνθρωποι εκφράζουν την αλληλεγγύη τους, πώς αυτό οργανώνονται για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, πώς αντιστέκονται στις πιέσεις με κάθε τρόπο. Δείτε τι έγινε στη δίκη της Χρυσής Αυγής στις 7 Οκτωβρίου, όπου χιλιάδες άνθρωποι εξέφρασαν ένα πνεύμα αντίστασης ενάντια στο φασισμό, ένα πνεύμα εξέγερσης…».

 

Πώς η αδιαφορία της Γαλλίας γιγάντωσε τον ισλαμικό φονταμενταλισμό

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Την ύπαρξη ενός εκρηκτικού μείγματος αντιθέσεων, πολιτισμικών  και θρησκευτικών, μέσα στα «σπλάχνα» της γαλλικής κοινωνίας που οδηγεί, σχεδόν νομοτελειακά, σε σύγκρουση,  διαβλέπει η Μαίρη Μπόση, καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του πανεπιστημίου Πειραιά.

Το πρόσφατο περιστατικό στη Νίκαια, όπου Τυνήσιος έσφαξε δύο γυναίκες κι έναν άντρα μέσα σε εκκλησία της περιοχής λίγες μόνο ημέρες μετά τον αποκεφαλισμό του καθηγητή Σαμιέλ Πατί στο Παρίσι, αποτελεί κρίκο στη αλυσίδα των εν ψυχρώ δολοφονιών αθώων πολιτών που σημειώνονται τα τελευταία χρόνια στο όνομα της τζιχάντ. Πρόκειται, όπως αναφέρει η ίδια, για ένα ενδεικτικό παράδειγμα του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού.

«Η Γαλλία θα δεχθεί κι άλλες ανάλογες επιθέσεις. Παρατηρούμε όμως ότι εδώ κι ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, στη χώρα έχει ανεβεί πολύ ο τόνος, έχει αναβαθμιστεί υπέρμετρα ο λαϊκισμός, ο οποίος είναι κακός σύμβουλος, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πράξεις τρομοκρατίας. Κι αυτό διότι τέτοιες πράξεις εξετάζονται με πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις. Εξετάζεται για παράδειγμα η αιτία, η αφορμή, το αποτέλεσμα, ο χώρος δράσης και το ιστορικό της προηγούμενο», αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως στην περίπτωση της Νίκαιας ο δράστης είναι μετανάστης, γεγονός που ενισχύει την ακροδεξιά.

Αρκετοί ήταν οι αναλυτές των διεθνών μέσων ενημέρωσης που έσπευσαν να κατηγορήσουν το Γάλλο πρόεδρο για προκλητική στάση, υποστηρίζοντας πως ο φωτισμός κυβερνητικών κτιρίων με σκίτσα του περιοδικού Charlie Hebdo που σατίριζαν το Μωάμεθ, έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή αθώων ανθρώπων.

«Μια δημοκρατία οφείλει να ανέχεται, να σέβεται και να δέχεται τη διαφορετικότητα, είτε πρόκειται για θρησκεία, είτε πρόκειται για οτιδήποτε άλλο. Αυτό άλλωστε  τη διαχωρίζει από μια ολιγαρχία ή απολυταρχία που ούτε δέχεται, ούτε ανέχεται», σημειώνει η καθηγήτρια και προσθέτει: «η σάτιρα σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί φόνους. Όμως, σε εποχές ακραίας ανασφάλειας και αβεβαιότητας, όπως αυτή που διανύουμε, αυξάνεται ο εξτρεμισμός κι είναι εξαιρετικά δύσκολο να τον ελέγξεις όταν φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Βεβαίως και  έχουμε ελευθερία του λόγου αλλά θα πρέπει να μπουν όρια ώστε για να μην προσβάλουμε τους ανθρώπους που έχουν δικά τους όρια».

Η ίδια θεωρεί πως η Δύση δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί το φαινόμενο αυτό, η όξυνση του οποίου θα οδηγήσει με τη σειρά του σε περαιτέρω άνοδο της ακροδεξιάς στον ευρωπαϊκό κόσμο και ιδιαίτερα τη Γαλλία.

Η γκετοποίηση του μουσουλμανικού στοιχείου

Ένα από τα στοιχεία που την προβληματίζουν είναι το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των περίπου επτά εκατομμυρίων μουσουλμάνων της Γαλλίας, παραμένει στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, γκετοποιημένο και απόμερο, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον θελκτικό προς τις ακραίες, εξτρεμιστικές και, εν πολλοίς, τρομοκρατικές πράξεις.

«Είναι πολύ μικρός ο αριθμός των μουσουλμάνων που προέρχεται από τις τέως αποικίες της Γαλλίας και έχει ενσωματωθεί στον πολιτικό, κοινωνικό, πολιτιστικό ιστό της χώρας. Το μεγαλύτερο ποσοστό τους γκετοποιήθηκε, διαχωρίστηκε ενώ παράλληλα παρακολουθούμε και μια αναβάθμιση των πολιτισμικών και θρησκευτικών τους διαφορών», σημειώνει.

Την ίδια ώρα, η αδιαφορία της επίσημης γαλλικής Πολιτείας για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των γκετοποιημένων περιοχών ανά τη χώρα, έχει προκαλέσει συνέπειες στον έλεγχο της θρησκευτικής λειτουργίας των εν λόγω πληθυσμών. Τα περισσότερα τζαμιά, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η καθηγήτρια, χρηματοδοτούνται από μουσουλμανικές χώρες όπως η Τουρκία που κατά το παρελθόν έχει συνεργαστεί με ακραίες εξτρεμιστικές οργανώσεις, όπως ο ISIS.

«Στη Γαλλία έχει παρατηρηθεί ότι το 90% των τζαμιών δεν είναι καταχωρημένο ως θρησκευτικός χώρος λατρείας αλλά ως πολιτιστική οργάνωση, που σημαίνει ότι υπάρχει σημαντική εξωτερική χρηματοδότηση. Τουρκία, Αλγερία, Μαρόκο και πρόσφατα το Κατάρ είναι αυτοί που χρηματοδοτούν με μεγάλα ποσά και μάλιστα είναι κι αυτοί οι οποίοι ορίζουν και τους ιμάμηδες, τους θρησκευτικούς ηγέτες», επισημαίνει, τονίζοντας πως η Γαλλία δεν ενδιαφέρθηκε να ελέγξει νωρίτερα το φαινόμενο αυτό, γεγονός που δημιούργησε πολλές και διαφορετικές τάσεις εντός της, όπως είναι οι σαλαφιστές και οι εξτρεμιστές ισλαμιστές.

«Άλλωστε, σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο έχει καταγραφεί πως τα τζαμιά και οι φυλακές αποτελούν πυρήνες στρατολόγησης. Οι πρώτοι που το έφεραν στη δημόσια συζήτηση επειδή το εντόπισαν, ήταν οι Γερμανοί, οι οποίοι διαπίστωσαν πως μέσα από τις μαντράσες όπου γινόταν η σύλλεξη των νέων κυρίως ανθρώπων, κάποιοι κατέληξαν στον ISIS».

«Η Ελλάδα δεν είναι αλώβητη»

Το ενδεχόμενο να σημειωθούν ανάλογα περιστατικά ωμής βίας και τρομοκρατίας στη χώρα μας είναι, κατά την ίδια, πολύ πιθανό, καθώς οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών μπορεί να οδηγήσει σε ριζοσπαστικοποίησή τους, κάτι που έχει συμβεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

«Έχουμε δει την είσοδο ατόμων μέσα από τις μεταναστευτικές ροές που έχουν περάσει σε χώρες αρχικά ουδέτερες αλλά στη συνέχεια τις χρησιμοποίησαν για να κάνουν πράξεις βίας. Δε μπορώ με τίποτα να αποκλείσω το ενδεχόμενο να σημειωθεί κάτι αντίστοιχο και σε ελληνικό έδαφος, η χώρα δεν είναι αλώβητη. Θέλω να πιστεύω ότι οι ελληνικές αρχές αξιολογούν αυτά που συμβαίνουν και θα γίνει μια προσπάθεια ώστε να μη δει ο τόπος μας αυτού του είδους τη βία. Η τρομοκρατία βέβαια έχει πάντα επιτυχία επειδή χρησιμοποιεί το στοιχείο της έκπληξης, έρχεται δηλαδή εκεί που δεν το περιμένεις».

Η ίδια εκτιμά πως η κατάσταση αυτή θα μπορούσε, ίσως, να έχει αποφευχθεί, μέσα από τη γνώση. Το διαφορετικό, λέει η κ. Μπόση,  δεν το απομονώνουμε, δεν το γκετοποιούμε, αλλά, αντιθέτως,  το αντιλαμβανόμαστε κι εφόσον ζει στη χώρα μας, φροντίζουμε να το ενσωματώσουμε.

«Αυτό δεν έγινε και πλέον υπάρχουν φανατικοί και από τη μία πλευρά και από την άλλη. Αυτά τα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί και να μην έφτανε στο σημείο το γαλλικό κράτος να κατεβάσει στρατό στους δρόμους», καταλήγει.