Η γαστρονομική πλευρά της προσφυγικής ροής στη Λέσβο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Ένα διαφορετικό εστιατόριο που δίνει τη δυνατότητα σε πρόσφυγες, μετανάστες αλλά και γηγενείς που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπρέπεια μέσα από την εργασία «παντρεύοντας» παράλληλα γεύσεις από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ελλάδα, λειτουργεί τους τελευταίους μήνες στη Λέσβο. Πρόκειται για το κοινωνικό εστιατόριο «ΝΑΝ» που σημαίνει ψωμί σε πολλές γλώσσες όπως ινδικά, πακιστανικά και φαρσί,  η ιδέα για το οποίο «γεννήθηκε» από τέσσερις εθελόντριες που σε καθημερινή βάση επισκέπτονταν τον καταυλισμό ΠΙΚΠΑ – απ’ όπου πέρασαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες – και θέλησαν μαζί με τον θετικό κοινωνικό αντίκτυπο, να φέρουν τους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι για να φάνε, να μιλήσουν αλλά και να δημιουργήσουν μια πραγματικότητα διαφορετική από αυτήν που διαμορφώνεται από τις κυβερνητικές και ευρωπαϊκές πολιτικές. «Συναντήσαμε πάρα πολλούς ανθρώπους που ήρθαν στο νησί και εγκλωβίστηκαν. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι θα ήταν κρίμα να μη μπορεί να δει ο κόσμος την άλλη πλευρά των προσφύγων και να τους δει ως μονάδες. Άλλωστε, μόνο γύρω από ένα τραπέζι μπορείς να γνωρίσεις την ιστορία κάποιου», μου λέει μια εκ των τεσσάρων ιδρυτριών, η κα. Λένα Αλτίνογλου και συνεχίζει: «Όνειρό μας ήταν να δημιουργήσουμε έναν χώρο όμορφο και φιλόξενο, όπου ο καθένας θα μπορεί να αναδείξει τις ικανότητές του και τα ταλέντα του. Ένα εστιατόριο που θα παρουσιάζει γεύσεις από άλλες πατρίδες και μέσα από τη συνύπαρξη θα δούμε πόσα κοινά υπάρχουν μεταξύ μας, παρά τις διαφορετικές μας ρίζες». Έτσι, στο ΝΑΝ σήμερα εργάζονται συνολικά δώδεκα άνθρωποι, έξι των οποίων είναι ντόπιοι και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, όπως μακροχρόνια ανεργία, ιατρικές παθήσεις ενώ οι υπόλοιποι προέρχονται από χώρες όπως τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Παράλληλα, εκτός από την αρμονική συνύπαρξη ανθρώπων με εντελώς διαφορετικές κουλτούρες και την ανάκτηση της αξιοπρέπειας των εργαζομένων, το εστιατόριο ΝΑΝ ενισχύει τους ντόπιους παραγωγούς από τους οποίους αγοράζει τις πρώτες ύλες για το φαγητό ενώ παράλληλα προωθεί τις αξίες και ιδέες της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της μη σπατάλης τροφίμων. Το φαγητό που περισσεύει δίνεται σε δομές και κοινωνικές κουζίνες για άπορους πολίτες.

«Δεν στηρίζουμε πολυεθνικές εταιρίες που μπορεί να έχουν φθηνότερα προϊόντα αλλά οι τεχνικές τους δε συνάδουν με το πνεύμα του εστιατορίου και το πνεύμα της ομάδας μας που ονειρεύτηκε να κάνει κάτι διαφορετικό», διευκρινίζει η κ. Αλτίνογλου.

Δυσκολίες

Όπως μου λέει, το εστιατόριο δεν έτυχε ευρείας ανταπόκρισης από την κοινωνία του νησιού, μεγάλο μέρος της οποίας βλέπει το εγχείρημα αυτό με καχυποψία. «Από νησί της αλληλεγγύης η Μυτιλήνη έχει μετατραπεί σε ένα φοβικό μέρος, όπου εκφράζονται φόβοι ότι θα αλλοιωθεί ο πληθυσμός, ότι οι άνθρωποι αποτελούν κίνδυνο. Έχουν συσσωρευτεί προβλήματα διότι έχουμε συνέχεια αφίξεις και καταλαβαίνω ότι αυτό έχει κουράσει κάποιο κόσμο», σημειώνει διευκρινίζοντας για ποιο λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι «κλέβουν» τις θέσεις εργασίας από τους γηγενείς.

«Τόσο εγώ όσο και οι υπόλοιποι εμπνευστές πιστεύουμε ότι η εργατική τους δύναμη είναι κάτι θετικό και όχι αρνητικό. Οι άνθρωποι αυτοί εργάζονται κανονικά με τις σχέσεις εργασίας που ορίζει το ελληνικό κράτος. Δεν κλέβουν δουλειές από κανέναν, απεναντίας δημιουργήσαμε θέσεις εργασίας, τις μισές από τις οποίες καταλαμβάνουν οι ντόπιοι. Επιπλέον, υπήρξε ένας κύκλος εργασιών που περιλάμβανε μια πολύ ευρύτερη ομάδα τεχνητών και εργατών, οι οποίοι δούλεψαν για το ΝΑΝ και πληρώθηκαν από αυτό, άρα δώσαμε πίσω στην κοινωνία», εξηγεί.

Στόχος είναι η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του καταστήματος, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του χάρη σε διάφορες δωρεές από οργανώσεις και φίλους αλλά και με τη βοήθεια εθελοντών, προκειμένου οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτό, να καταφέρουν να σταθούν στο πόδια τους και να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους. Όπως χαρακτηριστικά λέει η κα. Αλτίνογλου, οι μόνοι που θα χάσουν σε περίπτωση που το ΝΑΝ δεν πάει καλά, είναι οι εργαζόμενοί του. «Ευελπιστούμε εκτός από εστιατόριο να αποτελέσει στο μέλλον κι έναν χώρο στον οποίο θα πραγματοποιούνται δράσεις και θα γίνονται ζυμώσεις, να συζητιούνται τα θέματα που απασχολούν τη γειτονιά, την πόλη και να βρίσκονται λύσεις», καταλήγει. 

Ο βραβευμένος Ιορδανός φωτορεπόρτερ που ακολουθεί το δράμα των προσφύγων

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Τι κι αν είναι μόλις 37 ετών, ο γεννημένος στην Ιερουσαλήμ Ιορδανός φωτορεπόρτερ Muhammed Muheisen έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή των κορυφαίων γεγονότων που σημάδεψαν την τελευταία δεκαπενταετία τη Μέση Ανατολή – από τον πόλεμο στο Ιράκ και την επανάσταση στην Υεμένη έως την έναρξη του εμφυλίου στη Συρία και το ξέσπασμα της Αραβικής «Άνοιξης»έχει βραβευθεί με δύο Πούλιτζερ και έχει χαρακτηριστεί από το περιοδικό TIME ως «ο καλύτερος φωτογράφος της χρονιάς» για το 2013. Τα τελευταία χρόνια η δουλειά του είναι εστιασμένη στην προσφυγική κρίση και με την κάμερά του ακολουθεί τους απανταχού εκτοπισμένους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους λόγω συρράξεων και διώξεων. Πρόσφατα, βρέθηκε στα ελληνικά κέντρα κράτησης προσφύγων και μεταναστών και «αιχμαλώτισε» με την κάμερά του παιδικά πρόσωπα, οι φωτογραφίες των οποίων εκτέθηκαν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Άλλωστε, όπως μου λέει ο ίδιος, πιστεύει ότι τα παιδιά είναι τα πραγματικά θύματα του πολέμου και της φτώχειας. «Όλα τα παιδιά του κόσμου, ακόμη και εκείνα που ζουν σε εύφλεκτες ζώνες, αναζητούν ένα πράγμα μόνο, τη χαρά. Ακόμα και μέσα στα συντρίμμια του πολέμου. Πάντα »κουβαλώ» μαζί μου τη φωνή τους μέσα από τα πορτραίτα τους, όχι επειδή είναι πιο εύκολο να φωτογραφίσεις τα παιδιά αλλά επειδή είναι τόσο σημαντικό να ακουστεί η φωνή τους. Τα παιδιά ποτέ δεν λένε ψέματα και στα μάτια τους καθρεφτίζεται η αλήθεια τους».

Η 14χρονη Liyana από την Ιορδανία είναι καρκινοπαθής και ονειρεύεται να γίνει η καλύτερη σχεδιάστρια μόδας του κόσμου

Πόσο εύκολο είναι όμως να προσεγγίσει τις οικογένειες των παιδιών αυτών και να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους ώστε να δεχθούν να φωτογραφηθούν; Όπως μου λέει, η εμπιστοσύνη είναι το άλφα και το ωμέγα στη δουλειά του, ένα συναίσθημα που απαιτεί χρόνο αλλά και κόπο για να κερδηθεί. «Είναι πάρα πολύ σημαντικό να σέβεσαι τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις, να μην παραβιάζεις την ιδιωτικότητά τους, να μαθαίνεις συνεχώς πράγματα για την κουλτούρα και τις παραδόσεις τους ζώντας μαζί τους», σημειώνει τονίζοντας ότι προτού τους φωτογραφίσει, περνά αρκετό χρόνο με τις οικογένειες αυτές προκειμένου να αποτελέσει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. «Ο σεβασμός είναι το κλειδί», προσθέτει.

Φωτογραφία που τράβηξε σε ελληνικό καταυλισμό

Μια από τις τελευταίες του φωτογραφίες που συγκίνησε τους ακόλουθούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι εκείνη που απεικονίζει την Κίραν, ένα εννιάχρονο κορίτσι που σκύβει στοργικά προς το νεογέννητο αδερφό της, ο οποίος είναι ξαπλωμένος σε μια αυτοσχέδια αιώρα στον αύλειο χώρο ενός εργοστασίου τούβλων στο Πακιστάν. Εκεί εργάζεται όλη η οικογένεια, η οποία είναι μια από τις πολλές εσωτερικά εκτοπισμένες της χώρας. «Έχοντας καλύψει αρκετές συγκρούσεις στο Πακιστάν, υπάρχει ένα σημαντικό θέμα στο οποίο εστιάζω και θέλω να αναδείξω μέσα από τη δουλειά μου κι αυτό είναι οι εσωτερικά εκτοπισμένοι πολίτες και τα παιδιά που εξαιτίας της ανελέητης φτώχειας αναγκάζονται να δουλέψουν από πολύ μικρή ηλικία για να επιβιώσουν. Η Κίραν και οι γονείς της αναγκάστηκαν να φύγουν από την επαρχιακή πόλη που ζούσαν εξαιτίας των πλημμυρών  και προκειμένου να επιβιώσουν, δουλεύουν όλοι μαζί στο εργοστάσιο. Η Κίραν λοιπόν δεν πηγαίνει σχολείο», σημειώνει και προσθέτει: «Όπως είπα και πριν, όταν περνάς ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μέρος, γίνεσαι αναπόφευκτα κομμάτι της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί κι αυτοί της δικής σου. Δεν πρόκειται λοιπόν απλά για μια φωτογραφία αλλά για ένα μήνυμα από ένα παιδί στο συγκεκριμένο σημείο του κόσμου».

 

Η πολαρόιντ της γιαγιάς

Κομβικό ρόλο στην απόφασή του να γίνει φωτορεπόρτερ και να μας χαρίζει μέσα από τις εικόνες του γνώσεις για τη ζωή σε εμπόλεμες ζώνες του πλανήτη, έπαιξε μια πολαρόιντ κάμερα της γιαγιάς του. Αυτό το «μαγικό», όπως λέει, κουτί που όταν πατάς το κουμπί, εμφανίζεται αμέσως ένα κομμάτι χαρτιού που αποτυπώνει τη συγκεκριμένη στιγμή και το οποίο μπορείς να κουβαλάς μαζί σου για το υπόλοιπο της ζωής σου. «Συνειδητοποίησα τη σημασία της φωτογραφίας ως ένα εργαλείο αποτύπωσης και εξιστόρησης γεγονότων που μπορεί να ρίξει φως σε σημαντικά ζητήματα, να αλλάξει τα στερεότυπα αλλά και να βοηθήσει. Τα τελευταία χρόνια γυρίζω τον κόσμο προκειμένου να προβάλω ανείπωτες ιστορίες και αφανείς ήρωες», λέει και θυμάται την πρώτη του αποστολή ως πολεμικός ανταποκριτής στο Ιράκ το 2003. «Νόμιζα πως ήμουν έτοιμος αλλά τελικά δεν ήμουν. Ακόμη και σήμερα προσπαθώ να συνειδητοποιήσω πόσο τυχερός είμαι που έζησα και μου δίνεται τώρα η δυνατότητα να σου μιλήσω γι’αυτό», λέει και καταλήγει: «Ο πόλεμος αυτός μου χάρισε το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ και παρά το γεγονός ότι μου άνοιξε το δρόμο προς την επιτυχία, δεν θα δίσταζα να το δώσω πίσω γιατί οι αναμνήσεις πίσω από αυτό με ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Το μάθημα ζωής που πάντα υπενθυμίζω στον εαυτό μου και στους ανθρώπους γύρω μου είναι πόσο τυχεροί είμαστε που στο τέλος της ημέρας έχουμε ένα σπίτι, ένα κρεβάτι κι ένα ζεστό πιάτο φαγητό. Το αντίθετο δηλαδή από τους ανθρώπους τους οποίους φωτογραφίζω, οι οποίοι μην έχοντας τίποτα, παλεύουν ασταμάτητα προκειμένου να επιβιώσουν και να είναι χαρούμενοι».

 

Από την Οδύσσεια της ξενιτιάς, στην… Ιθάκη της «Σχεδίας»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη 

Η ιστορία του 70χρονου Παναγιώτη Δημητρίου θα μπορούσε να αποτελέσει σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Κι αυτό διότι η ζωή του είχε μεγάλες ανατροπές, δεν φοβόταν τις προκλήσεις, ταξίδεψε σε αρκετές χώρες του κόσμου και, κυρίως, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται ποτέ για να βρει την Ιθάκη του. Ήταν μόλις 12 ετών όταν τέλειωσε το δημοτικό σχολείο σε ένα χωριό λίγο πιο έξω από το Αίγιο, «ρίχτηκε» αμέσως στο μεροκάματο και λίγο πριν ενηλικιωθεί, μπάρκαρε στα καράβια, έζησε και εργάστηκε στη Δανία αλλά και στην άλλη άκρη του Ατλαντικού για αρκετά χρόνια όπου κατάφερε να δημιουργήσει και μια δική του επιχείρηση. Τον τελευταίο χρόνο χωρίς καμία μέριμνα για τα γεράματα και πέφτοντας θύμα του πάλαι ποτέ κραταιού κράτους πρόνοιας των ανεπτυγμένων χωρών της Δυτικής Ευρώπης και της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, ο 70χρονος κ. Παναγιώτης ήρθε στην Αθήνα, πάσχισε και τελικά δικαιώθηκε χάρη στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία».

«Το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν από την Κόρινθο στο Πρίντεζι. Δεν μου άρεσε καθόλου, έπλενα στοίβες από πιάτα αλλά από κάπου έπρεπε να ξεκινήσω. Σκοπός μου ήταν να φύγω για Αμερική», μου λέει. Η στιγμή που δεν μπορεί ακόμη να ξεχάσει από τη θητεία του στα καράβια ήταν όταν ένα βράδυ κατά τη διάρκεια ταξιδιού από το Ρότερνταμ στη Σαγκάη μέσω Νοτίου Αφρικής, το πλοίο βρέθηκε στο έλεος του κυκλώνα. «Τα κύματα έφταναν το ύψος μιας επταόροφης πολυκατοικίας και δεν ήξερα καθόλου μπάνιο. Προσευχήθηκα στον Άγιο Νικόλα να βγω ζωντανός από εκεί μέσα και έδωσα όρκο πως δεν θα ξαναμπώ στη θάλασσα», διηγείται ο κ. Παναγιώτης. Λίγο καιρό μετά ήρθε η πολυπόθητη πρόταση από Αμερική και συγκεκριμένα από το Ντιτρόιντ του Μίσιγκαν, όπου εργάστηκε αρχικά ως σερβιτόρος, στη συνέχεια ως μάγειρας και μετά άνοιξε το δική του επιχείρηση εστίασης στο Σικάγο. Το ανήσυχο πνεύμα του ωστόσο δεν τον άφηνε να εγκαθίσταται στο ίδιο μέρος για πολύ καιρό κι έτσι λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκε στη Χαβάη, «πάτησε» τον όρκο του και δούλεψε για δύο χρόνια στο «Πλοίο της Αγάπης» που έκανε καθημερινά το γύρο των νησιών για τους τουρίστες. «Ήταν ωραία εμπειρία, ερχόταν κόσμος από κάθε γωνιά της Γης. Μετά πήγα στη Δανία όπου δούλεψα ως μάγειρας σε ευρωπαϊκά εστιατόρια και λίγο πριν επιστρέψω πίσω, έζησα στον Καναδά».

«Έψαξα στον τηλεφωνικό κατάλογο να βρω ελληνικά εστιατόρια στο Κεμπέκ. Δούλεψα σε κάποιο, το οποίο σιχάθηκα όσο τίποτα άλλο στη ζωή μου. Όποια κατσαρόλα σήκωνα, έβλεπα κατσαρίδες», σημειώνει. Λίγο καιρό αργότερα βρήκε άλλη δουλειά πάλι στο χώρο της εστίασης, η οποία απαιτούσε να εργάζεται ως τα χαράματα. «Έπινα δώδεκα ποτήρια καφέ την ημέρα για να αντέξω ώσπου μια μέρα λιποθύμησα. Ο γιατρός μου είπε πως έπρεπε να αφήσω αυτή τη δουλειά αν ήθελα να είμαι υγιής». Από το 2006 έως και το 2017 που επέστρεψε στην Ελλάδα, ο κ. Παναγιώτης πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζευε χρήματα για τους ανάπηρους. Όπως λέει, αν και αρχικά δυσκολεύτηκε, στη συνέχεια τα πήγε πολύ καλά και κατάφερε να καταρρίψει το ρεκόρ των συναδέλφων του μαζεύοντας τα περισσότερα χρήματα. «Ήμουν κοινωνικός και γλυκομίλητος. Το σκορ μου ήταν 1.300 δολάρια σε 2,5 ώρες».

Τον Ιούνιο του 2017 ήρθε στην Ελλάδα καθώς δεν ανανεώθηκε η άδεια παραμονής του και έχασε και μια μικρή σύνταξη που έπαιρνε από το καναδικό κράτος. Πλέον, ζει σε έναν ξενώνα για άστεγους και άπορους πολίτες στον Καρέα και βγάζει το χαρτζιλίκι του πουλώντας το περιοδικό δρόμου «Σχεδία». «Βρήκα τη χαμένη μου αξιοπρέπεια και μπορώ να ζω χωρίς να επιβαρύνω κανέναν γύρω μου. Βέβαια, για έναν άνθρωπο 70 χρονών είναι ιδιαίτερα δύσκολο να στέκεται όρθιος στο δρόμο και να πουλά περιοδικό, αλλά από την άλλη νιώθω ευγνώμων που μου δόθηκε έστω κι αυτή η δυνατότητα», καταλήγει.

Το χρονικό της ταλαιπωρίας ενός τυφλού καθηγητή στην Ικαρία

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της αποσαθρωμένης κατάστασης που επικρατεί στη δημόσια εκπαίδευση της χώρας μας και ειδικά στις εσχατιές της φέρνει στην επιφάνεια η ιστορία του 32χρονου τυφλού  καθηγητή μουσικής από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος διορίστηκε τον φετινό Οκτώβριο στην Ικαρία και κλήθηκε να δουλέψει σε πέντε σχολεία του νησιού.

Ο Στέφανος Ευφραιμίδης, παρότι αρχικά ενθουσιάστηκε με το γεγονός ότι θα δούλευε στην Ικαρία, μόλις ήρθε αντιμέτωπος με τις μεγάλες αποστάσεις του νησιού, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν με το υπάρχον λεωφορείο που ανήκει σε ιδιώτη αυτοκινητιστή, απογοητεύτηκε. Για να μπορέσει να είναι συνεπής στην παράδοση των μαθημάτων, έπρεπε να πηγαίνει με ταξί, το κόστος του οποίου ανερχόταν στα 460 ευρώ τον μήνα.

«Θα έπρεπε καθημερινά να πληρώνω ταξί, να μαζεύω αποδείξεις και στο τέλος του σχολικού έτους θα έπαιρνα πίσω τα χρήματα. Δεν το δέχθηκα διότι, αν δαπανούσα 460 ευρώ μηνιαίως στη μετακίνησή μου, δεν θα μπορούσα να επιβιώσω», μου λέει ο ίδιος τονίζοντας πως το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο εκείνον που αντιμετωπίζει πρόβλημα με την όρασή του, αλλά όλους τους συναδέλφους του που δεν έχουν δικό τους μεταφορικό μέσο. 

Με παρέμβαση του προέδρου ΕΛΜΕ Ικαρίας – Φούρνων Χρήστου Δάμαλου το πρόβλημα του Στέφανου λύθηκε πριν από λίγες ημέρες και πλέον εργάζεται σε τρία σχολεία που είναι σε κοντινότερη απόσταση από το σπίτι του, ωστόσο δύο σχολεία στον Αγιο Κήρυκο έμειναν χωρίς καθηγητή μουσικής. «Διορίστηκα στο Γυµνάσιο Ευδήλου και νοίκιασα σπίτι στην περιοχή. Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποιεί διότι στόχος μου δεν ήταν να μείνουν χωρίς καθηγητή το γυμνάσιο και το λύκειο Αγίου Κηρύκου αλλά να βρεθεί λύση στον τρόπο που θα μετακινούμαι» λέει με παράπονο και προσθέτει: «Πηγαινοέρχομαι με αυτοκίνητα συναδέλφων, ουσιαστικά εξαρτώμαι από αυτούς».

Η απώλεια όρασης στα 17 του χρόνια

Σε κάθε περίπτωση, η ακαταμάχητη δίψα για ζωή και η ισχυρή θέληση είναι μόνο κάποια από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να προσδώσει κανείς στον νεαρό καθηγητή από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έχασε την όρασή του όταν ήταν 17 ετών. «Τελείωσα κανονικά το λύκειο, στη συνέχεια πήγα στο πανεπιστήμιο και μετά στην Ολλανδία μέσω του προγράμματος ανταλλαγής φοιτητών. Δεν το έβαλα κάτω, δεν ένιωθα ότι μου λείπει κάτι» λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Σήμερα, εκτός από τα μαθήματα μουσικής που παραδίδει, ασχολείται παράλληλα με την ορειβασία, ενώ πριν από λίγους μήνες ολοκλήρωσε το πρώτο τραγούδι του με στίχους και μουσική του ίδιου.

Στο βίντεο που ακολουθεί, μπορείτε να ακούσετε:

Η ιστορία μιας 21χρονης που από το δρόμο βρέθηκε στο πανεπιστήμιο

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Το μέλλον με αισιοδοξία μπορεί πλέον να ατενίζει η 21χρονη Έλενα, μια νεαρή κοπέλα που μέχρι πρότινος ζούσε στο υπνωτήριο αστέγων Θεσσαλονίκης και φέτος με αρκετή προσπάθεια και πείσμα για μια αλλιώτικη ζωή, πέρασε στο πανεπιστήμιο κάνοντας πραγματικότητα ένα όνειρο χρόνων. Πλέον, έχοντας αφήσει στην άκρη τις δυσκολίες του παρελθόντος, έχει αφοσιωθεί στα μαθήματά της – σπουδάζει στο Τμήμα Δασολογίας, Διαχείρισης Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Ορεστιάδα – και, όπως μου εκμυστηρεύεται,  ζει «μια φυσιολογική ζωή». «Πάντα ήθελα να σπουδάσω και νιώθω περήφανη για όσα έχω καταφέρει. Συνήθως ένα παιδί έχει τους γονείς του, μεγαλώνει μαζί τους, πηγαίνει στο σχολείο και μετά περνά στο πανεπιστήμιο με τη στήριξή τους. Στη δική μου περίπτωση δεν έγιναν έτσι τα πράγματα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της φοίτησής της στο 17ο Λύκειο Θεσσαλονίκης, απέφυγε να μιλήσει στους συμμαθητές της για την κατάσταση που βίωνε. «Δεν ανέφερα σε κανέναν τίποτα, μόνο δύο πολύ στενές μου φίλες ήξεραν για εμένα. Δεν ντρεπόμουν για τη ζωή μου και δεν σκεφτόμουν ότι ίσως με αντιμετωπίσουν διαφορετικά. Απλά δεν ήθελα να ανοίξω συζήτηση για τα ερωτήματα που θα ακολουθούσαν σχετικά με το πώς έφτασα ως εδώ, δεν θα ήταν ευχάριστο για εμένα».

Αρωγός στην προσπάθειά της για την εισαγωγή της στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στάθηκε το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το οποίο της επέτρεψε την είσοδο στη βιβλιοθήκη και τα απογεύματα διάβαζε στο αναγνωστήριο της σχολής ενώ κάποιες φορές πουλούσε το περιοδικό δρόμου «Σχεδία» προκειμένου να βγάζει το χαρτζιλίκι της. «Επόμενος στόχος μου είναι να τελειώσω τη σχολή και να βρω μια δουλειά. Θέλω να δουλέψω και να είμαι σε θέση να νοικιάσω ένα σπίτι», σημειώνει.

Εθνική Αστέγων

Το Σεπτέμβριο του 2017 η Έλενα με το σύνθημα «Γκολ στη Φτώχεια» συμμετείχε στο Παγκόσμιο Κύπελο Αστέγων στο Όσλο. Η συμμετοχή της στην Εθνική Αστέγων προέκυψε από μια ενημέρωση που είχε μέσα στο υπνωτήριο αστέγων και, όπως λέει, τη βοήθησε πολύ να εξελιχθεί σε προσωπικό επίπεδο. «Είχα πολύ ελεύθερο χρόνο κι αποφάσισα να το δοκιμάσω. Η συμμετοχή μου στην ομάδα αυτή με έμαθε να συνεργάζομαι αλλά και να συνυπάρχω με άλλους γιατί ήμουν αρκετά μοναχικός άνθρωπος. Επίσης, με έμαθε να διαχειρίζομαι με σύνεση τις νίκες και τις ήττες στη ζωή μου, όχι μόνο στο ποδόσφαιρο», καταλήγει.

Ν. Καβουκίδης: Οι συνεργασίες με Παξινού, Λαμπέτη και η φωτογραφία με τη γυναίκα του δικτάτορα

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Υπηρέτησε το χώρο του κινηματογράφου για περισσότερα από εξήντα χρόνια ως μοντέρ, διευθυντής φωτογραφίας, και σκηνοθέτης και με την κάμερά του «φώτισε» τεράστιες μορφές της υποκριτικής όπως η Κατίνα Παξινού, η Έλλη Λαμπέτη, η Τζένη Καρέζη, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Δημήτρη Χορν κ.α. Ο λόγος για τον πολυβραβευμένο Νίκο Καβουκίδη που πριν ακόμη ενηλικιωθεί, απέκτησε μια ιδιαίτερη σχέση με την 7η τέχνη, η οποία εξελίχθηκε σε έρωτα και διατηρείται αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. Το «μικρόβιο» το κόλλησε από τον πατέρα του Γιώργο, ο οποίος υπήρξε πρωτοπόρος κινηματογραφιστής των ταραγμένων δεκαετιών ’30 και ’40 που τραβούσε τα πολιτικοκοινωνικά γεγονότα της εποχής.

Ήταν ακόμη 15 χρονών όταν ο καθηγητής των Μαθηματικών τον άφησε μετεξεταστέο ενώ το γραπτό του ήταν πολύ πάνω από τη βάση. Τότε ήταν που όπως μου λέει, αποφάσισε να αφήσει το σχολείο και να πάει στα στούντιο του ιδρυτή της Finos Film Φιλοποίμενα Φίνου, ο οποίος ήταν για χρόνια στενός φίλος του πατέρα του. Έτσι κι έγινε. Τα πρωινά τα περνούσε στα εργαστήρια του Φίνου στην οδό Στουρνάρη και το βράδυ παρακολουθούσε νυχτερινό λύκειο. «Οι οπερατέρ που τραβούσαμε τις ταινίες μέσα στο Φίνο μάθαμε τα πάντα, όπως μοντάζ, εμφανιστήριο  και φωνοληψία. Ήταν πολυτάλαντος και πολύπλευρος στο θέμα της τεχνικής του κινηματογράφου», μου λέει.

Στο γραφείο του Νίκου Καβουκίδη δεσπόζει η φωτογραφία του ιδρυτή της Finos Film Φιλοποίμενα Φίνου

Ο 80χρονος σήμερα Νίκος Καβουκίδης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του ελληνικού κινηματογράφου καθώς εργάστηκε στις περισσότερες ταινίες που ακόμη και σήμερα οι θεατές βλέπουν με μεγάλη ευχαρίστηση. Ιδιαίτερη αδυναμία του είχαν οι λαμπερές πρωταγωνίστριες των ταινιών όπως η Καρέζη και η Βουγιουκλάκη. «Ήθελαν να τα έχουν καλά με τους διευθυντές φωτογραφίας για να βγαίνουν όμορφες στο φακό», θυμάται με νοσταλγία και αναφέρει ένα περιστατικό από μια πολεμική ταινία του 1967 με πρωταγωνιστές τους Τζένη Καρέζη, Μάνο Κατράκη, Κώστα Καζάκο και Ανδρέα Μπάρκουλη. «Ήμουν 28χρονών και είχα φύγει από τον Φίνο, ο οποίος εκείνη την περίοδο γύριζε την ταινία ‘’Κοντσέρτο για Πολυβόλα’’ με τη Τζένη Καρέζη. Το λουκ της μέχρι τότε το έφτιαχνα εγώ και μόλις την ενημέρωσαν ότι στην ταινία αυτή δεν θα τη φωτίσω εγώ, είπε στο Φίνο πως αν δεν πάω δε θα παίξει στην ταινία. Τελικά με πήρε ο Φίνος, μου είπε τι συνέβη και του υποσχέθηκα ότι θα κάνω τη διεύθυνση φωτογραφίας στην ταινία». Ανάλογα ήταν και τα αισθήματα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, με την οποία συνεργαζόταν από το 1959.

«Όταν γυρίζαμε την ταινία ‘’Δόλωμα’’ αποφάσισα να τη φωτίσω λίγο διαφορετικά γιατί μου άρεσαν πολύ οι πειραματισμοί. Όταν ο Φίνος μας παρουσίασε τα πλάνα στη δική του αίθουσα προβολής, το αποτέλεσμα άρεσε πολύ στην Αλίκη και όρμησε επάνω μου και με φίλησε. Μάλιστα, μου έκανε και δώρο ένα ρολόι. Όλες οι πρωταγωνίστριες μου έκαναν δώρα».

Με την κάμερα αυτή γυρίστηκε η πρώτη σινεμασκόπ ταινία με στερεοφωνικό ήχο «Κορίτσια για Φίλημα»

Οι ανέκδοτες ιστορίες με Παξινού και Λαμπέτη

 Στη διάρκεια της πολυετούς πορείας του στην 7η τέχνη, είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με ιερά τέρατα της υποκριτικής όπως η σπουδαία Κατίνα Παξινού και η Έλλη Λαμπέτη. Με την πρώτη συνεργάστηκε στο «Νησί της Αφροδίτης», όταν η Παξινού ήταν 75 χρονών. «Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, την ενδιέφερε κι εκείνη πως θα φαίνεται στο φακό. Μου ζήτησε να πάω σπίτι της για να συζητήσουμε. Θυμάμαι να μου ανοίγει την πόρτα, να κάθεται σε μια βιενέζικη πολυθρόνα και να αναρωτιέμαι πως θα μπορέσω να βγάλω στο φακό αυτή τη γυναίκα να φαίνεται 60αρα ενώ από κοντά έμοιαζε 90 χρονών», διηγείται ο κ. Καβουκίδης. Όταν λίγες ημέρες μετά ξεκίνησαν στα Σπάτα τα γυρίσματα της ταινίας, το αποτέλεσμα τον άφησε άφωνο. «Την έβλεπα στο πλάνο και δεν το πίστευα! Ήταν μια μαυροφορεμένη 60αρα. Κι ενώ ερχόταν πάντα κουρασμένη από το θέατρο, την έβλεπες στα γυρίσματα της ταινίας και δεν μπορούσες να συνειδητοποιήσεις πόσο εντυπωσιακά μεταμορφωνόταν. Έπαθα την πλάκα μου».

Με την Έλλη Λαμπέτη συνεργάστηκαν μεταξύ άλλων και στην τελευταία έγχρωμη ταινία της, η οποία δεν έχει προβληθεί ποτέ στην τηλεόραση. Κάποια γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο καταφύγιο του Παρνασσού και όλο το συνεργείο έμεινε εκεί για τουλάχιστον μια εβδομάδα. «Κοιμόμασταν εκεί και τρώγαμε κάθε μέρα κονσέρβες. Την πέμπτη ημέρα ήμουν εξοργισμένος με όλη αυτή την κατάσταση και μετά το πέρας των γυρισμάτων, ξέχασα να δείξω στην Έλλη τα πλάνα. Εκείνη νευρίασε και δεν ήθελε να μου μιλά», θυμάται  ο 80χρονος κινηματογραφιστής και συνεχίζει: «Εκείνη την εποχή είχαμε δικτατορία και στα γυρίσματα βοηθούσε ο στρατός. Πήρα λοιπόν ένα στρατιωτικό τζιπ και κατέβηκα στο πλησιέστερο χωριό για να πάρω φαγητό, δεν άντεχα άλλο τις κονσέρβες. Αγόρασα κοτόπουλα και μπακλαβά και την επόμενη ημέρα τα φάγαμε με τους συνεργάτες μου». Συμπτωματικά, εκείνη την ημέρα η Έλλη Λαμπέτη είχε τα γενέθλιά της και πιστεύοντας πως το πλουσιοπάροχο γεύμα ήταν εξαιτίας του γεγονότος αυτού, αγκάλιασε τον Νίκο Καβουκίδη και τον ευχαρίστησε για την κίνησή του. «Εγώ δεν το ήξερα πως είχε τα γενέθλιά της αλλά με τον τρόπο αυτά έφτιαξαν οι σχέσεις μας».

 

Η φωτογραφία με τη γυναίκα του δικτάτορα

Τα γυρίσματα της ταινίας αυτής έμελλαν να είναι καθοριστικά για το υπόλοιπο της ζωής του καθώς ένα περιστατικό που διαδραματίστηκε εκεί, τον γλίτωσε από τον μαρτυρικό τόπο εξορίας, τη Γυάρο, γνωστή και ως »θανατονήσι». Στο συνεργείο που κινηματογραφούσε την ταινία, βρέθηκε και η καθηγήτρια εκμάθησης αγγλικών του Γεωργίου Παπαδόπουλου και μετέπειτα σύζυγος του δικτάτορα – και  ζήτησε από το Νίκο Καβουκίδη να βγάλουν μια αναμνηστική φωτογραφία. Εκείνος, μη γνωρίζοντας τα όσα θα ακολουθήσουν, δέχθηκε με χαρά. Όταν μετά από λίγο καιρό έκανε το μοντάζ της ταινίας «Η Μεσόγειος Φλέγεται», του χτύπησαν την πόρτα αστυνομικοί και του ζήτησαν να πάει στην Ασφάλεια. «Ήθελαν να τους δώσω ό,τι υλικό είχα στην κατοχή μου από τα κοινωνικοπολιτικά πλάνα που τραβούσα. Τους είπα ότι δεν έχω τίποτα και έφυγα. Τα έδωσα στη μητέρα της γυναίκας μου και την άλλη μέρα ήρθαν τρεις ασφαλίτες στο εργαστήριό μου, το έκαναν άνω – κάτω και δεν βρήκαν τίποτα».

Όταν για δεύτερη φορά του ζήτησαν να πάει στο Τμήμα, θυμήθηκε τη φωτογραφία που είχε βγάλει με τη Δέσποινα Γάσπαρη που πια ήταν η σύζυγος του Γεωργίου Παπαδόπουλου. «Την πήρα μαζί μου, τους την έδειξα και μου ζήτησαν να μείνω για λίγα λεπτά έξω από το γραφείο. Μάλιστα ήταν η πρώτη φορά που με αποκάλεσαν ‘’κύριο’’». Λίγη ώρα αργότερα τον άφησαν να φύγει ζητώντας του συγγνώμη για την αναστάτωση. «Κάπως έτσι γλίτωσα την εξορία στη Γυάρο. Λίγες μέρες πριν είχαν πιάσει τον Παντελή Βούλγαρη και τον έστειλαν εκεί», καταλήγει ο κ. Καβουκίδης.

 

Η οδύσσεια ενός αστέγου

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

«Βρίσκομαι σε ένα παρκάκι καθισμένος στο τσιμεντένιο παγκάκι να χαζεύω τους περαστικούς παριστάνοντας τον αδιάφορο, έναν  απλό επισκέπτη δηλαδή. Μόνο που εδώ θα βγάλω την πρώτη νύχτα της αστεγίας μου και δεν το έχω ακόμα χωνέψει». Τα παραπάνω λόγια είναι από το ημερολόγιο του 67χρονου Γιώργου Μπαρκούρη, πρώην παραγωγού της ΕΡΤ και μετέπειτα υπαλλήλου του υπουργείου Εξωτερικών που πριν κάποια χρόνια έχασε τη δουλειά του κι έμεινε άστεγος.

Όταν μετά τις εκλογές του 2007 έμεινε άνεργος, δε φανταζόταν την τροπή που θα έπαιρνε η ζωή του. Τις πρώτες ημέρες επιβίωνε με τα χρήματα που είχε στην άκρη ενώ παράλληλα απευθύνθηκε σε φίλους και συγγενείς προκειμένου να μεσολαβήσουν ώστε να βρει μια δουλειά. Αυτό δεν κατέστη δυνατό, το οικονομικό του απόθεμα τελείωσε και λίγες ημέρες πριν βρεθεί αντιμέτωπος με τον εφιάλτη του δρόμου και τη βιαιότητα που αυτός συνεπάγεται, φιλοξενήθηκε από μια φίλη του. Μάλιστα, το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει και η απόγνωση που βίωνε ήταν τέτοια, που του προκάλεσαν σκέψεις αυτοκτονίας. «Ένα πρωί κι ενώ έπινα τον καφέ μου στο σπίτι της φίλης που με φιλοξενούσε, είχα πολύ έντονο άγχος κι έπιασα τον εαυτό μου να ψάχνει τρόπους αυτοκτονίας. Τηλεφώνησα σε ένα φίλο μου ψυχίατρο για να του εξηγήσω τι μου συμβαίνει. Πήγα στο ιατρείο του, διαγνώστηκα με βαριά κατάθλιψη αλλά την απόφασή μου την είχα πάρει, δεν θα έμενα άλλο στη φίλη μου. Δεν ήθελα να την επιβαρύνω άλλο παρόλο που ποτέ δε μου είπε να φύγω από το σπίτι της. Βγήκα στο δρόμο», μου λέει.

Τις πρώτες νύχτες της βίαιης αυτής  πραγματικότητας την οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει, τις πέρασε σκεπτόμενος πώς έφτασε ως εκεί , με ποιον τρόπο θα προστατέψει τον εαυτό του ενώ παράλληλα τον κυρίευε ο φόβος ότι θα χάσει τα λογικά του. «Όταν αλλάζεις τόσο απότομα τρόπο ζωής, αλλάζει η ψυχολογία σου. Είναι ένα βίαιο σοκ όλο αυτό. Σκέφτεσαι ότι αν σε πάρει ο ύπνος θα σε κλέψουν. Υπάρχει ανασφάλεια και έλλειψη ιδιωτικότητας. Την τρίτη μέρα γνώρισα άλλους άστεγους που τριγυρνούσαν στο ίδιο μέρος και αισθάνθηκα μια συντροφικότητα. Εμφανίστηκε κι ένα σκυλάκι που μας έκανε παρέα και επειδή έχω αδυναμία στα ζώα, το φιλοξένησα στην κουβέρτα μου και ξαφνικά είχα μια αγκαλιά μέσα στο χάος», σημειώνει.

Ο Γιώργος Μπαρκούρης

Λίγο καιρό μετά βρέθηκε σε μια δομή αστέγων που εκτός από κρεβάτι και φαγητό του έδωσε τη δυνατότητα να προσφέρει με τη σειρά του βοήθεια σε άλλους ανθρώπους που έχασαν την εστία τους. «Μοίραζα φαγητό και κουβέρτες κάθε βράδυ. Σκεφτόμουν μόνο πως θα βοηθήσω τους άλλους. Οι άνθρωποι της δομής ήξεραν ότι ήμουν 18 χρόνια εξωτερικός παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ ενώ παράλληλα έστηνα ραδιοφωνικούς σταθμούς και μου ζήτησαν να φτιάξω ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο. Δεν είχα πλέον χρόνο για ψυχολογικά προβλήματα». Πάντως, εκτός από τη δημιουργικότητα αλλά και την ευκαιρία να προσφέρει με όποιον τρόπο μπορεί σε συνανθρώπους του που από τη μια στιγμή στην άλλη έχασαν τα πάντα, δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Γιώργος κινδύνεψε μέσα στη δομή να χάσει τη ζωή του εξαιτίας της βιαιότητας κάποιων ανθρώπων με τους οποίους ήταν αναγκασμένος να συμβιώνει. «Μια μέρα ένας άνδρας με τον οποίο μέναμε μαζί στον ίδιο θάλαμο, ήθελε να με σφάξει, ξαφνικά. Ένας άλλος πάλι που καθόταν στο απέναντι κρεβάτι από εμένα, σηκώθηκε ένα βράδυ και μιλούσε μόνος του ενώ δεν υπήρχε κανείς άλλος στο δωμάτιο. Είχε παραισθήσεις. Καταφέραμε μαζί με άλλους να τον βγάλουμε έξω να πάρει αέρα και έγινε χειρότερα, άρχισε να μας απειλεί. Άνθρωποι που έμειναν για πολύ καιρό μόνοι τους στο δρόμο, μπήκαν σε μια κατάσταση από την οποία ήταν πολύ δύσκολο να φύγουν. Όταν μείνει κάποιος στο δρόμο χωρίς τη βοήθεια των άλλων, σίγουρα θα μπει σε έναν κυκεώνα συναισθημάτων και από τη βαριά κατάθλιψη  θα περάσει ενδεχομένως στη σχιζοφρένεια. Το είδα μπροστά στα μάτια μου να συμβαίνει».

Σήμερα ο Γιώργος πατά ξανά στα πόδια του διότι μετά από κάποια δύσκολα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ξεπέρασε τον ίδιο του τον εαυτό, διδάσκει πληροφορική σε άστεγους, άνεργους, πρόσφυγες και μετανάστες μέσω ενός προγράμματος που χρηματοδοτεί η Microsoft και ο μισθός του έδωσε τη δυνατότητα να νοικιάσει ξανά σπίτι. «Ο χώρος εργασίας μου είναι το σπίτι της αντάρτισσας Λέλας Καραγιάννη, ένας χώρος μαγικός. Στην επιστροφή προς το σπίτι μου, όση ώρα δηλαδή βρίσκομαι στο δρόμο, αισθάνομαι χάλια. Ο δρόμος μου προκαλεί ανασφάλεια εξαιτίας της κατάστασης που βίωσα. Μόλις μπαίνω σπίτι όλα είναι μια χαρά, όλα αλλάζουν. Το μετατραυματικό σύνδρομο δεν ξέρω αν θα μου φύγει ποτέ», τονίζει.  Εκείνο που τον συγκλόνισε περισσότερο κατά την περίοδο που ζούσε στο δρόμο αλλά και αργότερα, όταν προσέφερε τη βοήθειά του σε άλλους άστεγους, είναι το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς δεν δέχτηκαν να μπουν σε μια δομή αλλά προτιμούσαν να μείνουν στο δρόμο. «Ήθελαν την ελευθερία τους, έτσι μου έλεγαν. Όταν μια μέρα επισκέφτηκα στον Άλιμο έναν άστεγο ποιητή και του είπα να έρθει μαζί μου στη ΜΚΟ, μου απάντησε πως αν φύγει από το δρόμο θα χάσει το ταλέντο του».

Η ιστορία του έγινε ντοκιμαντέρ

Η ιστορία του 67χρονου άνδρα κέντρισε πριν από κάποια χρόνια το ενδιαφέρον του βραβευμένου σκηνοθέτη Αντώνη Τολάκη, ο οποίος το 2012, κινηματογράφησε τη ζωή του. «Ήταν η περίοδος που η σημαία της παλιάς, επίπλαστης ευημερίας ανέμιζε πια κουρελιασμένη. Σε κάθε ‘’σπίτι΄΄ από  χαρτόκουτα, σε κάθε απόμερο παγκάκι, συναντούσα ανθρώπους που μέσα σε μια μέρα έχασαν τη ζωή τους και την ίδια στιγμή, ο κόσμος που τους συναντούσε στο πεζοδρόμιο ή στις σκοτεινές εισόδους των πολυκατοικιών κοίταζε αλλού, απέστρεφε το βλέμμα του ενστικτωδώς,  ίσως για να μην δει κατάματα μια ιστορία στην οποία κατά κάποιο τρόπο είναι συμμέτοχος. Ξεκίνησα, λοιπόν, να κινηματογραφώ την καθημερινότητα του Γιώργου για να διερευνήσω αυτή τη  διττή υπόθεση, να κατανοήσω αυτήν την αποστροφή του βλέμματος από τις τόσο θλιβερές ιστορίες που υπάρχουν γύρω μας και μας στοιχειώνουν», μου λέει ο σκηνοθέτης.

Τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ με τίτλο «Αύριο στη Μάχη να με σκεφτείς» ολοκληρώθηκαν το 2014, όταν πια ο Γιώργος ήταν ψυχολογικά έτοιμος να επικοινωνήσει ξανά με την κόρη του, με την οποία είχε να μιλήσει τρία χρόνια. Στην ταινία, λίγο πριν το τέλος, θα την πάρει τηλέφωνο, αλλά δεν θα της ζητήσει τίποτα. Θα της πει μόνο: ‘’ο Γιώργος είμαι, ο πατέρας σου, ο μπαμπάς..’’

«Επέλεξα να αφηγηθώ την δική του ιστορία για να σκιαγραφήσω τον εσωτερικό κόσμο του άστεγου, τις λεπτές συναισθηματικές διακυμάνσεις του ανθρώπου που μπορεί να μην  ‘’τα κατάφερε στη ζωή’’ αλλά εντούτοις στάθηκε απέναντι της με περηφάνια. Ο Γιώργος προτίμησε να μείνει άστεγος παρά να επιβαρύνει την οικογένειά του ή τους φίλους του», αναφέρει ο κ. Τολάκης τονίζοντας πως το ντοκιμαντέρ δεν σκιαγραφεί απλά το ψυχολογικό πορτραίτο του άστεγου αλλά είναι ένα κοινωνικό σχόλιο για την υπόσταση της ελληνικής οικογένειας, ένας προβληματισμός που τελικά εκθέτει τα αισθήματα ενοχής και τις τύψεις ολόκληρης της κοινωνίας μας.

«Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, που μου έδειχνε πως οι ζωές των ανθρώπων δεν χάνονται όσο υπάρχει εκείνη η τρυφερή συγκατάβαση που προσφέρει απλόχερα η αγάπη. Τώρα που ο Γιώργος δεν είναι πια άστεγος, τώρα που έχει μια δουλειά, ένα δικό του σπίτι, σκέφτομαι συχνά τη φράση του Σεφέρη: ‘’ Το σπίτι είναι το φως… Και το φως δεν το εξηγεί κανείς, το βλέπει’», καταλήγει ο κ. Τολάκης.

Αυξήθηκε κατά 250% η ανήλικη εργασία στην Κρήτη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Πολλές δεκαετίες πίσω, στην εποχή που ακόμη η παιδική εργασία στην Ελλάδα ήταν μια απτή πραγματικότητα, έχει οδηγήσει η οικονομική κρίση τη χώρα μας. Την ώρα που η κυβέρνηση καυχιέται για οικονομική ανάταση και έξοδο από τα Μνημόνια, όλο και περισσότεροι ανήλικοι αναζητούν εργασία προκειμένου να συνεισφέρουν στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί είναι το γεγονός ότι φέτος οι αιτήσεις εφήβων για δουλειά στο Ηράκλειο αυξήθηκαν κατά 250%. Όπως μου λέει ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου Στέλιος Βοργιάς, είναι η πρώτη χρονιά που παρουσιάστηκε τόσο μεγάλη ζήτηση για δουλειά και μάλιστα από ανθρώπους κάτω των 18 ετών.

«Κατά την επίσκεψή μας στην Επιθεώρηση Εργασίας τον Ιούλιο, διαπιστώσαμε ότι οι αιτήσεις των ανηλίκων ως εκείνη την ημέρα ξεπέρασαν τις αιτήσεις όλης της προηγούμενης χρονιάς. Πρόκειται για μια αύξηση ρεκόρ, που αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά» δηλώνει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η αύξηση αυτή αφορά μόνο τα επίσημα στοιχεία από την Επιθεώρηση Εργασίας. 

«Είναι πολύ πιθανό κάποια παιδιά να εργάστηκαν ανασφάλιστα, οπότε το ποσοστό της ανήλικης εργασίας να είναι πιο υψηλό» διευκρινίζει. Οπως λέει, μέχρι πρότινος τις θέσεις εργασίας στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και στον επισιτισμό στην Κρήτη κάλυπταν νέοι μαθητευόμενοι από την Πολωνία, οι οποίοι αμείβονταν με 200 ευρώ τον μήνα, ενώ δεν είχαν κανένα εργασιακό δικαίωμα. Φέτος, για πρώτη φορά η Πολωνία δεν έστειλε άτομα, με αποτέλεσμα κάποιες από τις κενές θέσεις οι υπεύθυνοι να τις καλύψουν με ανηλίκους. «Οι επιχειρήσεις βρήκαν διέξοδο στην ανήλικη εργασία, καθώς οι μισθοί είναι πολύ χαμηλότεροι και, βέβαια, χειραγωγείται καλύτερα ένας ανήλικος εργαζόμενος. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις τουριστικές περιοχές της χώρας μας, αλλά στην Κρήτη φέτος σημειώθηκε έξαρση του φαινομένου» σημειώνει ο κ. Βοργιάς.

«Το κάνουν για να βοηθήσουν τους γονείς» 

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εργατικού Κέντρου Ηρακλείου Στέλιο Βοργιά, το φαινόμενο της παιδικής εργασίας μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με τη μείωση της ανεργίας, η οποία θα επιτρέψει στους γονείς να αντεπεξέλθουν στα οικογενειακά βάρη χωρίς οι έφηβοι να αναγκάζονται να δουλεύουν τους καλοκαιρινούς μήνες. «Εχοντας μιλήσει με αρκετά από αυτά τα παιδιά, σας λέω ότι τα περισσότερα το κάνουν για να βοηθήσουν τους γονείς τους. Αν αυτοί είχαν από μία αξιοπρεπή δουλειά, αυτό δεν θα συνέβαινε» καταλήγει.

»Έχουμε δυο μέρες να φάμε, έχετε τίποτα;»

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Την ώρα που επιχειρείται μεθοδικά να δοθεί η εικόνα ότι η χώρα ανακάμπτει από τη μακρόχρονη οικονομική κρίση και ξαναπατά γερά στα πόδια της, φαινόμενα παιδικού υποσιτισμού κάνουν καθημερινά την εμφάνισή τους, υπενθυμίζοντας ότι οι πληγές της εθνικής καταστροφής θα χρειαστούν πολλά χρόνια για να κλείσουν. Ενδεικτική της κατάστασης που επικρατεί είναι η έκκληση για τρόφιμα, που απηύθυνε πριν από λίγες ημέρες μια άνεργη μητέρα δύο παιδιών στον εθελοντικό σύλλογο Φωτεινό Αστέρι που εδρεύει στην Πάτρα.

«Εχουμε δύο ημέρες να φάμε, έχετε τίποτα;» ρώτησε απελπισμένη από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής η άνεργη μητέρα την εθελόντρια της οργάνωσης Βάσω Νικολακοπούλου. «Πρόκειται για μονογονεϊκή οικογένεια που προσπαθεί να επιβιώσει με το Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης των 250 ευρώ. Ερχομαι καθημερινά αντιμέτωπη με τέτοιες καταστάσεις τα τελευταία πέντε χρόνια και αυτό που με λύπη διαπιστώνω είναι ότι η κατάσταση χειροτερεύει ολοένα περισσότερο. Υπάρχουν οικογένειες που παρακαλούν ακόμη και για μια πάνα»μου λέει.

Οπως λέει, πρόκειται για ανθρώπους που μέχρι πρότινος είχαν μια αξιοπρεπή δουλειά και από τη μια στιγμή στην άλλη έμειναν άνεργοι και ανήμποροι να ταΐσουν τα παιδιά τους. Μάλιστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διστάζουν να ζητήσουν βοήθεια, με αποτέλεσμα να τρώνε μόνο το μεσημέρι από το γεύμα που δίνουν τα συσσίτια της Εκκλησίας και του δήμου. «Υπάρχουν, βέβαια, και άνθρωποι που ντρέπονται να πάνε ακόμη και σε αυτά τα συσσίτια. Είναι για αυτούς θέμα αξιοπρέπειας, δεν ξέρω όμως πώς καταφέρνουν να επιβιώνουν» συμπληρώνει η κυρία Νικολακοπούλου.

Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις η εθελοντική οργάνωση ενημερώνεται για οικογένειες που έχουν ανάγκη μέσω των δασκάλων. Σύμφωνα με την εθελόντρια, οι εκπαιδευτικοί βλέπουν τα παιδιά υποσιτισμένα, αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει πρόβλημα στην οικογένεια και απευθύνονται οι ίδιοι στις οργανώσεις. «Οι πιο μικροί σε ηλικία μαθητές, κυρίως στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, τα λένε από μόνοι τους στους δασκάλους. Υπάρχουν, λοιπόν, μαθητές που τρώνε για μήνες μόνο ψωμί ή ρύζι. Σίγουρα, αν δώσεις σε έναν άνθρωπο μισό κιλό ψωμί να φάει, θα χορτάσει, αλλά είναι αυτή διατροφή για ένα παιδί που βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης;» διερωτάται η κυρία Νικολακοπούλου και διηγείται περιστατικά που τη συγκλόνισαν κατά τη διάρκεια της εθελοντικής προσφοράς της στον σύλλογο.

«Τα παιδιά αυτά δεν έχουν την ευκαιρία να φάνε λίγο παραπάνω ή να γευτούν κάποιο γλύκισμα. Ετσι, κάθε φορά που τους δίνουμε έστω και ένα μπισκότο, ενθουσιάζονται τόσο πολύ, που είναι δύσκολο να σας περιγράψω το βλέμμα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τα γεύματα που διοργανώνει ο σύλλογος, όπου τους δίνεται η ευκαιρία να φάνε πίτσα. Η χαρά τους είναι απερίγραπτη».

Η Δημοτική Αγορά αναγεννά τη Φωκίωνος Νέγρη

Από την Κέλλυ Φαναριώτη

Η ώρα 11 το πρωί και το ιστορικό κτήριο του Μεσοπολέμου επί της Φωκίωνος Νέγρη σφίζει από ζωή. Παιδιά προσχολικής ηλικίας ζωγραφίζουν στο πάτωμα με την καθοδήγηση μιας καθηγήτριας καλλιτεχνικών, γονείς μπαινοβγαίνουν στα μικρά καταστήματα που άνοιξαν εντός της στοάς και οι ηλικιωμένοι αναπαύονται στους μεγάλους καναπέδες που έχουν τοποθετηθεί στο κέντρο του χώρου. Η πάλαι ποτέ μυθική Φωκίωνος Νέγρη που στέγασε τους πρώτους αστούς των Αθηνών αλλά στη συνέχεια έγινε άντρο ανομίας απομακρύνοντας αρκετούς Κυψελιώτες, «αναγεννήθηκε» πριν από λίγες ημέρες κι αυτό χάρη στην επαναλειτουργία της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης. Εντός της άνοιξαν καταστήματα που εξυπηρετούν τις ανάγκες της γειτονιάς ενισχύοντας παράλληλα την κοινωνική επιχειρηματικότητα στη χώρα μας, ένα μοντέλο αρκετά διαδεδομένο στο εξωτερικό.

«Με τον όρο αυτό εννοούμε τις επιχειρήσεις που εκτός από τη βιωσιμότητά τους, το να βγάλουν δηλαδή χρήματα μέσα από αυτό, θέλουν να έχουν έναν θετικό κοινωνικό αντίκτυπο. Αυτό το επιτυγχάνουν προσλαμβάνοντας ανθρώπους από ευπαθείς κοινωνικές ομάδες όπως είναι οι πρόσφυγες, οι πρώην τοξικοεξαρτημένοι, άνθρωποι με αυτισμό κλπ», δηλώνει στο »Enjoy» η διαχειρίστρια της δημοτικής αγοράς Έλενα Λάμπρου.

Από τις τριάντα συνολικά προτάσεις που υπεβλήθησαν μετά το ανοιχτό κάλεσμα του δήμου για την επαναλειτουργία της Δημοτικής Αγοράς, δεκτές έγιναν μόνο οι οκτώ κι αυτό διότι σύμφωνα με την κ. Λάμπρου, στόχος ήταν να καλυφθούν οι ανάγκες της γειτονιάς με καταστήματα που δεν θα ήταν ανταγωνιστικά προς εκείνα που βρίσκονται εκτός της στοάς. «Δεν θα μπορούσαμε να ανοίξουμε μια καφετέρια ή ένα pet shop καθώς στην περιοχή υπάρχουν αρκετές τέτοιες επιλογές και θα προκαλούσαμε ζημιά στους ιδιοκτήτες», διευκρινίζει. Πλέον στη Δημοτική Αγορά που λειτουργεί με φορέα διαχείρισης το Impact Hub,  μπορεί κανείς να βρει μια γωνιά με προϊόντα μικρών παραγωγών απ’ όλη την Ελλάδα, ανθοπωλείο, χυμοποιείο με φρεσκοστυμμένους χυμούς και φαγητό για πακέτο ή στο χέρι, κατάστημα ανακύκλωσης ηλεκτρονικών και φορητών υπολογιστών καθώς και μαγαζί που προσφέρει επαναχρησιμοποιημένα προϊόντα. Παράλληλα, σε καθημερινή σχεδόν βάση πραγματοποιούνται διάφορες εκδηλώσεις καλλιτεχνικού και τεχνολογικού περιεχομένου για παιδιά και μεγάλους, οι περισσότερες από τις οποίες είναι δωρεάν.

Τα μαγαζιά που άνοιξαν δεν είναι ανταγωνιστικά με αυτά που ήδη λειτουργούσαν εκτός της στοάς.

Κοινωνική επιχειρηματικότητα

Μια από τις επιχειρηματίες που υπέβαλε αίτηση και έγινε δεκτή, είναι η 25χρονη Νία που τα τελευταία τέσσερα χρόνια διατηρεί χυμοποιείο στο κέντρο της Αθήνας. Όταν αποφάσισε με το συνέταιρό της να δημιουργήσει μια επιχείρηση απαντώντας στις ανάγκες των τουριστών αλλά και των Αθηναίων που πηγαινοέρχονται στο κέντρο της πόλης, η πρόσληψη ανθρώπων από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ήταν πρωταρχικός στόχος. «Για εμάς δεν έχει νόημα να επιχειρούμε και να βγάζουμε χρήματα εάν δεν βοηθάμε παράλληλα κάποιον άνθρωπο όχι μόνο να βρει δουλειά αλλά και να αποβάλει το κοινωνικό στίγμα», λέει και προσθέτει φανερά συγκινημένη: «έχουμε γίνει οικογένεια με τα παιδιά αυτά, μια δυνατή ομάδα που ο ένας βοηθά τον άλλον. Πέρα από την εργασία που τους προσφέρουμε, τους εκπαιδεύουμε για τα δικαιώματά τους και το τι ορίζει ο νόμος για κάθε περίσταση».

Η 29χρονη Ντενίσα από την Αλβανία εργάζεται στο χυμοποιείο από την πρώτη ημέρα λειτουργίας του και τώρα προσφέρει τις υπηρεσίες της στο παράρτημα του καταστήματος που άνοιξε εντός της Δημοτικής Αγοράς. Πριν λίγα χρόνια ζούσε σε μια δομή ευπαθών ομάδων και αναζητούσε εργασία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τελικά, όχι μόνο κατάφερε να βρει δουλειά αλλά με τον καιρό κοινωνικοποιήθηκε, απέκτησε αυτοπεποίθηση και κατάφερε να στηριχτεί στα δικά της πόδια. «Η κοινωνική επιχειρηματικότητα με βοήθησε να βγάζω λεφτά, να μη νιώθω ντροπή και να αποδεχτώ τα μειονεκτήματά μου. Ίσως ακουστεί λίγο τρελό αλλά πιστεύω πως με την εμπειρία που αποκόμισα, μπορώ πλέον να κάνω και κάτι δικό μου στο επιχειρείν», επισημαίνει.

Ανταπόκριση

Μπορεί η Δημοτική Αγορά να μετρά λίγες μόνο ημέρες λειτουργίας, ωστόσο, η ανταπόκριση του κόσμου είναι κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Όπως εξηγεί η κ. Λάμπρου ο κόσμος περίμενε πώς και πώς τα εγκαίνια της αγοράς και ειδικά για τους κατοίκους της περιοχής η επαναλειτουργία της Δημοτικής Αγοράς ήταν πολύ σημαντική. «Οι μητέρες με τα παιδιά τους είναι οι πιο συχνοί μας πελάτες γιατί πρόκειται για έναν δημόσιο χώρο που όμως είναι ασφαλής. Το παιδί μπορεί να παζει ή να παρακολουθεί μια από τις πολλές εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται εδώ και ο γονιός μπορεί είτε να χαζέψει στα καταστήματα είτε να κάτσει στους καναπέδες να φάει ή να διαβάσει την εφημερίδα του».

Εκτός όμως από τη δημιουργική απασχόληση, στο εσωτερικό της αγοράς συντελείται μια πολυπολιτισμική σύμπραξη όπου άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου με διαφορετικές προσλαμβάνουσες συνυπάρχουν αρμονικά και περνούν όμορφα. «Έξω από τη δημοτική αγορά αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να πέσουν θύματα ρατσισμού. Εντός της στοάς όλοι είναι αγαπημένοι και το μόνο που κοιτούν είναι να περάσουν το χρόνο τους ποιοτικά. Είναι πολύ όμορφο όλο αυτό που συμβαίνει εδώ», καταλήγει η Ντενίσα.

*Δημοσιεύθηκε στο ένθετο »Enjoy» της «Κυριακάτικης Δημοκρατίας στις 21 Οκτωβρίου 2018